Supreme Court dismisses appeal against indictment for embezzlement due to sufficient reasoning in first-instance ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the defendant's appeal against the First Instance Court's indictment for embezzlement. The defendant argued the indictment lacked specific reasoning and misinterpreted the law regarding the defendant's role as an agent. The Court found the indictment sufficiently detailed, explicitly outlining the facts establishing the defendant's special position of trust and the specific criminal elements of the offense.
Legislator headnote
AI generatedArticles 484(1)(b) and (d) of the Code of Criminal Procedure; The indictment satisfies the constitutional requirement for specific reasoning when it clearly sets out the facts establishing the objective and subjective elements of the crime and the evidence supporting the suspicion of guilt.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1659 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1659/2006
Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου
Ε΄ Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ανδρέα Μοσχανδρέου και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Φώτιο Καϋμενάκη και Αιμιλία Λίτινα- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ... , περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 482/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία «Α.Κ. VENTOURIS INC», που εδρεύει στη Λιβερία και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 244/2006.
΄Επειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμό πρωτ. 174/12-4-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την νομοτύπως, εμπροθέσμως και συνεπώς παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 και 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ ιδίου Κώδικος, ασκηθείσαν υπό του κατηγορουμένου ... , υπ΄αριθμ. 43/19-12-2005 αίτησιν αναιρέσεως κατά του υπ΄αριθμ. 482/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτομεν τα εξής:
Ι. Δια του πληττομένου βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παρεπέμφθη εις το ακροατήριον δια να δικασθή δι΄υπεξαίρεσιν αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, εμπεπιστευμένου εις αυτόν λόγω της ιδιότητός του ως διαχειριστού ξένης περιουσίας και εντολοδόχου, τελεσθείσαν εν σχέσει με την τελευταίαν ιδιότητα κατά κατάχρησιν ιδιαιτέρας εμπιστοσύνης. Κατά του βουλεύματος τούτου παραπονείται ήδη ο αναιρεσείων, προβάλλων τους υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ λόγους α) ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
ΙΙ. ΄Ελλειψις της απαιτουμένης υπό των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον υπό του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ Κ.Π.Δ. προβλεπόμενον λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν εις το βούλευμα του Συμβουλίου δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνειαν και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκρισιν ή την προανάκρισιν, σχετικώς με την αποδιδομένην εις τον κατηγορούμενον αξιόποινον πράξιν, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και αι σκέψεις με τας οποίας έκρινεν, ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις δια την παραπομπήν του κατηγορουμένου εις το ακροατήριον (Α.Π. 572/2005 Π Λογ 2005 σελ. 521 κ.ά.).
Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδη εις αυτήν διαφορετικήν έννοιαν από εκείνην που πραγματικώς έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται εις την περίπτωσιν που ο δικαστής δεν υπήγαγεν ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που εδέχθη ότι προέκυψαν, εις την ουσιαστικήν ποινικήν διάταξιν που εφηρμόσθη.
Περίπτωσις εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγον αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίασις εγένετο εκ πλαγίου. Η παραβίασις αυτή υπάρχει, όταν εις το πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται εις τον συνδυασμόν του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται εις τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος δια το οποίον πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειαι, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (Α.Π. 572/2005 ενθ΄ανωτ.
κ.ά.).
ΙΙΙ. Επειδή, υπό των διατάξεων του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 Π.Κ. όπως η τελευταία αντικατεστάθη δι΄άρθρου 1 παρ. 9 ν. 2408/1996, προκύπτει ότι, δια την στοιχειοθέτησιν του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν ιδιοποίησις, άνευ δικαιώματος, ξένου ολικώς ή μερικώς κινητού πράγματος περιελθόντος εις την κατοχήν του δράστου καθ΄οιονδήποτε τρόπον, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστου ενέχοντος την γνώσιν, ότι το πράγμα που κατέχει είναι ξένον, καθώς και την θέλησίν του να ενσωματώση αυτό εις την περιουσίαν του.
Η υπεξαίρεσις προσλαμβάνει κακουργηματικόν χαρακτήρα (παρ. 2), όταν το αντικείμενόν της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει εις το πρόσωπον του υπαιτίου οιαδήποτε εκ των περιοριστικώς εις το ανωτέρω άρθρον προβλεπομένων καταστάσεων ή ιδιοτήτων, όπως και εκείνη του εντολοδόχου. Η νέα διάταξις του άρθρου 375 παρ. 2, όπως ετροποποιήθη δια του ν. 2408/1996, είναι επιεικεστέρα της αρχικής, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε, ότι το αντικείμενόν της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει μία εκ των ειδικώς και περιοριστικώς αναφερομένων περιπτώσεων καταχρήσεως ιδιαιτέρας εμπιστοσύνης, ενώ εις την προηγουμένην διάταξιν η απαρίθμησις των περιπτώσεων αυτών ήτο ενδεικτική.
Επομένως η νέα αυτή διάταξις έχει, κατά το άρθρον 2 παρ. 1 Π.Κ., εφαρμογήν και δια τας πράξεις, αι οποίαι ετελέσθησαν προ της ισχύος της. Ειδικώς όμως δια τας πράξεις αυτάς, όταν ο κακουργηματικός χαρακτήρ της υπεξαιρέσεως με αντικείμενον ιδιαιτέρας μεγάλης αξίας βασίζεται αποκλειστικώς εις την ιδιότητα του δράστου ως εντολοδόχου, η προϊσχύσασα διάταξις του άρθρου 375 παρ. 2 είναι ευμενεστέρα δια τον κατηγορούμενον, διότι δια την στοιχειοθέτησιν του κακουργήματος αξιώνει και το επί πλέον στοιχείον της καταχρήσεως ιδιαιτέρας εμπιστοσύνης, εν αντιθέσει με την νεωτέραν διάταξιν του άρθρου 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, η οποία αποβαίνει αυστηροτέρα δια τον κατηγορούμενον, καθόσον αρκείται μόνον εις την ιδιότητα του εντολοδόχου, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να θεωρήται πάντοτε ως δράστης κακουργηματικής υπεξαιρέσεως (Α.Π. 1050/2005 Ποιν Χρ ΝΣΤ΄ σελ. 130 κ.ά.).
Υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως καθίσταται κατά την παρ. 2 του άρθρου 375 και ο διαχειριστής ξένης περιουσίας ο οποίος ενεργεί όχι απλώς υλικάς, αλλά νομικάς πράξεις με εξουσίαν αντιπροσωπεύσεως του εντολέως, την οποίαν δύναται να έλκη είτε εκ του νόμου είτε εκ της συμβάσεως, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται η εξουσία αυτή και εκ της δημιουργίας μιάς πραγματικής καταστάσεως.
Διαχειριστής ξένης περιουσίας δύναται να είναι και ο εντολοδόχος εάν έχη διακριτικήν ευχέρειαν κατά την εκτέλεσιν της εντολής (Α.Π. 1320/2005 Ποιν Δικ 2006 σελ. 120 κ.ά.). Τοιαύτην ιδιότητα έχει επί συμβάσεως πρακτορίας ο πράκτωρ (Α.Π. 1051/2005 Ποιν Δικ 2005 σελ. 1366 κ.ά.).
Συνεπώς την ιδιότητα αυτήν έχει και ο ναυτικός πράκτωρ (Α.Π. 1162/1999 Ποιν Δικ 1999 σελ. 1311 κ.ά.).
