Supreme Court allows appeal and remands case for substantive trial after partial annulment of appellate decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appellant's request to annul the final judgment of the Athens Court of Appeal. The court found the lower court had partially accepted the appellant's appeal and partially rejected the plaintiffs' suit, creating a mixed outcome. Consequently, the case was remanded for a new substantive trial within the same chamber to resolve the remaining issues.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580, 581, 570 of the Code of Civil Procedure: When an appeal annuls a judgment only partially, the case must be remanded for a new substantive trial by the appellate chamber, allowing parties to present new arguments and evidence within the limits of the annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1658 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1658/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Χ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμήτσα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Κ. του Π. και 2) Ι. Ρ. συζ. Θ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Ανδριοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3982/2006 μη οριστική και 1975/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Μετά από έφεση κατά αυτής της απόφασης εκδόθηκε η 2934/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αναιρέθηκε με την 74/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ακολούθως μετά από κλήση που κατέθεσαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το ως άνω δικαστήριο εξέδωσε την 3284/2016 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 07-12-2017 αίτησή του και τους από 13-10-2023 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 3284/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας την υπόθεση κατά παραπομπή σε αυτό με την 74/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, έκανε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντος και της ήδη μη διαδίκου Α.
Γ. κατά της 1975/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως απέρριψε την από 28-12-2004 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, καθόσον στρέφεται κατά της Α. Γ., έκανε εν μέρει δεκτή την ίδια αγωγή, καθόσον στρέφεται κατά του αναιρεσείοντος και τον υποχρέωσε να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους το ποσό των 73.661 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της από 25-1-2002 προηγούμενης με αριθμό κατάθεσης 811/2002 αγωγής τους.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν και οι από 13-10-2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 13-10-2023 και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους επίσης στις 13-10-2023 (βλ.
αντιστοίχως τις ... και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Δ. Κ.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις 10-2-2025, αφού αφορούν στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολΔ). Επομένως και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο που συμφωνήθηκε και ο αντισυμβαλλόμενος του, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 471/2025, ΑΠ 743/2024, ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 1287/2018).
Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου, στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της συμβάσεως, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρεώσεως του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 ΑΚ την συμφωνημένη αμοιβή του (ΑΠ 471/2025, ΑΠ 743/2024, ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 346/2010).
Αντίθετα, η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων, είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει αυτοδικαίως τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί χωρίς άλλο το προσφερόμενο σε αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 688- 690 ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής συμφωνίας των μερών (ΑΠ 471/2025, ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 819/2019, ΑΠ 447/2016, ΑΠ 1665/2014).
Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 688, 689 και 690 του ΑΚ, όπως τα δύο τελευταία τούτων ίσχυαν κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, πριν την τροποποίησή τους με το Ν. 3043/2022, τα οποία καθορίζουν λεπτομερώς την, μετά την αποπεράτωση του έργου και την παράδοσή του στον εργοδότη ή την προσφορά προς παράδοση αυτού (ΑΠ 471/2025, ΑΠ 3/2022, 1587/2013, ΑΠ 1409/2010), ευθύνη του εργολάβου, αναλόγως με την φύση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, τα οποία φέρει το έργο που εκτελέσθηκε από αυτόν, προκύπτει ότι ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει:
α) σε περίπτωση επουσιωδών ελαττωμάτων είτε τη διόρθωση αυτών είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής(άρθρο 688), β) σε περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία κάνουν το έργο άχρηστο ή έλλειψης των συμφωνημένων ιδιοτήτων, είτε τη διόρθωση, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής είτε να απαιτήσει την αναστροφή της σύμβασης(άρθρο 689) και γ) σε περίπτωση κατά την οποία οι ελλείψεις του έργου, οι οποίες ανάγονται είτε σε ουσιώδη είτε σε επουσιώδη ελαττώματα, όσο και σε συμφωνημένες ιδιότητες, οφείλονται σε υπαιτιότητα(δόλο ή αμέλεια) του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται αντί αναστροφής ή μείωσης της αμοιβής, να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε ζημία, η οποία προήλθε από το γεγονός ότι ο εργολάβος δεν ανταποκρίθηκε από υπαιτιότητά του, στις από τη σύμβαση υποχρεώσεις του να κατασκευάσει έργο, που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα(άρθρο 690).
Διαγράφεται δηλαδή από τα άρθρα αυτά διαζευκτικά συρροή περισσοτέρων δικαιωμάτων υπέρ του εργοδότη, ο οποίος έχει έτσι το εκλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει οποιοδήποτε από τα παραπάνω παρεχόμενα σε αυτόν δικαιώματα, όταν δε κάνει την επιλογή του, ασκώντας ένα από αυτά, δεν μπορεί να παραιτηθεί από αυτό και να ασκήσει το άλλο(ΑΠ 471/2025, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 935/2019, ΑΠ 1229/2017).
Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ συνάγεται ότι η ζημία του εργοδότη στην περίπτωση του άρθρου 690 ΑΚ συνίσταται στην περιουσιακή διαφορά, η οποία ανακύπτει από την κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε από αυτήν την πλημμελή εκτέλεση και από εκείνη την κατάσταση, που θα είχε δημιουργηθεί από την, καθ` υπόθεση, απαλλαγμένη από το ελάττωμα με πραγματοποίηση των συμφωνηθεισών ιδιοτήτων εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 1811/2022, ΑΠ 1263/2022, ΑΠ 1587/2013, ΑΠ 1950/2013, ΑΠ 226/2012, ΑΠ 352/2011), μεταξύ δε της υπαίτιας πλημμελούς εκτέλεσης της σύμβασης και της ζημίας πρέπει να υπάρχει λογική ακολουθία(ΑΠ 64/2024, ΑΠ 1263/2022, ΑΠ 3/2022, ΑΠ 610/1990).
Έτσι, ο εργοδότης που επιδιώκει αποζημίωση με βάση το άρθρο 690 ΑΚ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 § 2 του ν.3043/2002, οφείλει να επικαλεστεί στην αγωγή του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 216 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ και να αποδείξει: α) την κατάρτιση της σύμβασης έργου, β) ότι το έργο εκτελέστηκε, γ) ότι το εκτελεσθέν έργο έχει ελλείψεις, που πρέπει να προσδιορίζονται, χωρίς να ενδιαφέρει η διάκρισή τους σε ουσιώδεις ή επουσιώδεις, και δ) τη ζημία που υπέστη από τις ελλείψεις του έργου, η οποία τελεί σε λογική ακολουθία με το ποσό της αποζημίωσης που ζητεί(ΑΠ 64/2024, ΑΠ 1263/2022, ΑΠ 3/2022).
Απαιτείται ακόμη για την ευθύνη του εργολάβου προς αποζημίωση και υπαιτιότητά του, την οποία όμως δεν υποχρεούται να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εργοδότης, αλλά αρνητικά ο εργολάβος κατά το άρθρο 336 ΑΚ, επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητας του ιδίου ή των προσώπων που χρησιμοποίησε για να εκτελέσει το έργο (ΑΠ 64/2024, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 3/2022, ΑΠ 1273/2018).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος (ΑΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020) ή την απέρριψε ως αόριστη αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία(ΑΠ 138/2022, ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017).
