Legislator Case Law & Legislation
1658/2017 AI generated

1658/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1658/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/1/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1366/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Legislator headnote

AI generated

1658/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 2/2/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αθανασίου Καγκάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων (κυρίων και προσθέτων) της αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
diplomatic procedure conciliation hearing mutual recognition principle equivalence between university degrees parliamentary debates evidentiary gap
AI generated
1928/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέα Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 132/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 160/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν α) o αναιρεσείων με την από 24-9-2007 αίτησή του και β)οι αναιρεσείοντες με την από 23-11-2007 αίτησή τους . Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε τις από α. 29-1-2009 και β.14-5-2009 εκθέσεις της, αντίστοιχα, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων τους και ο αναιρεσίβλητος καθώς κ ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
1573/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννα Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
17/2011
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Μαρτίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6873/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1456/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Αυγούστου 2007 αίτησή της.
680/2014
Supreme Court allows appeal against labor court ruling on joint venture liability and procedural standing. Joint ventures without legal personality are treated as unlimited liability partnerships. Workers can sue the joint venture directly. Court remands case for retrial.
1487/2010
Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσίβλητο υπ' αριθ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1658 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1658/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Τ. του Ν., κατοίκου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ορέστη Γεωργιάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΚΙΛΚΙΣ" που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Δημαρέλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/1/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1366/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/6/2015 αίτησή του και τους από 11/1/2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 2/2/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αθανασίου Καγκάνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων (κυρίων και προσθέτων) της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους παραδεκτώς εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντες από 11.1.2016 πρόσθετους λόγους αναίρεσης που επιδόθηκαν στο αναιρεσίβλητο στις 12.1.2016, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα αρχικά για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο της 15.2.2016, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1366/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε και κατ’ ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 59/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, με την οποία είχε απορριφθεί η από 29.1.2009 αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσία την αγωγή αυτή. Η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συναφείας. Σημειώνεται ότι ο αναιρεσείων απαλλάχθηκε της υποχρέωσης καταβολής του, κατά το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, παραβόλου, με την 106/15.5.2015 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, κριθείς δικαιούχος παροχής νομικής βοήθειας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ.1 και 2 του Ν. 3226/2004.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος." Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου (ΑΠ 123/2017).

Σύμφωνα δε με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Η ειρημένη αδράνεια του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο.

Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

"Ο ενάγων (αναιρεσείων) είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός κάτοχος του από 24-10-1984 πτυχίου του τμήματος ηλεκτρολόγων μηχανικών της πολυτεχνικής σχολής Α.Π.Θ., με μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης του Πανεπιστημίου του Mίτσιγκαν των Η.Π.Α., αναγνωρισμένο από 13-1-1994 από το ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α., ασκεί δε ατομική εργοληπτική επιχείρηση, με έδρα την ....

Μάλιστα μέχρι και το Δεκέμβριο του έτους 2004 ήταν κάτοχος εργοληπτικού πτυχίου δημοσίων έργων πρώτης τάξης. Με την ειδικότητα του αυτή, το Μάϊο του 2003 έλαβε μέρος στο διαγωνισμό για την ανάθεση του έργου "Αυτόματη λειτουργία συστήματος άντλησης, μεταφοράς και διανομής νερού οικισμών ...", στα πλαίσια του ΕΠΠΕΡ (Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Περιβάλλον), τον οποίο είχε προκηρύξει η εναγομένη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Κιλκίς (ΔΕΥΑΚ), με την υπ’ αριθμ. ...03-03 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της.

Η δημοπρασία έλαβε χώρα την 21η Μαΐου 2003 στα γραφεία της ..., κατατέθηκαν δε από τους διαγωνιζόμενους οι φάκελοι των προσφορών και ξεκίνησε η διαδικασία ελέγχου των δικαιολογητικών συμμετοχής στον διαγωνισμό. Κατά την πρώτη φάση του ελέγχου, η Επιτροπή διεξαγωγής του διαγωνισμού, αποτελούμενη από το Γενικό Διευθυντή της ...

Η. Α., τον Προϊστάμενο της Τεχνικής Υπηρεσίας της ... Ι. Π. και τον Υπεύθυνο Συνεργείων της ... Π. Κ., απέκλεισε από την περαιτέρω διαδικασία, αφενός την εταιρεία ..., και αφετέρου την επιχείρηση του ενάγοντος Π. Τ. ΕΔΕ, έγιναν δε δεκτοί οι διαγωνιζόμενοι Θ. Σ. ΕΔΕ και .... Κατά της απόφασής της αυτής, ο ενάγων υπέβαλε ενώπιον της ανωτέρω Επιτροπής, την υπ’ αριθμ.

πρωτ....-5-2003 ένστασή του, παραπονούμενος αφενός για τον αποκλεισμό του και αφετέρου για την αποδοχή της συμμετοχής των διαγωνιζομένων ... ΟΕ και Θ. Σ. ΕΔΕ στην επόμενη φάση του διαγωνισμού. Το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, με την υπ’ αριθμ. .../12-6-2003 απόφασή του, αποδεχόμενο την εισήγηση της Επιτροπής Διαγωνισμού, επικύρωσε τον αποκλεισμό του ενάγοντος, απέκλεισε την εταιρία ...

ΟΕ και αποδέχτηκε τη συμμετοχή στο διαγωνισμό τον Θ. Σ.. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 20 Ιουνίου 2003 προσφυγή ο ενάγων, ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Η προσφυγή έγινε δεκτή με την υπ’ αριθμ. .../2-7-2003 απόφαση του ως άνω Γενικού Γραμματέα και ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έγινε δεκτή η συμμετοχή στο διαγωνισμό του Θ.