IV. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών, που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα, εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι των μαρτυρικών καταθέσεων, της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, της εκθέσεως τεχνικού συμβούλου, των εγγράφων της δικογραφίας, της απολογίας του κατηγορουμένου και των υπομνημάτων των διαδίκων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στον Πειραιά και επί της οδού Ευπλοίας αριθμ. 2 ήταν εγκατεστημένη νομίμως η εδρεύουσα στη Λιβερία εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία «Α.Κ. VENTOURIS INC». Αυτή ήταν διαχειρίστρια των Ο/Γ-Ε/Γ πλοίων Π1 και Π2 πλοιοκτησίας αντιστοίχως των εις Κύπρο εδρευουσών εταιρειών «WALLBANK SHIPPING CO. LTD» και «SONTAK SHIPPING CO.
LTD». Τα ανωτέρω πλοία εκτελούσαν δρομολόγια μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας και συγκεκριμένως κυκλικό ταξίδι μεταξύ των λιμένων Πάτρας-Πρίντεζι Ιταλίας-Πάτρας. Ο κατηγορούμενος διατηρούσε Πρακτορείο στην .... επί της οδού ..... με την ονομασία «..... » και μετέπειτα «..... ». Οι ανωτέρω (διαχειρίστρια των πλοίων εταιρεία και κατηγορούμενος) είχαν προέλθει, στον Πειραιά, στις 26-11-1992, σε συμφωνία, δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος διορίσθηκε ως αποκλειστικός Γενικός Πράκτορας πωλήσεων στην περιοχή .... , με σκοπό την πώληση και προώθηση των υπηρεσιών της εγκαλούσας εταιρείας για τη διαδρομή Ιταλία-Ελλάδα και αντίθετα.
Οι επί μέρους συμφωνίες τους, τα εκατέρωθεν δικαιώματα και οι αναληφθείσες υποχρεώσεις διατυπώθηκαν στο έγγραφο συμφωνητικό που καταρτίσθηκε προς τούτο αυθημερόν και στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α που προσαρτήθηκε στο συμφωνητικό αυτό ως αναπόσπαστο μέρος του. Ειδικότερα ως προς την αμοιβή του και τις δαπάνες κατά την εκτέλεση της πρακτορεύσεως συμφωνήθηκε ότι «η εταιρεία θα επιτρέπει στον πράκτορα: (α) 22% προμήθεια για όλα τα εισιτήρια (καθαρή τιμή) των επιβατών και των αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως που θα πωληθούν από τον πράκτορα και 2% προμήθεια για τα φορτηγά που επιβιβάζονται στο πλοίο της Εταιρείας από τον λιμένα των Πατρών, β) όλα τα άλλα έξοδα θα πληρωθούν μετά από χορήγηση από τον πράκτορα προς την Εταιρεία των γραπτών αποδείξεων στο τέλος κάθε μήνα…».
Ο διορισμός αυτός του κατηγορουμένου γνωστοποιήθηκε από την εγκαλούσα εταιρεία στο Κεντρικό Λιμεναρχείο Πατρών, το οποίο χορήγησε στον κατηγορούμενο άδεια υπεύθυνου ναυτικού πράκτορα για τα ανωτέρω πλοία. Τη σύμβαση πρακτορείας συνήψε η εγκαλούσα εταιρεία στο όνομα και για ίδιο αυτής λογαριασμό στο πλαίσιο του αντικειμένου δραστηριοτήτων της στην Ελλάδα, αντλούσα από αυτή τα δικαιώματα και υποκείμενη στις απορρέουσες υποχρεώσεις, ο δε κατηγορούμενος, ως εντεταλμένος τη διοίκηση του άνω κλάδου υποθέσεων της εγκαλούσας εταιρείας, της πωλήσεως δηλαδή των υπηρεσιών που προσέφερε αυτή δια των ως άνω πλοίων, είχε, βάσει της ίδιας συμβάσεως πρακτορείας, εξουσία αντιπροσωπεύσεως της εντολέως του εταιρείας στην πώληση των υπηρεσιών αυτών, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψη αποφάσεων, με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, που ήταν και οικονομικά υπεύθυνος εξ ολοκλήρου για τις πωλήσεις των εισιτηρίων.
Στον κατηγορούμενο ανήκε η εξεύρεση των ενδιαφερόμενων για τις άνω υπηρεσίες, η προώθηση των πωλήσεων μέσω και άλλων ταξιδιωτικών πρακτορείων και η επέκτασή τους σε όλη την περιοχή .... και σε όλους τους σημαντικούς αγοραστές της περιοχής αυτής, απευθυνόμενος για τον σκοπό αυτό και στις εταιρείες μεταφορών, τα πρακτορεία μεταφορών φορτίων μέσω φορτηγών και τα ταξιδιωτικά γραφεία, προέβαινε δε και σε πληρωμές εξόδων σχετικών με τις λειτουργικές ανάγκες των πλοίων και είχε υποχρέωση αποζημιώσεως της εγκαλούσας εταιρείας έναντι όλων των συνεπειών κάθε ενέργειας ή παράλειψής του που θα ζημίωνε την εγκαλούσα εταιρεία.
Η σύμβαση πρακτορείας ενεργοποιήθηκε ως προς το πλοίο Π1 με τη δρομολόγηση αυτού στις 26-3-1993 και ως προς το πλοίο Π2 με τη δρομολόγηση αυτού στις 10-11-1993, έληγε δε, κατά τη συμφωνία των μερών, στις 26-11-1993. Επί πλέον της κατά τα άνω προμήθειας, με μεταγενέστερη συμφωνία των μερών καθορίσθηκαν και πρακτορειακά δικαιώματα του κατηγορουμένου.
Συγκεκριμένα, στις 6-4-1993 η εγκαλούσα εταιρεία, δια του νομίμου εκπροσώπου της Χ , απέστειλε στον κατηγορούμενο τηλετύπημα με το οποίο καθόρισε τα πρακτορειακά δικαιώματα του κατηγορουμένου σε 20.000 δρχ. για κάθε κυκλικό ταξίδι (Πάτρα-Πρίντεζι Ιταλίας-Πάτρα) και ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε τον καθορισμό αυτό, χρεώνοντας σε βάρος της εγκαλούσας εταιρείας στις καταστάσεις που ανά μήνα έστελνε σ΄αυτή το ποσό των 20.000 δρχ.
ως πρακτορειακά δικαιώματά του ανά κυκλικό ταξίδι. Στις αρχές κάθε μήνα, ο κατηγορούμενος έστελνε στην εγκαλούσα εταιρεία κατάσταση, που εμφάνιζε τις εισπράξεις του προηγούμενου μήνα και τα έξοδα που έγιναν κατ΄αυτόν. Περιλαμβάνονταν στα έξοδα και τα συμφωνηθέντα πρακτορειακά δικαιώματα και προμήθειες του κατηγορουμένου.
Ειδικότερα σε κάθε μία από τις καταστάσεις των μηνών Μαρτίου έως και Οκτωβρίου 1993 αναγραφόταν (ως έσοδα) η αξία των πωληθέντων από το κεντρικό πρακτορείο και τους υποπράκτορες, εισιτηρίων, των ταξιδιωτικών αποδείξεων (vouchers) που εκδόθηκαν για τα μετ΄ επιστροφής διακινούμενα φορτηγά αυτοκίνητα με προπληρωμένο τον ναύλο της επιστροφής καθώς και των φορτωτικών που διατέθηκαν και υπολογιζόταν ποσοστό 22% επί των εισιτηρίων και 2% επί των φορτωτικών, ως προμήθεια του κατηγορουμένου, κατά τα συμφωνηθέντα με το από 26-11-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Επί πλέον αναγραφόταν ο αριθμός των κυκλικών ταξιδίων που πραγματοποιήθηκαν και ο αριθμός αυτός πολλαπλασιαζόταν επί 20.000 δρχ. για να βρεθεί το σύνολο των αναλογούντων πρακτορειακών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, κατά τη μεταγενέστερη και συμπληρωματική της πρώτης συμφωνία μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας εταιρείας.