Αντίθετα, η ποιοτική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός της, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 ΚΠολ Δ, αν το δικαστήριο την έκρινε ορισμένη λαμβάνοντας υπόψη του γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ' αυτην ή αν αντιθέτως την έκρινε ως αόριστη μη λαμβάνοντας υπ' όψιν γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτήν (ΑΠ 138/2022, 1597/2018, ΑΠ 967/2017).
Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο(ΑΠ 138/2022, ΑΠ 261/2020).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 2095/2022, ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 18/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά 1)της ήδη μη διαδίκου Α. Γ. και 2) του αναιρεσείοντος, οι οποίοι είναι σύζυγοι, την από 28/12/2004 αγωγή, με την οποία, επικαλούμενοι την κατάρτιση και εκτέλεση συμβάσεων έργου με καθένα από τους εναγομένους και ειδικότερα σύμβαση έργου με την Α.
Γ., με την οποία αυτή ανέλαβε το έργο της εκπόνησης μελέτης και της έκδοσης οικοδομικής άδειας για την κατασκευή τριώροφης οικοδομής με υπόγειο και πιλοτή σε οικόπεδο συνιδιοκτησίας τους και σύμβαση έργου με τον αναιρεσείοντα, με την οποία αυτός ανέλαβε την κατασκευή του σκελετού της οικοδομής σύμφωνα με την οικοδομική άδεια και τελικά την σύμπραξη αμφοτέρων των εναγομένων, τόσο κατά την εκπόνηση της μελέτης, όσο και κατά την κατασκευή του έργου, ισχυρίστηκαν περαιτέρω ότι η οικοδομή, η οποία και αποπερατώθηκε από τον αναιρεσείοντα και παραδόθηκε στους ιδίους την 23/7/1992, υπέστη σοβαρότατες ζημιές στον φέροντα οργανισμό αυτής(σκελετό-μπετά) από το σεισμό της 7/9/1999, οι οποίες την κατέστησαν άχρηστη και ακατοίκητη και οφείλονται, αφενός στα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή σφάλματα της στατικής μελέτης, που εκπόνησε η Α.
Γ. σε συνεργασία με τον αναιρεσείοντα και αφετέρου τόσο σε παρεκκλίσεις από αυτήν, όσο και σε κακοτεχνίες κατά την κατασκευή της οικοδομής από τον αναιρεσείοντα από κοινού με την Α. Γ., όπως αναφέρεται αναλυτικά στην αγωγή και ότι για την αποκατάσταση των ζημιών δαπάνησαν το συνολικό ποσό των 94.694,80 ευρώ, όπως επίσης αναφέρεται αναλυτικά στην αγωγή.
Ότι οι εναγόμενοι ευθύνονται και κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών, γιατί αν και εγνώριζαν ότι τα πτυχία μηχανικών τεχνολογικής και όχι ανώτατης εκπαίδευσης, που είχαν, τους απαγόρευαν να εκτελέσουν τα ανωτέρω έργα, όμως δολίως και παρανόμως ανέλαβαν την εκτέλεσή τους Με βάση τα παραπάνω περιστατικά οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να τους καταβάλλουν το ως άνω ποσό των 94.694,80 ευρώ, εις ολόκληρον έκαστος, άλλως διαιρετώς και σε ίσα μέρη, νομιμοτόκως από την επίδοση σε αυτούς της προηγούμενης από 25-1-2002 όμοιας αγωγής τους, που απορρίφθηκε για λόγους μη ουσιαστικούς και να απαγγελθεί εναντίον τους προσωπική κράτηση, ως μέσον εκτελέσεως της απόφασης, που θα εκδοθεί.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκαν: 1) η με αριθμό 3982/2006 εν μέρει οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγική βάση της αδικοπραξίας ως μη νόμιμη και κατ' ακολουθίαν απορρίφθηκε ρητά ως μη νόμιμο και το αίτημα της αγωγής να καταδικασθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν το αιτούμενο ποσό των 94.694,80 ευρώ, εις ολόκληρον έκαστος, αφού κρίθηκε ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ευθύνη των εναγομένων είναι μόνο ενδοσυμβατική και κατά τα λοιπά διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από τον πολιτικό μηχανικό Λ.
Σ., 2) η με αριθμό 1975/2010 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για το ποσό των 86.750 ευρώ και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλλουν στους ενάγοντες διαιρετώς και σε ίσα μέρη, έκαστος το ποσό των 43.357 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση σε αυτούς της προηγούμενης από 25-1-2002 όμοιας αγωγής των εναγόντων, 3) η με αριθμό 2934/2012 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, κατόπιν παραδοχής της εφέσεως των εναγομένων, εξαφάνισε την προαναφερθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για το συνολικό ποσό των 68.984 ευρώ και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στους ενάγοντες διαιρετώς και σε ίσα μέρη, έκαστος το ποσό των 34.492 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση σε αυτούς της προηγούμενης από 25-1-2002 όμοιας αγωγής των εναγόντων, 4) η με αριθμό 74/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγιναν δεκτές αιτήσεις αναιρέσεως τόσο των εναγομένων από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσο και των εναγόντων από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου, ως προς την ένσταση συμψηφισμού, που είχαν προτείνει οι εναγόμενοι και αφού αναιρέθηκε η με αριθμό 2934/2012 απόφαση, παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε και 5) η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση των εναγομένων, εξαφανίστηκε η με αριθμό 1975/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε η υπόθεση, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη Α.
Γ., έγινε αυτή εν μέρει δεκτή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο-ήδη αναιρεσείοντα και υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει στους ενάγοντες-ήδη αναιρεσίβλητους το ποσό των 73.661 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση σε αυτόν της προηγούμενης από 25-1-2002 όμοιας αγωγής τους.
Με τους λόγους αναίρεσης πρώτο υπό στοιχεία Α και Β, πρώτο πρόσθετο και δεύτερο πρόσθετο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 (όχι δε κατ' εκτίμηση των λόγων και από τους αριθμούς 1, 8, και 16, που επικαλείται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή, απορρίπτοντας τον προβληθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης σχετικό ισχυρισμό του. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι γιατί, η έχουσα το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε αγωγή των αναιρεσιβλήτων, καθόσον στρέφεται κατά του αναιρεσείοντος, περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, για να είναι ορισμένη κατά τα άρθρα 681, 688, 689, 690,297, 298 και 330 ΑΚ, αφού αναφέρεται αναλυτικά σε αυτήν το περιεχόμενο της σύμβασης έργου, που κατάρτισε ο αναιρεσείων ως εργολάβος με τους αναιρεσίβλητους ως εργοδότες, ότι το αναληφθέν από αυτόν έργο εκτελέστηκε, ότι αυτό έχει τις ελλείψεις που αναφέρονται στην αγωγή και ότι από τις ελλείψεις αυτές οι αναιρεσίβλητοι υπέστησαν την αναφερόμενη στην αγωγή ζημία, η οποία τελεί σε λογική ακολουθία με το αιτούμενο με την αγωγή ποσό αποζημίωσης.
Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και απέρριψε τον έκτο λόγο της έφεσης και του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. α' και β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι, που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, υπό την έννοια ότι αποφάσισε χωρίς σχετικό αίτημα ή για περισσότερο του αιτηθέντος. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της αρχής της διαθέσεως, που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις, που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, καθιερώνοντας έτσι στην πολιτική δίκη την αρχή της διαθέσεως και την αρχή της συζητήσεως ως θεμελιώδεις δικονομικές αρχές.