Σ., επειδή ο διαγωνιζόμενος αυτός δεν είχε υποβάλει εκπρόθεσμα κατά την ημέρα της δημοπρασίας (21-5-2003) πιστοποιητικό "περί μη πτώχευσης, αναγκαστικής διαχείρισης, πτωχευτικού συμβιβασμού ή οποιαδήποτε παρόμοιας διαδικασίας", όπως προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 της διακήρυξης του διαγωνισμού.

Στη συνέχεια ο ενάγων υπέβαλε κατά των μελών της επιτροπής διεξαγωγής του ανωτέρω διαγωνισμού Η. Α., Ι. Π. και Π. Κ., και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ... Δ. Τ., Ι. Π., Γ. Η., Α. Α. και Π. Τ., ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κιλκίς την από 18 Ιουνίου 2003 μηνυτήρια αναφορά του, με αφορμή την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίων τους για παράβαση καθήκοντος, η οποία συνίστατο στο ότι δεν απέκλεισαν από το διαγωνισμό τον Θ.

Σ. και παραπέμφηκαν για να δικασθούν ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α’ Βαθμού.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο Θ. Σ. είχε προσκομίσει μαζί με τα άλλα δικαιολογητικά και τα με ημερομηνία 19-5-2003 δύο πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Βέροιας, από τα οποία προέκυπτε ότι αυτός δεν είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, ούτε εκκρεμούσε εναντίον του αίτηση για πτώχευση, καθώς και ότι δεν είχε εκδοθεί εναντίον του απόφαση που να θέτει την περιουσία του σε αναγκαστική διαχείριση.

Όμως τα πιστοποιητικά που προσκόμισε ήταν ελλιπή κατά το σημείο που δεν βεβαιώνονταν με το δεύτερο από αυτά ότι δεν εκκρεμούσε εναντίον του αίτηση για να τεθεί η περιουσία του σε αναγκαστική διαχείριση. Έτσι μετά την υποβολή της ένστασης του ενάγοντος, η επιτροπή διεξαγωγής του ανωτέρω διαγωνισμού, εκτιμώντας ότι πρόκειται για τυπική παράλειψη και ότι με βάση τη νομοθεσία είχε τη διακριτική ευχέρεια να ζητήσει τη συμπλήρωση του εν λόγω πιστοποιητικού, ζήτησε από τον Θ.

Σ. να προσκομίσει πληρέστερο πιστοποιητικό. Μετά ταύτα ο τελευταίος προσκόμισε το υπ’ αριθμ. ...20-5-2003 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Βέροιας, όπου συμπεριλήφθηκαν οι ελλείπουσες από τα δύο προηγούμενα πιστοποιήσεις. Ακολούθως, το νέο αυτό πιστοποιητικό, που έφερε ημερομηνία προγενέστερη της ημέρας υποβολής των προσφορών τέθηκε μαζί με τα υπόλοιπα δικαιολογητικά υπόψη του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, υπό την ανωτέρω σύνθεση, το οποίο και εκδίκασε τις ενστάσεις των ενδιαφερομένων, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων.

Το τελευταίο με την υπ’ αριθμ. ...-6-2003 απόφαση του, για το θέμα της έλλειψης πλήρους πιστοποιητικού του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Βέροιας από τον Θ. Σ., έκρινε ότι η ένσταση του ενάγοντος είναι άνευ αντικειμένου, αφού είχε προσκομισθεί και κατατεθεί το ανωτέρω πλήρες πιστοποιητικό. Στη συνέχεια όμως και αφού ήδη είχε ληφθεί η ανωτέρω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, το Πρωτοδικείο Βέροιας, με την υπ’ αριθμ. ...-6-2003 υπηρεσιακή του βεβαίωση πιστοποίησε ότι το υπ’ αριθμ. ...20-5-2003 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Βέροιας εκδόθηκε στις 26-5-2003, ήτοι μετά την ημέρα λήξης υποβολής των προσφορών και όχι στις 20-5-2003, όπως εκ παραδρομής και λόγω φόρτου εργασίας φέρεται ότι έχει εκδοθεί.

Ακολούθως, με βάση την ανωτέρω υπ’ αριθμ. ...-6-2003 υπηρεσιακή βεβαίωση του Πρωτοδικείου Βέροιας ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με την υπ’ αριθμ. .../2-7-2003 απόφαση του, ακύρωσε την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, κατά το μέρος της εκείνο με το οποίο απορρίφθηκε η ένσταση του ενάγοντος για την αποδοχή της συμμετοχής του Θ.

Σ. στο διαγωνισμό. Με βάση τις ανωτέρω αποδοχές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης Α’ βαθμού, με την υπ’ αριθμ. 4366/2008 απόφαση του, κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους, δεχόμενο ότι δεν είχαν πρόθεση να προσπορίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος στον Θ. Σ., αλλά ενήργησαν με βάση το νόμο και τα υποβληθέντα σ’ αυτούς στοιχεία, εάν δε γνώριζαν το λάθος στην ημερομηνία έκδοσης του νεώτερου πλήρους πιστοποιητικού δεν θα το έκαναν αποδεκτό και θα είχαν κάνει δεκτή την ένσταση του ενάγοντος, όπως έπραξε και ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με την ανωτέρω απόφαση του (βλ.