Σύμφωνα με όρο του από 26-11-1992 συμφωνητικού, σε περίπτωση λήξεως αυτού ο κατηγορούμενος έπρεπε να κλείσει τους λογαριασμούς με την εγκαλούσα εταιρεία και να τακτοποιήσει όλα τα χρεωστικά υπόλοιπα προς αυτή εντός τριάντα εργάσιμων ημερών από τη λήξη του συμφωνητικού και μετά τη λήξη αυτού, στις 26-11-1993, η εγκαλούσα εταιρεία ζήτησε από τον κατηγορούμενο εκκαθάριση του λογαριασμού με την κατάσταση του μηνός Νοεμβρίου 1993 και απόδοση του τελικώς οφειλομένου σ΄αυτή ποσού.
Κατά τη λήξη της συνεργασίας τους υφίστατο υπόλοιπο λογαριασμού που ανερχόταν στο ποσό των 17.205.485 δρχ. υπέρ της «Α.Κ. VENTOURIS INC.». Τη 12η Ιανουαρίου 1994, ο κατηγορούμενος απέστειλε στην εγκαλούσα εταιρεία κατάσταση εισπράξεων και δαπανών του μηνός Νοεμβρίου 1993. Σ΄αυτή προσδιορίζονται τα έσοδα (στα οποία περιέλαβε ο κατηγορούμενος και το οφειλόμενο από αυτόν ποσό 13.869.782 δρχ., που προέκυπτε ως πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ της εγκαλούσας εταιρείας με την κατάσταση του προηγούμενου μηνός Οκτωβρίου 1993) σε 95.669.982 δρχ.
και τα έξοδα σε 117.408.437 δρχ. και έτσι εμφανίζεται ως πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ του κατηγορουμένου το ποσό των 21.738.455 δρχ. Στο ποσό των 117.408.437 δρχ. περιλαμβάνονται και οι συμφωνηθείσες προμήθειες του κατηγορουμένου συνολικού ποσού 2.571.444 δρχ. που αντιστοιχεί σε ποσοστό 22% επί των εισιτηρίων επιβατών και οχημάτων και 2% επί των φορτωτικών που εκδόθηκαν τον μήνα Νοέμβριο 1993.
Ως προς τα πρακτορειακά δικαιώματα όμως, αντί να χρεωθεί το ποσό των 460.000 δρχ., που αντιστοιχεί στα 23 κυκλικά ταξίδια που πραγματοποιήθηκαν κατά τον μήνα Νοέμβριο 1993, χρεώνονται σε βάρος της εγκαλούσας εταιρείας: 1200 δολλάρια ΗΠΑ για καθένα από τα 116 κυκλικά ταξίδια που πραγματοποιήθηκαν, 20 δολλάρια ΗΠΑ για καθένα από τους 7.585 επιβάτες που επιβιβάσθηκαν και 5 δολλάρια ΗΠΑ για καθένα από τα 334 ιδιωτικής χρήσεως οχήματα που διακινήθηκαν καθόλη τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως και συνολικά 156.040 δολλάρια ΗΠΑ ή κατά μετατροπή 38.229.800 δρχ. (156.040 δολλ.
Χ 245 δρχ.), εκ των οποίων αφαιρείται ποσό 1.860.000 δρχ. που είχε εισπράξει ως πρακτορειακά δικαιώματα ο κατηγορούμενος. Επί πλέον χρεώνονται ως οφειλόμενες στον κατηγορούμενο αμοιβές εισπράξεως (collection fees) επί των εκδοθεισών από το πρακτορείο ταξιδιωτικών αποδείξεων (vouchers) και δη 3.000 δρχ. για κάθένα από τα 1415 διακινηθέντα μετ΄επιστροφής φορτηγά αυτοκίνητα και συνολικά 4.245.000 δρχ. (3.000 Χ 1415).
Τα ως άνω πρακτορειακά δικαιώματά του υπελόγισε ο κατηγορούμενος βάσει της από 1-1-1985 κλίμακας πρακτορειακών δικαιωμάτων του Συλλόγου Ναυτικών Πρακτόρων Πάτρας. Στην πραγματικότητα όμως κατά τη λήξη της συμβάσεως υφίστατο, όπως προαναφέρθηκε, υπόλοιπο στο λαβείν της εγκαλούσας εταιρείας εκ δρχ. 17.205.485 και ο κατηγορούμενος, στα γραφεία της εγκαλούσας εταιρείας, εκδήλωσε τη βούλησή του να ενσωματώσει στην περιουσία του το οφειλόμενο ποσό αυτό χρημάτων, αρνούμενος στον νόμιμο εκπρόσωπο της τελευταίας Χ την απόδοσή του, με τον αβάσιμο ισχυρισμό ότι υπερκαλύπτεται από απαιτήσεις του κατά της εγκαλούσας εταιρείας, τις οποίες εξειδίκευσε κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε με την κατάσταση του μηνός Νοεμβρίου 1993.
Η προβολή των παραπάνω δικαιωμάτων ήταν προσχηματική και έγινε για να συγκαλύψει το πιο πάνω εισπραχθέν κατ΄εντολή και για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας και παρακρατηθέν από τον κατηγορούμενο ποσό των 17.205.485 δρχ., το οποίο ώφειλε να αποδώσει στην εγκαλούσα εταιρεία κατά τη συμφωνία του με αυτή.
Δεν έχονται δε αληθείας τα παραπάνω δικαιώματα που προέβαλε ο κατηγορούμενος, διότι η αμοιβή του καθορίσθηκε συμβατικώς με την εγκαλούσα εταιρεία και μάλιστα οι μεν προμήθειές του καθορίσθηκαν ρητώς στη σύμβαση πρακτορείας, ενώ ως προς τα πρακτορειακά δικαιώματά του ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε την πρόταση της εγκαλούσας εταιρείας περί καθορισμού αυτών σε 20.000 δρχ.
ανά κυκλικό ταξίδι και έτσι συνήφθη μεταξύ αυτών σχετική σύμβαση, καμία δε συμφωνία δεν συνήφθη ούτε γραπτά ούτε προφορικά για επί πλέον αμοιβή εισπράξεως σε σχέση με τις ταξιδιωτικές αποδείξεις (vouchers). Βάσει των ανωτέρω συμφωνιών, χωρίς ποτέ καμία επιφύλαξη, χρέωνε ο κατηγορούμενος την εγκαλούσα εταιρεία για τις προμήθειες και τα πρακτορειακά δικαιώματά του κατά τους προηγηθέντες μήνες (Μάρτιο έως και Οκτώβριο 1993).
΄Ηταν μάλιστα τα συμφωνηθέντα ποσά πρακτορειακών δικαιωμάτων και τα συνήθως παρεχόμενα στους ναυτικούς πράκτορες στην περιοχή του λιμένα Πατρών, παρά την υπάρχουσα κλίμακα πρακτορειακών δικαιωμάτων, η οποία δεν είναι δεσμευτική για τους πράκτορες, ούτε για τις ναυτιλιακές εταιρείες, αλλ΄απλώς συμβουλευτική για διαμόρφωση καλύτερης αμοιβής των ναυτικών πρακτόρων.