Η αρχή της διαθέσεως δεν αποτελεί παρά το δικονομικό συμπλήρωμα της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης και περιεχόμενο της είναι ότι η δικαστική προστασία παρέχεται μόνο αν ζητείται, στην έκταση που ζητείται, και εφόσον εξακολουθεί να ζητείται από τους διαδίκους. Από τις αιτήσεις των διαδίκων δεσμεύεται το δικαστήριο, ώστε και αν το ίδιο έχει πεισθεί για το αντίθετο, δεν επιτρέπεται να επιδικάσει κάτι περισσότερο ή διάφορο από αυτό που ζητήθηκε ή να επιδικάσει κάτι που δεν ζητήθηκε, αφού δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς, παρά μόνον ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου.
Αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή(ΑΠ 338/2023, ΑΠ 1174/2020, ΑΠ 700/20219).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, με οριστική διάταξη της υπ' αρ. 3982/2006 πρωτόδικης απόφασης, το αίτημα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων για καταβολή του ποσού των 94.694,80 ευρώ εις ολόκληρον από κάθε εναγόμενο κρίθηκε μη νόμιμο και απορρίφθηκε, αντίθετα δε κρίθηκε νόμιμο μόνο το επικουρικό αίτημα αυτής να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν διαιρετώς κατά ποσοστό 1/2 έκαστος το ποσό αυτό, δηλαδή κατά ποσό 47.347,40 ευρώ ο καθένας και η απορριπτική αυτή διάταξη κατέστη τελεσίδικη, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν την προσέβαλαν με έφεση, και ενώ με την υπ' αριθ. 1975/2010 οριστική απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν έκαστος το ήμισυ της επιδικασθείσας αποζημιώσεως και συγκεκριμένα 43.357 ευρώ έκαστος και ούτε την οριστική διάταξη προσέβαλαν με έφεση οι αναιρεσίβλητοι, όμως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υποχρέωσε τον δεύτερο εναγόμενο - αναιρεσείοντα να τους καταβάλει ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 73.661 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει τόσο το ποσό που ζήτησαν αυτοί από τον αναιρεσείοντα με την αγωγή τους, όσο επομένως και το μικρότερο αυτού ποσό, που τους επιδικάστηκε πρωτοδίκως.
Συνεπώς το Εφετείο, επιδικάζοντας στους αναιρεσιβλήτους μεγαλύτερο ποσό αποζημίωσης από όσο ζήτησαν από τον αναιρεσείοντα με την αγωγή τους, παραβίασε την αρχή της διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) και συνεπώς υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 9β' αναιρετική πλημμέλεια και γι' αυτό ο σχετικός πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια από το αρ. 9β' (και όχι 8, που επικαλείται ο αναιρεσείων) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).
Επομένως, "πράγματα" κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (κύριες, επάλληλες, επικουρικές) (ΑΠ 348/2022, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 75/2022, ΑΠ 1514/2018) και τα προς θεμελίωση αυτών και των σχετικών αιτημάτων τους περιστατικά (ΑΠ 994/2022, ΑΠ 1034/2021, ΑΠ 837/2019). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του , δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Οι εναγόμενοι(η ήδη μη διάδικος αρχική πρώτη εναγομένη Α. Γ. και ο δεύτερος εναγόμενος ήδη αναιρεσείων) διατηρούν στην περιοχή Άνω Λιοσίων Αττικής, τεχνικό γραφείο, ενώ οι ενάγοντες(ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι ιδιοκτήτες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στη θέση "Πεύκο Τσίγκου" της περιοχής Άνω Λιοσίων Αττικής, το οποίο απέκτησαν από την πρώτη εναγομένη, με το ....1988 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Νέων Λιοσίων Μ.
Π. Στις 30.11.1989 μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης καταρτίστηκε σύμβαση ανάθεσης- εκπόνησης μελέτης και επίβλεψης, όπως αυτό προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους εναγομένους ....1989 συμβολαιογραφική πράξη-σύμβαση ανάθεσης-εκπόνησης μελέτης και επίβλεψης της ίδιας παραπάνω συμβ/φου.
Με βάση την ανωτέρω σύμβαση, ο πρώτος ενάγων, φερόμενος ως ιδιοκτήτης του πιο πάνω οικοπέδου, ανέθεσε στην πρώτη εναγομένη, η οποία ήταν πτυχιούχος μηχανικός του τμήματος Δομικών Έργων ΚΑΤΕΕ, την εκπόνηση μελέτης και επίβλεψη του έργου, το οποίο περιλαμβάνει, σύμφωνα με τον πρώτο όρο της σύμβασης, τη μελέτη και επίβλεψη για την κατασκευή και ανέγερση νέας τριώροφης οικοδομής επί του οικοπέδου.
Επίσης, με τον όρο 6 της εν λόγω σύμβασης, συμφωνήθηκε η παρούσα σύμβαση να περιλαμβάνει και όλες τις επί μέρους μελέτες και προβλέψεις που απαιτούνται για την έκδοση οικοδομικής άδειας και την επίβλεψη του έργου και εκπονούνται υπογραφόμενες από τις αντίστοιχες ειδικότητες μηχανικών-συνεργατών της συμβαλλόμενης-πρώτης εναγομένης και που τελικά απαιτούνται για την ολοκλήρωση της μελέτης και επίβλεψης (όπως Αρχιτεκτόνων, Πολιτικών Μηχανικών, Μηχανολόγων, Ηλεκτρολόγων κλπ).
Στη συνέχεια δε, με τον ίδιο ανωτέρω όρο, συμφωνήθηκε ότι σε κάθε περίπτωση υπεύθυνος για την καλή εκτέλεση του αναλαμβανόμενου έργου είναι το συμβαλλόμενο τεχνικό γραφείο. Πράγματι, σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης, εκδόθηκε η 2460/1990 οικοδομική άδεια του πολεοδομικού γραφείου Αιγάλεω, στην οποία εμφαίνεται ότι η πρώτη εναγόμενη συνέταξε την αρχιτεκτονική μελέτη και τη μελέτη θερμομόνωσης και πυροπροστασίας και ορίστηκε ως επιβλέπουσα μηχανικός για τη γενική επίβλεψη και για την επίβλεψη της θερμομόνωσης και πυροπροστασίας.
Σύμφωνα δε με το 2566/21.7.2014 έγγραφο του Τμήματος Περιβάλλοντος της Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Φυλής, βεβαιώνεται ότι μετά από ενδελεχή έλεγχο της υπηρεσίας στο σχετικό φάκελο, η πρώτη εναγομένη εκπόνησε τη μελέτη και ήταν επιβλέπουσα επί των αρχιτεκτονικών, θερμομόνωσης, υδραυλικών και πυροπροστασίας, ενώ για τη μελέτη και επίβλεψη των στατικών (φέροντας οργανισμός) ήταν ο πολιτικός μηχανικός Χ.
Ε. Επίσης, στο εν λόγω έγγραφο, αναφέρεται ότι τα ανωτέρω ορθά στοιχεία εκ παραδρομής δεν είχαν αναγραφεί ορθά στο αρχικό φύλλο- στέλεχος της οικοδομικής άδειας 2640/90, που με τον παρόν έγγραφο η υπηρεσία διορθώνει. Ακολούθως, με το από 31.1.1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ των εναγόντων ως εργοδοτών και του δευτέρου εναγομένου, ως εργολάβου, οι ενάγοντες ανέθεσαν στον τελευταίο την κατασκευή, επί του ανωτέρου οικοπέδου, τριώροφης οικοδομής, μετά υπογείου και πυλωτής, από οπλισμένο σκυρόδεμα, σύμφωνα με την 2460/90 οικοδομική άδεια.
