Legislator Case Law & Legislation
1658/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against jurisdictional dismissal in cross-border tort case involving Greek plaintiffs and US defendant.

Case Number 1658/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final judgment dismissing a tort claim based on lack of international jurisdiction. The plaintiffs, Greek residents, sued a US-based company for damages arising from an accident, while the lower court found no sufficient connection to Greece. The Court ruled that the appeal was procedurally valid and that the lower court's jurisdictional assessment required re-examination by a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal against a jurisdictional dismissal if the connecting factors for the applicable law under Rome II Regulation suggest a close link to the forum, necessitating a new trial to determine jurisdiction.

Keywords

AI generated
international jurisdiction Rome II Regulation tort claim dismissal appeal admissibility connecting factors direct damage location retrial by new panel

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 3 of the Code of Civil Procedure
Article 4 of the Code of Civil Procedure
Rome II Regulation Article 4
Rome II Regulation Article 5

Cited Case Law

AI generated
Case C-45/2013
Case C-350/14
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1658 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1658/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Μ. του Α., χήρας Α. Ζ., που ενεργεί ατομικά για τον εαυτό της και ως ασκούσα την γονική μέριμνα και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της: (α) Κ. Ζ. του Α. και (β) Ε. - Α. Ζ. του Α., απάντων κατοίκων ..., 2) Κ. Ζ. του Α., κατοίκου ... νομού ..., 3) Π., συζύγου Κ. Ζ., το γένος Α. Χ., κατοίκου ... ..., 4) Α. Ζ. του Κ., κατοίκου Αθήνας και 5) Ν. Ζ. του Κ., κατοίκου ... .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μόσχο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) πολυεθνικής εταιρίας με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει, άλλως είναι εγκατεστημένη στην πόλη ... της Πολιτείας ... των ΗΠΑ και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρίας με την επωνυμία "..." (...), θυγατρικής της πρώτης εναγόμενης που διατηρεί ειδική εμπορική έδρα στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Στυλιανού, ο οποίος ανακάλεσε την από 1-10-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-01-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 312/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 4044/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-09-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 4044/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 22.2.2019 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 312/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας την από 18.1.2017 αγωγή των αναιρεσειόντων, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 3 παρ.1 ΚΠολΔ "στη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου Κώδικα "τα δικαστήρια ερευνούν την έλλειψη δικαιοδοσίας και αυτεπαγγέλτως στις περιπτώσεις των άρθρων 1 και 2.

στις περιπτώσεις του άρθρου 3 την ερευνούν αυτεπαγγέλτως, αν ο εναγόμενος δεν παρίσταται στην πρώτη συζήτηση ή αν πρόκειται για διαφορές που αφορούν ακίνητα που βρίσκονται στο εξωτερικό. Το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ή την αίτηση, αν δεν έχει δικαιοδοσία". Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι καθιερώνεται διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών δικαστηρίων επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την Ελληνική πολιτεία με κάποιο στοιχείο, που θεμελιώνει δωσιδικία και δη αρμοδιότητα κάποιου Ελληνικού Δικαστηρίου (ΑΠ 462/2021).

Αρκεί, δηλαδή, να υπάρχει κατά τόπο αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου, ανεξάρτητα αν αυτή στηρίζεται σε γενική (ΚΠολΔ 22- 26) ή ειδική (ΚΠολΔ 27- 40) δωσιδικία. Κατά το άρθρο 35 ΚΠολΔ διαφορές από αδικοπραξία μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός ή επίκειται η επέλευσή του.

Η ανωτέρω διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ.1 ν.3994/2011, θεσπίστηκε με σκοπό να καταστούν αρμόδια για τις αδικοπρακτικές αξιώσεις και τα δικαστήρια του τόπου της αδικοπραξίας, διότι το δικαστήριο όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, είναι το πλέον κατάλληλο για να εκδικάσει κάθε διαφορά από αδικοπραξία, λόγω της μεγάλης εγγύτητάς του με αυτή, λύση που εναρμονίζεται, εξάλλου, με το άρθρο 5 παρ.3 του Κανονισμού (ΕΕ) 44/2001 και επαναλαμβάνεται στο άρθρο 7 παρ.2 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/12, που κατάργησε και αντικατέστησε τον ανωτέρω Κανονισμό 44/2001.

Κατά την αιτιολογική έκθεση του ν. 3994/2011 δεν κρίθηκε σκόπιμη περαιτέρω διευκρίνιση του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός ("ή επήλθε το ζημιογόνο αποτέλεσμα") επειδή ο σχετικός όρος δεν έχει ακόμα αποκρυσταλλωθεί στη νομολογία του ΔΕΕ, όσον αφορά δε γενικότερα στις αδικοπραξίες φαίνεται ορθότερο να επαφίεται στα δικαστήρια η ερμηνεία και η εννοιολογική του οριοθέτηση, ιδίως όταν πρόκειται για αδικοπραξία, η οποία δεν στοιχειοθετεί ποινικό αδίκημα, τα οποία (δικαστήρια) θα λαμβάνουν υπόψη τους και τις σχετικές εξελίξεις στη νομολογία του ΔΕΕ, αναφορικά με την ερμηνεία των αντίστοιχων παρόμοιων ρυθμίσεων του προαναφερόμενου Κανονισμού, της Σύμβασης των Βρυξελλών και της Σύμβασης Λουγκάνο.

Εφόσον δε ο Κανονισμός 1215/2012 κατήργησε και αντικατέστησε τον Κανονισμό 44/2001, ο οποίος, με τη σειρά του, είχε αντικαταστήσει τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις για την προσχώρηση των νέων κρατών μελών στη Σύμβαση αυτή, η ερμηνεία την οποία έδωσε το ΔΕΕ, όσον αφορά τις διατάξεις των τελευταίων αυτών νομοθετημάτων, ισχύει και για τον κανονισμό 1215/2012, αφού οι διατάξεις αυτές μπορούν να χαρακτηριστούν ως "ισοδύναμες" (βλ.

απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Tibor-Trans, C-451/18, EU:C:2019:635, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, "με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους".

Κατά δε το άρθρο 5 παρ.1 του ίδιου ως άνω Κανονισμού "Τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε κράτος μέλος μπορούν να εναχθούν ενώπιον του δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του παρόντος κεφαλαίου". Σύμφωνα με το άρθρο 7, που περιλαμβάνεται στο τμήμα 2 του Κανονισμού "πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1) α)...., β)......, γ)......, 2) ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός".

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων και σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις 4, 15 και 16 του Κανονισμού, του οποίου σκοπός είναι η ενοποίηση των κανόνων σύγκρουσης δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις με τη θέσπιση κανόνων περί διεθνούς δικαιοδοσίας, οι οποίοι παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας, παρέχοντας στον μεν ενάγοντα τη δυνατότητα να προσδιορίζει ευχερώς το δικαστήριο στο οποίο μπορεί να ασκήσει αγωγή, στον δε εναγόμενο τη δυνατότητα να προβλέπει ευλόγως το δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να εναχθεί (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Feniks, C-337/17, EU:C:2018:805, σκέψη 34), η δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου θα πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των εναγομένων δικαιολογεί άλλο συνδετικό στοιχείο.

Ως παρέκκλιση από τη δωσιδικία των δικαστηρίων του κράτους μέλους εντός του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, η οποία αποτελεί τον γενικό κανόνα, ο κανόνας περί βάσης ειδικής διεθνούς δικαιοδοσίας ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ο οποίος διατυπώνεται στο άρθρο 7, σημείο 2, του κανονισμού, χρήζει στενής ερμηνείας (πρβλ.

απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, Kerr, C-25/18, EU:C:2019:376, σκέψεις 21 και 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Αυτός ο κανόνας ειδικής δωσιδικίας στηρίζεται στην ύπαρξη ιδιαιτέρως στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός, βάσει του οποίου δικαιολογείται η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών για λόγους εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής οργάνωσης της δίκης (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2017, Bolagsupplysningen και Ilsjan, C-194/16, EU:C:2017:766, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

Εξάλλου, η έκφραση "τόπος όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός" δηλώνει τόσο τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, όσο και τον τόπο όπου επήλθε η ζημία, δηλαδή ο τόπος στον οποίο εμφανίζεται με συγκεκριμένο τρόπο η ζημία που προκλήθηκε. Και οι δύο αυτοί τόποι μπορούν, αναλόγως των περιστάσεων, να παράσχουν ιδιαιτέρως χρήσιμα στοιχεία όσον αφορά τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας και την οργάνωση της δίκης (απόφαση της 17ης Ιουνίου 2021, c-800/2019, απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2017, Bolagsupplysningen και Ilsjan, C-194/16, EU:C:2017:766, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

Ειδικότερα δε, από τη νομολογία του ΔΕΕ σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία ως προς τις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας προκύπτει ότι ο τόπος όπου πραγματοποιήθηκε η ζημία είναι εκείνος στον οποίο εκδηλώθηκε η αρχική ζημία που υπέστησαν οι άμεσα ζημιωθέντες (πρβλ. απόφαση της 10ης Μαρτίου 2022, C-498/2020, σκέψη 59, απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1990, C-220/88, σκέψη 22).