Μετά από αυτά, αν το αυθαιρέτως υπολογισθέν ποσό των 40.614.800 δρχ. (38.229.800 – 1.860.000 = 36.369.800 + 4.245.000 = 40.614.800), που δεν αποτελεί πραγματική οφειλή, αφαιρεθεί από το ποσό των 117.408.437 δρχ., ήτοι από τα έξοδα, στα οποία ο κατηγορούμενος το συμπεριέλαβε, διαμορφώνεται ποσό εξόδων 76.793.637 δρχ. και χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του κατηγορουμένου ποσού 18.876.345 δρχ. (95.669.982 – 76.793.637).
Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί συνολικό ποσό 160.000 δρχ. που αφορά στις αξίες των 869/13-11-1993 και 907/19-11-1993 ταξιδιωτικών αποδείξεων (vouchers), ποσών 67.000 και 80.000 δρχ., αντιστοίχως, που ενώ εισέπραξε κατ΄εντολή και για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας ο κατηγορούμενος, δεν διέλαβε στην κατάσταση του μηνός Νοεμβρίου 1993 και δεν απέδωσε στην εγκαλούσα εταιρεία, και, στη συνέχεια να αφαιρεθεί το ποσό των 1.830.860 δρχ., οφειλόμενο από την εγκαλούσα εταιρεία στον κατηγορούμενο και προερχόμενο από διαφορές από την προμήθεια του κατηγορουμένου και από τα πρακτορειακά δικαιώματά του, ποσών 1.370.860 και 460.000, αντιστοίχως.
Το ποσό των 1.860.000 δρχ., το οποίο είχε λάβει ο κατηγορούμενος ως πρακτορειακά δικαιώματά του και αφαίρεσε με την κατάσταση του μηνός Νοεμβρίου 1993 αντιστοιχούσε σε 92 κυκλικά ταξίδια που πραγματοποίησε το πλοίο Π1 κατά τους μήνες Μάρτιο έως και Οκτώβριο 1993. Το πλοίο αυτό κατά μήνα Νοέμβριο 1993 πραγματοποίησε 14 κυκλικά ταξίδια, το δε πλοίο Π2 9 κυκλικά ταξίδια κατά τον ίδιο μήνα και, επομένως, ο κατηγορούμενος δικαιούται για πρακτορειακά δικαιώματά του για τα 23 αυτά κυκλικά ταξίδια που πραγματοποίησαν τα δύο πλοία κατά τον μήνα Νοέμβριο 1993 το ποσό των 460.000 δρχ. (23 Χ 20.000).
Η διαφορά προμήθειας εκ δρχ. 1.370.860 προκύπτει εκ της συγκρίσεως μεταξύ των προμηθειών του που χρέωσε στην εγκαλούσα εταιρεία ο κατηγορούμενος με τις καταστάσεις των μηνών Μαρτίου έως και Νοεμβρίου 1993 και αυτών που έπρεπε να λάβει με βάση τα δηλωτικά, επαληθεύεται δε και από τον πραγματογνώμονα. Αναβιβάζει, με την έγκλησή της, η εταιρεία «Α.Κ.
VENTOURIS INC» το υπέρ αυτής πιστωτικό υπόλοιπο στο συνολικό ποσό των 25.880.201 δρχ., το οποίο και περιελήφθη στην απαγγελθείσα κατά του κατηγορουμένου κατηγορία, προσθέτοντας και τα ακόλουθα ποσά: α) 7.330.126 δρχ., ως διαφορά μεταξύ των ποσών που εισέπραξε ο κατηγορούμενος κατά την διάρκεια της συμβάσεως πρακτορείας εκ των εκδοθέντων εισιτηρίων και φορτωτικών των υπόψη πλοίων για λιμενικά τέλη, δικαιώματα εργατών από διαφυγούσα εργασία και δημοτικά τέλη και αυτών που απέδωσε αντιστοίχως εις το Λιμενικό Ταμείο Πατρών, τον Σύλλογο Εργατών Θαλάσσης Τελωνείου Πατρών «Η Αλληλοβοήθεια» και τον Δήμο Πατρέων.
Εάν όμως υπήρξε πράγματι ποσό διαφοράς, αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο υπεξαιρέσεως του κατηγορουμένου σε βάρος της εγκαλούσας εταιρείας, αφού τα σχετικά ποσά εισπράχθηκαν από αυτόν για λογαριασμό των προαναφερομένων νομικών προσώπων στα οποία και ανήκουν. Εάν δεν αποδόθηκαν σ΄αυτά από τον κατηγορούμενο υφίσταται υπεξαίρεση σε βάρος των νομικών αυτών προσώπων.
Ως όμως προκύπτει από τις σχετικές βεβαιώσεις των εν λόγω νομικών προσώπων, αυτά εισέπραξαν από τον κατηγορούμενο τα οφειλόμενα σ΄αυτά τέλη και δικαιώματα. β) 31.000 δρχ., ποσό που αντιπροσωπεύει την αξία ενός εισιτηρίου, το οποίο όμως ακυρώθηκε και την αξία του αυτή επέστρεψε ο κατηγορούμενος στον κάτοχό του.
Τυχόν απαίτηση της εγκαλούσας εταιρείας κατά του κατηγορουμένου για την πληρωμή της αξίας του εν λόγω εισιτηρίου (που δεν κατακράτησε ο κατηγορούμενος) δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 375 παρ. 1 Π.Κ. και, επομένως, δεν στοιχειοθετείται υπεξαίρεση. γ) 126.500 δρχ., ως αξία τεσσάρων εισιτηρίων, η οποία όμως δεν προέκυψε ότι οφείλεται, καθόσον ο μεν πραγματογνώμονας δέχεται την απόδοση της αξίας του ενός, ο δε τεχνικός σύμβουλος προσθέτει ότι από τα υπόλοιπα τρία, το ένα έχει επίσης αποδοθεί στη διαχειρίστρια εταιρεία, το δεύτερο εκδόθηκε για συνοδηγό χωρίς χρέωση (free) και το τρίτο έχει επιστραφεί ως άκυρο στη διαχειρίστρια εταιρεία, επισυνάπτει δε και τα σχετικά έγγραφα.
δ) 575.000 δρχ., που αφορά στις αξίες ταξιδιωτικών αποδείξεων (vouchers), που όμως έχουν αποδοθεί, σύμφωνα και με τον πραγματογνώμονα. Και ε) 67.000 και 85.000 δρχ., ποσά όμως που υπολογίζονται και σε άλλα κονδύλια και πρόκειται για λογιστική διπλοχρέωση, όπως επισημαίνει και ο πραγματογνώμονας. Τα ανωτέρω μάλιστα κονδύλια που προσθέτει η εγκαλούσα εταιρεία, δεν συμπεριέλαβε, με εξαίρεση το υπό στοιχ.
β΄ και μέρος ποσού 96.500 δρχ. του υπό στοιχ. γ΄ , και το προεκδοθέν 211/1999 βούλευμα, με το οποίο περιορίσθηκε το υπεξαιρεθέν ποσό σε 17.333.985 δρχ. Εν όψει των ανωτέρω, το ποσό το οποίο εισέπραξε ο κατηγορούμενος για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας κατά το χρονικό διάστημα λειτουργίας της συμβάσεως πρακτορείας και δεν το απέδωσε σ΄αυτή, αλλά, στις 12-1-1994, ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, ανέρχεται σε 17.205.485 δρχ.