Η ως άνω κατασκευή περατώθηκε και παραδόθηκε στους ενάγοντες στις 23.7.1992, πλην, όμως, στις 7.9.1999, εξαιτίας του ισχυρού σεισμού που συνέβη στην περιοχή της Αττικής, η οικοδομή υπέστη βλάβες στο φέροντα οργανισμό της. Πιο αναλυτικά, υπέστη διαγώνιες ρωγμές στα τοιχώματα Κ2 και Κ15, οριζόντιες περιμετρικές ρωγμές στον πόδα και την κεφαλή των υποστυλωμάτων Κ6 και ΚΙ2 με μερική αποδιοργάνωση των αντίστοιχων κόμβων, οριζόντιες ρωγμές στις κεφαλές των στύλων Κ10 και ΚΙ6, ρωγμές σε όλους τους ορόφους, αποκόλληση των κλιμακοστάσιων από τον υπόλοιπο φορέα του κτιρίου, χιαστί ρηγματώσεις σε τοίχους μεταξύ των στύλων Κ5- Κ6- Κ7 και πτώση της τοιχοποιίας μεταξύ των στηλών ΚΙ- Κ6- Κ12.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πολιτικός μηχανικός Χ. Ε., ο οποίος, όπως ανωτέρω αναφέρεται, ήταν ο μελετητής της στατικής μελέτης, όπως και επιβλέπων των στατικών εργασιών στη συγκεκριμένη οικοδομή, ήταν την περίοδο εκείνη υπεύθυνος μελετητής και επιβλέπων μηχανικός σε όλες τις στατικές μελέτες των οικοδομών του τεχνικού γραφείου των εναγομένων.
Ο ανωτέρω, κατά τη φάση της κατασκευής επέφερε τροποποιήσεις στα σχέδια της αρχικής στατικής μελέτης (έγινε στον ξυλότυπο της πυλωτής αφαίρεση ύψους δοκών από 60 cm σε 46cm- τροποποίηση γεωμετρίας με αφαίρεση δοκών- δημιουργία κατασκευαστικής εκκεντρότητας των υποστυλωμάτων Κ7 και Κ10 σε όλους του ορόφους), τροποποιήσεις που κρίνονται μικρής έκτασης και επιτρέπονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 90 επ.
του π.δ.696/74. Κατά την εκπόνηση της στατικής μελέτης ο ανωτέρω πολιτικός μηχανικός έλαβε υπόψη του τις παραδοχές στατικής μελέτης, δηλαδή τις παραμέτρους και τα στοιχεία που απαιτούνται για την ανέγερση της οικοδομής, σύμφωνα με τον Ελληνικό Αντισεισμικό Κανονισμό, τους Κανονισμούς Οπλισμένου Σκυροδέματος και Κανονισμό Φορτίσεων Δομικών Έργων, που ίσχυαν κατά τη χρονική περίοδο της εκπόνησης και ανέγερσης της συγκεκριμένης οικοδομής και οι οποίες (βασικές παραδοχές) αφορούν στα ίδια και κινητά στατικά και σεισμικά φορτία, στην ποιότητα των υλικών (σκυροδέματος και χάλυβα οπλισμού), στην ποιότητα- αντοχή του εδάφους, στον συναρτημένο με την ποιότητα εδάφους σεισμικό συντελεστή (ε) και σε άλλα τεχνικά στοιχεία.
Οι υπολογισμοί των στατικών μελετών έγιναν με τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών με καθιερωμένους και εγκεκριμένους μαθηματικούς αλγόριθμους και προσομοιώματα. Ως προς δε τη βασική παράμετρο της αριθμητικής τιμής του σεισμικού συντελεστή (ε), η οποία καθορίζεται από το συνδυασμό της σεισμικότητας της συγκεκριμένης περιοχής, η οποία χαρακτηρίζεται ως ασθενώς σεισμόπληκτη περιοχή και της ποιότητας του εδάφους θεμελίωσης, το οποίο χαρακτηρίζεται ως σκληρό με τιμή ε = 0,04, ο ανωτέρω μελετητής δεν εισήγαγε το σεισμικό συντελεστή (ε) στους υπολογισμούς του με τη χαμηλότερη και ορθή σύμφωνα με τον Κανονισμό ανωτέρω τιμή (ε = 0,04), αλλά με τιμή ε=0,06, που αφορά εδάφη μέσης σκληρότητας- μετρίως σεισμικής επικινδυνότητας, με αποτέλεσμα οι παραδοχές υπολογισμού της στατικής μελέτης να είναι ορθές και μάλιστα επί το ασφαλέστερο, σύμφωνα με τους τότε ισχύοντες Κανονισμούς.
Επιπλέον, με βάση τις ισχύουσες διατάξεις των Κανονισμών (Φορτίσεων, Σκυροδέματος και Αντισεισμικός) και την ακολουθούμενη ορθή πρακτική, ο οριζόντιος οπλισμός των συνδετήρων που έπρεπε να υπάρχει στα διάφορα μέλη του φέροντος οργανισμού συμπίπτει με αυτόν που προβλέφθηκε και τοποθετήθηκε σύμφωνα με τη στατική μελέτη και των μικροτροποποιήσεων που επέφερε σ' αυτήν ο μελετητής.
Ειδικά, προβλέφθηκε και τοποθετήθηκε, ως προς το φέροντα οργανισμό, σκυρόδεμα υπάρχοντος κτιρίου Β225, χάλυβας υπάρχοντος κτιρίου STIII και χάλυβας συνδετήρων STI. Από τον έλεγχο που έγινε προκειμένου να διαπιστωθεί η ποιότητα σκυροδέματος και η τοποθέτηση σιδηρών οπλισμών σύμφωνα με τα σχέδια της μελέτης, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται πράγματι για ποιότητα σκυροδέματος Β225 και οι οπλισμοί έχουν τοποθετηθεί στις θέσεις τους (δεν έγιναν τομές για να ελεγχθεί η διατομή τους), οι δε οπλισμοί των συνδετήρων έχουν πυκνωθεί, δεδομένου ότι χρησιμοποιήθηκε μανδύας συνδετήρων.
Ο ανωτέρω έλεγχος πραγματοποιήθηκε από το διαπιστευμένο εργαστήριο ελέγχου δομικών υλικών και αντοχών οικοδομής "ΔΟΜΟΕΡΕΥΝΑ", το οποίο κλήθηκε να ελέγξει όλα τα ανωτέρω στοιχεία που προσκομίστηκαν από τους ενάγοντες και αναφέρεται στην τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Σ. Σ., που συνοδεύει τη μελέτη επισκευής και ενίσχυσης της οικοδομής και την οποία υπέβαλε, θεώρησε και ενέκρινε στο ΤΑΣ Άνω Λιοσίων και σύμφωνα με την οποία εκτελέσθηκαν οι εργασίες επισκευής και ενίσχυσης του σεισμόπληκτου οικοδομήματος.