Τα ανωτέρω ισχύουν και για τις αστικές και εμπορικές υποθέσεις στις οποίες εμφανίζεται στοιχείο αλλοδαπότητας προς την κατεύθυνση ορισμένων χωρών της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών, (Ισλανδία, Νορβηγία και Ελβετία), για τις οποίες εφαρμόζεται η σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που υπογράφτηκε στο Λουγκάνο στις 30.10.2007 (Σύμβαση Λουγκάνο), η οποία αντικατέστησε την κυρωθείσα με το ν. 2460/1997 προϊσχύουσα ομώνυμη σύμβαση της 16.9.1988 και η οποία εμπεριέχει διατάξεις όμοιες προς εκείνες του Κανονισμού 44/2001 και ήδη Κανονισμού 1215/2012.

Μάλιστα κατά το άρθρο 1 του αναθεωρημένου Πρωτοκόλλου για την ομοιόμορφη ερμηνεία της Σύμβασης Λουγκάνο τα δικαστήρια των συμβαλλόμενων κρατών κατά την ερμηνεία των διατάξεων λαμβάνουν υπόψη τις αρχές που έθεσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), ερμηνεύοντας τις αντίστοιχες διατάξεις της Σύμβασης Βρυξελλών και του Κανονισμού 44/2001.

Κατά την ανωτέρω Σύμβαση Λουγκάνο, η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του συμβαλλόμενου κράτους, στο έδαφος του οποίου ο εναγόμενος έχει την κατοικία του, αποτελεί τη γενική αρχή (άρθρο 2 της Σύμβασης), μόνο δε κατά παρέκκλιση, προβλέπει η Σύμβαση, περιοριστικά απαριθμούμενες περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο εναγόμενος, κατά περίπτωση, δύναται (στις ειδικές δικαιοδοσίες) ή οφείλει (στις αποκλειστικές δικαιοδοσίες ή στην περίπτωση παρέκτασης της δικαιοδοσίας) να εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου άλλου συμβαλλόμενου Κράτους.

Το άρθρο 5 προβλέπει περιπτώσεις ειδικής δωσιδικίας, κατά τις οποίες ο ενάγων δύναται, κατόπιν επιλογής, να εναγάγει τον εναγόμενο σε τόπο άλλον από αυτόν της κατοικίας του τελευταίου, για τον λόγο ότι υπάρχει στενός σύνδεσμος μεταξύ της διαφοράς και του δικαστηρίου, το οποίο δύναται να κληθεί να επιληφθεί αυτής, προς το σκοπό της αποτελεσματικής εκδίκασης της υπόθεσης και της οικονομίας της δίκης.

Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνεται και η ειδική δωσιδικία "του δικαστηρίου του τόπου, όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός", ως προς τις ενοχές από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία (άρθρο 5 σημ.3). Η έννοια της ενοχής από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία, καθορίζεται με αυτόνομα (κοινοτικά) κριτήρια και περιλαμβάνει κάθε απαίτηση, με την οποία τίθεται ζήτημα ευθύνης του εναγομένου και δεν αφορά "διαφορές από σύμβαση" κατά την έννοια του άρθρου 5 σημ.1 της Σύμβασης.

Στην έννοια της αδικοπραξίας εμπίπτουν διάφοροι τύποι αδικημάτων, όπως προσβολή του γενικού δικαιώματος της προσωπικότητας κ.ά., όχι μόνον κατ` αυτού ο οποίος προξένησε τη ζημία, αλλά και εναντίον παντός άλλου αστικώς υπευθύνου για παράνομη πράξη τρίτου. Η έννοια της έκφρασης "τόπος, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός", δεν είναι πάντοτε σαφής.

Τούτο δε είναι εσκεμμένο, διότι κρίθηκε από τους συντάκτες της ότι η Σύμβαση δεν έπρεπε να προσδιορίσει ρητώς αν ο τόπος αυτός είναι ο τόπος, όπου έχει παραχθεί το ζημιογόνο γεγονός ή ο τόπος επέλευσης της ζημίας. Για τον προσδιορισμό του "τόπου επέλευσης της ζημίας" έχει σημασία ο καθορισμός της "ζημίας", η οποία είναι ληπτέα υπ` όψη.

Ως "ζημία" δε και κατά τον Κανονισμό 1215/2012 και κατά τη Σύμβαση Λουγκάνο, νοείται η βλάβη της περιουσίας ή του προσώπου του ενάγοντος, η οποία τελεί σε άμεση και αιτιώδη συνάφεια προς το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή την παράνομη συμπεριφορά, η οποία αποδίδεται στον εναγόμενο, όχι δε η έμμεση ή η απώτερη ή εξ αντανακλάσεως ζημία, την οποία υποστηρίζει, ότι υφίσταται ο ενάγων.

Κατά συνέπεια "ο τόπος, στον οποίο επήλθε η ζημία", είναι ο τόπος στον οποίο το ζημιογόνο γεγονός προκάλεσε στον ενάγοντα ζημία υπό την προεκτεθείσα έννοια. Συνακόλουθα, αν, εκτός από τον τόπο στον οποίο εμφανίσθηκε η αρχική ζημία, εμφανίσθηκε και άλλη (περαιτέρω) ζημία, η οποία αποτελεί τη συνέπεια της αρχικώς επελθούσας ζημίας, αλλά σε άλλον τόπο, ο οποίος ανήκει σε έτερο συμβαλλόμενο Κράτος, ο τελευταίος δεν θεμελιώνει διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του Κράτους αυτού.

Συνακόλουθα, από την άποψη αυτή, στερείται αυτοτελώς σημασίας ο τόπος στον οποίο επήλθε μία περαιτέρω ζημία (ΑΠ 711/2011, ΑΠ 1551/2003). Το αυτό ισχύει και για την ηθική βλάβη. Ο τόπος όπου ο ενάγων (ακόμη και τυχαίως) πληροφορήθηκε την ζημία και αισθάνθηκε τη θλίψη και στενοχώρια στερείται, από την άποψη αυτή, αυτοτελώς, σημασίας για τον αυτόν λόγο, για τον οποίο στερείται και ο τόπος της περαιτέρω ζημίας (ΑΠ 1738/2009).

Ωστόσο, το αν η επικαλούμενη ως επελθούσα ζημία είναι άμεση και, συνεπώς, ο τόπος επελεύσεως αυτής θεμελιώνει, κατά τα ανωτέρω, τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του τόπου αυτού, θα κριθεί σε σχέση με το πρόσωπο που ασκεί τη σχετική αξίωση. Επομένως, στην περίπτωση που ενάγων είναι ο φορέας του δικαιώματος ή του έννομου αγαθού που προσβλήθηκε με την αδικοπραξία, ήτοι με αυτό καθ' εαυτό το ζημιογόνο γεγονός, όταν η άμεση, υπό την ανωτέρω έννοια, δηλαδή υπό την πρώτη υλική της εκδήλωση εμφανισθείσα (βλ.

ΑΠ 1551/2003), προσωπική ή περιουσιακή ζημία επήλθε σ' αυτόν σ' ένα τόπο, ο τόπος αυτός (της άμεσης ζημίας) θεμελιώνει διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του Κράτους αυτού, ανεξαρτήτως της επελεύσεως στον (ίδιο) ενάγοντα άλλης περαιτέρω ζημίας, άμεσης ή έμμεσης, υλικής ή ηθικής, σε έναν άλλον τόπο, ο οποίος ανήκει σε έτερο συμβαλλόμενο Κράτος, και, ως εκ τούτου, ο τελευταίος δεν θεμελιώνει διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του Κράτους αυτού και στερείται επομένως, από την άποψη αυτή, σημασίας.

Με τον τρόπο αυτό αποκλείεται η δυνατότητα του ενάγοντος να εφευρίσκει επιτυχώς, υπό την επίκληση επιγενόμενης βλάβης, ευνοϊκές γι' αυτόν συντρέχουσες δωσιδικίες, Άλλως έχουν τα πράγματα, όμως, όσον αφορά την ψυχική οδύνη που υφίσταται κάποιος, λόγω του επισυμβάντος, συνεπεία της αδικοπραξίας, θανάτου συγγενικού του προσώπου, το οποίο, μετά το θάνατό του, δεν μπορεί να είναι πλέον υποκείμενο δικαιωμάτων (και υποχρεώσεων) και, συνεπώς, να έχει αξιώσεις κατά του αδικοπρακτήσαντος.

Στην περίπτωση αυτή, οι συγγενείς του θανόντος έχουν εξ ιδίου δικαίου προσωπική αξίωση κατά του υπαιτίου, αφού η πρόκληση ψυχικής οδύνης αποτελεί πρωτογενή, ευθεία και άμεση προσβολή του προσώπου τους και, ως εκ τούτου, ο τόπος επελεύσεως αυτής είναι σημαντικός για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος αυτός, για την εκδίκαση της αντίστοιχης αξίωσής τους.