και ήδη 50.492,99 ευρώ. Η κατακράτηση του ποσού αυτού έγινε από τον κατηγορούμενο με την ιδιότητά του ως ναυτικού πράκτορα, δηλ. βάσει της ανωτέρω συμβάσεως πρακτορείας, με την ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστή της περιουσίας της εγκαλούσας εταιρείας, στο όνομα και για λογαριασμό της οποίας συνήπτε τις σχετικές συμβάσεις πωλήσεως των υπηρεσιών των δύο πλοίων στους ενδιαφερόμενους και εισέπραττε από αυτούς το τίμημα, μέρος του οποίου αποτελεί και το υπεξαιρεθέν ποσό.
Το ποσό δε αυτό των 50.492,99 ευρώ που υπεξαίρεσε ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα μεγάλο και η πράξη ενέχει κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης την οποία επέδειξε η εγκαλούσα εταιρεία στο πρόσωπό του, ως συνεργάτη της, αναθέτοντας σ΄αυτόν την στο όνομα και για λογαριασμό της πώλησης των δύο ως άνω πλοίων και την είσπραξη του τιμήματος γι΄αυτές, το οποίο και ανέμενε ότι θα της απέδιδε, σύμφωνα με την μεταξύ τους σύμβαση πρακτορείας.
Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιον Εφετών διέλαβεν εις το πληττόμενον βούλευμα την απαιτουμένην ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν δια το προαναφερθέν έγκλημα, αφού εκθέτει εις το εν λόγω βούλευμά του, με σαφήνειαν, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκρισιν, τας αποδείξεις από τας οποίας επείσθη ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής δια την παραπομπήν του αναιρεσείοντος εις το ακροατήριον, καθώς και τας σκέψεις με τας οποίας υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά εις την ουσιαστικήν ποινικήν διάταξιν που εφήρμοσε, την οποίαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε.
Κατ΄ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθή η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ.
ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ.- Αθήνα 5 Απριλίου 2006
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας»
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση, χωρίς δικαίωμα, ξένου (ολικά ή μερικά), κινητού πράγματος, που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη, που ενέχει την γνώση, ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει, καθώς και την θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του.
Η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγραφος 2), όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως και εκείνη του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή του εντολοδόχου.
Η νέα διάταξη του άρθρου375 παρ. 2 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 2408/1996, είναι επιεικέστερη από την αρχή, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε, ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ στην προηγούμενη διάταξη η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών ήταν ενδεικτική.
Επομένως, η νέα αυτή διάταξη έχει, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, εφαρμογή και για τις πράξεις, που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ της. Ειδικά, όμως, για τις πράξεις αυτές, όταν ο κακουργηματικός χαρακτήρας της υπεξαίρεσης με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας βασίζεται, αποκλειστικά, στην ιδιότητα του δράστη, ως εντολοδόχου, η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, διότι για την στοιχειοθέτηση του κακουργήματος, αξιώνει και το επιπλέον στοιχείο της κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, σε αντίθεση με την νεότερη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996, η οποία αποβαίνει, αυστηρότερη για τον κατηγορούμενο, καθόσον αρκείται μόνον στην ιδιότητα του εντολοδόχου, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να θεωρείται πάντοτε ως δράστης κακουργηματικής υπεξαίρεσης.
Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία.
Περαιτέρω η εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στη προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς που εξέδωσε το πληττόμενο βούλευμα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτό αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των μαρτυρικών καταθέσεων, της από 20-3-1998 έκθεσης λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του .... , και από 14-4-1998 έκθεσης του τεχνικού συμβούλου του κατηγορουμένου ....
και όλα εν γένει τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στον Πειραιά και επί της οδού Ευπλοίας αριθμ. 2 ήταν εγκατεστημένη νομίμως η εδρεύουσα στη Λιβερία εγκαλούσα και πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία «Α.Κ. VENTOURIS INC».
Αυτή ήταν διαχειρίστρια των Ο/Γ-Ε/Γ πλοίων Π1 και Π2 πλοιοκτησίας αντιστοίχως των εις Κύπρο εδρευουσών εταιρειών «WALLBANK SHIPPING CO. LTD» και «SONTAK SHIPPING CO. LTD». Τα ανωτέρω πλοία εκτελούσαν δρομολόγια μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας και συγκεκριμένως κυκλικό ταξίδι μεταξύ των λιμένων Πάτρας - Πρίντεζι Ιταλίας - Πάτρας.
Ο κατηγορούμενος διατηρούσε Πρακτορείο στην ... επί της οδού ... με την ονομασία «..... » και μετέπειτα «..... ». Οι ανωτέρω (διαχειρίστρια των πλοίων εταιρεία και κατηγορούμενος) είχαν προέλθει, στον Πειραιά, στις 26-11-1992, σε συμφωνία, δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος διορίσθηκε ως αποκλειστικός Γενικός Πράκτορας πωλήσεων στην περιοχή .... , με σκοπό την πώληση και προώθηση των υπηρεσιών της εγκαλούσας εταιρείας για τη διαδρομή Ιταλία-Ελλάδα και αντίθετα.
Οι επί μέρους συμφωνίες τους, τα εκατέρωθεν δικαιώματα και οι αναληφθείσες υποχρεώσεις διατυπώθηκαν στο έγγραφο συμφωνητικό που καταρτίσθηκε προς τούτο αυθημερόν και στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α που προσαρτήθηκε στο συμφωνητικό αυτό ως αναπόσπαστο μέρος του. Ειδικότερα ως προς την αμοιβή του και τις δαπάνες κατά την εκτέλεση της πρακτορεύσεως συμφωνήθηκε ότι «η εταιρεία θα επιτρέπει στον πράκτορα: (α) 22% προμήθεια για όλα τα εισιτήρια (καθαρή τιμή) των επιβατών και των αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως που θα πωληθούν από τον πράκτορα και 2% προμήθεια για τα φορτηγά που επιβιβάζονται στο πλοίο της Εταιρείας από τον λιμένα των Πατρών, β) όλα τα άλλα έξοδα θα πληρωθούν μετά από χορήγηση από τον πράκτορα προς την Εταιρεία των γραπτών αποδείξεων στο τέλος κάθε μήνα…».
Ο διορισμός αυτός του κατηγορουμένου γνωστοποιήθηκε από την εγκαλούσα εταιρεία στο Κεντρικό Λιμεναρχείο Πατρών, το οποίο χορήγησε στον κατηγορούμενο άδεια υπεύθυνου ναυτικού πράκτορα για τα ανωτέρω πλοία. Τη σύμβαση πρακτορείας συνήψε η εγκαλούσα εταιρεία στο όνομα και για ίδιο αυτής λογαριασμό στο πλαίσιο του αντικειμένου δραστηριοτήτων της στην Ελλάδα, αντλούσα από αυτή τα δικαιώματα και υποκείμενη στις απορρέουσες υποχρεώσεις, ο δε κατηγορούμενος, ως εντεταλμένος τη διοίκηση του άνω κλάδου υποθέσεων της εγκαλούσας εταιρείας, της πωλήσεως δηλαδή των υπηρεσιών που προσέφερε αυτή δια των ως άνω πλοίων, είχε, βάσει της ίδιας συμβάσεως πρακτορείας, εξουσία αντιπροσωπεύσεως της εντολέως του εταιρείας στην πώληση των υπηρεσιών αυτών, με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψη αποφάσεων, με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, που ήταν και οικονομικά υπεύθυνος εξ ολοκλήρου για τις πωλήσεις των εισιτηρίων.