Επίσης, στην ανωτέρω στατική μελέτη του Πολιτικού Μηχανικού Χ. Ε. υπήρχε πρόβλεψη θεμελίωσης των τοιχίων του ανελκυστήρα, η οποία ήταν μία συμπαγής πυραμιδοειδής πλάκα διαστάσεων 2,75μ. χ 2,90 μ. και μέγιστου πάχους- (ύψους) 0,80 μ. Η θεμελίωση κατασκευάστηκε κατά τη φάση της αρχικής κατασκευής, γεγονός που προκύπτει και από το τεύχος του Συγκεντρωτικού Πίνακα Αναλυτικού Προϋπολογισμού Επισκευής, με ημερομηνία 6.12.2001, του πολιτικού μηχανικού της άδειας επισκευής και ενίσχυσης του σεισμόπληκτου κτιρίου Σ.
Σ., στο οποίο (τεύχος) από τα 7,54 κυβικά μέτρα συνολικού όγκου πέδιλου ανελκυστήρα αφαιρεί, κατά τους υπολογισμού του, τα 5,36 (=2,75χ2,90χ0,80χ0,85) κυβικά μέτρα, ως αρχικό πέδιλο ανελκυστήρα. Περαιτέρω, υπήρξε ορθός καθορισμός των οπλισμών στα υποστυλώματα και στις δοκούς της οικοδομής, λαμβανομένου υπόψη, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, (ενν.
ότι) η εκπόνηση της μελέτης ακολούθησε συγκεκριμένες διατάξεις που καθορίζονται από τους ισχύοντες Κανονισμούς Φορτίσεων, Σκυροδέματος και Αντισεισμικό Κανονισμό και κυρίως από την αντισεισμική σύνθεση του φέροντος οργανισμού. Ο απαιτούμενος και κατ' επέκταση ορθός αυτός οπλισμός των φερόντων στοιχείων(υποστυλωμάτων, δοκών, πλακών, θεμελίων τοιχωμάτων), που αναφέρεται στη μελέτη, συγκρίνεται με τον υπάρχοντα οπλισμό για να διαπιστωθεί αν απαιτείται ή όχι ενίσχυση της οικοδομής.
Ο καθορισμός του οπλισμού στα υποστυλώματα και στις δοκούς του υπάρχοντος κτιρίου, που επιτυγχάνεται είτε με καταστροφικές μεθόδους, δηλαδή διάνοιγμα μικρού πλάτους τομής και επικάλυψης του σιδηροπλισμού είτε με μη καταστροφικές μεθόδους, δηλαδή με τη χρησιμοποίηση ειδικού οργάνου, στηριζόμενο στη μέθοδο της μαγνητικής διασκόπησης, δεν πραγματοποιήθηκαν στην προκειμένη περίπτωση, πλην, όμως, όπως προκύπτει από το στατικό έλεγχο υπάρχοντος κτιρίου του πολιτικού μηχανικού Α.
Μ., δεν προέκυψε απαίτηση μεγαλύτερης ποσότητας οπλισμού ή άλλων διατομών των μελών του φέροντος οργανισμού από αυτές, που είχαν αρχικά κατασκευαστεί ως μικροτροποποιήσεις της 2460/90 οικοδομικής άδειας. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο οπλισμός των πλακών να μην είναι τοπικά επαρκής και να μην καλύπτει τις απαιτούμενες στατικές ανάγκες της συνολικής φόρτωσης στην περιοχή των τοιχοποιιών, όπως εκθέτει ο πραγματογνώμονας πολιτικός μηχανικός Λ.
Σ. στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση σε όλους τους ορόφους της οικοδομής και όλες οι πλάκες που φέρουν φορτία και από υπερκείμενες τοιχοποιίες είναι όλες τετραέρειστες, δηλαδή στηρίζονται και στις τέσσερεις πλευρές τους και όχι αμφιέρειστες, στηριζόμενες, δηλαδή σε δύο από τις τέσσερες πλευρές τους, όπου πράγματι θα συνέτρεχε περίπτωση ο οπλισμός πλακών να μην είναι τοπικά επαρκής, λαμβανομένου υπόψη ότι η τετραέρειστη πλάκα αποτελεί ασφαλέστερο τρόπο στήριξης, αφού ακόμη και αν εκφυλιστεί μία στήριξη υποπίπτει σε τριέρειστη πλάκα.
Επίσης, ο ισχυρισμός του πραγματογνώμονα ότι τα υποστυλώματα KI, Κ6, Κ12, Κ5, Κ11 και Κ17 άλλαξαν στάθμη κατά την κατασκευή της θεμελίωσης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού από την στατική μελέτη της αρχικής πολεοδομικής άδειας σαφώς προκύπτει ότι τα εν λόγω υποστυλώματα θεμελιώνονται σε διαφορετική στάθμη και όχι μόνο έτσι υπολογίστηκαν αλλά και κατασκευάστηκαν.
Τα πέδιλα των στύλων αυτών εμφανίζονται στον ξυλότυπο υπογείου, δηλαδή σε διαφορετική στάθμη και χωριστά από τα υπόλοιπα πέδιλα του κτιρίου, αφού η στάθμη θεμελίωσης των πέδιλων είναι σε βάθος -1,00 μ. για το τμήμα όπου υπάρχει υπόγειο και στα -3,00 μ. για το τμήμα με υπόγειο. Τέλος, η αναφορά στην πραγματογνωμοσύνη περί σημαντικών αποκλίσεων από την απαιτούμενη ποσότητα οπλισμού σε πολλά υποστυλώματα (στον όροφο της πυλωτής ο αναγραφόμενος οπλισμός των υποστυλωμάτων στα εγκεκριμένα σχέδια είναι για το υποστύλωμα Κ8 το 25% του απαιτούμενου, στο Κ3, Κ9, Κ10 και Κ16, ο οπλισμός των σχεδίων είναι αντίστοιχα στο 58%, 44%, 87% και 56%, αντίστοιχα, του απαιτούμενου, στον πρώτο όροφο στα υποστυλώματα Κ8 και Κ10 στο 60% και 50%, αντίστοιχα του απαιτούμενου, ενώ στον τρίτο όροφο στα υποστυλώματα Κ7 και Κ9 στο 66% του απαιτούμενου), όπως, επίσης, ότι σημαντική απόκλιση παρουσιάζεται και στον οπλισμό των δοκών όλων των ορόφων, λόγω εσφαλμένης εκτίμησης της καταπόνησής τους στην περίπτωση του σεισμού, (στις κύριες δοκούς Δ2 και Δ3 της κυρίας όψης όλων των ορόφων είναι μόλις το 27% του απαιτούμενου, στις δοκούς πίσω όψης γίνεται 22% για την πυλωτή και τον πρώτο όροφο και 30% για τον δεύτερο όροφο, και στις εσωτερικές δοκούς Δ5,·Δ6, Δ7, Δ8 και Δ9, το 34%, 30% και 29% του απαιτούμενου, αντίστοιχα), εκτός της αοριστίας της, δεν αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι ο πραγματογνώμονας δεν εκπόνησε τεύχος στατικής μελέτης από την οποία να προκύπτουν τα ανωτέρω στοιχεία και δεν προέκυψε, επίσης, ότι έγιναν αποκαλύψεις οπλισμών, προκειμένου να προσδιοριστούν οι ποσότητες του υφιστάμενου οπλισμού.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα προκύπτει ότι η στατική μελέτη που εκπόνησε ο πολιτικός μηχανικός Χ. Ε., σε συνδυασμό και με τις πιο πάνω αναφερόμενες τροποποιήσεις που επέφερε σ' αυτήν, δεν περιέχει σφάλματα, αλλά συντάχθηκε σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις των Κανονισμών Φορτίσεων και Σκυροδέματος και τον Αντισεισμικό Κανονισμό και την ακολουθούμενη ορθή πρακτική (state of the art).