Αποτελεί, δηλαδή, η πρόκληση ψυχικής οδύνης ευθεία προσβολή του προσώπου των οικείων του θανόντος, ξεχωριστή και ανεξάρτητη από την, επίσης, πρωτογενή προσβολή που υπέστη ο τελευταίος, χωρίς να μπορεί η ψυχική αυτή οδύνη να θεωρηθεί, εξ αιτίας της προηγηθείσας προσβολής του θανόντος, ως έμμεση ζημία, καθόσον η συμπεριφορά του αδικοπρακτούντος, αυτοτελώς θεωρούμενη, συνιστά και έναντι αυτών αυτοτελή λόγο υποχρεώσεως για χρηματική ικανοποίηση (και αποζημίωση), χωρίς η προκληθείσα ψυχική οδύνη να προϋποθέτει κάποια άλλη ζημία των παραπάνω προσώπων, ώστε να χαρακτηριστεί συνέπεια αυτής και, συνακόλουθα, ως έμμεση ως προς τη ζημία αυτή.

Και βέβαια, τόπος επελεύσεως της ψυχικής οδύνης δεν είναι ο τόπος, όπου τυχαία ευρισκόμενο το πρόσωπο πληροφορήθηκε το θάνατο του συγγενούς του και αισθάνθηκε το πρώτον ψυχικό πόνο, αλλά ο τόπος της κύριας κατοικίας του, όπου υφίσταται κυρίως και μονίμως την ψυχική οδύνη, η οποία οπωσδήποτε έχει χρονική διάρκεια και, συνεπώς, το επιβαρύνει όχι εφάπαξ, αλλά για μεγάλο, κατά κανόνα, χρονικό διάστημα.

Σημειωτέον ότι, κατά το ελληνικό δίκαιο, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 932 ΑΚ, επί αδικοπραξίας, αξίωση για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση και λόγω ηθικής βλάβης έχει μόνον ο αμέσως ζημιωθείς από την πράξη ή την παράλειψη, όχι δε και ο εμμέσως ζημιωθείς τρίτος (Ολ. ΑΠ 16/2004,ΑΠ 1802/2014, ΑΠ 1766/2009, ΑΠ 18/2004).

Ορίζοντας, συνεπώς, το άρθρο 932 ΑΚ, ότι σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης, θεωρεί σαφώς τους οικείους του θανόντος αμέσως ζημιωθέντες και, σε κάθε περίπτωση, εξισώνει πλήρως αυτούς με τον πρωτογενώς παθόντα συγγενή τους.

Ενόψει αυτών, οι διατάξεις των άρθρων 7 αριθ.2 του Κανονισμού 1215/2012 και 5 αριθ. 3 της Σύμβασης Λουγκάνο, έχουν την έννοια ότι η ψυχική οδύνη, η οποία συνδέεται με το θάνατο ατόμου συνεπεία αδικοπραξίας, τελεσθείσας εντός κράτους μέλους, και την οποία υφίστανται οι οικείοι του θύματος αυτού, που κατοικούν εντός άλλου κράτους μέλους, συνιστά άμεση ζημία, τόπος δε επελεύσεως αυτής είναι ο τόπος της κύριας κατοικίας τους.

Επομένως, το δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του το πρόσωπο, το οποίο υπέστη την ψυχική οδύνη, λόγω θανάτου του συγγενούς του, έχει κατά τόπο αρμοδιότητα και διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της απορρέουσας από την προκληθείσα ψυχική οδύνη αξίωσης προς καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως.

Το ανωτέρω συμπέρασμα προκύπτει και από τη γραμματική ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων, δεδομένου ότι αυτές δεν κάνουν καμιά διάκριση στο αν η ζημία αφορά τον πρωτογενώς παθόντα ή έτερα πρόσωπα, αλλά απαιτούν μόνον η προξενηθείσα ζημία του ενάγοντος να μπορεί να χαρακτηριστεί άμεση, ανταποκρίνεται δε η λύση αυτή και στην αναφερόμενη παραπάνω τελολογία των διατάξεων αυτών (προβλ.

Απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, c-343/19, απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2017, c-194/2016, sk;ech 31, 32). Αντίθετη άποψη, θα οδηγούσε υποχρεωτικά, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή επί θανάτου προσώπου συνεπεία αδικοπραξίας, στη διεθνή δικαιοδοσία μόνον του δικαστηρίου του τόπου επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος, λύση όμως που δεν είναι σύμφωνη με την ερμηνεία των πιο πάνω κανόνων από το ΔΕΕ, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, αποδέχεται, χωρίς διάκριση ή περιορισμό, εξ ίσου και παράλληλα και τη διεθνή δικαιοδοσία του τόπου επελεύσεως της άμεσης ζημίας.

Είναι αλήθεια ότι το ΔΕΕ κατά την ερμηνεία του άρθρου 4 παρ. 1 του Κανονισμού 864/2007 "για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές ("Ρώμη ΙΙ"), το οποίο ορίζει ότι "το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής, η οποία απορρέει από αδικοπραξία, είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός, καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα, εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό", έχει κρίνει ότι η ζημία που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, προς προσδιορισμό του τόπου στον οποίο επέρχεται η ζημία, είναι η άμεση ζημία, χώρα δε όπου επέρχεται η άμεση ζημία είναι η χώρα εντός της οποίας προκλήθηκε η προσωπική ή η περιουσιακή ζημία, δεχόμενο περαιτέρω, ότι "το άρθρο 4 παρ.1 του κανονισμού Ρώμη II έχει την έννοια ότι, προς προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου σε εξωσυμβατική ενοχή απορρέουσα από ατύχημα, οι ζημίες που συνδέονται με τον θάνατο ατόμου εξαιτίας ενός τέτοιου ατυχήματος εντός του κράτους μέλους του δικάζοντος δικαστηρίου, τις οποίες υφίστανται οι οικείοι του θύματος αυτού που κατοικούν εντός άλλου κράτους μέλους, πρέπει να χαρακτηρίζονται ως "έμμεσα αποτελέσματα" του ως άνω ατυχήματος, υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως (10-12/2015 ΔΕΚ (ΑΠΟΦ) C-350/14).

Ωστόσο, πέραν του ότι η κρίση αυτή αφορούσε την επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου, το ίδιο δικαστήριο έχει δεχθεί, ότι ναι μεν, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 7 του Κανονισμού 864/2007, βούληση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να διασφαλίσει τη συνέπεια μεταξύ, αφενός, του κανονισμού 44/2001 (ήδη 1215/2012) και, αφετέρου, του καθ' ύλην πεδίου εφαρμογής καθώς και των διατάξεων του κανονισμού 864/2007, πλην, όμως, "ουδόλως απορρέει εξ αυτού ότι οι διατάξεις του κανονισμού 44/2001 πρέπει, για τον λόγο αυτό, να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των διατάξεων του κανονισμού 864/2007.

Σε καμιά περίπτωση η επιδιωκόμενη συνέπεια δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού 44/2001 μη συνάδουσα προς το σύστημα και τους σκοπούς αυτού (απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, C-147/12 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, 16-1/2014 ΔΕΚ C-45/2013). Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, κατά τη διάταξη του άρθρου 35 ΚΠολΔ, όπως αυτή ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των άρθρων 7 παρ. 2 του Κανονισμού 1215/2012 και 5 παρ. 3 της Σύμβασης του Λουγκάνο, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία και κατά τόπο αρμοδιότητα να εκδικάσουν τις αξιώσεις προς καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, συνεπεία θανάτου από αδικοπραξία προσώπου συγγενούς των εναγόντων, τελεσθείσα σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον οι ενάγοντες κατοικούν στην περιφέρειά τους.

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, δηλαδή έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία και δίκασε υπόθεση, που κατά το νόμο ανήκε στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ενώ αν υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, κρίνοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας, με συνέπεια να απορρίψει έτσι κατά το άρθρο 4 ΚΠολΔ την αγωγή, μολονότι είχε δικαιοδοσία, δεν υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια, αλλά στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της κήρυξης απαραδέκτου παρά το νόμο (ΟλΑΠ 293/1981, 860/1984 ΑΠ 932/2005).

Οι σχετικές πάντως με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων διατάξεις τόσο του ΚΠολΔ όσο και της Σύμβασης των Βρυξελλών, καθώς και του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 και ήδη του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 και της σύμβασης Λουγκάνο, έχουν καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, αφού δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοίωσης ή κατάργησης ουσιαστικού δικαιώματος αλλά θεσπίζουν γενική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής και συνεπώς δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη ή ανεπαρκή αιτιολόγηση ως προς την εφαρμογή ή μη των ως άνω δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 8/2015, ΑΠ 1527/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 18.1.2017 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, εκ των οποίων η μεν πρώτη και τέταρτος είναι κάτοικοι ..., οι δε λοιποί κάτοικοι ... του νομού ..., εκθέτουν ότι ο, ηλικίας 31 ετών, ιπτάμενος σμηναγός της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, Αθανάσιος Ζάγκας, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας των εκπροσωπούμενων από την ασκούσα την γονική μέριμνα πρώτη ενάγουσα δύο ανήλικων τέκνων, υιός του δεύτερου και της τρίτης των εναγόντων και αδερφός του τέταρτου και της πέμπτης εξ αυτών, τραυματίστηκε θανάσιμα στις 26.1.2015 στην πόλη ...

