Supreme Court dismisses appeal on abuse of rights claim due to lack of legal interest and reverses procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision in a dispute over insurance premiums and contract validity. The appellant argued that the lower court erred in rejecting their abuse of rights claim, but the court found no legal interest to overturn this specific ruling as the rejection was more favorable than a finding of merit. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a rejection of an abuse of rights plea is inadmissible if the appellant lacks legal interest, as such a rejection is more favorable to the appellant than a finding of merit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1658 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1658/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΓΕ Ελλάδας Βιομηχανία Γάλακτος Μονοπρόσωπη Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΦΑΓΕ Ελλάδας Α.Ε.", που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Λινάρδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ATRADIUS CREDIT INSURANCE NV", που εδρεύει στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας, εκπροσωπείται νόμιμα και διατηρεί νόμιμο υποκατάστημα στον Δήμο Αθηναίων Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μανούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-1-2014 και 27-10-2015 αγωγές των ήδη αναιρεσείουσας και αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4276/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3927/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-9-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 3927/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 4276/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε τις αντίθετες αγωγές των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας περί αναγνώρισης της ακυρότητας της επίδικης σύμβασης ασφάλισης, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης περί καταβολής των ασφαλίστρων της επίδικης σύμβασης και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το αναφερόμενο ποσό. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 "Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση [ασφαλιστής] αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της [λήπτη της ασφάλισης] ή σε τρίτον, παροχή [ασφάλισμα] σε χρήμα ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του [ασφαλιστική περίπτωση]" Εξάλλου, το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 ορίζει ότι: "Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλει τα ασφάλιστρα σε μετρητά, είτε εφάπαξ είτε με τμηματικές καταβολές. Η ασφαλιστική κάλυψη δεν αρχίζει πριν την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσης της τμηματικής καταβολής εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από την ασφαλιστική σύμβαση ή τις περιστάσεις". Η ρύθμιση αυτή έχει τεθεί υπέρ του ασφαλιστή και σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, είναι έγκυρη κάθε συμφωνία, η οποία αυξάνει τα δικαιώματα του ασφαλισμένου, με συνέπεια να μπορεί να συμφωνηθεί, μεταξύ άλλων, ότι η ασφαλιστική κάλυψη θα αρχίσει και χωρίς την προκαταβολή των ασφαλίστρων [ΑΠ 1522/2022, ΑΠ 703/2018]. Είναι επίσης δυνατόν η έμπρακτη συνειδητή αποδοχή από τον ασφαλιστή της ασφαλιστικής κάλυψης, χωρίς την προκαταβολή του ασφαλίστρου, να οδηγεί, σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης, στην αποδοχή της κάλυψης [ΑΠ 703/2018, ΑΠ 1049/2006].
Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 278 παρ. 8 του Ν. 4364/2016, "η καθυστέρηση της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση. Η καταγγελία γίνεται με γραπτή δήλωση στο λήπτη της ασφάλισης, στην οποία γνωστοποιείται ότι η περαιτέρω καθυστέρηση της καταβολής του ασφαλίστρου, θα επιφέρει μετά πάροδο ενός [1] μηνός, από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης". Ο ασφαλιστής, επομένως, στην περίπτωση καθυστέρησης της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου, δεν είναι υποχρεωμένος να καταγγείλει τη σύμβαση, αλλά μπορεί, κατ' επιλογή του, να εμείνει σ' αυτή και να αξιώσει την καταβολή του ασφαλίστρου [ΑΠ 703/2018].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 202 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο [διαλυτική αίρεση], μόλις συμβεί το γεγονός αυτό, παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση. Η πλήρωση δηλαδή της διαλυτικής αίρεσης έχει ως συνέπεια την ανατροπή των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας και την υποχρέωση των μερών να επιστρέψουν τις εκατέρωθεν δοθείσες παροχές, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού [ΑΠ 1315/2022, ΑΠ 1616/2014].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού.
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών [ενστάσεων] των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν [ολΑΠ 1/2016, ολΑΠ 2/2013, ΑΠ 1315/2022]. Ακόμη, κατά τη διάταξη άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται ρητά στην απόφαση είτε να προκύπτει έμμεσα από αυτήν, γεγονός που συμβαίνει όταν, καίτοι δεν γίνεται ρητή αναφορά για διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ή ακόμη περιέχεται ρητή αναφορά ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία, το δικαστήριο προχωρά σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία ερμηνεία αποκαλύπτεται ότι αυτό αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων που το υποχρέωσαν να προβεί στην ερμηνευτική αναζήτησή της.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας [ΑΠ 426/2010], κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του,, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνεία με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ [ΑΠ 574/2010], είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μέσω της ερμηνείας κατέληξε δεν συμφωνεί με τα κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών [ολΑΠ 26/2004, ΑΠ 912/2021, ΑΠ 898/2019].
Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες [ΑΠ 66/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1597/2017]. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας] ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του [ανεπαρκής αιτιολογία] ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία].
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης [ολΑΠ 6/2006, ΑΠ 1315/2022].
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ελέγχεται και η παραβίαση εκ πλαγίου των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την έννοια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας [ολΑΠ 26/2004, ΑΠ 84/2020].
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 68 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει έννομο συμφέρον, προς τα άρθρα 556, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, που ορίζουν ποια πρόσωπα δικαιούνται να ασκήσουν αναίρεση [άρθρο 556] και ποια είναι τα αναγκαία στοιχεία του αναιρετηρίου [άρθρο 566 παρ. 1], καθώς και την υποχρέωση του Αρείου Πάγου, μετά την εξέταση του παραδεκτού της αναίρεσης, να εξετάσει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3], συνάγεται ότι, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές), εφ' όσον η μία από τις αιτιολογίες αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες θα πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης [ολΑΠ 25/2003, ΑΠ 483/2022, ΑΠ 630/ 2020, ΑΠ 175/2020].
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εταιρία με την επωνυμία "ΦΑΓΕ Βιομηχανία Επεξεργασίας Γάλακτος Α.Ε." και ήδη "ΦΑΓΕ Ελλάδας Βιομηχανία Γάλακτος Μονοπρόσωπη Α.Ε.", στο εξής ενάγουσα-εναγομένη (αναιρεσείουσα), δραστηριοποιείται στον τομέα παραγωγής και εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων ενώ η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ATRADIUS CRETID INSURANCE Ν.Υ.", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εταιρία με την επωνυμία "Atradius Credito y Caucion S.A. de Seguros y Reaseguros", στο εξής εναγομένη-ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), είναι ασφαλιστική εταιρία με ειδικότερο αντικείμενο την άσκηση επιχείρησης ασφάλισης πιστώσεων.
Μεταξύ αυτών καταρτίστηκαν α. το με αριθμό ...-2008 ασφαλιστήριο συμβόλαιο πιστώσεων, με λήπτη ασφάλισης την ενάγουσα-εναγομένη, καλυπτόμενη χώρα την Ελλάδα, χρονική περίοδο ασφάλισης από 1-3-2008 έως 28-2-2009, όριο προσφοράς 20.000,00€, ελάχιστα καθαρά ασφάλιστρα ετησίως 90.000,00€, ανώτατη ασφαλιστική αποζημίωση το εικοσιπενταπλάσιο των ετήσιων καθαρών ασφαλίστρων, με τους λοιπούς όρους που περιγράφονται σε αυτό, β.