Στον κατηγορούμενο ανήκε η εξεύρεση των ενδιαφερόμενων για τις άνω υπηρεσίες, η προώθηση των πωλήσεων μέσω και άλλων ταξιδιωτικών πρακτορείων και η επέκτασή τους σε όλη την περιοχή .... και σε όλους τους σημαντικούς αγοραστές της περιοχής αυτής, απευθυνόμενος για τον σκοπό αυτό και στις εταιρείες μεταφορών, τα πρακτορεία μεταφορών φορτίων μέσω φορτηγών και τα ταξιδιωτικά γραφεία, προέβαινε δε και σε πληρωμές εξόδων σχετικών με τις λειτουργικές ανάγκες των πλοίων και είχε υποχρέωση αποζημιώσεως της εγκαλούσας εταιρείας έναντι όλων των συνεπειών κάθε ενέργειας ή παράλειψής του που θα ζημίωνε την εγκαλούσα εταιρεία.
Η σύμβαση πρακτορείας ενεργοποιήθηκε ως προς το πλοίο Π1 με τη δρομολόγηση αυτού στις 26-3-1993 και ως προς το πλοίο Π2 με τη δρομολόγηση αυτού στις 10-11-1993, έληγε δε, κατά τη συμφωνία των μερών, στις 26-11-1993. Επί πλέον της κατά τα άνω προμήθειας, με μεταγενέστερη συμφωνία των μερών καθορίσθηκαν και πρακτορειακά δικαιώματα του κατηγορουμένου.
Συγκεκριμένα, στις 6-4-1993 η εγκαλούσα εταιρεία, δια του νομίμου εκπροσώπου της Χ , απέστειλε στον κατηγορούμενο τηλετύπημα με το οποίο καθόρισε τα πρακτορειακά δικαιώματα του κατηγορουμένου σε 20.000 δρχ. για κάθε κυκλικό ταξίδι (Πάτρα-Πρίντεζι Ιταλίας-Πάτρα) και ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε τον καθορισμό αυτό, χρεώνοντας σε βάρος της εγκαλούσας εταιρείας στις καταστάσεις που ανά μήνα έστελνε σ΄αυτή το ποσό των 20.000 δρχ.
ως πρακτορειακά δικαιώματά του ανά κυκλικό ταξίδι. Στις αρχές κάθε μήνα, ο κατηγορούμενος έστελνε στην εγκαλούσα εταιρεία κατάσταση, που εμφάνιζε τις εισπράξεις του προηγούμενου μήνα και τα έξοδα που έγιναν κατ΄αυτόν. Περιλαμβάνονταν στα έξοδα και τα συμφωνηθέντα πρακτορειακά δικαιώματα και προμήθειες του κατηγορουμένου.
Ειδικότερα σε κάθε μία από τις καταστάσεις των μηνών Μαρτίου έως και Οκτωβρίου 1993 αναγραφόταν (ως έσοδα) η αξία των πωληθέντων από το κεντρικό πρακτορείο και τους υποπράκτορες, εισιτηρίων, των ταξιδιωτικών αποδείξεων (vouchers) που εκδόθηκαν για τα μετ΄ επιστροφής διακινούμενα φορτηγά αυτοκίνητα με προπληρωμένο τον ναύλο της επιστροφής καθώς και των φορτωτικών που διατέθηκαν και υπολογιζόταν ποσοστό 22% επί των εισιτηρίων και 2% επί των φορτωτικών, ως προμήθεια του κατηγορουμένου, κατά τα συμφωνηθέντα με το από 26-11-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Επί πλέον αναγραφόταν ο αριθμός των κυκλικών ταξιδίων που πραγματοποιήθηκαν και ο αριθμός αυτός πολλαπλασιαζόταν επί 20.000 δρχ. για να βρεθεί το σύνολο των αναλογούντων πρακτορειακών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, κατά τη μεταγενέστερη και συμπληρωματική της πρώτης συμφωνία μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας εταιρείας.
Σύμφωνα με όρο του από 26-11-1992 συμφωνητικού, σε περίπτωση λήξεως αυτού ο κατηγορούμενος έπρεπε να κλείσει τους λογαριασμούς με την εγκαλούσα εταιρεία και να τακτοποιήσει όλα τα χρεωστικά υπόλοιπα προς αυτή εντός τριάντα εργάσιμων ημερών από τη λήξη του συμφωνητικού και μετά τη λήξη αυτού, στις 26-11-1993, η εγκαλούσα εταιρεία ζήτησε από τον κατηγορούμενο εκκαθάριση του λογαριασμού με την κατάσταση του μηνός Νοεμβρίου 1993 και απόδοση του τελικώς οφειλομένου σ΄αυτή ποσού.
Κατά τη λήξη της συνεργασίας τους υφίστατο υπόλοιπο λογαριασμού που ανερχόταν στο ποσό των 17.205.485 δρχ. υπέρ της «Α.Κ. VENTOURIS INC.». Τη 12η Ιανουαρίου 1994, ο κατηγορούμενος απέστειλε στην εγκαλούσα εταιρεία κατάσταση εισπράξεων και δαπανών του μηνός Νοεμβρίου 1993. Σ΄αυτή προσδιορίζονται τα έσοδα (στα οποία περιέλαβε ο κατηγορούμενος και το οφειλόμενο από αυτόν ποσό 13.869.782 δρχ., που προέκυπτε ως πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ της εγκαλούσας εταιρείας με την κατάσταση του προηγούμενου μηνός Οκτωβρίου 1993) σε 95.669.982 δρχ.
και τα έξοδα σε 117.408.437 δρχ. και έτσι εμφανίζεται ως πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ του κατηγορουμένου το ποσό των 21.738.455 δρχ. Στο ποσό των 117.408.437 δρχ. περιλαμβάνονται και οι συμφωνηθείσες προμήθειες του κατηγορουμένου συνολικού ποσού 2.571.444 δρχ. που αντιστοιχεί σε ποσοστό 22% επί των εισιτηρίων επιβατών και οχημάτων και 2% επί των φορτωτικών που εκδόθηκαν τον μήνα Νοέμβριο 1993.
Ως προς τα πρακτορειακά δικαιώματα όμως, αντί να χρεωθεί το ποσό των 460.000 δρχ., που αντιστοιχεί στα 23 κυκλικά ταξίδια που πραγματοποιήθηκαν κατά τον μήνα Νοέμβριο 1993, χρεώνονται σε βάρος της εγκαλούσας εταιρείας: 1200 δολλάρια ΗΠΑ για καθένα από τα 116 κυκλικά ταξίδια που πραγματοποιήθηκαν, 20 δολλάρια ΗΠΑ για καθένα από τους 7.585 επιβάτες που επιβιβάσθηκαν και 5 δολλάρια ΗΠΑ για καθένα από τα 334 ιδιωτικής χρήσεως οχήματα που διακινήθηκαν καθόλη τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως και συνολικά 156.040 δολλάρια ΗΠΑ ή κατά μετατροπή 38.229.800 δρχ. (156.040 δολλ.
Χ 245 δρχ.), εκ των οποίων αφαιρείται ποσό 1.860.000 δρχ. που είχε εισπράξει ως πρακτορειακά δικαιώματα ο κατηγορούμενος. Επί πλέον χρεώνονται ως οφειλόμενες στον κατηγορούμενο αμοιβές εισπράξεως (collection fees) επί των εκδοθεισών από το πρακτορείο ταξιδιωτικών αποδείξεων (vouchers) και δη 3.000 δρχ. για κάθένα από τα 1415 διακινηθέντα μετ΄επιστροφής φορτηγά αυτοκίνητα και συνολικά 4.245.000 δρχ. (3.000 Χ 1415).