της Ισπανίας, όταν το μαχητικό αεροσκάφος τύπου F-16D BLK 50, στο οποίο ήταν συγκυβερνήτης, συνετρίβη κατά τη διάρκεια συμμετοχής του σε διακρατική άσκηση της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας (ΝΑΤΟ), υπό τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες. Ότι παραγωγός του ανωτέρω πολεμικού αεροσκάφους είναι η κατασκευάστρια και συναρμολογήσασα όλα τα επιμέρους τμήματά του πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη πολυεθνική εταιρεία, η οποία εδρεύει στην πολιτεία ...

των ΗΠΑ, ενώ η δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη είναι θυγατρική της πρώτης και διατηρεί ειδική εμπορική έδρα στην ... προς εξυπηρέτηση της συνεργασίας της πρώτης με την Ελληνική Πολεμική Αεροπορία, στο πλαίσιο προγράμματος τεχνικής υποστήριξης- εκσυγχρονισμού των αεροσκαφών του προαναφερόμενου τύπου που η τελευταία διαθέτει.

Ότι η συντριβή του ανωτέρω μαχητικού αεροσκάφους και εντεύθεν ο θανάσιμος τραυματισμός του συγκυβερνήτη του οφείλονται στην ελαττωματικότητα του συγκεκριμένου τύπου αεροσκαφών, τα οποία δεν παρέχουν την ευλόγως αναμενόμενη ασφάλεια ενόψει όλων των συνθηκών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, καθώς επίσης ότι συνυπαίτιες του ένδικου αεροπορικού ατυχήματος είναι οι εναγόμενες, οι οποίες, αν και γνώριζαν την ανωτέρω ελαττωματικότητα, σε ουδεμία ενέργεια για την άρση προέβησαν.

Ζητούν δε, με βάση τα ανωτέρω και μετά τον παραδεκτό περιορισμό των αιτημάτων τους σε αναγνωριστικά, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες υποχρεούνται να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς επίσης και για αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής της πρώτης και των εκπροσωπούμενων από αυτήν ανηλίκων τέκνων της.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επιτρεπτά επισκοπείται, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, το Εφετείο κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "....Α) Η πρώτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "...", εδρεύει κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς στην Πολιτεία ... των ΗΠΑ, δηλαδή εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με συνέπεια να μην εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7 αρ.2 του Κανονισμού 1215/2012.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1 του εν λόγω Κανονισμού ("Αν ο εναγόμενος δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος, η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους ρυθμίζεται από το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, με την επιφύλαξη του άρθρου 18 παράγραφος 1, του άρθρου 21 παράγραφος 2, και των άρθρων 24 και 25.") και όπως εκτίθεται στην ανωτέρω σκέψη της παρούσας, μια τέτοια εφαρμογή είναι δυνατή μόνον, εφόσον συντρέχει μια από τις περιοριστικά προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή τέσσερις περιπτώσεις [α) αγωγή καταναλωτή κατά αντισυμβαλλόμενου, β) αγωγή εργαζόμενου κατά εργοδότη, γ) υπόθεση υπαγόμενη σε μια από τις προβλεπόμενες αποκλειστικές διεθνείς δικαιοδοσίες, δ) διαφορά για την οποία τα μέρη έχουν καταρτίσει ρητή συμφωνία παρέκτασης της διεθνούς δικαιοδοσίας].

Συνακόλουθα πρέπει να εξεταστεί η τυχόν συνδρομή κάποιας από αυτές. Ενόψει του περιεχομένου της αγωγής, η δωσιδικία της κατοικίας του καταναλωτή, δεν συντρέχει εν προκειμένω, διότι δεν ασκούνται συμβατικές αξιώσεις και δεν πληρούνται σωρευτικώς οι τρεις επιμέρους απαιτούμενες προϋποθέσεις: α) ιδιότητα καταναλωτή, β) ύπαρξη σύμβασης που συνδέει τον καταναλωτή με τον εναγόμενο/επαγγελματία, γ) η σύμβαση αυτή να εμπίπτει σε μια από τις απαριθμούμενες στον εν λόγω Κανονισμό κατηγορίες.

Ειδικότερα υπό τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ο κυβερνήτης του επίμαχου μαχητικού αεροσκάφους της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, αφενός μεν δεν είχε την ιδιότητα του καταναλωτή, κατά τη χρήση του, διότι κατά τις διατάξεις των άρθρων 17-19 του Κανονισμού 1215/2012 'καταναλωτής' θεωρείται εκείνος που συναλλάσσεται- συνδέεται συμβατικά, προς ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, σε αντίθεση με την έννοια του καταναλωτή στο ελληνικό δίκαιο, κατά τον νόμο 2251/1994, άρθρ. 2, (όπως τροποποιήθηκε με το ν.3587/2007), όπου καταναλωτής είναι ο τελικός αποδέκτης του προϊόντος.

Η ευρύτερη όμως αυτή έννοια δεν επηρεάζει την ερμηνεία και την εφαρμογή του Κανονισμού 1215/12., Β) Η επίκληση από τους ενάγοντες της διάταξης του άρθρου 17 αρ. 2 του Κανονισμού 1215/12 που ορίζει "Όταν ο αντισυμβαλλόμενος του καταναλωτή δεν έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος αλλά έχει υποκατάστημα, πρακτορείο ή άλλη εγκατάσταση σε κράτος μέλος, θεωρείται, ως προς τις διαφορές τις σχετικές με την εκμετάλλευσή τους, ότι έχει την κατοικία του στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους", επειδή η πρώτη εναγομένη έχει υποκατάστημα σε κράτος μέλος της ΕΕ, ομοίως δεν μπορεί να οδηγήσει σε θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου, αφού, σύμφωνα με τα μνημονευόμενα στην σχετική νομική σκέψη, για την ενεργοποίηση της ειδικής βάσης δικαιοδοσίας, θα πρέπει να πληρούνται και οι τρεις ως άνω προϋποθέσεις, που όμως δεν συντρέχουν εν προκειμένω., Γ) δικαστήριο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν δύναται να αντλήσει διεθνή δικαιοδοσία από τον Κανονισμό 1215/12, για να εκδικάσει αγωγή κατά προσώπου που έχει την κατοικία του ή την έδρα του σε τρίτη χώρα, είτε με βάση το γεγονός ότι αντικείμενο της αγωγής είναι αδικοπραξία που τελέστηκε στο έδαφος κράτους μέλους είτε με βάση το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου αυτού.

Συνακόλουθα, σε σχέση με την πρώτη εναγομένη , το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν αποκτά από τον Κανονισμό 1215/12 διεθνή δικαιοδοσία να επιληφθεί της ένδικης αγωγής και κατά τις δύο βάσεις της (προστασία καταναλωτών/αδικοπραξία). Κατόπιν τούτου για την ανεύρεση της διεθνούς δικαιοδοσίας των ημεδαπών δικαστηρίων και ειδικότερα του αρμοδίου δικαστηρίου προς εκδίκαση της ένδικης αγωγής θα εφαρμοσθεί ειδικότερα η διάταξη του άρθρ.35 ΚΠολΔ, η ερμηνεία της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, εναρμονίζεται με τις διατάξεις του ισχύοντος Κανονισμού 1215/12 και τις αντίστοιχες διατάξεις της Σύμβασης των Βρυξελών και του προισχύσαντος Κανονισμού 44/2001.

Κρίσιμος είναι ο τόπος όπου επήλθε η αρχική ζημία στον αμέσως ζημιωθέντα και όχι ο τόπος επέλευσης των έμμεσων ζημιών στους έμμεσα ζημιωθέντες. Βάσει του περιεχομένου της αγωγής, ο τόπος επέλευσης του ζημιογόνου γεγονότος όσο και ο τόπος επέλευσης της άμεσης και αρχικής ζημίας στον αμέσως ζημιωθέντα είναι η Ισπανία.

Η ψυχική οδύνη των εναγόντων καθώς και η ζημία λόγω στέρησης διατροφής αποτελούν έμμεση ζημία αυτών, που είναι έμμεσα ζημιωθέντες τρίτοι και επήλθε στην Ελλάδα όπου κατοικούν.