το με αριθμό ...-2009 ασφαλιστήριο συμβόλαιο πιστώσεων, με λήπτη ασφάλισης την ενάγουσα-εναγομένη, καλυπτόμενη χώρα την Ελλάδα, χρονική περίοδο ασφάλισης από 1-3-2009 έως 28-2-2010, όριο προσφοράς 20.000,00€, ελάχιστα καθαρά ασφάλιστρα ετησίως 125.000,00€, ανώτατη ασφαλιστική αποζημίωση το τριακονταπλάσιο των ετήσιων καθαρών ασφαλίστρων, με τους λοιπούς όρους που περιγράφονται σε αυτό, γ.
το με αριθμό ...-2010 ασφαλιστήριο συμβόλαιο πιστώσεων, με λήπτη ασφάλισης την ενάγουσα-εναγομένη, καλυπτόμενη χώρα την Ελλάδα, χρονική περίοδο ασφάλισης από 1-3-2010 έως 31-3-2011, όριο προσφοράς 20.000,00€, ελάχιστα καθαρά ασφάλιστρα ετησίως 125.000,00€, ανώτατη ασφαλιστική αποζημίωση το τριακονταπλάσιο των ετήσιων καθαρών ασφαλίστρων και τους λοιπούς όρους που περιγράφονται σε αυτό.
Το συμβόλαιο αυτό κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων παρατάθηκε μέχρι την 31-3-2011 με την από 24-2-2011 πρόσθετη πράξη, δ. το με αριθμό ...-2011 ασφαλιστήριο συμβόλαιο πιστώσεων, με λήπτη ασφάλισης την ενάγουσα-εναγομένη, καλυπτόμενη χώρα την Ελλάδα, χρονική περίοδο ασφάλισης από 1-4-2011 έως 31-3-2012, όριο προσφοράς 20.000,00€, ελάχιστα καθαρά ασφάλιστρα ετησίως 137.000,00€ ανώτατη ασφαλιστική αποζημίωση το τριακονταπλάσιο των ετήσιων καθαρών ασφαλίστρων και τους λοιπούς όρους που περιγράφονται σε αυτό, ε.
το με αριθμό ...-2012 ασφαλιστήριο συμβόλαιο πιστώσεων, με λήπτη ασφάλισης την ενάγουσα-εναγομένη, καλυπτόμενη χώρα την Ελλάδα, χρονική περίοδο ασφάλισης από 1-4-2012 έως 31-3-2013, όριο προσφοράς 20.000,00€, ελάχιστα καθαρά ασφάλιστρα ετησίως 137.500,00€, ανώτατη ασφαλιστική αποζημίωση το τριακονταπλάσιο των ετήσιων καθαρών ασφαλίστρων και τους λοιπούς όρους που περιγράφονται σε αυτό.
Η ισχύς του συμβολαίου αυτού παρατάθηκε με κοινή συμφωνία των διαδίκων έως 30-4-2013 με τους ίδιους όρους και συμφωνίες και πρόσθετη χρέωση καθαρών ασφαλίστρων εκ ποσού 11.458,00 €, εκδοθείσας για το χρονικό διάστημα της παράτασης της με αριθμό ...-2013 απόδειξης χρέωσης ασφαλίστρων για το συνολικό ποσό των 13.864,00€ συμπεριλαμβανομένων του δικαιώματος συμβολαίου και του φόρου ασφαλίστρων, στ.
το με αριθμό ...-2012 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με λήπτη ασφάλισης την ενάγουσα-εναγομένη, καλυπτόμενη χώρα την Ελλάδα, χρονική περίοδο ασφάλισης από 1-2-2012 έως 30-3-2013, όριο προσφοράς 25.000,00€, ελάχιστα καθαρά ασφάλιστρα ετησίως 116.666,00€, ανώτατη ασφαλιστική αποζημίωση το τριακονταπλάσιο των ετήσιων καθαρών ασφαλίστρων και τους λοιπούς όρους που περιγράφονται σε αυτό.
Το ως άνω συμβόλαιο παρατάθηκε έως 30-4-2013 με κοινή συμφωνία των διαδίκων με τους ίδιους όρους και συμφωνίες και πρόσθετη χρέωση καθαρών ασφαλίστρων εκ ποσού 8.333,00 €, εκδοθείσας για το χρονικό διάστημα της παράτασης της με αριθμό ...-2013 απόδειξης χρέωσης ασφαλίστρων για το συνολικό ποσό των 10.082,93€ συμπεριλαμβανομένων του δικαιώματος συμβολαίου και του φόρου ασφαλίστρων.
Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής και εντολοδόχος της ενάγουσας-εναγομένης από την 1-4-2012 ήταν η εταιρία μεσιτών ασφαλίσεων "MARSH ΕΠΕ Μεσίτες Ασφαλίσεων", με προφορικώς καταρτισθείσα μεταξύ αυτών σύμβαση, εφόσον ως αποδεικνύεται η εγγράφως καταρτισθείσα την 1-7-2005 σύμβαση είχε χρονική διάρκεια ενός έτους από 17-12-2004 μόνο με δυνατότητα ανανέωσης ενός έτους, για το χρονικό διάστημα δε από 1-3-2008 έως 31-3-2012 ασφαλιστικός διαμεσολαβητής και εντολοδόχος της ενάγουσας-εναγομένης για την κατάρτιση των ανωτέρω συμβολαίων ήταν η εταιρία "ΑΒΝ AMRO (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε.
ΜΕΣΙΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ." Κατά τη διάρκεια της ισχύος των δύο ανωτέρω τελευταίων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, η ενάγουσα-εναγομένη δια του Χ. Κ., οικονομικού και διοικητικού διευθυντή της εταιρίας και μέλους του Δ.Σ. της ΦΑΓΕ Α.Ε., που ενεργούσε ως εκπρόσωπος της εταιρίας στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση των επόμενων ασφαλιστικών συμβάσεων, ενημέρωσε την εναγομένη-ενάγουσα, δυνάμει του από 28-2-2013 ηλεκτρονικού μηνύματος, για τα επιθυμητά όρια πιστώσεων για τους πελάτες της και δη για την αύξηση αυτών, αιτήθηκε δε εν συνεχεία, επικοινωνώντας τηλεφωνικά με την υπάλληλο της εναγομένης-ενάγουσας Μ.
Π., την αύξηση των πιστωτικών ορίων των πελατών της εταιρίας με τις επωνυμίες "Bazaar" και "Market Ιn". Οι διαπραγματεύσεις συνεχίσθηκαν, κατά τη συνήθη πρακτική, τόσο μεταξύ της εναγομένης-ενάγουσας και της διαμεσολαβήτριας και εντολοδόχου εταιρίας μεσιτών ασφαλίσεων όσο και μεταξύ της εναγομένης-ενάγουσας και της εταιρίας ΦΑΓΕ Α.Ε.
Ειδικότερα κατ' αρχήν και κατόπιν αιτήματος της ΦΑΓΕ Α.Ε. δια ηλεκτρονικού μηνύματος την 21-3-2013 της διαμεσολαβήτριας εταιρίας και εντολοδόχου της, συμφωνήθηκε ρητώς η παράταση των υπό στοιχ. ε και στ ανωτέρω συμβολαίων για ένα ακόμα μήνα, εκδοθέντων των ως άνω αποδείξεων χρέωσης ασφαλίστρων για το χρόνο της παράτασης αυτών.
Εν συνεχεία η εναγομένη-ενάγουσα αποδέχθηκε το αίτημα της εταιρίας ΦΑΓΕ Α.Ε. για αύξηση των πιστωτικών ορίων των πελατών της και συγκεκριμένα αποδέχθηκε την αύξηση του πιστωτικού ορίου για τη μεν εταιρία Bazaar Α.Ε. στο ποσό των 400.000,00€, ενώ προηγουμένως γι αυτήν δεν υπήρχε πιστωτικό όριο, για τη δε εταιρία MARKET ΙΝ στο ποσό των 300.000,00€ έναντι του προηγούμενου ορισθέντος ποσού των 100.000,00€, ως γνωστοποιήθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα από την εναγομένη-ενάγουσα προς τον Χ.