Τα ως άνω πρακτορειακά δικαιώματά του υπελόγισε ο κατηγορούμενος βάσει της από 1-1-1985 κλίμακας πρακτορειακών δικαιωμάτων του Συλλόγου Ναυτικών Πρακτόρων Πάτρας. Στην πραγματικότητα όμως κατά τη λήξη της συμβάσεως υφίστατο, όπως προαναφέρθηκε, υπόλοιπο στο λαβείν της εγκαλούσας εταιρείας εκ δρχ. 17.205.485 και ο κατηγορούμενος, στα γραφεία της εγκαλούσας εταιρείας, εκδήλωσε τη βούλησή του να ενσωματώσει στην περιουσία του το οφειλόμενο ποσό αυτό χρημάτων, αρνούμενος στον νόμιμο εκπρόσωπο της τελευταίας Χ την απόδοσή του, με τον αβάσιμο ισχυρισμό ότι υπερκαλύπτεται από απαιτήσεις του κατά της εγκαλούσας εταιρείας, τις οποίες εξειδίκευσε κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε με την κατάσταση του μηνός Νοεμβρίου 1993.
Η προβολή των παραπάνω δικαιωμάτων ήταν προσχηματική και έγινε για να συγκαλύψει το πιο πάνω εισπραχθέν κατ΄εντολή και για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας και παρακρατηθέν από τον κατηγορούμενο ποσό των 17.205.485 δρχ., το οποίο ώφειλε να αποδώσει στην εγκαλούσα εταιρεία κατά τη συμφωνία του με αυτή.
Δεν έχονται δε αληθείας τα παραπάνω δικαιώματα που προέβαλε ο κατηγορούμενος, διότι η αμοιβή του καθορίσθηκε συμβατικώς με την εγκαλούσα εταιρεία και μάλιστα οι μεν προμήθειές του καθορίσθηκαν ρητώς στη σύμβαση πρακτορείας, ενώ ως προς τα πρακτορειακά δικαιώματά του ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε την πρόταση της εγκαλούσας εταιρείας περί καθορισμού αυτών σε 20.000 δρχ.
ανά κυκλικό ταξίδι και έτσι συνήφθη μεταξύ αυτών σχετική σύμβαση, καμία δε συμφωνία δεν συνήφθη ούτε γραπτά ούτε προφορικά για επί πλέον αμοιβή εισπράξεως σε σχέση με τις ταξιδιωτικές αποδείξεις (vouchers). Βάσει των ανωτέρω συμφωνιών, χωρίς ποτέ καμία επιφύλαξη, χρέωνε ο κατηγορούμενος την εγκαλούσα εταιρεία για τις προμήθειες και τα πρακτορειακά δικαιώματά του κατά τους προηγηθέντες μήνες (Μάρτιο έως και Οκτώβριο 1993).
΄Ηταν μάλιστα τα συμφωνηθέντα ποσά πρακτορειακών δικαιωμάτων και τα συνήθως παρεχόμενα στους ναυτικούς πράκτορες στην περιοχή του λιμένα Πατρών, παρά την υπάρχουσα κλίμακα πρακτορειακών δικαιωμάτων, η οποία δεν είναι δεσμευτική για τους πράκτορες, ούτε για τις ναυτιλιακές εταιρείες, αλλ΄απλώς συμβουλευτική για διαμόρφωση καλύτερης αμοιβής των ναυτικών πρακτόρων.
Μετά από αυτά, αν το αυθαιρέτως υπολογισθέν ποσό των 40.614.800 δρχ. (38.229.800 – 1.860.000 = 36.369.800 + 4.245.000 = 40.614.800), που δεν αποτελεί πραγματική οφειλή, αφαιρεθεί από το ποσό των 117.408.437 δρχ., ήτοι από τα έξοδα, στα οποία ο κατηγορούμενος το συμπεριέλαβε, διαμορφώνεται ποσό εξόδων 76.793.637 δρχ. και χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του κατηγορουμένου ποσού 18.876.345 δρχ. (95.669.982 – 76.793.637).
Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί συνολικό ποσό 160.000 δρχ. που αφορά στις αξίες των 869/13-11-1993 και 907/19-11-1993 ταξιδιωτικών αποδείξεων (vouchers), ποσών 67.000 και 80.000 δρχ., αντιστοίχως, που ενώ εισέπραξε κατ΄εντολή και για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας ο κατηγορούμενος, δεν διέλαβε στην κατάσταση του μηνός Νοεμβρίου 1993 και δεν απέδωσε στην εγκαλούσα εταιρεία, και, στη συνέχεια να αφαιρεθεί το ποσό των 1.830.860 δρχ., οφειλόμενο από την εγκαλούσα εταιρεία στον κατηγορούμενο και προερχόμενο από διαφορές από την προμήθεια του κατηγορουμένου και από τα πρακτορειακά δικαιώματά του, ποσών 1.370.860 και 460.000, αντιστοίχως.
Το ποσό των 1.860.000 δρχ., το οποίο είχε λάβει ο κατηγορούμενος ως πρακτορειακά δικαιώματά του και αφαίρεσε με την κατάσταση του μηνός Νοεμβρίου 1993 αντιστοιχούσε σε 92 κυκλικά ταξίδια που πραγματοποίησε το πλοίο Π1 κατά τους μήνες Μάρτιο έως και Οκτώβριο 1993. Το πλοίο αυτό κατά μήνα Νοέμβριο 1993 πραγματοποίησε 14 κυκλικά ταξίδια, το δε πλοίο Π2 9 κυκλικά ταξίδια κατά τον ίδιο μήνα και, επομένως, ο κατηγορούμενος δικαιούται για πρακτορειακά δικαιώματά του για τα 23 αυτά κυκλικά ταξίδια που πραγματοποίησαν τα δύο πλοία κατά τον μήνα Νοέμβριο 1993 το ποσό των 460.000 δρχ. (23 Χ 20.000).
Η διαφορά προμήθειας εκ δρχ. 1.370.860 προκύπτει εκ της συγκρίσεως μεταξύ των προμηθειών του που χρέωσε στην εγκαλούσα εταιρεία ο κατηγορούμενος με τις καταστάσεις των μηνών Μαρτίου έως και Νοεμβρίου 1993 και αυτών που έπρεπε να λάβει με βάση τα δηλωτικά, επαληθεύεται δε και από τον πραγματογνώμονα. Αναβιβάζει, με την έγκλησή της, η εταιρεία «Α.Κ.
VENTOURIS INC» το υπέρ αυτής πιστωτικό υπόλοιπο στο συνολικό ποσό των 25.880.201 δρχ., το οποίο και περιελήφθη στην απαγγελθείσα κατά του κατηγορουμένου κατηγορία, προσθέτοντας και τα ακόλουθα ποσά: α) 7.330.126 δρχ., ως διαφορά μεταξύ των ποσών που εισέπραξε ο κατηγορούμενος κατά την διάρκεια της συμβάσεως πρακτορείας εκ των εκδοθέντων εισιτηρίων και φορτωτικών των υπόψη πλοίων για λιμενικά τέλη, δικαιώματα εργατών από διαφυγούσα εργασία και δημοτικά τέλη και αυτών που απέδωσε αντιστοίχως εις το Λιμενικό Ταμείο Πατρών, τον Σύλλογο Εργατών Θαλάσσης Τελωνείου Πατρών «Η Αλληλοβοήθεια» και τον Δήμο Πατρέων.