την υπ’ αριθμ. 4366/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α’ Βαθμού, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η εναγομένη). Το αποτέλεσμα πάντως, όλης της ανωτέρω διαδικασίας ελέγχου των προϋποθέσεων συμμετοχής στο διαγωνισμό και των επιμέρους ενστάσεων, ήταν, να αποκλειστούν και οι τέσσερις διαγωνιζόμενοι και ο διαγωνισμός να κηρυχθεί άγονος.

Επομένως, καθόσον αφορά τα ανωτέρω, δεν αποδείχτηκε υπαιτιότητα, έστω και υπό τη μορφή της αμέλειας, των ανωτέρω μελών της Επιτροπής διεξαγωγής του εν λόγω διαγωνισμού, καθώς και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων με την αγωγή του. Στη συνέχεια, αποδείχτηκε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ..., με την υπ’ αριθμ.../4-7-2003 απόφασή του (πρακτικό υπ’ αριθμ.

…2003), προκήρυξε νέο διαγωνισμό για την ανάθεση του έργου, με τους ίδιους όρους με τους οποίους είχε πραγματοποιηθεί ο άγονος διαγωνισμός της 21ης Μαΐου 2003, και οι οποίοι περιλαμβάνονται στην σχετική Διακήρυξη. Η δημοπρασία έλαβε χώρα στα γραφεία της ..., στις 27 Αυγούστου 2003, ημέρα Τετάρτη και ώρα 11.00 π.μ. Την ημέρα εκείνη, παρουσιάστηκαν στην Επιτροπή Διεξαγωγής του Διαγωνισμού, η οποία αποτελούνταν από το Γενικό Διευθυντή της ...

Η. Α., τον Προϊστάμενο της Τεχνικής Υπηρεσίας της Ι. Π. και τον Υπεύθυνο Συνεργείων της Π. Κ., και κατέθεσαν τους φακέλους των προσφορών τους οι διαγωνιζόμενοι, με τη σειρά συμμετοχής τους: 1)η ... Ο.Ε. 2)η .... και 3)ο Π. Τ. ΕΔΕ (ενάγων). Κάθε προσφορά αποτελείτο από τρεις φακέλους. Ο πρώτος έφερε την ένδειξη "φάκελος νομιμοποίησης", ο δεύτερος "φάκελος τεχνικής προσφοράς" και ο τρίτος "φάκελος οικονομικής προσφοράς".

Την 29η Αυγούστου 2003, κατά την κατάθεση ενστάσεων στο πρώτο στάδιο διαδικασίας (έλεγχος δικαιολογητικών), μεταξύ των άλλων, ο ενάγων υπέβαλε την υπ’ αριθμ. πρωτ. ...29-8-2003 ένστασή του κατά της συμμετοχής της εταιρείας .... Η ένστασή του αυτή, όπως και οι υπόλοιπες ενστάσεις των διαγωνιζομένων, απορρίφθηκαν με την από 20 Οκτωβρίου 2003 γνωμοδότηση της Επιτροπής Διαγωνισμού του έργου (Πρακτικό …/2003), η οποία επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ.

…2003 (Θέμα 6°) απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ..., σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. .../13-10-2003 πρακτικό συνεδρίασης του. Έτσι, και οι τρεις διαγωνιζόμενοι έγιναν αποδεκτοί στο επόμενο στάδιο της διαδικασίας. Κατά της ως άνω απόφασης (71/2003) του Διοικητικού Συμβουλίου της ..., η οποία κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα με την υπ’ αριθμ.

πρωτ. ...29-10-2003 έγγραφη γνωστοποίηση, άσκησε ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας την υπ’ αριθμ.πρωτ....-11-2003 προσφυγή του, παραπονούμενος για την απόρριψη της ένστασής, ως προς την παράνομη συμμετοχή της εταιρείας .... στο διαγωνισμό. Η προσφυγή του αυτή απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ.πρωτ..../20-11-2003 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.

Ακολούθως στις 11 Νοεμβρίου 2003, συνήλθε, ύστερα από την υπ’ αριθμ.πρωτ..../4-11-2003 έγγραφη πρόσκληση του προέδρου της, η εννεαμελής Επιτροπή Εισήγησης για την Ανάθεση (Ε.Ε.Α.) του έργου, προκείμενου να προβεί, σύμφωνα με την παρ. 12.2 της διακήρυξης, στην αποσφράγιση των φακέλων των τεχνικών προσφορών τους. παρουσία και των τριών διαγωνιζομένων.

Η Επιτροπή αποτελούνταν από τους: α)Κ. Μ., πολιτικό μηχανικό, υπάλληλο της Διεύθυνσης Προγραμματισμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κιλκίς, ως Πρόεδρο της Επιτροπής, β) Κ. Π., μηχανολόγο υπομηχανικό, υπάλληλο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κιλκίς, ως αναπληρωτή Πρόεδρο, γ) Δ.

Π., μηχανολόγο υπομηχανικό, υπάλληλο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κιλκίς, δ) Π. Π., μηχανολόγο μηχανικό, υπάλληλο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κιλκίς, ε) Κ. Κ., ηλεκτρολόγο μηχανικό, εκπρόσωπο του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (TEE), στ) Χ.