Κ. Ακολούθως η εναγομένη-ενάγουσα θεωρώντας ότι οι διαπραγματεύσεις είχαν ολοκληρωθεί επιτυχώς, απέστειλε, την 19-4-2013, με ηλεκτρονικό μήνυμα στη διαμεσολαβήτρια εταιρία τις προσφορές της για την κατάρτιση των νέων ασφαλιστικών συμβάσεων για το χρονικό διάστημα από 1-5-2013 έως 30-4-2014. Ελλείψει περαιτέρω επικοινωνίας με την ενάγουσα-εναγομένη αλλά και τη διαμεσολαβήτρια εταιρία-εντολοδόχο αυτής κι ενόψει ότι οι ασφαλιστικές συμβάσεις είχαν ήδη λήξει την 30-4-2013, η εναγομένη-ενάγουσα επικοινώνησε την 3-6-2013 δια ηλεκτρονικού μηνύματος με την εταιρία μεσιτών ασφαλίσεως MARSH ΕΠΕ με το οποίο τους ενημέρωσε ότι δεν υπήρξε επιβεβαίωση από τη ΦΑΓΕ Α.Ε.
για την κατάρτιση νέων συμβάσεων ασφάλισης κι ότι η τελευταία ήταν πλέον ανασφάλιστη αφού τα με αριθμό ...-2012 και ...-2012 ασφαλιστήρια συμβόλαια είχαν λήξει, μετά τη ρητώς συμφωνηθείσα μεταξύ των αντισυμβαλλομένων παράταση αυτών, την 30-4-2013. Αυθημερόν ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του εκπροσώπου της ΦΑΓΕ Α.Ε.
Χ. Κ. και της υπαλλήλου της εναγομένης-ενάγουσας Μ. Π., εξετασθείσας ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Στα πλαίσια της ανωτέρω επικοινωνίας o εκπρόσωπος της ενάγουσας-εναγομένης δήλωσε ρητά ότι η επιθυμία της ΦΑΓΕ Α.Ε. ήταν να μην μεσολαβήσει κανένα διάστημα που η εταιρία θα ήταν ακάλυπτη ασφαλιστικά, αιτήθηκε δε να του αποσταλεί η πρόταση της εναγομένης-ενάγουσας για τους όρους των νέων ασφαλιστικών συμβάσεων, αίτημα που ικανοποιήθηκε την επόμενη ημέρα δια της αποστολής ηλεκτρονικού μηνύματος από την υπάλληλο της εναγομένης-ενάγουσας Α.
Δ. Την ίδια ημέρα, ήτοι την 4-6-2013, η διαμεσολαβήτρια εταιρία απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην εναγομένη-ενάγουσα με το οποίο επιβεβαίωσε την πρόθεση της ΦΑΓΕ Α.Ε. για την κατάρτιση των νέων συμβολαίων σύμφωνα με την πρόταση της εναγομένης-ενάγουσας περί των όρων αυτών και με χρονική περίοδο ασφαλιστικής κάλυψης από 1-5-2013, επιβεβαίωση που επανέλαβε τηλεφωνικά και ο Χ.
Κ. στην υπάλληλο της εναγομένης-ενάγουσας Μ. Π., κατά τη σαφή κατάθεση αυτής (βλ. πρακτικά δημόσια συνεδρίασης). Κατόπιν της ανωτέρω αποδοχής της πρότασής της από την ενάγουσα-εναγομένη για την κατάρτιση νέων ασφαλιστικών συμβάσεων, η εναγομένη-ενάγουσα, συνέταξε εγγράφως την 10-6-2013 και απέστειλε στην διαμεσολαβήτρια εταιρία την 3-10-2013, προκειμένου αυτή να τα παραδώσει στην ενάγουσα-εναγομένη προς υπογραφή, α.
το με αριθμό ...-2013 ασφαλιστήριο συμβόλαιο με λήπτη ασφάλισης την ενάγουσα-εναγομένη, καλυπτόμενη χώρα την Ελλάδα, χρονική περίοδο ασφάλισης από 1-5-2013 έως 30-4-2014, όριο προσφοράς 20.000,00€, ελάχιστο καθαρό ασφάλιστρο ετησίως 137.500,00€, το οποίο θα επιβαρύνεται με 10% για δικαιώματα συμβολαίου και το ποσό που θα προκύπτει από την επιβολή του 10% Δ.Σ.
θα επιβαρύνεται επιπλέον με 10% του φόρου ασφαλίσεων, ανώτατη ασφαλιστική αποζημίωση το τριακονταπλάσιο των ετήσιων καθαρών ασφαλίστρων και β. το με αριθμό ...-2013 ασφαλιστήριο συμβόλαιο με λήπτη ασφάλισης την ενάγουσα-εναγομένη, καλυπτόμενη χώρα την Ελλάδα, χρονική περίοδο ασφάλισης από 1-5-2013 έως 30-4-2014, όριο προσφοράς 25.000,00€, ελάχιστο καθαρό ασφάλιστρο ετησίως 100.000,00€, το οποίο θα επιβαρύνεται με 10% για δικαιώματα συμβολαίου και το ποσό που θα προκύπτει από την επιβολή του 10% Δ.Σ.
θα επιβαρύνεται επιπλέον με 10% του φόρου ασφαλίσεων, ανώτατη ασφαλιστική αποζημίωση το τριακονταπλάσιο των ετήσιων καθαρών ασφαλίστρων. Δυνάμει αυτών η εναγομένη-ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση, για το παραπάνω χρονικό διάστημα ισχύος εκάστης ασφάλισης, να αποζημιώσει την ενάγουσα-εναγομένη για ζημίες από τιμολογημένες παραδόσεις εμπορευμάτων της τελευταίας, λόγω αφερεγγυότητας των οφειλετών της.
Όπως ειδικότερα αναφέρονται στους ειδικούς και γενικούς ασφαλιστικούς όρους, που είναι συνημμένοι στα ασφαλιστήρια και αποτελούν αναπόσπαστα μέρη αυτών, δεδομένου ότι έχουν γίνει αποδεκτοί από την ασφαλιζόμενη εταιρία εφόσον δεν υπήρξε νομότυπη κι εμπρόθεσμη έγγραφη εναντίωση αυτής, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση.
Η ενάγουσα-εναγομένη επέστρεψε άνευ υπογραφής τα ανωτέρω συμβόλαια, αρνούμενη την νόμιμη κατάρτιση αυτών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω όμως αποδείχθηκε ότι η διαμεσολαβήτρια εταιρία λειτουργούσε ως εντολοδόχος της ΦΑΓΕ Α.Ε., όχι μόνο προς εξεύρεση της καταλληλότερης ασφαλιστικής εταιρίας, ως καταθέτει ο μάρτυρας της ενάγουσας-εναγομένης στην με αριθμό 285/2017 ένορκη βεβαίωση αυτού, αλλά και ως προς τη διαπραγμάτευση των όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και τη μεταβίβαση της αποδοχής της πρότασης της εναγομένης-ενάγουσας εκ μέρους της εντολέας της εταιρίας ΦΑΓΕ Α.Ε.