Συνεπώς δεν θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία και κατά τόπον αρμοδιότητα του ημεδαπού δικαστηρίου, προς εκδίκαση των αξιώσεών τους, μόνον εκ του γεγονότος ότι αυτοί (ενάγοντες) έχουν την κατοικία τους στην περιφέρεια αυτού. Γι' αυτό και ο έκτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι ενάγοντες μέμφονται την εκκαλουμένη, διότι εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις του 1215/12 Κανονισμού, και δεν δέχθηκε ότι τόπος επέλευσης της ζημίας τους εξ αδικοπραξίας λόγω ελαττωματικού προϊόντος, είναι η Ελλάδα, ως τόπος κατοικίας του θανόντος πιλότου (ζημιωθέντος και καταναλωτή) αλλά και των ιδίων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Β. Οι ενάγοντες παραπονούνται, με τον έβδομο λόγο της έφεσης, διότι η εκκαλουμένη, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.2 ΚΠολΔ, (δωσιδικία της τοποθεσίας του υποκαταστήματος), ως προς τη δεύτερη εναγομένη. Με τον όγδοο (συναφή προς τον 7°) λόγο της έφεσης, παραπονούνται διότι η εκκαλουμένη, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δεν εφάρμοσε το άρθρο 5.5 της Σύμβασης Λουγκάνο 2007, σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία του τόπου υποκαταστήματος ν.π., ως προς διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευσή του, όπως ήταν η ένδικη.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα η δεύτερη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "..." διατηρεί κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς ειδική εμπορική έδρα στην ..., για την εξυπηρέτηση της συνεργασίας της πρώτης εναγομένης με την Ελληνική Πολεμική Αεροπορία και την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία στο πλαίσιο του προγράμματος των Fighting Flacon F-16 της Ελλάδος, δηλαδή του προγράμματος τεχνικής υποστήριξης- εκσυγχρονισμού των F-16.

Η ύπαρξη ειδικής έδρας της δεύτερης εναγομένης στην περιφέρεια του δικάζοντος δικαστηρίου, θα μπορούσε να στηρίξει τη διεθνή δικαιοδοσία αυτού, κατά τη διάταξη του άρθρου 24 αρ.2 ΚΠολΔ. Ωστόσο μετά την αμφισβήτηση των εναγομένων, και την έρευνα της διεθνούς δικαιοδοσίας, με βάση τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, αποδεικνύεται ότι η δεύτερη εναγομένη έχει συσταθεί νόμιμα στην Ελβετία, εδρεύει στη ...

της Ελβετίας και είναι θυγατρική της πρώτης εναγομένης, με αντικείμενο δραστηριότητας την προώθηση των πωλήσεων σε διεθνές επίπεδο του ομίλου ... (... USA) καθώς και των θυγατρικών εταιρειών, υποκαταστημάτων, συνδεδεμένων επιχειρήσεων και παραρτημάτων. Τούτο δεν αμφισβητείται από τους ενάγοντες. Η ανωτέρω διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα, ασχολείται δε αποκλειστικά με την παροχή υπηρεσιών marketing προς την πρώτη εναγομένη εταιρία "....

Υπό τα άνω περιστατικά, η έδρα της δεύτερης εναγομένης στην Ελβετία επισύρει αποκλειστικά την εφαρμογή των διατάξεων της Διεθνούς Συμβάσεως του Λουγκάνο. Καθώς αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 24 παρ.2 ΚΠολΔ λόγω της υπεροχής της Συμβάσεως του Λουγκάνο 2007 έναντι του εθνικού δικαίου (άρθρ. 28 του Συντάγματος).

Η δεύτερη εναγομένη ως εταιρία με έδρα την Ελβετία θα μπορούσε να εναχθεί ενώπιον των δικαστηρίων της Ελλάδας, (που είναι συμβαλλόμενο κράτος στη Σύμβαση Λουγκάνο), με βάση α) τη δικαιοδοσία της αδικοπραξίας (άρθρ.5 αρ.3), β) τη δικαιοδοσία της τοποθεσίας του υποκαταστήματος για διαφορές από την εκμετάλλευση αυτού, (άρθρ. 5 αρ.5), γ) τη δικαιοδοσία σε συμβάσεις καταναλωτών και δ) τη σιωπηρή παρέκταση της δικαιοδοσίας.

Κατά την εξέταση της πρώτης ως άνω δικαιοδοτικής βάσης (άρθρ.5 αρ.3), ενόψει και της αδικοπρακτικής φύσης των αξιώσεων των εναγόντων, ........ η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρηθεί τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, ούτε ο τόπος που επήλθε η ζημία, για τους ίδιους λόγους που εκτέθηκαν και για την πρώτη εναγομένη.

Επίσης η Ελλάδα δεν είναι ο τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός αφού κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, τόσο το ζημιογόνο γεγονός όσο και η ζημία δεν απορρέουν από τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος της δεύτερης στην Ελλάδα, αφού το επίμαχο αεροσκάφος παρήχθη εξ ολοκλήρου στην έδρα της πρώτης εναγόμενης (ΗΠΑ), χωρίς συμμετοχή της δεύτερης στην παραγωγική διαδικασία και τον έλεγχο αυτής.

Επίσης η (άμεση) ζημία, συνεπεία του ελαττώματος, κατά το ιστορικό, επήλθε στην Ισπανία. Ενόψει αυτών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι με την ένδικη αγωγή, εισάγεται διαφορά σχετική με την εκμετάλλευση του υποκαταστήματος της ως άνω θυγατρικής στην Ελλάδα, απορρέουσα από την αυτοτελή δράση αυτού στην Ελλάδα ή με την έννοια της συμμετοχής αυτού στην αδικοπραξία που φέρεται ότι τέλεσε η πρώτη, ως κατασκευάστρια, (ελαττωματικός σχεδιασμός), αφού οι υπηρεσίες της δεν συνδέονται με την παραγωγή.

Μόνον το γεγονός ότι το εν λόγω υποκατάστημα στην Ελλάδα, της ελβετικής θυγατρικής εταιρίας παρέχει υπηρεσίες marketing στην πρώτη, δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι η εν λόγω διάδικος ανέλαβε συμβατική ή νομική υποχρέωση για την άρση της επικαλούμενης ελαττωματικότητας του επίμαχου αεροσκάφους ή ότι συμμετείχε στην επικαλούμενη αδικοπραξία της πρώτης (ελαττωματική κατασκευή).

Εξάλλου η συμμετοχή της διαδίκου αυτής αποκλείεται και από την προμήθεια του εν λόγω αεροσκάφους, αφού πρόκειται για προμήθεια - αγορά αμυντικού υλικού των Ενόπλων Δυνάμεων (εξειδικευμένη αγορά), που κατά το άρθρο 296 της Συνθήκης ΕΕ, πραγματοποιείται με δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και αποκλειστικά με διακρατική συμφωνία μεταξύ των κρατών-μελών (νόμος 3433/2006).

Επομένως ορθά απεφάνθη το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο την ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας ως προς την δεύτερη εναγομένη και όσα υποστηρίζουν οι ενάγοντες με τους ως άνω λόγους είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω η δικαιοδοτική βάση από τη σύμβαση καταναλωτή, που ιδρύει τη δωσιδικία του τόπου κατοικίας του καταναλωτή, ενόψει του ότι οι σχετικές ρυθμίσεις της Σύμβασης του Λουγκάνο (άρθρ. 15- 17) επαναλαμβάνουν όσα ορίζονται στον Κανονισμό 1215/12 (άρθρ. 17) και δεδομένου ότι δεν ασκούνται συμβατικές αξιώσεις, αποκρούεται με την ίδια αιτιολογία, που ισχύει και σε σχέση με την πρώτη εναγομένη.

Γι' αυτό και οι σχετικοί λόγοι έφεσης πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, με τους οποίους αποδίδεται σφάλμα στην εκκαλουμένη, και ειδικότερα ότι έσφαλε ως προς την έννοια του "καταναλωτή" των διατάξεων του άρθρου 6, 17 και 18 του 1215/12 Κανονισμού και αρνήθηκε την εφαρμογή της ειδικής συντρέχουσας δωσιδικίας του τόπου κατοικίας του καταναλωτή στην υπό κρίση διαφορά, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την από 22.2.2019 έφεση κατά της 312/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, ως απαράδεκτη ελλείψει διεθνούς δικαιοδοσίας.

Κατά τη γνώμη που επικράτησε έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι τόπος όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, όσο και τόπος όπου επήλθε η ζημία, δηλαδή ο τόπος στον οποίο εμφανίστηκε με συγκεκριμένο τρόπο η ζημία που προκλήθηκε, είναι η πόλη ... (...) Ισπανίας, όπου και κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, συνέβη το αεροπορικό δυστύχημα και επήλθε ο θάνατος του ιπτάμενου σμηναγού της Ελληνικής Αεροπορίας, συγκυβερνήτη του μαχητικού αεροσκάφους τύπου F-16D BLK 50 Αθανάσιου Ζάγκα, συζύγου, πατέρα υιού και αδερφού των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.2 του Κανονισμού 1215/2012, 5 παρ.3 και 5 της Σύμβασης Λουγκάνο, 3, 4 και 35 ΚΠολΔ και παρά το νόμο απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως απαράδεκτη για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη, κατά τη διάταξη του άρθρου 35 ΚΠολΔ, όπως αυτή ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των άρθρων 7 παρ. 2 του Κανονισμού 1215/2012 και 5 παρ. 3 της Σύμβασης του Λουγκάνο, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία και κατά τόπο αρμοδιότητα να εκδικάσουν τις αξιώσεις προς καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, συνεπεία θανάτου από αδικοπραξία προσώπου συγγενούς των εναγόντων, τελεσθείσα σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον οι ενάγοντες κατοικούν στην περιφέρειά τους, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου. Ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο Εισηγητής- Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αυγέρης, είχε την άποψη ότι έπρεπε να απορριφθεί ο ανωτέρω πρώτος λόγος αίτησης αναίρεσης, καθόσον δεν θεμελιώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.2 του Κανονισμού 1215/2012, 5 παρ.3 και 5 της Σύμβασης Λουγκάνο, 3, 4 και 35 ΚΠολΔ, διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, αφού ο τόπος όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός και ο τόπος όπου επήλθε η ζημία είναι η πόλη ... (...) Ισπανίας.