Σ., ηλεκτρολόγο μηχανικό, εκπρόσωπο των Ο.ΤΑ, ζ) Ε. Π., ηλεκτρολόγο μηχανικό, εκπρόσωπο των εργοληπτικών οργανώσεων, η) Η. Α., χημικό μηχανικό, Γενικό Διευθυντή της ... και θ) Ι. Π., πολιτικό μηχανικό, προϊστάμενο της Τεχνικής Υπηρεσίας της .... Μετά τον έλεγχο του περιεχόμενου του φακέλου των τεχνικών πpoσφoρών των διαγωvιζόμεvωv η ως άνω Επιτροπή Εισήγησης για την Ανάθεση (Ε.Ε.Α.) του έργου, με το υπ’ αριθμ....11-2003 πρακτικό - εισήγησή της, εισηγήθηκε να γίνουν δεκτές στην επόμενη φάση του διαγωνισμού, της αξιολόγησης των τεχνικών προσφορών οι προσφορές και των τριών διαγωνιζόμενων.

Κατά του ως άνω πρακτικού της Ε.Ε.Α., ο ενάγων την 1η Δεκεμβρίου 2003 κατέθεσε ενώπιον του Προέδρου της την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../1-12-2003 ένσταση του, με την οποία παραπονείτο για την αποδοχή της τεχνικής προσφοράς τόσο της ... Ο.Ε., όσο και της .... Το Διοικητικό Συμβούλιο της ..., με την υπ’ αριθμ. …2003 (θέμα 4°) απόφαση του επί των ενστάσεων του ενάγοντος, αποδεχόμενο τη γνωμοδότηση της Ε.Ε.Α., έκανε δεκτή την ένσταση του που αφορούσε τις πλημμέλειες της τεχνικής προσφοράς της ...

ΟΕ και αποφάσισε ομόφωνα τον αποκλεισμό της. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε η ένσταση του ενάγοντος κατά το μέρος που αφορούσε τις πλημμέλειες της τεχνικής προσφοράς της ... και επετράπη η συμμετοχή της στα επόμενα στάδια του διαγωνισμού. Κατά της απόφασης αυτής, με την οποία απερρίφθη η ένσταση του ενάγοντος ως προς την συμμετοχή της ..., ο τελευταίος άσκησε ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας την υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../9-1-2004 προσφυγή του, η οποία συνοδευόταν και από το υπ’ αριθμ. πρωτ. ...1-2004 υπόμνημά του. Από την ένστασή του αυτή παραιτήθηκε όπως ο ίδιος ομολογεί με την αγωγή του και υποστηρίζει και η αντίδικος του, με την από 12-2-2004 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε και να μην εκδοθεί απόφαση επ’ αυτής.

Εν συνεχεία, στις 22 Ιανουαρίου 2004, συνήλθε η ως άνω Ε.Ε.Α. προκειμένου να προβεί στην αξιολόγηση και βαθμολόγηση των τεχνικών προσφορών των δύο διαγωνιζομένων ήτοι της ..., και του ενάγοντος-... ΕΔΕ, με βάση τα κριτήρια και τους συντελεστές βαρύτητας εκάστου εξ αυτών, όπως αναφέρονται στο άρθρο 13 της διακήρυξης του διαγωνισμού.

Ειδικότερα, στο άρθρο αυτό αναφέρονται τέσσερα κριτήρια. Το πρώτο με τίτλο "πληρότητα και αξιοπιστία τεχνικής λύσης", περιλαμβάνει τη συμφωνία με τεχνικές προδιαγραφές, την πληρότητα παρουσίασης σχεδίων, την υδραυλική μελέτη και την Η/Μ μελέτη, και έχει συντελεστή βαρύτητας 40. Το δεύτερο κριτήριο με τίτλο "Λειτουργικότητα σχεδιασμού", περιλαμβάνει τη λειτουργική ευελιξία εγκατάστασης, την απλότητα λειτουργίας, την ευκολία συντήρησης και την ευκολία επέκτασης και έχει συντελεστή βαρύτητας 20.

Το τρίτο κριτήριο με τίτλο "Ποιότητα-Τεχνικά χαρακτηριστικά και αξιοπιστία προσφερόμενου Η/Μ εξοπλισμού", περιλαμβάνει την τεχνολογία και βιομηχανική στάθμη Η/Μ εξοπλισμού, τη βεβαιωμένη στην πράξη - χρήση αποδεδειγμένη αξιοπιστία Η/Μ εξοπλισμού, και τα μηχανήματα επιφανειακού εντοπισμού διαρροών και έχει συντελεστή βαρύτητας 30.

Και το τέταρτο κριτήριο με τίτλο "Τεχνική υποστήριξη-εμπειρία διαγωνιζομένου" περιλαμβάνει την τεχνική υποδομή, τα ειδικευμένα συνεργεία και την ύπαρξη μηχανολογικού εξοπλισμού και έχει συντελεστή βαρύτητας 10. Σύμφωνα δε με το άρθρο 13 της διακήρυξης κάθε μέλος της επιτροπής θα βαθμολογήσει στα παραπάνω κριτήρια, κάθε διαγωνιζόμενο με βαθμό από 0 έως και 100.

Στη συνέχεια θα υπολογισθεί ο αριθμητικός μέσος όρος των μελών της Επιτροπής για κάθε κριτήριο και για κάθε διαγωνιζόμενο. Μετά την εξαγωγή των μέσων όρων βαθμολογίας, υπολογίζεται ο Γενικός Βαθμός (Γ.Β.) κάθε διαγωνιζόμενου από τη σχέση Γ.Β. = Σ (Αϊ χ Βi)/ Σ Βί όπου Γ.Β. ο γενικός βαθμός του διαγωνιζόμενου, Αϊ οι μέσοι όροι βαθμολογίας της Ε.Ε.Α.