για ασφάλιση, ως και έπραξε αρχικώς με τηλεφωνική επικοινωνία κι εν συνεχεία με το από 4-6-2013 ηλεκτρονικό μήνυμά της. Επίσης αποδείχθηκε ότι, πέρα της αποδοχής της πρότασης της εναγομένης-ενάγουσας από την εντολοδόχο διαμεσολαβήτρια εταιρία, η εταιρία ΦΑΓΕ Α.Ε. συνήνεσε στην κατάρτιση των νέων ασφαλιστικών συμβάσεων δια της ρητής, έστω και προφορικής, επιβεβαίωσης του ενεργούντος ως εκπροσώπου αυτής Χ.
Κ. Να σημειωθεί δε ότι εφόσον κατά νόμο η κατάρτιση των ασφαλιστικών συμβάσεων είναι άτυπη, δεν απαιτείται έγγραφη πληρεξουσιότητα για την κατάρτιση αυτών από αντιπρόσωπο στο όνομα άλλου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα-εναγομένη. Επομένως υπήρξε πλήρης σύγκλιση των δικαιοπρακτικών βουλήσεων των διαδίκων κι ως εκ τούτου νομίμως καταρτίσθηκαν οι ανωτέρω συμβάσεις, δίχως να απαιτείται για την σύναψη αυτών η σύνταξη των αντίστοιχων ασφαλιστηρίων και η υπογραφή αυτών από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας-εναγομένης, αφού η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται ατύπως, συντελείται δε από το χρόνο αποδοχής της αίτησης για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, η οποία μπορεί να υποδηλωθεί και σιωπηρώς με την αποστολή του ασφαλιστηρίου στον αιτούντα και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του ασφαλιστή, απορριπτόμενων όλων των αντίθετων ισχυρισμών της ενάγουσας-εναγομένης ως ουσία αβασίμων.
Η άρνηση δε της ΦΑΓΕ Α.Ε. να προβεί στην υπογραφή των συμβολαίων οφείλεται στη δυσαρέσκεια αυτής ένεκα μη ικανοποιήσεως αιτήματός της προς την εναγομένη-ενάγουσα. Ειδικότερα ως αποδείχθηκε η ενάγουσα-εναγομένη την 5-6-2013 επέδωσε εξώδικη πρόσκληση στην εναγόμενη-ενάγουσα με την οποία, επικαλούμενη την ύπαρξη της με αριθμό ...-2012 ασφαλιστικής σύμβασης, την καλούσε να της καταβάλει, για τους αναφερόμενους στην εξώδικη δήλωση λόγους, τις εκκαθαρισμένες και μη αμφισβητηθείσες απαιτήσεις της από πωλήσεις προϊόντων της προς τις εταιρίες "ΚΑΡΦΟΥΡ-ΜΑΡΙΝOΠOΥΛOΣ Α.Ε." "Dia Hellas Α.Ε." (ήδη "EXPRESS M Α.Ε.") και "ΞΥΝΟΣ ΣΟΥΠΕΡΜΑΡΚΕΤ A.E." ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 1.668.808,80 €.
Στο ως άνω αίτημα η εναγομένη-ενάγουσα απήντησε αρνητικά με αποτέλεσμα την ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των αντιδίκων, στην οποία η ενάγουσα-εναγομένη αρχικώς αρνήθηκε την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων (βλ. την από 29-7-2013 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση στην οποία αναφέρει ότι, ένεκα της μη σύννομης ικανοποίησης του αιτήματός της, αναγκάστηκε να διακόψει τις διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση νέων συμβάσεων), εν συνεχεία δε, και δια μέσου της διαμεσολαβήτριας-εντολοδόχου εταιρίας MARSH A.E., δήλωσε ότι δεν επιθυμεί την παρεχόμενη ασφαλιστική κάλυψη (βλ.
το από 7-8-2013 μήνυμα της διαμεσολαβήτριας εταιρίας προς την εναγομένη-ενάγουσα), ενώ δια των από 12-8-2013, 19-8-2013 και 2-10-2013 ηλεκτρονικών μηνυμάτων της τελευταίας, η εντολοδόχος MARSH ΑΕ δήλωσε ότι η εντολέας της ΦΑΓΕ A.E. επιθυμεί την ακύρωση των επίδικων συμβάσεων από 7-8-2013 με αναλογική χρέωση ασφαλίστρων, αίτημα που δεν αποδέχθηκε η εναγομένη-ενάγουσα με την αιτιολογία ότι δεν υφίσταται συμβατικός ή νόμιμος λόγος περί ακυρώσεων αυτών.
Ακόμα αποδείχθηκε ότι, κατόπιν αρνήσεως της ενάγουσας-εναγομένης να παραλάβει από τη διαμεσολαβήτρια-εντολοδόχο της εταιρία τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, η εναγομένη-ενάγουσα απέστειλε σε αυτήν τα πρωτότυπα σώματα των ασφαλιστηρίων συμβολαίων καθώς και τις πρωτότυπες αποδείξεις χρεώσεις ασφαλίστρων ενός εκάστου εξ αυτών.
Συγκεκριμένα δια του από 10-12-2013 εγγράφου που τιτλοφορείται "Εξώδικη Διαμαρτυρία-Παράδοση εγγράφων και πρόσκληση με επιφύλαξη δικαιωμάτων" που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα-εναγόμενη την 10-12-2013, επιδόθηκαν στην τελευταία α. το με αριθμό ...-2013 ασφαλιστήριο συμβόλαιο καθώς και η με αριθμό ...-2013 απόδειξη χρέωσης ασφαλίστρων ποσού 27.729,17 € ως χρέωση α' δόσης του ετήσιου ελάχιστου ασφαλίστρου, η με αριθμό ...-2013 απόδειξη χρέωσης ασφαλίστρων ποσού 27.729,17 € ως χρέωση β' δόσης του ετήσιου ελάχιστου ασφαλίστρου και η με αριθμό ...-2013 απόδειξη χρέωσης ασφαλίστρων ποσού 27.729,17 € ως χρέωση γ ' δόσης του ετήσιου ελάχιστου ασφαλίστρου που αφορούν τα ασφάλιστρα αυτού και β.
το με αριθμό ...-2013 ασφαλιστήριο συμβόλαιο και η με αριθμό ...-2013 απόδειξη χρέωσης ασφαλίστρων ποσού 20.166,66 € ως χρέωση α' δόσης του ετήσιου ελάχιστου ασφαλίστρου, η με αριθμό ...-2013 απόδειξη χρέωσης ασφαλίστρων ποσού 20.166,66 € ως χρέωση β δόσης του ετήσιου ελάχιστου ασφαλίστρου και η με αριθμό ...-2013 απόδειξη χρέωσης ασφαλίστρων ποσού 20.166,67€ ως χρέωση γ' δόσης του ετήσιου ελάχιστου ασφαλίστρου, για τα ασφάλιστρα του τελευταίου ως άνω αναφερομένου ασφαλιστηρίου.