Ειδικότερα: Κατά το άρθρο 3 παρ.1 ΚΠολΔ "στη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου", κατά δε τη διάταξη του άρθ.4 του ίδιου Κώδικα "τα δικαστήρια ερευνούν την έλλειψη δικαιοδοσίας και αυτεπαγγέλτως στις περιπτώσεις των άρθρων 1 και 2.

στις περιπτώσεις του άρθρου 3 την ερευνούν αυτεπαγγέλτως, αν ο εναγόμενος δεν παρίσταται στην πρώτη συζήτηση ή αν πρόκειται για διαφορές που αφορούν ακίνητα που βρίσκονται στο εξωτερικό. Το δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή ή την αίτηση, αν δεν έχει δικαιοδοσία". Αρκεί, δηλαδή, να υπάρχει κατά τόπο αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου, ανεξάρτητα αν αυτή στηρίζεται σε γενική (ΚΠολΔ 22- 26) ή ειδική (ΚΠολΔ 27- 40) βάση.

Κατά το άρθρο 35 ΚΠολΔ διαφορές από αδικοπραξία μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός ή επίκειται η επέλευσή του. Η ανωτέρω διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ.1 ν.3994/2011, θεσπίστηκε με σκοπό να καταστούν αρμόδια για τις αδικοπρακτικές αξιώσεις και τα δικαστήρια του τόπου της αδικοπραξίας, διότι το δικαστήριο όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, είναι το πλέον κατάλληλο για να εκδικάσει κάθε διαφορά από αδικοπραξία, λόγω της μεγάλης εγγύτητάς του με αυτή, λύση που εναρμονίζεται, εξάλλου, με τον άρθρο 5 παρ.3 του Κανονισμού (ΕΕ) 44/2001 και επαναλαμβάνεται στο άρθρο 7 παρ.2 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/12, που κατάργησε και αντικατάστησε τον ανωτέρω Κανονισμό 44/2011.

Κατά δε την αιτιολογική έκθεση του ν.3994/2011 δεν κρίθηκε σκόπιμη περαιτέρω διευκρίνιση του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός ("ή επήλθε το ζημιογόνο αποτέλεσμα") επειδή ο σχετικός όρος δεν έχει ακόμα αποκρυσταλλωθεί στη νομολογία του ΔΕΕ, όσον αφορά δε γενικότερα στις αδικοπραξίες φαίνεται ορθότερο να επαφίεται στα δικαστήρια η ερμηνεία και η εννοιολογική του οριοθέτηση, ιδίως όταν πρόκειται για αδικοπραξία, η οποία δεν στοιχειοθετεί ποινικό αδίκημα, τα οποία (δικαστήρια) θα λαμβάνουν υπόψη τους και τις σχετικές εξελίξεις στη νομολογία του ΔΕΕ, αναφορικά με την ερμηνεία των αντίστοιχων παρόμοιων ρυθμίσεων του προαναφερόμενου Κανονισμού, της Σύμβασης των Βρυξελλών και της Σύμβασης Λουγκάνο.

Περαιτέρω, αρχικά υπενθυμίζεται ότι καθόσον ο Κανονισμός 1215/2012 καταργεί και αντικαθιστά τον κανονισμό 44/2001, ο οποίος, με τη σειρά του, έχει αντικαταστήσει τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις για την προσχώρηση των νέων κρατών μελών στη Σύμβαση αυτή, η ερμηνεία την οποία έδωσε το Δικαστήριο όσον αφορά τις διατάξεις των τελευταίων αυτών νομοθετημάτων ισχύει και για τον κανονισμό 1215/2012, εφόσον οι διατάξεις αυτές μπορούν να χαρακτηριστούν ως "ισοδύναμες" (βλ.

απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Tibor-Trans, C-451/18, EU:C:2019:635, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ακολούθως, κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, "με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους".

Κατά δε το άρθρο 5 παρ.1 του ίδιου ως άνω Κανονισμού "Τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε κράτος μέλος μπορούν να εναχθούν ενώπιον του δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του παρόντος κεφαλαίου". Επίσης, κατά το άρθρο 7, που περιλαμβάνεται στο τμήμα 2 του Κανονισμού "πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1) α)...., β)......, γ)......, 2) ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός.".

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων και σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις 4, 15 και 16 του Κανονισμού, του οποίου σκοπός είναι η ενοποίηση των κανόνων σύγκρουσης δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις με τη θέσπιση κανόνων περί διεθνούς δικαιοδοσίας, οι οποίοι παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας, παρέχοντας στον μεν ενάγοντα τη δυνατότητα να προσδιορίζει ευχερώς το δικαστήριο στο οποίο μπορεί να ασκήσει αγωγή, στον δε εναγόμενο τη δυνατότητα να προβλέπει ευλόγως το δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να εναχθεί (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Feniks, C-337/17, EU:C:2018:805, σκέψη 34), η δωσιδικία της κατοικίας του εναγόμενου θα πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των εναγόμενων δικαιολογεί άλλο συνδετικό στοιχείο.

Ως παρέκκλιση από τη δωσιδικία των δικαστηρίων του κράτους μέλους εντός του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, η οποία αποτελεί τον γενικό κανόνα, ο κανόνας περί βάσης ειδικής διεθνούς δικαιοδοσίας ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ο οποίος διατυπώνεται στο άρθρο 7, σημείο 2, του κανονισμού, χρήζει στενής ερμηνείας (πρβλ.

απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, Kerr, C-25/18, EU:C:2019:376, σκέψεις 21 και 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Αυτός ο κανόνας ειδικής δωσιδικίας στηρίζεται στην ύπαρξη ιδιαιτέρως στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός, βάσει του οποίου δικαιολογείται η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων αυτών για λόγους εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής οργάνωσης της δίκης (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2017, Bolagsupplysningen και Ilsjan, C-194/16, EU:C:2017:766, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

Εξάλλου, η έκφραση "τόπος όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός" δηλώνει τόσο τον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, όσο και τον τόπο όπου επήλθε η ζημία, δηλαδή ο τόπος στον οποίο εμφανίζεται με συγκεκριμένο τρόπο η ζημία που προκλήθηκε. Και οι δύο αυτοί τόποι μπορούν, αναλόγως των περιστάσεων, να παράσχουν ιδιαιτέρως χρήσιμα στοιχεία όσον αφορά τη διεξαγωγή της αποδεικτικής διαδικασίας και την οργάνωση της δίκης (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2017, Bolagsupplysningen και Ilsjan, C-194/16, EU:C:2017:766, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.).

Επίσης, και η κατ' άρθρο 7 παρ.5 του Κανονισμού, ειδική συντρέχουσα δωσιδικία της τοποθεσίας του υποκαταστήματος, ως προς τις διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκατάστασης, προϋποθέτει οι επίδικες διαφορές να αφορούν είτε σε δικαιώματα και υποχρεώσεις συμβατικής ή μη προέλευσης σχετικά με τη διαχείριση αυτή καθ' εαυτή του υποκαταστήματος, πρακτορείου ή άλλης εγκατάστασης, είτε σε υποχρεώσεις που ανέλαβε το υποκατάστημα επ' ονόματι της μητρικής επιχείρησης είτε σε εξωσυμβατικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τη δραστηριότητα του υποκαταστήματος στο τόπο εγκατάστασής του, για λογαριασμό της μητρικής επιχείρησης, απόκειται δε στο επιλαμβανόμενο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει την in concreto ύπαρξη πραγματικού κέντρου δραστηριότητας και να χαρακτηρίσει την επίδικη έννομη σχέση αναφορικά με την έννοια της εκμετάλλευσης (ΔΕΚ απόφ. 22.11.78, Somafer/Ferngas, ΣυλλΝ 1978.2183).