στα κριτήρια και Βί οι συντελεστές βαρύτητας των κριτηρίων, όπως αυτοί προαναφέρθηκαν (βλ. τη διακήρυξη του διαγωνισμού που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι). Στη συνέχεια η Ε.Ε.Α., με το 3° Πρακτικό της 22.1.2004 (..., το οποίο κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα με το υπ’ αριθμ. πρωτ.93/22-01-2004 έγγραφο της ..., εξέτασε όλα τα στοιχεία των προσφορών των διαγωνιζομένων και αποφάσισε ομόφωνα, να βαθμoλογήσει, τη μεν τεχνική προσφορά του ενάγοντος με το Γενικό Βαθμό 87,3, τη δε προσφορά της ...

με το Γενικό Βαθμό 92, αξιολογώντας, τη μεν προσφορά του ενάγοντος, ως προς το 1° κριτήριο με το βαθμό 90, ως προς το 2° κριτήριο με το βαθμό 70, ως προς το 3° κριτήριο με το βαθμό 95 και ως προς το 4° κριτήριο με το βαθμό 88, τη δε τεχνική προσφορά της ..., ως προς το 1ο κριτήριο με το βαθμό 90, ως προς το 2° κριτήριο με το βαθμό 90, ως προς το 3° κριτήριο με το βαθμό 95, και ως προς το 4° κριτήριο με το βαθμό 95.

Κατά του ανωτέρω Πρακτικού της Ε.Ε.Α., ο ενάγων υπέβαλε στις 27 Ιανουαρίου 2004, την υπ’ αριθμ.πρωτ....-01-2004 ένστασή του. Η E.E.A., γνωμοδοτώντας και επί της ανωτέρω ένστασης του ενάγοντος, πρότεινε να γίνει μέρει δεκτή και να βελτιωθεί η βαθμολογία της προσφοράς του ενάγοντος και να μειωθεί η βαθμολογία της τεχνικής προσφοράς της ....

Έτσι, με το 4° Πρακτικό (2/2004) της 29.1.2004, η Ε.Ε.Α. επαναβαθμολόγησε, την μεν προσφορά του ενάγοντος με το συνολικό βαθμό 90,6 (στο 1° Κριτήριο με το βαθμό 91, 5, στο 2° Κριτήριο με το βαθμό 82, στο 3° Κριτήριο με το βαθμό 96 και στο 4° Κριτήριο με το βαθμό 88), τη δε προσφορά της ... με το συνολικό βαθμό 91,8 (στο 1° Κριτήριο με το βαθμό 89,5, στο 2ο Κριτήριο με το βαθμό 90, στο 3° Κριτήριο με το βαθμό 95 και στο 4° Κριτήριο με το βαθμό 95).

Η γνωμοδότηση αυτή της Ε.Ε.Α. έγινε ομόφωνα αποδεκτή από το Δ.Σ. της ..., στη συνεδρίαση της 30ης Ιανουαρίου 2004 με την Απόφαση 1/2004 (Θέμα 1ο ), η οποία κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 4-2-2004 με το υπ’ αριθμ. πρωτ. ...4-2-2004 έγγραφο της .... Στη συνέχεια, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. ...4-2-04 έγγραφο της Ε.Ε.Α., ο ενάγων ενημερώθηκε ότι, η εν λόγω Επιτροπή, θα προχωρούσε στο άνοιγμα των οικονομικών προσφορών, την 6η Φεβρουαρίου 2004, παρουσία των διαγωνιζομένων.

Την ημέρα εκείνη, ή Ε.Ε.Α., όντως προέβη στο άνοιγμα - αποσφράγιση των οικονομικών προσφορών, ήλεγξε το περιεχόμενο τους, έκρινε τις προσφορές παραδεκτές, και εν συνεχεία προέβη στον υπολογισμό των "ανηγμένων προσφορών" των διαγωνιζομένων, με βάση την προβλεπόμενη στα τεύχη δημοπράτησης μαθηματική συνάρτηση της βέλτιστης προσφοράς (με παραμέτρους τις οικονομικές προσφορές και τις βαθμολογίες των τεχνικών προσφορών των διαγωνιζομένων), προκειμένου να ανακηρύξει τον ανάδοχο του έργου και συνέταξε το 5° Πρακτικό της (3/2004).

Αποδεχόμενο δε πλήρως την ανωτέρω εισήγηση της Ε.Ε.Α., η οποία εισηγήθηκε ομόφωνα την κατακύρωση του διαγωνισμού στην εταιρεία ..., ως την διαγωνιζόμενη με την "πλέον συμφέρουσα προσφορά" (Ανηγμένη Προσφορά ...: 312.745,098 ευρώ, Ανηγμένη Προσφορά Π. Τ. ΕΔΕ: 320.971,3024 ευρώ), στις 9-2-2004, με την απόφαση 7/2004 (θέμα 1ο), το ΔΣ της ...

επικύρωσε ομόφωνα το 5ο πρακτικό (3/2004) της Ε.Ε.Α. και κατακύρωσε τη δημοπρασία στην .... Στη συνέχεια ο ενάγων, υπέβαλε εναντίον των μελών της Ε.Ε.Α. και των μελών του ΔΣ της ... την υπ’ αριθμ..../4-2-2008 μηνυτήρια αναφορά του, ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κιλκίς (δια της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης) που αφορά την ως άνω αξιολόγηση των τεχνικών προσφορών, καθώς και την ανάθεση του έργου στην ..., την οποία κατηγορεί ότι τοποθέτησε σ’ αυτό διαφορετικά από τα προσφερθέντα υλικά, ευτελούς αξίας και τεχνικών χαρακτηριστικών μη πληρούντων τις τεχνικές προδιαγραφές του, αλλά και αποδοχή αυτών από τα αρμόδια για την παραλαβή του έργου όργανα της ... (βλ.