Επίσης με την ανωτέρω εξώδικο η εναγομένη-ενάγουσα καλούσε την αντίδικο της εταιρία ΦΑΓΕ Α.Ε., να εξοφλήσει τα ήδη ληξιπρόθεσμα ασφάλιστρα ύψους 143.687,50 ευρώ, πλην όμως η τελευταία ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι αυτών. Εν συνεχεία η εναγομένη-ενάγουσα επέδωσε στην ενάγουσα-εναγομένη (ι) την 14-3-2014, την από 12-3-2014 εξώδικη δήλωση με την οποία την καλούσε να της καταβάλει τα ληξιπρόθεσμα ασφάλιστρα ύψους 47.895,83 ευρώ, επιδίδοντας σε αυτήν και την με αριθμό ...-2014 απόδειξη χρέωσης ασφαλίστρων ποσού 27.729,17 ευρώ για τη δ' δόση του με αριθμού .../2013 ασφαλιστηρίου συμβολαίου και την με αριθμό ...-2014 απόδειξη χρέωσης ασφαλίστρων ποσού 20.166,66 ευρώ για τη δ' δόση του με αριθμού .../2013 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, (ιι) την 3-4-2014, την από 2-4-2014 εξώδικη δήλωση με την οποία την καλούσε να της καταβάλει τα ληξιπρόθεσμα ασφάλιστρα ύψους 47.895,83 ευρώ επιδίδοντας σε αυτήν ταυτόχρονα και την με αριθμό ...-2014 απόδειξη χρέωσης ασφαλίστρων ποσού 27.729,17 ευρώ για τη χρέωση της ε' δόσης του ασφαλίστρου του με αριθμού .../2013 ασφαλιστηρίου συμβολαίου και την με αριθμό ...-2014 απόδειξη χρέωσης ασφαλίστρων ποσού 20.166,66 ευρώ για τη χρέωση της ε' δόσης του ασφαλίστρου του με αριθμού .../2013 ασφαλιστηρίου συμβολαίου και (ιιι) την 6-5-2014, την από 5-5-2014 εξώδικη δήλωση με την οποία την καλούσε να της καταβάλει πέρα των ληξιπρόθεσμων ασφαλίστρων ύψους 47.895,83 ευρώ επιδίδοντας σε αυτήν ταυτόχρονα και την με αριθμό ...-2014 απόδειξη χρέωσης ασφαλίστρων ποσού 27.729,17 ευρώ για τη χρέωση της στ' δόσης του ασφαλίστρου του με αριθμού .../2013 ασφαλιστηρίου συμβολαίου και την με αριθμό ...-2014 απόδειξη χρέωσης ασφαλίστρων ποσού 20.166,66 ευρώ για τη χρέωση της στ' δόσης του ασφαλίστρου του αριθμού .../2013 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το σύνολο των ληξιπρόθεσμων δόσεων, πλην όμως η ενάγουσα-εναγομένη ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι των ανωτέρω ασφαλίστρων.
Σε αμφότερα τα επίδικα ασφαλιστήρια υπάρχει ο ειδικός όρος 10.1.3. δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε ότι το ετήσιο καθαρό ασφάλιστρο θα καταβληθεί σε έξι ισόποσες δόσεις ύψους, για το μεν με αριθμό ... ασφαλιστήριο, 22.916,67 ευρώ κάθε δόση, για το δε με αριθμό ... ασφαλιστήριο ύψους 16.666,60 ευρώ κάθε δόση, καταβλητέες στα τέλη Ιουνίου 2013, Αυγούστου 2013, Οκτωβρίου 2013, Δεκεμβρίου 2013, Φεβρουαρίου 2014 και Απριλίου 2014, όρος που υπερισχύει του γενικότερου όρου 6.5 δυνάμει του οποίου το ελάχιστο ασφάλιστρο θα εξοφλείται αμέσως μετά την τιμολόγηση του και το αργότερο εντός μηνός από την κοινοποίηση στο λήπτη της ασφάλισης του τιμολογίου Χρέωσης, εκτός κι αν υπάρχει διαφορετική έγγραφη συμφωνία με τον ασφαλιστή.
Εφόσον δε τα ανωτέρω ποσά δόσεων συμφωνήθηκε ρητώς να επιβαρύνονται επιπλέον με τα δικαιώματα συμβολαίων και το φόρο ασφαλίσεως, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, οι δόσεις διαμορφώθηκαν στο ποσό των 27.729,17 € για κάθε δόση του με αριθμού ...-2013 ασφαλιστηρίου και στο ποσό των 20.166,66 € για κάθε δόση του με αριθμού ...-2013 ασφαλιστηρίου.
Επίσης δυνάμει του όρου 6.4 που περιλαμβάνεται στους γενικούς ασφαλιστικούς όρους των ανωτέρω ασφαλιστηρίων ορίζεται αυτολεξεί "Κατά την έναρξη κάθε ασφαλιστικής περιόδου o Λήπτης της Ασφάλισης οφείλει να καταβάλει μια προκαταβολή, η οποία θα αφαιρεθεί από την εκκαθάριση του τέλους της ασφαλιστικής περιόδου.
Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εξόφλησης της προκαταβολής, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο καθίσταται αυτοδικαίως ανενεργό. Η εξόφληση της προκαταβολής θεωρείται εμπρόθεσμη όταν πραγματοποιηθεί εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση στο Λήπτη της Ασφάλισης του τιμολογίου χρέωσης". Η ενάγουσα-εναγομένη επικαλούμενη την ύπαρξη του ως άνω όρου, προσκομίζοντας ταυτοχρόνως και τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, και το γεγονός ότι δεν κατέβαλε προκαταβολή, ισχυρίζεται ότι οι επίδικες συμβάσεις, ως ανενεργείς, δεν παρήγαγαν τα έννομα αποτελέσματά τους κι επομένως ουδέν ποσό οφείλει λόγω πλήρωσης της ως άνω διαλυτικής αίρεσης.
Ο ισχυρισμός της αυτός είναι απορριπτέος. Και τούτο διότι με την καθόλα νόμιμη κατάρτιση των επίδικων ασφαλιστικών συμβάσεων γεννήθηκε η υποχρέωση της ενάγουσας-εναγομένης για την καταβολή των ασφαλίστρων. Από το περιεχόμενο του ανωτέρω όρου, τόσο κατά την γραμματική του ερμηνεία όσο και κατά την τελολογική ερμηνεία του, στα πλαίσια του νομικού καθεστώτος κατ' εφαρμογή του ασφαλιστικού νόμου και της διάταξης του άρθ. 6 αυτού, καθίσταται σαφές ότι αυτός αφορά την ουσιαστική έναρξη των επίδικων ασφαλίσεων, ορίζει δηλαδή το χρόνο που συμφωνήθηκε να αρχίζει να φέρει τον κίνδυνο η εναγομένη-ενάγουσα.
Επομένως καθίσταται σαφές ότι τέθηκε υπέρ αυτής ακόμα κι αν δεν ορίζεται ρητά, αφού εντάσσεται στα πλαίσια ασφαλιστικών συμβάσεων και δη στους όρους περί της καταβολής του ασφαλίστρου αυτών. Συνέπεια της μη καταβολής της προκαταβολής, κατά τον όρο αυτό, είναι, εφόσον το ασφαλιστήριο συμβόλαιο καθίσταται ανενεργό, η μη ουσιαστική έναρξη της ασφάλισης, ήτοι ότι η ασφαλίστρια δεν φέρει τον κίνδυνο και επομένως η τυχόν επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης δεν επάγεται υποχρέωση αυτής προς καταβολή του ασφαλίσματος.
Ο ανωτέρω όρος δεν δύναται να ερμηνευτεί ως διαλυτική αίρεση η πλήρωση της οποίας θα επέφερε ανατροπή της καταρτισθείσας δικαιοπραξίας κατ' άρθρο 202 ΑΚ, αφού τέτοια ερμηνεία δεν συνάδει με το πνεύμα του ως άνω νόμου αλλά και τα συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στο χώρο των ασφαλίσεων, ούτε πολλώ μάλλον, ότι δι' αυτού ρητά συμφωνήθηκε ότι η αποδοχή της ασφαλιστικής σύμβασης εναπόκειτο στο λήπτη της ασφάλισης ο οποίος με την έμπρακτη έγκρισή του, ήτοι με την καταβολή της πρώτης δόσης θα ενεργοποιούσε την ασφαλιστική κάλυψη και ότι δεν εναπόκειται στον προτείνοντα ασφαλιστή, ως αβασίμως ισχυρίζεται η εφεσίβλητη, ενάγουσα-εναγομένη.