Κατ' άρθρο δε 63 παρ.1 του Κανονισμού για την εφαρμογή του παρόντος Κανονισμού, εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο έχει την κατοικία στον τόπο που έχει την καταστατική της έδρα, την κεντρική της διοίκηση ή την κυρία εγκατάστασή της. (βλ. ΑΠ 18/2006). Τα ανωτέρω ισχύουν και για τις αστικές και εμπορικές υποθέσεις στις οποίες εμφανίζεται στοιχείο αλλοδαπότητας προς την κατεύθυνση ορισμένων χωρών της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών, (Ισλανδία, Νορβηγία και Ελβετία), για τις οποίες εφαρμόζεται η σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που υπογράφηκε στο Λουγκάνο τις 30.10.2007 (Σύμβαση Λουγκάνο), που αντικατέστησε την κυρωθείσα με το ν.2460/1997 προϊσχύουσα ομώνυμη σύμβαση της 16.9.1988 και η οποία εμπεριέχει διατάξεις όμοιες προς εκείνες του Κανονισμού 44/2001 και ήδη Κανονισμού 1215/2012, μάλιστα δε κατά το άρθρο 1 του αναθεωρημένου Πρωτόκολλου για την ομοιόμορφη ερμηνεία της Σύμβασης Λουγκάνο τα δικαστήρια των συμβαλλόμενων κρατών κατά την ερμηνεία των διατάξεων λαμβάνουν υπόψη τις αρχές που έθεσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) κατά την ερμηνεία των αντίστοιχων διατάξεων της Σύμβασης Βρυξελλών και του Κανονισμού 44/2001.

Κατά δε την ανωτέρω Σύμβαση Λουγκάνο, η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του συμβαλλομένου κράτους, στο έδαφος του οποίου ο εναγόμενος έχει την κατοικία του, αποτελεί την γενική αρχή (άρθρο 2 της Σύμβασης), μόνο δε κατά παρέκκλιση, προβλέπει η Σύμβαση, περιοριστικά απαριθμούμενες περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο εναγόμενος, κατά περίπτωση, δύναται (στις ειδικές δικαιοδοσίες) ή οφείλει (στις αποκλειστικές δικαιοδοσίες ή στην περίπτωση παρέκτασης της δικαιοδοσίας) να εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου άλλου συμβαλλομένου Κράτους.

Το άρθρο 5 προβλέπει περιπτώσεις ειδικής δωσιδικίας, κατά τις οποίες ο ενάγων δύναται να επιλέξει να εναγάγει τον εναγόμενο σε τόπο άλλον από αυτόν της κατοικίας του τελευταίου, για τον λόγο ότι υπάρχει στενός σύνδεσμος μεταξύ της διαφοράς και του δικαστηρίου, το οποίο δύναται να κληθεί να επιληφθεί αυτής, προς το σκοπό της αποτελεσματικής εκδίκασης της υπόθεσης και της οικονομίας της δίκης.

Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνονται τόσο η δωσιδικία της τοποθεσίας του υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκατάστασης, ως προς διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευση αυτών (άρθρ.5 σημ.5), όσο και η ειδική δωσιδικία "του δικαστηρίου του τόπου, όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός", ως προς τις ενοχές από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία (άρθρ.5 σημ.3).

Η έννοια της ενοχής από αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία, καθορίζεται με αυτόνομα (κοινοτικά) κριτήρια και περιλαμβάνει κάθε απαίτηση, με την οποία τίθεται ζήτημα ευθύνης του εναγόμενου και δεν αφορά "διαφορές από σύμβαση" κατά την έννοια του άρθρου 5 σημ.1 της Σύμβασης. Στην έννοια της αδικοπραξίας εμπίπτουν διάφοροι τύποι αδικημάτων, προσβολή του γενικού δικαιώματος της προσωπικότητας κ.ά., όχι μόνον κατ` αυτού ο οποίος προξένησε τη ζημία, αλλά και εναντίον παντός άλλου αστικώς υπευθύνου για παράνομη πράξη τρίτου.

Η έννοια της έκφρασης "τόπος, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός", δεν είναι πάντοτε σαφής. Τούτο δε είναι εσκεμμένο, διότι κρίθηκε από τους συντάκτες της ότι η Σύμβαση δεν έπρεπε να προσδιορίσει ρητώς αν ο τόπος αυτός είναι ο τόπος, όπου έχει παραχθεί το ζημιογόνο γεγονός ή ο τόπος επέλευσης της ζημίας. Για τον προσδιορισμό του "τόπου επέλευσης της ζημίας" έχει σημασία ο καθορισμός της "ζημίας", η οποία είναι ληπτέα υπ` όψη.

Ως "ζημία" δε και κατά τον Κανονισμό 1215/2012 και κατά τη Σύμβαση Λουγκάνο, νοείται η βλάβη της περιουσίας ή του προσώπου του ενάγοντος, η οποία τελεί σε άμεση και αιτιώδη συνάφεια προς το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή την παράνομη συμπεριφορά, η οποία αποδίδεται στον εναγόμενο όχι δε η έμμεση ή η απώτερη ή εξ αντανακλάσεως ζημία, την οποία υποστηρίζει, ότι υφίσταται ο ενάγων.

Κατά συνέπεια "ο τόπος, στον οποίο επήλθε η ζημία", είναι ο τόπος στον οποίο το ζημιογόνο γεγονός προκάλεσε στον ενάγοντα ζημία υπό την προεκτεθείσα έννοια. Συνακόλουθα, εάν εκτός από τον τόπο στον οποίον εμφανίσθηκε η ζημία, εμφανίσθηκε άλλη ζημία, η οποία αποτελεί την συνέπεια της αρχικώς επελθούσας ζημίας, σε άλλον τόπο, ο οποίος ανήκει σε έτερο συμβαλλόμενο Κράτος, ο τελευταίος δεν θεμελιώνει διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του Κράτους αυτού και στερείται επομένως, από την άποψη αυτή, αυτοτελώς, σημασίας, ο τόπος στον οποίο επήλθε μία περαιτέρω ζημία. (ΑΠ 1551/2003).

Το αυτό ισχύει και για την ηθική βλάβη. Ο τόπος όπου ο ενάγων (ακόμη και τυχαίως) πληροφορήθηκε την ζημία και αισθάνθηκε τη θλίψη και στενοχώρια στερείται, από την άποψη αυτή, αυτοτελώς, σημασίας για τον αυτόν λόγο, για τον οποίο στερείται και ο τόπος της περαιτέρω ζημίας. (ΑΠ 711/2011, ΑΠ 1738/2009). Σε κάθε περίπτωση, κατά τα κοινοτικά κυρίως κριτήρια, όπως ανωτέρω αναφέρθηκαν, δεν δύναται να θεμελιώνεται διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του Κράτους του τόπου όπου ο ενάγων πληροφορήθηκε και αισθάνθηκε θλίψη και στεναχώρια εκ του λόγου και μόνο ότι ο τελευταίος, ως φορέας του δικαιώματος ή του έννομου αγαθού, προσβλήθηκε με την αδικοπραξία ήτοι με αυτό καθ' εαυτό το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή υπό την πρώτη υλική της εκδήλωση εμφανισθείσα, καθόσον αφενός δεν παύει ο ίδιος να είναι έμμεσα ζημιωθείς, όπως κατωτέρω ειδικότερα αναλύεται, αφετέρου η ζημία που υπέστη, λόγω της απώλειας οικείου του προσώπου, για την οποία αιτείται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αποτελεί απώτερη ή εξ αντανακλάσεως ζημία της άμεσης ζημίας που υπέστη το οικείο του ενάγοντος πρόσωπο από την αδικοπραξία που τελέστηκε σε βάρος αυτού και δεν αποτελεί η αδικοπραξία του υπαιτίου σε βάρος του θανόντος οικείου του, πρωτογενή προσβολή του προσώπου του (ενάγοντος), αλλά η αξίωσή του γεννάται εξαιτίας της πρωτογενούς προσβολής που υπέστη ο θανών οικείος του.

Εξάλλου, το δικαστήριο, σε περίπτωση αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, καλείται το πρώτον να ερευνήσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας κατά του οικείου του ενάγοντος θανόντος, αν δηλαδή ο δράστης με παράνομη και υπαίτια πράξη επέφερε τον θάνατο στον οικείο του ενάγοντος και στη συνέχεια, αφού κριθεί ότι πράγματι ο εναγόμενος είναι ο δράστης που υπαίτια και με παράνομη πράξη, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία τέλεσε την άδικη πράξη, ερευνά τις λοιπές προϋποθέσεις για την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης.

Λόγω δε της αναγκαίας αυτής έρευνας των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, δικαιολογείται η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του τόπου στον οποίο συνέβη το ζημιογόνο γεγονός και επήλθε η ζημία, που σε κάθε περίπτωση είναι ο θάνατος του οικείου προσώπου του ενάγοντος και όχι η ψυχική οδύνη που δοκίμασε αυτός (ενάγων), λόγω της απώλειας του οικείου του, επιπλέον δε με τον τρόπο αυτό παρουσιάζεται υψηλός βαθμός προβλεψιμότητας, παρέχοντας στον μεν ενάγοντα τη δυνατότητα να προσδιορίζει ευχερώς το δικαστήριο στο οποίο μπορεί να ασκήσει αγωγή, στον δε εναγόμενο τη δυνατότητα να προβλέπει ευλόγως το δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να εναχθεί.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ προκύπτει ότι υπόχρεος σε αποζημίωση είναι αυτός που στο πρόσωπο του συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις γέννησης της αδικοπρακτικής ευθύνης, υποκειμενικής (άρθρα 914, 919, 920, 923) ή αντικειμενικής (άρθρα 922, 924 § 1, 925 κ.α.). Δικαιούχος δε της αποζημίωσης, κατά την κρατούσα άποψη, είναι κατά πρώτο λόγο ο φορέας του δικαιώματος ή του έννομου αγαθού που προσβλήθηκε άμεσα με την αδικοπραξία.