Συνακόλουθα, δεν υφίσταται και ευθύνη της πρώτης εναγομένης, η οποία, σύμφωνα με την πιο πάνω αναφερόμενη σύμβαση ανάθεσης και εκπόνησης μελέτης ανέλαβε και η ίδια (ΑΚ 361) την ευθύνη για την καλή εκτέλεση του αναλαμβανόμενου έργου, της εκπόνησης, δηλαδή, της στατικής μελέτης και όλων των επί μέρους μελετών και προβλέψεων που απαιτούνται για την έκδοση της οικοδομικής άδειας.
Άρα, ο πέμπτος λόγος έφεσης των εναγομένων, με τον οποίο ισχυρίζονται ότι η πρώτη εναγόμενη δεν ευθύνεται έναντι των εναγόντων, είναι ουσιαστικά βάσιμος. Ακολούθως, όσον αφορά τις παρεκκλίσεις από την στατική μελέτη κατά την κατασκευή της οικοδομής και στις κακοτεχνίες: Κατά τη κατασκευή της οικοδομής α) η κεντρική δοκός Δ7 της πυλωτής, πέραν της μείωσης του ύψους της, μετατέθηκε παράλληλα προς εαυτήν και εκτός σειράς των εσωτερικών δοκών κατά 80 cm, με δύο σοβαρές επιπτώσεις και ειδικά αφενός μεν έπαυσαν να ισχύουν οι συνθήκες πάκτωσης στα άκρα της με τις παρακείμενες υπόλοιπες δοκούς της σειράς της και λόγω της αναδιανομής των κατακόρυφων φορτίων, εξαιτίας της αλλαγής του στατικού συστήματος των δοκών, ο κάτω οπλισμός της εν λόγω δοκού παρουσιάζει ανεπάρκεια, αφετέρου δε η μετάθεση της δοκού διασπά τη συνέχεια του κεντρικού πλαισιώματος σε δύο μικρότερης συνολικά ακαμψίας, με αντίστοιχη μείωση οριζόντιας στιβαρότητας, β) δεν κατασκευάστηκε η δοκός της οροφής της πυλωτής με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται πέραν του προβλεπόμενου οι δοκοί της κύριας όψης, γ) οι εξώστες της εμπρόσθιας όψης (πρόβολοι) είναι κατασκευασμένοι μεγαλύτεροι κατά 15cm, γεγονός που σε συνδυασμό με την κατασκευή στο άκρο κάθε προβόλου ζαρντινιέρας σημαντικών διαστάσεων από σκυρόδεμα, που δεν προβλεπόταν από τη μελέτη, επιβαρύνθηκε ο οπλισμός κάθε πλάκας της περιοχής των υποστυλωμάτων Κ2 και Κ4, δ) στο υποστύλωμα Κ3 η επιμήκης διάστασή του μειώθηκε σε 45cm, αντί της προβλεπόμενης από τη μελέτη 60cm, ε) στα υποστυλώματα μειώθηκε ο οριζόντιος οπλισμός των συνδετήρων και με αύξηση της απόστασής τους από 10cm σε 15 cm και με μείωση της διαμέτρου τους από 8cm σε 6cm, γεγονός που οδηγεί σε ανεπάρκεια κάλυψης του αντίστοιχου απαιτούμενου οπλισμού σε όλους τους ορόφους και στ) τα υποστυλώματα Κ7 και Κ10 κατασκευάστηκαν με μία μετατόπιση από την ακριβή τους θέση, κυμαινόμενη από όροφο σε όροφο με μία μέγιστη απόκλιση της τάξης της διάστασης της διατομής του υποστυλώματος (30cm), δηλαδή δεν κατασκευάστηκαν επί της ίδιας κατακόρυφου, όπως προέβλεπε η μελέτη και κατά συνέπεια ξέφυγαν από τον κοινό κόμβο των δοκών Δ5, Δ6, Δ17, γεγονός που προκαλεί επιπρόσθετες εντάσεις στις προσκείμενες δοκούς, που γίνονται επικίνδυνες σε περίπτωση σεισμού με έντονη συνιστώσα κατακόρυφης επιτάχυνσης.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω αποδειχθέντα, υπαίτιος για τις ζημιές που προκλήθηκαν στην οικοδομή από το σεισμό της 7.9.1999, είναι, έναντι των εναγόντων, ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος επέδειξε αμέλεια συνιστάμενη στην έλλειψη της απαιτούμενης επιμέλειας και προσοχής κατά την εκτέλεση του έργου, που του ανατέθηκε και πιο ειδικά, γιατί προέβη, ως εργολάβος, στην κατασκευή της οικοδομής με τις προαναφερόμενες κακοτεχνίες και παρεκκλίσεις.
Για την αποκατάσταση των προκληθεισών βλαβών, οι ενάγοντες αναγκάσθηκαν να προβούν, με δική τους δαπάνη και κατόπιν εκδόσεως, από την Υπηρεσία Αποκατάστασης Σεισμόπληκτων του Υπουργείου ΓΊΕΧΩΔΕ, της 1629/2001 άδειας επισκευής σεισμόπληκτου κτίσματος σε εκτεταμένες εργασίες επισκευής της οικοδομής, απολύτως επιβεβλημένες, που διήρκεσαν δύο περίπου μήνες και συγκεκριμένα ενίσχυσαν α) με κατασκευή περιμετρικού μανδύα πάχους 10 εκ., με τοποθέτηση περιμετρικά κατακόρυφου οπλισμού και οριζόντιου οπλισμού συνδετήρων, τα υποστυλώματα KI, Κ2 (τοιχίο), Κ3, Κ6, K7, Κ8, Κ9, Κ10, Κ12, Κ13, Κ14,Κ15, ΚΙ6 (στην πυλωτή και στο υπόγειο ), τα Κ3, Κ7, Κ8,Κ9, Κ10, Κ13, Κ14, Κ15 (τοιχίο) (στον πρώτο όροφο), τα Κ3, Κ7, Κ14 (στο δεύτερο όροφο) και τα Κ7,Κ14 (στον τρίτο όροφο) και β) με κατασκευή περιμετρικού μανδύα πάχους 5 εκ.
και με τοποθέτηση περιμετρικά κατανεμημένου οριζόντιου οπλισμού και κατακόρυφου οπλισμού συνδετήρων, τις δοκούς Δ1, Δ2, Δ3, Δ4, Δ5, Δ6, Δ8, Δ9, ΔΙΟ, Δ11, Δ13, Δ16, Δ22, Δ14 (στην οροφή της πυλωτής), Δ1, Δ2, Δ3, Δ4, Δ5, ΔΙΟ, Δ11, Δ13, Δ16, Δ22, Δ14 (στην οροφή του πρώτου ορόφου) και Δ3, Δ4, Δ16, Δ20 (στην οροφή του δεύτερου ορόφου). Για τις εργασίες αυτές, οι ενάγοντες κατέβαλαν α) 25.800 ευρώ, για την κατασκευή μανδυών πάχους 10 εκ.
από σκυρόδεμα, για την ενίσχυση των υποστυλωμάτων του υπογείου, της πυλωτής, του πρώτου ορόφου και του δεύτερου ορόφου (30 κ.μ. X 860 ευρώ ανά κ.μ. = 25.800 ευρώ), β) 3.100 ευρώ, για την ενίσχυση του υποστυλώματος (κατασκευή νέων στοιχείων από οπλισμένο σκυρόδεμα και συγκεκριμένα του K3 στύλου διαστάσεων 45/30 σε τοίχωμα διαστάσεων 200/40 στους ορόφους υπογείου, πυλωτής, πρώτου ορόφου) (8,5 κ.μ.