Και τούτο διότι οι επίδικες συμβάσεις δεν τελούσαν υπό την αίρεση της έγκρισης της εφεσίβλητης, αφού η αποδοχή περί την κατάρτιση των ασφαλιστικών συμβάσεων έλαβε χώρα ήδη με την σύμπτωση των δικαιοπρακτικών βουλήσεων των αντιδίκων περί την κατάρτιση αυτών και συμπίπτει με την τυπική έναρξή τους. Η ενεργοποίηση δε της ασφαλιστικής κάλυψης, η οποία εξαρτήθηκε από ενέργεια της ασφαλιζόμενης (ενάγουσας-εναγομένης) και δη από την καταβολή προκαταβολής εκ μέρους της, αφορά την ουσιαστική έναρξη αυτών (ασφαλιστικών συμβάσεων) κι ανάγεται στο χρόνο που συμφωνήθηκε να αρχίζει να φέρει τον κίνδυνο η εναγομένη-ενάγουσα ως ασφαλίστρια που αντιστοιχεί και στην ουσιαστική διάρκεια αυτών και δεν πρέπει να συγχέεται με την σύναψη των επίδικων συμβάσεων.
Περαιτέρω προϋπόθεση αυτονόητη για την ισχύ του όρου αυτού είναι να έχει ορισθεί μεταξύ των αντισυμβαλλομένων προκαταβολή, γεγονός που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, όπου η καταβολή του ασφαλίστρου συμφωνήθηκε να λάβει χώρα με καταβολή ισόποσων έξι δόσεων, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, δίχως να ορίζεται ειδίκότερα οτιδήποτε για προκαταβολή ασφαλίστρου.
Ακόμα όμως κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι η πρώτη δόση αποτελεί την αναφερόμενη στον όρο 6.4 προκαταβολή, η εναγομένη-ενάγουσα ρητώς παραιτήθηκε από την ισχύ του όρου αυτού, που τέθηκε υπέρ της, αφού με την από 31-7-2013 εξώδικη δήλωσή της προς την ενάγουσα-εναγομένη, ήτοι μετά το πέρας του συμφωνηθέντος χρόνου καταβολής της πρώτης δόσης, δηλώνει σε αυτήν ότι οι επίδικες συμβάσεις "...παραμένουν ενεργές, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες με όλα τα εκ των συμβάσεων αυτών απορρέοντα, εκατέρωθεν, δικαιώματα και υποχρεώσεις.", παραίτηση που ήταν προς όφελος της ενάγουσας-εναγομένης αφού επαυξάνει τα δικαιώματα αυτής ως ασφαλισμένης κι αποτελεί έμπρακτη και συνειδητή αποδοχή της ασφαλιστικής κάλυψης της τελευταίας χωρίς την προϋπόθεση της καταβολής της πρώτης δόσης των ασφαλίστρων.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι ο ως άνω όρος αποτελεί διαλυτική αίρεση που εκπληρώθηκε, με αποτέλεσμα την ανατροπή των επίδικων συμβάσεων κατά την 9-1-2013 ("της παρόδου μηνός από την 10-12-2013"), ανατροπή που ως συνέπεια έχει να μην οφείλονται τα αιτούμενα από την εναγομένη-ενάγουσα ασφάλιστρα κι έκανε εν μέρει δεκτή την υπό στοιχ.
Α αγωγή, απέρριψε δε την υπό στοιχ. Β αγωγή, έσφαλε, και πρέπει να εξαφανισθεί δεκτών γενομένων ως ουσία βάσιμων των τριών πρώτων λόγων της έφεσης. Εν συνεχεία οι ανωτέρω αγωγές πρέπει να κρατηθούν και να συνεκδικασθούν από το παρόν Δικαστήριο. Αμφότερες είναι ορισμένες και νόμιμες στηριζόμενες η μεν υπό στοιχ.
Α αγωγή στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 6, 22 v 2496/1997, 361 ΑΚ, 68 και 70 ΚΠολΔ, η δε υπό στοιχ. Β αγωγή στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 6, 22 ν 2496/1997, 340, 341, 345, 346, 361 του ΑΚ. Ακολούθως και σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκε η κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων καθώς και η παρέλευση των συμφωνηθέντων δήλη ημερών καταβολής των δόσεων των ασφαλίστρων δίχως να λάβει χώρα καταβολή αυτών, πρέπει η υπό στοιχ.
Α αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη στο σύνολό της, να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η υπό στοιχ. Β αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγομένη αυτής να καταβάλει στην ενάγουσα καθεμία συμβατικώς ορισθείσα δόση των ασφαλίστρων αμφοτέρων των επίδικων συμβάσεων με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημερομηνίας που έπρεπε να καταβληθεί, ήτοι να υποχρεωθεί να καταβάλει ι.
ποσό 47.895,83 €, ήτοι ποσό 27.729,17 € ως πρώτη δόση του με αριθμού ...-2013 ασφαλιστηρίου και ποσό 20.166,66 € ως πρώτη δόση του με αριθμού ...-2013 ασφαλιστηρίου, που ήταν καταβλητέες τέλη Ιουνίου 2013, με το νόμιμο τόκο από 1-7-2013, ιι. ποσό 47.895,83 €, ήτοι ποσό 27.729,17 € ως δεύτερη δόση του με αριθμού ...-2013 ασφαλιστηρίου και ποσό 20.166,66 € ως δεύτερη δόση του με αριθμού ...-2013 ασφαλιστηρίου, που ήταν καταβλητέες τέλη Αυγούστου 2013, με το νόμιμο τόκο από 1-9-2013, ιιι.
ποσό 47.895,84 € ήτοι ποσό 27.729,17 € ως τρίτη δόση του με αριθμού ...-2013 ασφαλιστηρίου και ποσό 20.166,67 € ως τρίτη δόση του με αριθμού ...-2013 ασφαλιστηρίου, που ήταν καταβλητέες τέλη Οκτωβρίου 2013, με το νόμιμο τόκο από 1-11-2013, iν. ποσό 47.895,83 € ήτοι ποσό 27.729,17 € ως τέταρτη δόση του με αριθμού ...-2013 ασφαλιστηρίου και ποσό 20.166,66 € ως τέταρτη δόση του με αριθμού ...-2013 ασφαλιστηρίου, που ήταν καταβλητέες τέλη Δεκεμβρίου 2013, με το νόμιμο τόκο από 1-1-2014, ν.
ποσό 47.895,83 € ήτοι ποσό 27.729,17€ ως πέμπτη δόση του με αριθμού ...-2013 ασφαλιστηρίου και ποσό 20.166,66 € ως πέμπτη δόση του με αριθμού ...-2013 ασφαλιστηρίου, που ήταν καταβλητέες τέλη Φεβρουαρίου 2014, με το νόμιμο τόκο από 1-3-2014 και νi. ποσό 47.895,83 €, ήτοι ποσό 27.729,17 € ως έκτη δόση του με αριθμού ...-2013 ασφαλιστηρίου και ποσό 20.166,66 € ως έκτη δόση του με αριθμού ...-2013 ασφαλιστηρίου, που ήταν καταβλητέες τέλη Απριλίου 2014, με το νόμιμο τόκο από 1-5-2014".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα εκκαλούμενη απόφαση, δίκασε τις αντίθετες αγωγές των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας περί αναγνώρισης της ακυρότητας της επίδικης σύμβασης ασφάλισης, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης περί καταβολής των ασφαλίστρων της επίδικης σύμβασης ασφάλισης και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 287.374,98 ευρώ με το νόμιμο τόκο που αναφέρεται ειδικότερα στην απόφαση.