Επίσης, και αυτός που προσβλήθηκε άμεσα στα προστατευόμενα συμφέροντά του. Αντιθέτως, αντανακλαστικές δυσμενείς επιπτώσεις της αδικοπραξίας στην περιουσία ενός τρίτου (έμμεσα ζημιωθέντος, όπως αποκαλείται) δεν παρέχουν κατ` αρχήν στον τελευταίο αξίωση αποζημίωσης, με κύρια εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 928 και 929 εδ.

β` (ΑΠ 153/2005, πρβλ και Ολομ 30/2003). Η διάκριση ανάμεσα σε άμεσα και έμμεσα ζημιωθέντες και η παροχή αξίωσης για αποζημίωση κατ` αρχήν μόνο στους πρώτους στηρίζεται από δικαιοπολιτική άποψη στη σκέψη ότι, αν ο ζημιώσας επιβαρυνόταν και με την αποκατάσταση των δυσμενών αντανακλαστικών επιπτώσεων της αδικοπραξίας στην περιουσιακή κατάσταση τρίτων, θα αντιμετώπιζε ένα συχνά δυσβάστακτο βάρος, αφού θα ήταν υποχρεωμένος να αποζημιώσει έναν αόριστο αριθμό προσώπων, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα την παράλυση κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας.

Η ανωτέρω διάκριση στηρίζεται, κατά την κρατούσα άποψη, στη διατύπωση των (μη επιδεχόμενων ανάλογη εφαρμογή) άρθρων 914 και 919 ΑΚ, τα οποία παρέχουν αξίωση αποζημίωσης μόνο σ` αυτόν που ζημιώθηκε παράνομα ή με τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη και, εξ αντιδιαστολής, στις περιοριστικά εισαγόμενες εξαιρέσεις των άρθρων 928 και 929 εδ.

β`, που οριοθετούν τις περιπτώσεις αποζημίωσης των έμμεσα ζημιωθέντων (ΑΠ 850/2009). Για την όχι πάντοτε ευχερή διάκριση ανάμεσα σε άμεσα και σε έμμεσα ζημιωθέντες (η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με τη διάκριση ανάμεσα σε άμεση και σε έμμεση ζημία) θα πρέπει να ερευνάται: α) αν η ζημία βρίσκεται σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με το ζημιογόνο γεγονός και β) αν το έννομο αγαθό που προσβλήθηκε (και ο φορέας του) εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του ιδρυτικού της ευθύνης κανόνα.

Αν δεν εμπίπτουν (και τούτο θα συμβαίνει συνήθως σε περιπτώσεις εμμέσως ζημιωθέντων), δεν θεμελιώνεται ευθύνη του ζημιώσαντος σε αποζημίωση, γιατί ακριβώς απέναντι στο συγκεκριμένο φορέα του συγκεκριμένου έννομου αγαθού δεν υπάρχει παρανομία (ΑΠ 925/2007). Με βάση τα ανωτέρω, έμμεσα ζημιωθείς είναι και εκείνος που ζημιώθηκε εξ αιτίας όχι καθεαυτού του ζημιογόνου γεγονότος, αλλά εξ αιτίας της ζημίας που προκάλεσε το ζημιογόνο γεγονός στο θύμα (άμεσα ζημιωθέντα). (ΑΠ 656/2019).

Περαιτέρω, το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής και οι διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 "για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές ("Ρώμη ΙΙ"), στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και αυτές του άρθρου 4 παρ.1, κατά το οποίο "το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής, η οποία απορρέει από αδικοπραξία, είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός, καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα, εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό" και του άρθρου 5 παρ.1α κατά το οποίο "με την επιφύλαξη του άρθρου 4 παρ.2, οι εξωσυμβατικές ενοχές, οι οποίες οφείλονται σε ζημία λόγω ελαττωματικού προϊόντος διέπονται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο ζημιωθείς είχε τη συνήθη κατοικία του κατά τον χρόνο επέλευσης της ζημίας, εάν το προϊόν διετίθετο στην αγορά της εν λόγω χώρας", θα πρέπει να συνάδουν προς τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 και ήδη Κανονισμό (ΕΚ) 1215/2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και προς τα νομοθετήματα σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές σχέσεις.

Ωστόσο, καίτοι πράγματι προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 7 του Κανονισμού 864/2007 ότι βούληση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να διασφαλίσει τη συνέπεια μεταξύ, αφενός, του κανονισμού 44/2001 και, αφετέρου, του καθ' ύλην πεδίου εφαρμογής καθώς και των διατάξεων του κανονισμού 864/2007, εντούτοις δεν απορρέει εξ αυτού ότι οι διατάξεις του κανονισμού 44/2001 πρέπει, για τον λόγο αυτό, να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των διατάξεων του κανονισμού 864/2007.

Σε καμία περίπτωση η επιδιωκόμενη συνέπεια δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού 44/2001 μη συνάδουσα προς το σύστημα και τους σκοπούς αυτού. Το σύστημα δε διεθνούς δικαιοδοσίας το οποίο καθιερώνουν οι διατάξεις του τίτλου ΙΙ του κανονισμού 44/2001 στηρίζεται στον βασικό κανόνα του άρθρου 2 παρ.1 αυτού, σύμφωνα με τον οποίο τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους αυτού, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας των διαδίκων.

Κατά παρέκκλιση μόνον από τον γενικό κανόνα της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της κατοικίας του εναγόμενου, οι διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙ, τμήμα 2, του κανονισμού 44/2001 προβλέπουν ορισμένους κανόνες ειδικής δικαιοδοσίας, μεταξύ των οποίων το άρθρο 5 σημείο 3, του κανονισμού αυτού (απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, C-147/12 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

Καθόσον η εγγύτητα με τον τόπο όπου έλαβε χώρα το γεγονός που έβλαψε το ίδιο το προϊόν διευκολύνει, ιδίως λόγω της δυνατότητας συγκέντρωσης στον τόπο αυτό των αποδεικτικών μέσων για την τεκμηρίωση του επίμαχου ελαττώματος, την αποτελεσματική οργάνωση της δίκης και, συνακόλουθα, την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, η απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος αυτός συνάδει προς τον λόγο ύπαρξης της ειδικής διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 5, σημείο 3 του κανονισμού 44/2001, ήτοι την ύπαρξη ενός ιδιαιτέρως στενού συνδέσμου μεταξύ της διαφοράς και του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός (βλ. 16-1/2014 ΔΕΚ C-45/2013).

Εξάλλου, προς προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου σε εξωσυμβατική ενοχή απορρέουσα από αδικοπραξία, το άρθρο 4 παρ.1, του κανονισμού αυτού (864/2007) ορίζει ως εφαρμοστέο το δίκαιο της χώρας όπου επέρχεται "η ζημία", ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία συνέβη το γενεσιουργό γεγονός της ζημίας αυτής και εκείνης ή εκείνων στις οποίες επέρχονται "έμμεσα αποτελέσματα" του γεγονότος αυτού.

Η ζημία που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, προς προσδιορισμό του τόπου στον οποίο επέρχεται η ζημία, είναι η άμεση ζημία, όπως τούτο προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 16 του εν λόγω κανονισμού. Σε περιπτώσεις προσωπικής ή περιουσιακής ζημίας, ο νομοθέτης της Ένωσης διευκρίνισε, στην αιτιολογική σκέψη 17 του κανονισμού Ρώμη II, ότι η χώρα όπου επέρχεται η άμεση ζημία είναι η χώρα εντός της οποίας προκλήθηκε η προσωπική ή η περιουσιακή ζημία.

Επομένως, όταν είναι δυνατό να προσδιοριστεί η επέλευση άμεσης ζημίας, πράγμα το οποίο συνήθως συμβαίνει στα ατυχήματα (τροχαία κλπ), ο τόπος της άμεσης ζημίας είναι το κρίσιμο συνδετικό στοιχείο για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, ανεξαρτήτως των έμμεσων αποτελεσμάτων του ατυχήματος αυτού.

Έτσι, το άρθρο 4 παρ.1 του κανονισμού Ρώμη II έχει την έννοια ότι, προς προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου σε εξωσυμβατική ενοχή απορρέουσα από ατύχημα, οι ζημίες που συνδέονται με τον θάνατο ατόμου εξαιτίας ενός τέτοιου ατυχήματος εντός του κράτους μέλους του δικάζοντος δικαστηρίου, τις οποίες υφίστανται οι οικείοι του θύματος αυτού που κατοικούν εντός άλλου κράτους μέλους, πρέπει να χαρακτηρίζονται ως "έμμεσα αποτελέσματα" του ως άνω ατυχήματος, υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως. (10-12/2015 ΔΕΚ (ΑΠΟΦ) C-350/14).

Επομένως, κατόπιν των ανωτέρω, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (ΚΠολΔ 495) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που έχουν υποβάλει προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4044/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση. Διατάζει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