X 364,70 ευρώ ανά κ.μ. = 3.100 ευρώ), γ) 25.400 ευρώ, για την κατασκευή μανδυών πάχους 5 εκ. από σκυρόδεμα, για την ενίσχυση των δοκών της πυλωτής και του πρώτου, δεύτερου και τρίτου ορόφου (20 κ.μ. X 1.270 ευρώ ανά κ.μ. = 25.400 ευρώ), δ) 15.000 ευρώ, για ενισχύσεις θεμελίων, δηλαδή για την κατασκευή νέων στοιχείων από οπλισμένο σκυρόδεμα σε όλα τα θεμέλια (75 κ.μ.
X 200 ευρώ ανά κ.μ. = 15.000 ευρώ), ε) 5.000 ευρώ, για κατασκευή ενέσεων ρητίνης, όπου υπήρχαν ρωγμές στύλων, δοκών και πλακών (90 μ. μήκος X 55,55 ευρώ ανά μ. μήκους =5.000 ευρώ), στ) 3.000 ευρώ, για εκσκαφές δια χειρών (δηλαδή όχι με μηχανικά μέσα) όλων των θεμελίων (170 κ.μ. X 17,65 ευρώ ανά κ.μ.= 3.000 ευρώ) ζ) 9.450 ευρώ, για αμοιβή του μηχανικού Σ.
Σ. για τη μελέτη και επίβλεψη των εργασιών επισκευής, άρα συνολικά οι ενάγοντες κατέβαλαν το ποσό των 86.750 ευρώ (25.800 + 3.100 + 25.400 + 15.000 + 5.000 +3.000 +9.450). Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στη συνολική θετική ζημιά που υπέστησαν οι ενάγοντες από την περιγραφείσα πιο πάνω υπαίτια αντισυμβατική συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου, που είχε ως αποτέλεσμα τα ελαττώματα του εκτελεσθέντος από αυτόν έργου και την εξ αυτών ανωτέρω προκληθείσα ζημιά των εναγόντων.
Όμως από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι και οι εναγόμενοι έχουν, ως εργολάβοι, κατά των εναγόντων- εργοδοτών, αξίωση ύψους 13.089 ευρώ (4.460.000 δραχμές) που προέρχεται από τη μεταξύ τους εκτελεσθείσα σύμβαση έργου και αφορά το υπόλοιπο της εργολαβικής τους αμοιβής για το έργο αυτό. Η ανταπαίτηση αυτή των εναγομένων είναι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και αναγνωρίσθηκε ρητά ότι οφείλεται από τους ενάγοντες, με το από 13.10.1992 συνταχθέν και υπογραφέν από αυτούς (και το δεύτερο εναγόμενο) έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό.
Συνεπώς, κατόπιν συμψηφισμού των ανωτέρω (εκατέρωθεν) απαιτήσεων, ο δεύτερος εναγόμενος οφείλει στους ενάγοντες το ποσό των 73.661 ευρώ (86.750-13.089), άρα, αποδεικνύεται η ουσιαστική βασιμότητα της σχετικής νόμιμης (κατ' άρθρο 442 ΑΚ) ένστασης συμψηφισμού του δεύτερου εναγομένου για απόσβεση κατά το ως άνω ποσό της σε βάρος του αξίωσης των εναγόντων. Όσον, όμως, αφορά το ποσό των 4.677 ευρώ, που οι ενάγοντες έλαβαν από το ελληνικό δημόσιο, κατόπιν υποβολής εκ μέρους τους αίτησης, συνοδευόμενης από σχετικό προϋπολογισμό και (ύστερα από) τη διενέργεια αυτοψίας από την Υπηρεσία Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ, ως επιδότηση σεισμόπληκτων (1629/2001 έγγραφο της πιο πάνω υπηρεσίας), δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία, δεν προκλήθηκε άμεσα από αυτήν, αλλά οφείλεται σε άλλη αιτία και ειδικά στην ενίσχυση των σεισμόπληκτων από την Ελληνική Πολιτεία στα πλαίσια της άσκησης κοινωνικής πολιτικής και επομένως, δεν συνυπολογίζεται το ποσό αυτό στη ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες, απορριπτόμενου στο σημείο αυτό της ένστασης συνυπολογισμού κέρδους ζημίας...".
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αγωγής, οι αναιρεσίβλητοι σε αυτήν προσδιορίζουν την ευθύνη του αναιρεσείοντος για αποζημίωσή τους σε εννέα συγκεκριμένα περιγραφόμενες κακοτεχνίες του έργου, το δε Εφετείο για την κατάφαση της ευθύνης αυτής του αναιρεσείοντος δέχεται τις ανωτέρω αναφερόμενες στην απόφασή του επτά κακοτεχνίες, από αυτές όμως: 1) η κατασκευή εξωστών στην εμπρόσθια όψη της οικοδομής μεγαλύτερων κατά 15 εκατοστά, 2) η μείωση του οριζόντιου οπλισμού των συνδετήρων με αύξηση της απόστασής τους και μείωση της διαμέτρου τους και 3) η μείωση της διάστασης του υποστυλώματος Κ-3 από 60 cm, που προβλεπόταν στη στατική μελέτη, σε 45 cm, δεν περιλαμβάνονται στις συγκεκριμένες κακοτεχνίες, που αναφέρονται στην αγωγή προς θεμελίωση της ευθύνης του αναιρεσιβλήτου και συνεπώς ως προς αυτές το Εφετείο έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν είχαν προταθεί με την αγωγή τους για τη θεμελίωσή της και συνεπώς ο σχετικός τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την ανωτέρω από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681, 688, 689, 690, 297, 298, 330 και 336 ΑΚ, καθόσον διέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα α) της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος ως προς τις γενόμενες δεκτές κακοτεχνίες του έργου, β) των ζημιών που προξενήθηκαν στο έργο εξαιτίας των κακοτεχνιών αυτών και γ) της ύπαρξης λογικής ακολουθίας μεταξύ των ζημιών, που έγιναν δεκτές και της αποζημίωσης, που επιδικάσθηκε στους αναιρεσίβλητους, οι οποίες αιτιολογίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Συγκεκριμένα: α) Ενώ δέχεται ότι, το εκτελεσθέν από τον αναιρεσείοντα έργο της ανέγερσης σε οικόπεδο συνιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστου τούτων, τριώροφης οικοδομής μετά υπογείου και πιλοτής από οπλισμένο σκυρόδεμα, με βάση την 2460/1990 οικοδομική άδεια και το από 31-1-1992 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης έργου, που σύναψαν, το οποίο έργο παραδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 23-7-1992,(ότι) "στις 7-9-1999, εξαιτίας του ισχυρού σεισμού που συνέβη στην περιοχή της Αττικής ...