Όπως προκύπτει από το ως άνω αναλυτικώς εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό, ότι εφόσον δεν προέβη στην προβλεπόμενη από τον όρο 6.4 των γενικών όρων των ασφαλιστηρίων προκαταβολή ασφαλίστρων, οι επίδικες συμβάσεις, ως ανενεργείς, δεν παρήγαγαν τα έννομα αποτελέσματά τους κι επομένως ουδέν ποσό οφείλει λόγω πλήρωσης της ως άνω διαλυτικής αίρεσης, με δύο επάλληλες (κύρια και επικουρική) αιτιολογίες. Συγκεκριμένα, με την πρώτη επάλληλη αιτιολογία δέχθηκε, προβαίνοντας σε ερμηνεία του πιο πάνω όρου, ότι ο όρος αυτός δεν τέθηκε ως διαλυτική αίρεση, η πλήρωση της οποίας θα επέφερε ανατροπή της καταρτισθείσας δικαιοπραξίας κατ' άρθρο 202 ΑΚ, ούτε ότι με αυτόν ρητά συμφωνήθηκε ότι η αποδοχή της ασφαλιστικής σύμβασης εναπόκειτο στο λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος με την έμπρακτη έγκρισή του, ήτοι με την καταβολή της πρώτης δόσης, θα ενεργοποιούσε την ασφαλιστική κάλυψη, καθόσον, όπως δέχθηκε, μόνη συνέπεια της μη καταβολής της προκαταβολής ήταν η μη ουσιαστική έναρξη της ασφάλισης, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την σύναψη των επίδικων συμβάσεων, με τη νόμιμη κατάρτιση των οποίων γεννήθηκε και η υποχρέωση της αναιρεσείουσας για την καταβολή των ασφαλίστρων.
Εξάλλου, με τη δεύτερη επάλληλη (επικουρική) αιτιολογία δέχθηκε ότι, σε κάθε περίπτωση, προϋπόθεση για την ισχύ του όρου αυτού ήταν να έχει ορισθεί μεταξύ των αντισυμβαλλομένων προκαταβολή, γεγονός που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, όπου η καταβολή του ασφαλίστρου συμφωνήθηκε να λάβει χώρα με καταβολή ισόποσων έξι δόσεων, δίχως να ορίζεται ειδίκότερα οτιδήποτε για προκαταβολή ασφαλίστρου, εφόσον δε ήθελε θεωρηθεί ότι η πρώτη δόση αποτελεί την αναφερόμενη στον όρο 6.4 προκαταβολή, η εναγομένη-ενάγουσα ρητώς παραιτήθηκε από την ισχύ του όρου αυτού, που τέθηκε υπέρ της, αφού με την από 31-7-2013 εξώδικη δήλωσή της προς την ενάγουσα-εναγομένη, ήτοι μετά το πέρας του συμφωνηθέντος χρόνου καταβολής της πρώτης δόσης, δήλωσε στην αναιρεσείουσα ότι οι επίδικες συμβάσεις "...παραμένουν ενεργές, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες με όλα τα εκ των συμβάσεων αυτών απορρέοντα, εκατέρωθεν, δικαιώματα και υποχρεώσεις".
Με τους τρεις πρώτους λόγους της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361, 202, 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και συγκεκριμένα παρά την σαφή και πλήρη συμφωνία των διαδίκων για ακυρότητα της ένδικης σύμβασης ασφάλισης, στην περίπτωση μη καταβολής της συμφωνηθείσας προκαταβολής, εν τούτοις το Εφετείο ερμηνεύοντας τον σχετικό όρο της σύμβασης, δέχθηκε ότι ένδικη σύμβαση ασφάλισης είναι έγκυρη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει τα οφειλόμενα ασφάλιστρα.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι προεχόντως αλυσιτελείς και συνεπώς απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί πλήττουν μόνο την πρώτη επάλληλη αιτιολογία της απόφασης, με την οποία έγινε η ερμηνεία του αναφερόμενου όρου της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, ενώ δεν πλήττουν καθόλου τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία, με την οποία έγινε δεκτό ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής ο ανωτέρω όρος προκαταβολής και ακυρότητας της σύμβασης σε περίπτωση μη τήρησής του, αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν συνομολογήθηκε προκαταβολή και σε κάθε περίπτωση η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε από το συγκεκριμένο όρο, η κρίση δε αυτή του Εφετείου στηρίζει αυτοτελώς και ισοδύναμα το διατακτικό της απόφασης του.
Η προβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα αιτίαση περί αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απαράδεκτη, αφού στην περίπτωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση κύρια αιτιολογία και επικουρική και αντίφαση των δύο αυτών αιτιολογιών, δεν δημιουργείται ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι και στις δυο συγχρόνως αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μια από αυτές και μάλιστα προεχόντως στην κύρια και επιβοηθητικώς στην επικουρική.
Σε κάθε περίπτωση, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 202, 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι, ειδικότερα, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο ανελέγκτως διαπίστωσε, εμμέσως, αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων σχετικά με την έννοια του όρου της ασφαλιστικής σύμβασης περί ακυρότητάς της σε περίπτωση της μη καταβολής της ορισθείσας προκαταβολής και και για το λόγο αυτό ορθά προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς διακρίβωση της αληθούς βουλήσεώς τους με βάση τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, κρίνοντας τη σύμβαση έγκυρη και υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη τα οφειλόμενα ασφάλιστρα, το εν λόγω δε πόρισμα στο οποίο κατέληξε είναι σύμφωνο με τα κριτήρια που θέτουν οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες, οι οποίοι επιτάσσουν την αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλόμενων υπό το πρίσμα των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, ενώ συγχρόνως διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την ερμηνεία του σχετικού όρου της σύμβασης. Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται με πληρότητα, ότι με βάση την γραμματική και τελολογική ερμηνεία του υπ' αριθ. 6. 4 γενικού ασφαλιστικού όρου των επίδικων συμβάσεων ασφάλισης:
α] είναι σαφές ότι ο όρος των συμβάσεων, ότι σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εξόφλησης της προκαταβολής, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο καθίσταται αυτοδικαίως ανενεργό, αφορά την ουσιαστική έναρξη των επίδικων ασφαλίσεων, ορίζει δηλαδή το χρόνο που συμφωνήθηκε να αρχίσει να φέρει τον κίνδυνο η ασφαλίστρια, β] είναι σαφές ότι ο επίδικος όρος τέθηκε υπέρ της ασφαλίστριας, ακόμη και αν δεν ορίσθηκε ρητά, αφού εντάσσεται στο πλαίσιο των ασφαλιστικών συμβάσεων και δη στους όρους περί καταβολής των ασφαλίστρων αυτών, γ] συνέπεια της μη εξόφλησης της προκαταβολής, κατά τον όρο αυτό, είναι, εφόσον το ασφαλιστήριο συμβόλαιο καθίσταται ανενεργό, η μη ουσιαστική έναρξη της ασφάλισης, δηλαδή η ασφαλίστρια δεν φέρει τον κίνδυνο και δεν έχει υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, δ] ο όρος αυτός δεν δύναται να ερμηνευθεί ως διαλυτική αίρεση, η πλήρωση της οποίας θα επέφερε την ανατροπή της δικαιοπραξίας, αφού τέτοια ερμηνεία δεν συνάδει με το πνεύμα του ως άνω νόμου, αλλά και τα συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στο χώρο των ασφαλίσεων, ε] η ενεργοποίηση των ασφαλιστικών συμβάσεων με την καταβολή της προκαταβολής αφορά την ουσιαστική έναρξη των ασφαλίσεων, δηλαδή τον χρόνο έναρξης της ανάληψης του ασφαλιστικού κινδύνου και όχι την σύναψη των ένδικων συμβάσεων ασφάλισης.