αυτήν, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η εναγόμενη). Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι στο παρελθόν, μεταξύ των μελών της Ε.Ε.Α. και του Διοικητικού Συμβουλίου της ... αφενός και του ενάγοντος αφετέρου, με αφορμή αρχικά τη δημοπράτηση του έργου "Ύδρευση Δήμου Πικρολίμνης - Εγκατάσταση συστήματος τηλεελέγχου - τηλεχειρισμού" και στη συνέχεια του εν λόγω έργου "Αυτόματη λειτουργία συστήματος άντλησης, μεταφοράς και διανομής νερού οικισμών ...", προέκυψαν διαφορές τόσο σε ποινικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο.

Ειδικότερα ο ενάγων υπέβαλε εναντίον των, α)Η. Α., χημικού μηχανικού, Γενικού Διευθυντή της ..., β) Ι. Π., πολιτικού μηχανικού, προϊστάμενου της Τεχνικής Υπηρεσίας της ... και γ) Π. Κ., Υπεύθυνου Συνεργείων της ... την υπ’ αριθμ. ..., μηνυτήρια αναφορά του, ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κιλκίς, με αφορμή την οποία ασκήθηκε εναντίον τους ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.).

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κιλκίς με το υπ’ αριθμ. 32/2007 Βούλευμα του αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά των ανωτέρω για την πράξη που τους αποδόθηκε. Στη συνέχεια, οι τελευταίοι υπέβαλαν έγκληση κατά του ενάγοντος ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κιλκίς, με αφορμή την οποία ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη για τις πράξης της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης (αρθρ. 229 παρ. 1 και 363 ΠΚ).

Για τις πράξεις αυτές, καθώς και για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης που τέλεσε σε βάρος των Δ. Τ. (δήμαρχου …) και Ι. Π., αντιπρόεδρο του Δ.Σ. της ..., με την υποβολή ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κιλκίς της ως άνω ΑΒΜ ... μηνυτήριας αναφοράς του, ο ενάγων καταδικάστηκε με την υπ’ αριθμ. 965/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς σε συνολική ποινή φυλάκισης 14 μηνών.

Κατά της απόφασης αυτής ο ενάνων άσκησε έφεση. Για το πρώτο από τα ανωτέρω έργα ο ενάγων υπέβαλε μηνυτήρια αναφορά κατά των μελών της Ε.Ε.Α., του Διοικητικού Συμβουλίου της ... και τρίτων, μεταξύ των οποίων και ο Νομάρχης Κιλκίς, ήτοι εναντίον των: 1) Κ. Π. του Κ., 2) Π. Π. του Π., 3) Ι. Π. του Ζ., 4) Θ. Π. του Σ., 5) Κ. Π. του Ι., 6) Ν.

Π. του Κ., 7) Α. Λ. - Σ. του Κ., 8) Π. Μ. του Ε., 9) Κ. Τ. του Γ., 10) Δ. Π. του Χ., 11) Ι. Μ. του Ν., 12) Γ. Π. του Τ., 13) Η. Α. του Σ., 14) Δ. Σ. του Γ., 15) Ε. Μ. του Δ., 16) Χ. Ζ. του Γ., 17)Δ. Β. του Χ., 18) Ε. Τ. του Ι. και 19) Γ. Δ. του Π., κατά των οποίων με αφορμή την αναφορά του ενάγοντος, ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος άπαξ και κατ’ εξακολούθηση (άρθρο 259 Π.Κ.) και παραπέμφθηκαν προς εκδίκαση στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α’ Βαθμού, το οποίο με την υπ’ αριθμ. 3.228/10-10-2007 απόφασή του, τους κήρυξε αθώους.

Ακόμη, ο Η. Α. του Σ. Διευθυντής της ..., υπέβαλε ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κιλκίς την από 13-4-2007 και με αριθμό ABM ... μήνυση του κατά του ενάγοντος, με αφορμή την οποία ασκήθηκε κατ’ αυτού ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση. ψευδορκία μάρτυρα, συκοφαντική δυσφήμηση και ψευδή ανώμοτη κατάθεση, και παραπέμφθηκε για να δικασθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς.

Το τελευταίο εξέδωσε την υπ’ αριθμ.1.426/2008 απόφασή του, το αποτέλεσμα της οποίας δεν είναι γνωστό στο παρόν Δικαστήριο, γιατί δεν προσκομίζεται από τους διαδίκους. Τέλος, ο Η. Α. του Σ. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, εναντίον του ενάγοντος, την από 4-5-2007 και με αριθμ. εκθ. κατ. .../25-6-2007 αγωγή του, για χρηματική ικανοποίηση ύψους 100.000,00 ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αντιδίκου του, και ο ενάγων, άσκησε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου κατά του Η.

Α. του Σ., την από 1-9-2007 και με αριθμ. εκθ. κατ. .../7-9-2007 αγωγή του, για χρηματική ικανοποίηση ύψους 293.470,00 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αντιδίκου του. Οι αντίθετες αυτές αγωγές συνεκδικάστηκαν από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς, το οποίο με την υπ’ αριθμ. 59/2009 απόφασή του ανέβαλε την οριστική απόφαση του μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία των ως άνω ποινικών δικών επί των οποίων έχουν εκδοθεί οι ως άνω υπ’ αριθμ. 3.228/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α’ Βαθμού και η υπ’ αριθμ. 1.426/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς (βλ.