υπέστη βλάβες στον φέροντα οργανισμό...", για την αποκατάσταση των οποίων, μετά από αίτηση των αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκε από την Υπηρεσία Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ η 1629/2001 άδεια επισκευής σεισμοπλήκτου κτίσματος, που αφορούσε απολύτως επιβεβλημένες και εκτεταμένες εργασίες επισκευής της οικοδομής και ότι οι αναιρεσίβλητοι, μετά από αίτησή τους και διενέργεια σχετικής αυτοψίας από την ανωτέρω υπηρεσία, έλαβαν από το Ελληνικό Δημόσιο επιδότηση σεισμοπλήκτων ποσού 4.677 ευρώ, δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες για το εάν στην πρόκληση των ζημιών στον φέροντα οργανισμό της οικοδομής, ανεξαρτήτως των κακοτεχνιών κατά την κατασκευή της, που αποδίδει στον αναιρεσείοντα, συνετέλεσε και ο σεισμός, όπως επικαλέστηκε πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης ο αναιρεσείων και αν ναι, κατά ποιο τρόπο, ενόψει και του ότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, όλες οι ζημιές στην οικοδομή εκδηλώθηκαν για πρώτη φορά μετά τον σεισμό, που συνέβη επτά και πλέον έτη μετά την παράδοση του έργου.
β) Ενώ στην αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι επικαλούνται ότι, για την πρόκληση των ζημιών στην οικοδομή συνετέλεσαν, τόσο σφάλματα στη στατική μελέτη, που ισχυρίζονται ότι εκπόνησε η ήδη μη διάδικος Α. Γ., όσο και κακοτεχνίες κατά την κατασκευή της οικοδομής από τον αναιρεσείοντα, χωρίς να διακρίνεται η συμβολή εκάστου τούτων στην επέλευση των ζημιών, γιατί υπάρχει ο ισχυρισμός ότι η Α.
Γ. και ο αναιρεσείων ενήργησαν αμφότεροι "συγχρόνως τόσον κατά την εκπόνηση της μελέτης όσον και κατά την κατασκευή του έργου" και γι' αυτό ζητούν να υποχρεωθεί έκαστος τούτων να τους καταβάλει το ήμισυ της αποζημίωσης που θα επιδικασθεί και ενώ το Εφετείο δέχεται ότι τη στατική μελέτη δεν την εκπόνησε η Α.
Γ., αλλά ο έχων τις νόμιμες προϋποθέσεις πολιτικός μηχανικός Χ. Ε., ο οποίος επέβλεψε και τις στατικές εργασίες και μάλιστα ότι η μελέτη αυτή, μετά τις επιτρεπτές μικρής έκτασης τροποποιήσεις της, που επέφερε αυτός κατά την εκτέλεση του έργου, με εφαρμογή και του υψηλότερου και ασφαλέστερου σεισμικού συντελεστή 0,06, αντί το προβλεπόμενου για την περιοχή 0,04 και γι' αυτό απορρίπτει την αγωγή ως προς την Α.
Γ., δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί, παρά το ανωτέρω γεγονός της απόρριψης της αγωγής ως προς την Α. Γ., μόνες οι γενόμενες δεκτές επτά κακοτεχνίες στην οικοδομή, που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα, μπορούσαν να επιφέρουν και πράγματι επέφεραν τις αναφερόμενες στην απόφαση ζημίες στην οικοδομή, ενόψει και του ότι από τις γενόμενες δεκτές αυτές 7 κακοτεχνίες, αφαιρουμένων των τριών που, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχαν προταθεί με την αγωγή, απομένουν μόνο τέσσερις κακοτεχνίες (μετάθεση της κεντρικής δοκού Δ7 της πιλοτής, μη κατασκευή της δοκού Δ20 της οροφής της πιλοτής, κατασκευή ζαρντινιέρων και μετατόπιση των υποστυλωμάτων Κ7 και Κ10.
γ) Ενώ γίνεται δεκτό ότι ο μηχανικός Χ. Ε. επέφερε τροποποιήσεις στην αρχική μελέτη κατά την κατασκευή του έργου, δεν υπάρχει αιτιολογία για το εάν οι ανωτέρω γενόμενες δεκτές ως κακοτεχνίες τροποποιήσεις κατά την κατασκευή του έργου, περιλαμβάνονταν ή όχι στην τροποποιηθείσα αυτή μελέτη. δ) Δεν αιτιολογείται καθόλου γιατί οι γενόμενες δεκτές στην απόφαση ζημίες της οικοδομής επέβαλαν τις εκτεταμένες εργασίες επισκευής της, που γίνονται δεκτές, οι οποίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, και την κατασκευή περιμετρικών μανδύων από μπετόν με τοποθέτηση οπλισμού, καθώς και την ενίσχυση των θεμελίων της οικοδομής, και συνεπώς δεν αιτιολογείται η ύπαρξη λογικής ακολουθίας μεταξύ των ζημιών και της επιδικασθείσας στους αναιρεσιβλήτους αποζημίωσης.
Επομένως, οι πρώτος υπό στοιχεία Γ' και Δ', δεύτερος υπό στοιχείο Β', τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, τέταρτος πρόσθετος κατά το οικείο σκέλος και πέμπτος πρόσθετος κατά το πρώτο σκέλος λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια,(και όχι και οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 ως προς τον πρώτο λόγο, 1, 8,9,10,11,13,14, 17,18,19 και 20 ως προς τους τρίτο και τέταρτο λόγους, 10 και 11 ως προς τον πέμπτο λόγο και 1 και 10 ως προς τους τέταρτο πρόσθετο και πέμπτο πρόσθετο λόγους, τις οποίες επικαλείται ο αναιρεσείων), είναι βάσιμοι.
Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιπές αιτιάσεις με επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 1, 11 γ' και 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που περιλαμβάνονται στον δεύτερο υπό στοιχείο Α' λόγο αναίρεσης και πλημμελειών από τους αριθμούς 8, 11 γ' και 20 του ιδίου άρθρου, που περιλαμβάνονται στον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει, γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω λόγων, που κρίθηκαν βάσιμοι, καθώς και η αιτίαση με επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου, που περιλαμβάνεται ομοίως στον δεύτερο υπό στοιχείο Α' λόγο αναίρεσης, με τον οποίον πλήττεται η απόρριψη της ένστασης παραγραφής, την οποία προέβαλε ο αναιρεσείων και συνεπώς η εξέταση και αυτού παρέλκει, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος αυτής, που αφορά στον αναιρεσείοντα και στους αναιρεσιβλήτους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό, να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3 εδ. γ' και δ', 570 παρ. 2 και 581 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση στην ουσία της, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. γ` ΚΠολΔ υποχρέωσης του Αρείου Πάγου για εκδίκαση της υπόθεσης κατ` ουσία μετά τη δεύτερη αναίρεση, θα πρέπει μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας.
Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται στο ίδιο τμήμα, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ. Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ` ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β` ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη, μετά την αναίρεση, συζήτηση της υπόθεσης κατ` ουσία, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1356/2023, ΑΠ 131/2022, ΑΠ 1196/2020, ΑΠ 87/2019).
Επομένως, εφόσον στην κρινόμενη υπόθεση, κατά παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, αναιρείται εν μέρει η υπ` αριθ. 3284/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε μετά από αναίρεση, δια της υπ' αριθ. 74/2014 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, της προηγούμενης υπ` αριθ. 2934/2012 απόφασής του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί, από το Τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Δέχεται την από 7-12-2017 αίτηση αναίρεσης του Ι. Χ. και τους από 13-10-2023 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της υπ` αριθ. 3284/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος αυτής, που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων και ακολούθως την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος.
- Αναιρεί την υπ` αριθ. 3284/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το ανωτέρω μέρος της.
- Κρατεί την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο, η οποία θα λάβει χώρα σε νέα συζήτηση της υπόθεσης, ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους.
- Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα.
Και
- Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