Εάν όμως υπήρξε πράγματι ποσό διαφοράς, αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο υπεξαιρέσεως του κατηγορουμένου σε βάρος της εγκαλούσας εταιρείας, αφού τα σχετικά ποσά εισπράχθηκαν από αυτόν για λογαριασμό των προαναφερομένων νομικών προσώπων στα οποία και ανήκουν. Εάν δεν αποδόθηκαν σ΄αυτά από τον κατηγορούμενο υφίσταται υπεξαίρεση σε βάρος των νομικών αυτών προσώπων.
Ως όμως προκύπτει από τις σχετικές βεβαιώσεις των εν λόγω νομικών προσώπων, αυτά εισέπραξαν από τον κατηγορούμενο τα οφειλόμενα σ΄αυτά τέλη και δικαιώματα. β) 31.000 δρχ., ποσό που αντιπροσωπεύει την αξία ενός εισιτηρίου, το οποίο όμως ακυρώθηκε και την αξία του αυτή επέστρεψε ο κατηγορούμενος στον κάτοχό του.
Τυχόν απαίτηση της εγκαλούσας εταιρείας κατά του κατηγορουμένου για την πληρωμή της αξίας του εν λόγω εισιτηρίου (που δεν κατακράτησε ο κατηγορούμενος) δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 375 παρ. 1 Π.Κ. και, επομένως, δεν στοιχειοθετείται υπεξαίρεση. γ) 126.500 δρχ., ως αξία τεσσάρων εισιτηρίων, η οποία όμως δεν προέκυψε ότι οφείλεται, καθόσον ο μεν πραγματογνώμονας δέχεται την απόδοση της αξίας του ενός, ο δε τεχνικός σύμβουλος προσθέτει ότι από τα υπόλοιπα τρία, το ένα έχει επίσης αποδοθεί στη διαχειρίστρια εταιρεία, το δεύτερο εκδόθηκε για συνοδηγό χωρίς χρέωση (free) και το τρίτο έχει επιστραφεί ως άκυρο στη διαχειρίστρια εταιρεία, επισυνάπτει δε και τα σχετικά έγγραφα.
δ) 575.000 δρχ., που αφορά στις αξίες ταξιδιωτικών αποδείξεων (vouchers), που όμως έχουν αποδοθεί, σύμφωνα και με τον πραγματογνώμονα. Και ε) 67.000 και 85.000 δρχ., ποσά όμως που υπολογίζονται και σε άλλα κονδύλια και πρόκειται για λογιστική διπλοχρέωση, όπως επισημαίνει και ο πραγματογνώμονας. Τα ανωτέρω μάλιστα κονδύλια που προσθέτει η εγκαλούσα εταιρεία, δεν συμπεριέλαβε, με εξαίρεση το υπό στοιχ.
β΄ και μέρος ποσού 96.500 δρχ. του υπό στοιχ. γ΄ , και το προεκδοθέν 211/1999 βούλευμα, με το οποίο περιορίσθηκε το υπεξαιρεθέν ποσό σε 17.333.985 δρχ. Εν όψει των ανωτέρω, το ποσό το οποίο εισέπραξε ο κατηγορούμενος για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας κατά το χρονικό διάστημα λειτουργίας της συμβάσεως πρακτορείας και δεν το απέδωσε σ΄αυτή, αλλά, στις 12-1-1994, ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, ανέρχεται σε 17.205.485 δρχ.
και ήδη 50.492,99 ευρώ. Η κατακράτηση του ποσού αυτού έγινε από τον κατηγορούμενο με την ιδιότητά του ως ναυτικού πράκτορα, δηλ. βάσει της ανωτέρω συμβάσεως πρακτορείας, με την ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστή της περιουσίας της εγκαλούσας εταιρείας, στο όνομα και για λογαριασμό της οποίας συνήπτε τις σχετικές συμβάσεις πωλήσεως των υπηρεσιών των δύο πλοίων στους ενδιαφερόμενους και εισέπραττε από αυτούς το τίμημα, μέρος του οποίου αποτελεί και το υπεξαιρεθέν ποσό.
Το ποσό δε αυτό των 50.492,99 ευρώ που υπεξαίρεσε ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα μεγάλο και η πράξη ενέχει κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης την οποία επέδειξε η εγκαλούσα εταιρεία στο πρόσωπό του, ως συνεργάτη της, αναθέτοντας σ΄αυτόν την στο όνομα και για λογαριασμό της πώλησης των δύο ως άνω πλοίων και την είσπραξη του τιμήματος γι΄αυτές, το οποίο και ανέμενε ότι θα της απέδιδε, σύμφωνα με την μεταξύ τους σύμβαση πρακτορείας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς κρίνοντας ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις προς στήριξη κατά του κατηγορουμένου επ' ακροατηρίου κατηγορίας για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος, παρέπεμψε αυτόν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς για να δικασθεί για το πιο πάνω έγκλημα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο παραπέμπεται ο αναιρεσείων, μνημονεύει τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 όπως η τελευταία ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996.
Ειδικότερα στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προσδίδουν στο ποσό το οποίο ιδιοποιήθηκε ο αναιρεσείων την αξιούμενη από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ ιδιότητα του «ξένου πράγματος», αφού κατά τις ως άνω παραδοχές του, το ποσό αυτό αποτελούσε το τίμημα των εισιτηρίων τα οποία ανήκαν στην εγκαλούσα εταιρεία και τα οποία η τελευταία κατόπιν της μεταξύ τους συναφθείσας συμβάσεως πρακτορείας-εντολής του τα είχε παραδώσει για να τα πωλήσει για λογαριασμό της, και ν' αποδώσει σ' αυτή ανά μήνα το συνολικό ποσό αφαιρουμένης της προμηθείας του.
Περαιτέρω αιτιολογείται η επιβαρυντική περίπτωση της κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης από τον αναιρεσείοντα, ως εντολοδόχου της εγκαλούσας που προάγει σε κακουργηματική μορφή το έγκλημα της υπεξαίρεσης, με τις παραδοχές ότι κατά τη σύμβαση πρακτόρευσης των εισιτηρίων που συνήφθη μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εγκαλούσας, ο πρώτος «διορίσθηκε αποκλειστικός Γενικός Πράκτορας πωλήσεων και εκτός από τη διάθεση των εισιτηρίων, είχε εξουσία πληρωμής των εξόδων σχετικών με τις λειτουργικές ανάγκες των πλοίων, αλλά και δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψης αποφάσεων», περιστάσεις που δικαιολογούν την δημιουργία ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων.
Πρέπει συνεπώς ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ σχετικοί λόγοι της αναίρεσης, που υποστηρίζουν τ' αντίθετα.
Τέλος πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η προβαλλόμενη αιτίαση με την οποία υπό την επίκληση ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς η κρίση του Συμβουλίου, περί υπάρξεως συμφωνίας μεταξύ του αναιρεσείοντος και της εγκαλούσας καθορίζουσας τα πρακτορικά δικαιώματά του σε 20.000 δρχ. ανά κυκλικό ταξείδι των πλοίων της (Πάτρα - Πρίντεζι Ιταλίας-Πάτρα) πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά ταύτα πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Δεκεμβρίου 2005 αίτηση του ... , για αναίρεση του υπ' αριθμ. 482/2005 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2006. Και.
Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Αυγούστου 2006
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