τις ανωτέρω βούλευμα και αποφάσεις που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η εναγομένη). Λόγω ακριβώς των ανωτέρω διαφορών μεταξύ των μελών του Δ.Σ. της ... και του ενάγοντος, κατέστη πολύ δύσκολη τυχόν συνεργασία τους, γεγονός που γνώριζαν και τα εννέα μέλη της Επιτροπή Εισήγησης για την Ανάθεση (Ε.Ε.Α.) του έργου "Αυτόματη λειτουργία συστήματος άντλησης, μεταφοράς και διανομής ,νερού οικισμών ...", ορισμένα εκ των οποίων συνδέονταν με την εναγομένη με σχέση εντολής (όπως τα μέλη του Δ.Σ.

αυτής), ή εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλοι της. Για να αποφύγουν δε τη συνεργασία των διαδίκων με τη μορφή του εργοδότη και του εργολάβου, τα μέλη της ως άνω επιτροπής αξιολόγησαν και βαθμολόγησαν στα πρακτικά υπ’ αριθμ. 3 (1/2004) και 4 (2/2004) τις διαγωνιζόμενες τεχνικές προσφορές του ενάγοντος και της .... κατά τέτοιο τρόπο, ώστε συνδυαζόμενες και με τις κατ’ εκτίμηση τους οικονομικές προσφορές τους, στο άνοιγμα - αποσφράγιση των οποίων προέβησαν αμέσως μετά, να προβούν στον υπολογισμό των "ανηγμένων προσφορών" των διαγωνιζομένων, με βάση την προβλεπόμενη στα τεύχη δημοπράτησης ως άνω μαθηματική συνάρτηση της βέλτιστης προσφοράς (με παραμέτρους τις οικονομικές προσφορές και τις βαθμολογίες των τεχνικών προσφορών των διαγωνιζομένων), προκειμένου να αποκλεισθεί ο ενάγων και να ανακηρυχθεί ανάδοχος του έργου η ...., όπως και έκαναν με τη σύνταξη του 5° Πρακτικό της (3/2004) της Ε.Ε.Α.

Αποδεχόμενο δε πλήρως την ανωτέρω εισήγηση της Ε.Ε.Α., η οποία εισηγήθηκε ομόφωνα την κατακύρωση του διαγωνισμού στην εταιρεία ..., ως την διαγωνιζόμενη με την "πλέον συμφέρουσα προσφορά" (Ανηγμένη Προσφορά ...: 312.745,098 ευρώ, Ανηγμένη Προσφορά Π. Τ. ΕΔΕ: 320.971,3024 ευρώ), στις 9-2-2004, με την απόφαση 7/2004 (θέμα 1ο ), το ΔΣ της ...

επικύρωσε ομόφωνα το 5° πρακτικό (3/2004) της Ε.Ε.Α. και κατακύρωσε τη δημοπρασία στην .... Ειδικότερα, δεν έλαβαν υπόψη ότι η τεχνική προσφορά της ...: α) αναφορικά με τα κριτήρια 1 και 3 της διακήρυξης, δεν περιλαμβάνει προμελέτη για του φωτοβολταϊκούς συλλέκτες και συσσωρευτές, πίνακα ζωής του εξοπλισμού και γραμμικά διαγράμματα αυτοματισμών, οι ασύρματοι πομποδέκτες που προσέφερε δεν πληρούσαν τις τεχνικές προδιαγραφές του έργου, ελλείψεις που δεν υπήρχαν στην τεχνική προσφορά του ενάγοντος, ο οποίος προσέφερε radiomodem με μεγαλύτερη ταχύτητα μεταφοράς δεδομένων από αυτό της ανταγωνίστριας του, τρεις αναμεταδότες έναντι ενός της ..., καλύτερο PLC με περισσότερες θύρες επικοινωνίας, καλύτερη αντικεραυνική προστασία, λογισμικό διαχείρισης μηνυμάτων κινητής τηλεφωνίας, φορητό κέντρο ελέγχου, λογισμικό ελέγχου των ισοζυγίων του διακινούμενου όγκου νερού στο δίκτυο μεταφοράς, λογισμικό υπολογισμού τιμών ημερήσιας παροχής ύδατος που δεν προσέφερε η ως άνω εταιρία, και β) αναφορικά με τα κριτήρια 2 και 4 της διακήρυξης, την υπεροχή του τεχνικού εξοπλισμού και λογισμικού της προσφοράς του ενάγοντος έναντι της ...

και το ότι ο ενάγων είχε αναλάβει και εκτελέσει περισσότερα έργα του ίδιου αντικειμένου από την ως άνω εταιρία κατέχοντας εργοληπτικό πτυχίο πρώτης τάξης και έχοντας δυνατότητα προς άμεση υποστήριξη του έργου αυτού (βλ. την από 22-10-2007 έκθεση του Χ. Δ., ηλεκτρολόγου μηχανικού, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο ενάγων).

Με την ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά τους, η οποία συνιστά αδικοπραξία, τα μέλη των αρμοδίων οργάνων της, ήτοι τα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου καθώς και τα μέλη της Επιτροπή Εισήγησης για την Ανάθεση (Ε.Ε.Α.) του έργου, ως προστηθέντες από αυτήν, ενεργώντας με δόλο και κατά παράβαση των τεχνικών όρων του διαγωνισμού, μερολήπτησαν σε βάρος του ενάγοντος και βαθμολόγησαν με χαμηλότερο βαθμό την προσφορά που αυτός είχε υποβάλει παρά το ότι η τελευταία υπερείχε σε σχέση με εκείνη της ως άνω διαγωνιζόμενης ανταγωνίστριας του εργολήπτριας επιχείρησης, στην οποία τελικά κατακυρώθηκε το έργο.