Επομένως, οι τρεις πρώτοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης τελεί, σύμφωνα με την άνω διάταξη, υπό την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 47 ΚΠολΔ, κατά την οποία "απόφαση πολυμελούς ή μονομελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, το ίδιο δε ισχύει και για τις αποφάσεις του πολυμελούς πρωτοδικείου, σχετικά με τις υποθέσεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα του μονομελούς".
Η τελευταία αυτή διάταξη, ως εκ του δικαιολογητικού λόγου της, που έγκειται στην έλλειψη ανάγκης δικαστικής προστασίας στην περίπτωση που η υπόθεση δικάστηκε από δικαστήριο, που είναι μεν αναρμόδιο, αλλά συγκεντρώνει κατά τεκμήριο περισσότερες εγγυήσεις ορθοκρισίας, εφαρμόζεται αναλόγως πέραν των αναφερομένων ρητώς στο άρθρο 47 ΚΠολΔ, περιπτώσεων και σε κάθε άλλη περίπτωση που η υπόθεση δικάστηκε από αναρμόδιο μεν καθ' ύλην, πλην όμως ανώτερο δικαστήριο, δεδομένου ότι πρόκειται για αξιολογικώς όμοια, κατά τα ουσιώδη, κατάσταση προς αυτήν που ρητά ρυθμίζεται [ΑΠ 185/2020, ΑΠ 369/2012].
Από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, αναφερόμενος σε παραδοχή της καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου. Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης, που υπάγεται κατά το άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ.
στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ένσταση καθ' ύλην αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκε στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία είχε προτείνει πρωτοδίκως και επανέφερε νομότυπα με τις προτάσεις της, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, είναι απαράδεκτος, αφού η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα να επιληφθεί της έφεσης, αλλά αφορά στην έλλειψη υλικής αρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο [ΑΠ 311/2020].
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο εναγόμενος μπορεί ως εφεσίβλητος προς απόκρουση της εφέσεως να προτείνει στην κατ' έφεση δίκη για πρώτη φορά νέους πραγματικούς ισχυρισμούς ή να επαναφέρει με τις προτάσεις του αυτούς που προτάθηκαν πρωτοδίκως και απορρίφθηκαν (AΠ 1540/2003). Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν θα ασχοληθεί με τους ισχυρισμούς αυτούς στο στάδιο που εξετάζει τους λόγους της έφεσης, αλλά αν δεχθεί την έφεση και εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και εισέλθει στην ουσία της διαφοράς, τότε έχει αρμοδιότητα και καθήκον να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που ο εφεσίβλητος έχει επαναφέρει με τις προτάσεις του στην κατ' έφεση δίκη. Τυχόν αντίθετη παραδοχή, κατά την οποία ο νικήσας διάδικος φέρει το βάρος και την πρόνοια να ασκήσει έφεση, διότι απορρίφθηκαν οι ενστάσεις του θα προσέκρουε στην οικονομία της δίκης.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα [αγωγές, ανακοπές κ.λπ.] ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία [ολΑΠ 1/2019, ΑΠ 1436/2023]. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 540/2017), ΑΠ 2077/2014, ΑΠ 60/2011). Ως αιτιολογικό δηλαδή κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 911/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, προς απόκρουση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, προέβαλε ενώπιον του πρωτοδικείου την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος, προς θεμελίωση της οποίας επικαλέστηκε τα εξής: "Έτι επικουρικότερα, επικαλούμαστε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης των αγωγικών αξιώσεών της, διότι η αντίδικος δεν άσκησε το αγωγικό της δικαίωμα εν όσω διέτρεχε τον κίνδυνο να χρειαστεί να καλύψει ασφαλιστικό κίνδυνο, παρά εκ του ασφαλούς ανέμενε να παρέλθει ο ασφαλιστικός χρόνος των ένδικων συμβάσεων, ώστε να ασκήσει το δικαίωμά της μόλις θα ήταν σίγουρη ότι δεν θα προκύψει υποχρέωσή της για ασφαλιστική κάλυψη.
Είναι πρόδηλο πως σε αντίθετη περίπτωση ανταξίωσής της θα υποστήριζε ότι δεν έχει καταρτισθεί μεταξύ μας ασφαλιστική σύμβαση". Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ως άνω ένσταση ως μη νόμιμη, ακολούθως δε, όπως αναφέρθηκε, έκανε δεκτή την αγωγή της αναιρεσείουσας, ενώ απέρριψε την αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Μετά την άσκηση από την αναιρεσίβλβητη έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, η αναιρεσείουσα, ως εφεσίβλητη, με τις υποβληθείσες προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου επανέφερε προς απόκρουση της έφεσης την πιο πάνω ένσταση, την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε, με την αιτιολογία ότι απαραδέκτως επαναφέρθηκε με τις προτάσεις, καθόσον έπρεπε να επαναφερθεί με λόγο έφεσης.
Ωστόσο, υπό το εκτεθέν ως άνω περιεχόμενο, η εν λόγω ένσταση τυγχάνει μη νόμιμη, διότι τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα προς θεμελίωση αυτής πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν κρίνονται ικανά να δημιουργήσουν ευλόγως στην αναιρεσείουσα την πεποίθηση ότι η αναιρεσίβλητη δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της για την καταβολή των ληξιπρόθεσμων ασφαλίστρων ούτε και καθιστούν για την αναιρεσείουσα αδικαιολόγητη και ιδιαίτερα επαχθή, την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, με συνέπεια να μην πληρούται το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, με την έννοια της προφανούς αντίθεσης στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Ενόψει αυτών, το Εφετείο, το οποίο έπρεπε να απορρίψει την παραπάνω ένσταση της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη, απορρίπτοντας αυτήν ως απαράδεκτη, σε ορθό κατ' αποτέλεσμα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατέληξε, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία. Κατόπιν αυτού, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα κήρυξε απαράδεκτη την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος [άρθρο 281 ΑΚ], που νομότυπα πρόβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε νομότυπα με τις προτάσεις της, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, καθόσον δεν συντρέχει στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας έννομο συμφέρον, ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο ως προς τις αιτιολογίες της, αφού η απόρριψη στη προκειμένη περίπτωση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ως άνω ένστασης ως απαράδεκτης αντί της απόρριψης αυτής ως νόμω αβάσιμου είναι ευμενέστερη για την αναιρεσείουσα.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176. 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, ο Άρειος Πάγος διατάσσει, με την αναιρετική απόφασή του, επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, ευχέρεια, η οποία παρασχέθηκε από το νομοθέτη προς αποφυγή νέων δικαστικών αγώνων για την αποκατάσταση της πριν από την αναίρεση κατάστασης. Η σχετική αίτηση πρέπει να υποβάλλεται αποκλειστικά και μόνο από τον αναιρεσείοντα, όχι δε και από τον αναιρεσίβλητο ή τον προσθέτως παρεμβαίνοντα και να είναι σαφής και ορισμένη, εξετάζεται δε μόνο αν αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση [ΑΠ 45/2022].
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις από 9-8-2024 προτάσεις της, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, με την επιστροφή του ποσού των 508.649, 38 ευρώ, το οποίο κατέβαλε εκούσια σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 -9-2022 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΓΕ Ελλάδος Βιομηχανία Γάλακτος Μονοπρόσωπη Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθ. 3927/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