Με τον τρόπο αυτόν προκάλεσαν στον ενάγοντα περιουσιακή ζημία που συνίσταται στο ποσό της προσφοράς του, το οποίο με πιθανότητα θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εφόσον του ανατίθετο το έργο, το εκτελούσε σύμφωνα με τις προδιαγραφές του και το παρέδιδε εμπρόθεσμα στην εναγομένη. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται τόσο η θετική του ζημία (ποσά που δαπάνησε) όσο και το διαφυγόν του κέρδος (ποσό που θα εισέπραττε επί πλέον των δαπανών του).

Ακόμη, από την ως άνω συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, ο ενάγων υπέστη προσβολή στην προσωπικότητα του ως άτομο αλλά και ως εργολήπτης δημοσίων έργων και εξ αυτής ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής αποζημίωσης. Επομένως αυτός έχει αξίωση κατά της εναγομένης.

Στη συνέχεια, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων, με την από 6-2-2004 υπεύθυνη δήλωσή του άρθρου 8 ν. 1599/1986 προς την εναγομένη, δήλωσε κατά το στάδιο του ανοίγματος των οικονομικών προσφορών του εν λόγω διαγωνισμού τα εξής: [Παραιτούμαι του δικαιώματος ένστασης στο στάδιο του ανοίγματος των οικονομικών προσφορών του εν λόγω διαγωνισμού για το έργο "Αυτόματη λειτουργία συστήματος άντλησης, μεταφοράς και διανομής νερού οικισμών ..." (βλ.

αυτήν που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η εναγομένη). Πρέπει να σημειωθεί πως ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι προέβη στην ανωτέρω δήλωση επειδή απειλήθηκε από το γενικό διευθυντή της εναγομένης Η. Α. ότι εάν δεν αποσύρει την προαναφερθείσα ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../9-1-2004 προσφυγή του, από την οποία και παραιτήθηκε, θα κηρύξει το διαγωνισμό άγονο, δεν αποδείχτηκε. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, υπάρχει ασάφεια ως προς τη βούληση του ενάγοντος να παραιτηθεί εκτός από την ανωτέρω ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../9-1-2004 προσφυγής του. από το δικαίωμα προβολής κάθε ένστασης του ως προς τον εν λόγω διαγωνισμό κατά το στάδιο του ανοίγματος των οικονομικών προσφορών. Από το περιεχόμενο της ως άνω δήλωσης βουλήσεως του, η οποία ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), σε συνδυασμό με το σύνολο των περιστάσεων που αναφέρθηκαν, προκύπτει, ότι η αληθής βούληση του ενάγοντος την οποία αποτύπωσε στην ως άνω υπεύθυνη δήλωση του, ήταν ότι με την τελευταία παραιτείται των ενστάσεων που είχε δικαίωμα να προβάλει κατά το στάδιο του ανοίγματος των οικονομικών προσφορών του εν λόγω διαγωνισμού, ώστε αποδέχεται ως νόμιμες τις μέχρι τότε ενέργειες των επιτροπών που διενήργησαν το διαγωνισμό και τις αποφάσεις τους.

Με δεδομένο δε ότι οι οικονομικές προσφορές των διαγωνιζομένων ήταν το τελευταίο πριν τη ανάθεση του έργου στάδιο του διαγωνισμού, ο ενάγων με την αποδοχή του με την ως άνω δήλωσή του, ως νομίμων των μέχρι τότε ενεργειών των επιτροπών που διενήργησαν το διαγωνισμό και των αποφάσεών τους, σε συνδυασμό με την αδράνεια του ως δικαιούχου της ένδικης αξίωσης του να προβεί στην άσκηση της επί τέσσερα έτη, ένδεκα μήνες και είκοσι δύο ημέρες, ήτοι οκτώ ημέρες πριν τη συμπλήρωση του πενταετούς χρονικού διαστήματος παραγραφής της, οπότε και άσκησε την υπό κρίση αγωγή, δημιούργησε στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση, ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ’ αυτής, εις τρόπον ώστε η με την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί, υπό τις ειδικές συνθήκες που προαναφέρθηκαν και έχει διατηρηθεί επί μακρόν χρόνο, να επάγεται επαχθείς συνέπειες για την εναγομένη και να την καθιστά καταχρηστική.

Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή η νόμιμη κατ’ άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της εναγομένης, περί καταχρηστικής άσκησης από τον ενάγοντα της υπό κρίση αγωγής, ως ουσιαστικά βάσιμη και να απορριφθεί η αγωγή στην ουσία της". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, περιέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος άσκηση του δικαιώματος αποζημίωσης για την υλική και ηθική ζημία που υπέστη από τις επικαλούμενες παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων από την αναιρεσίβλητη υπαλλήλων και των εκπροσωπούντων αυτήν οργάνων της, κατά τη διαδικασία της διενέργειας του επίδικου διαγωνισμού ανάθεσης του ένδικου έργου, είναι καταχρηστική.

Ειδικότερα, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, στην εν γένει συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία προηγήθηκε της άσκησης της αγωγής και συγκεκριμένα στη συμπεριφορά του κατά τη διαδικασία του ένδικου διαγωνισμού ανάθεσης του έργου του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου "Αυτόματη λειτουργία συστήματος άντλησης, μεταφοράς και διανομής νερού οικισμών ...", την υποβολή από αυτόν ενστάσεων τόσο κατά τον κηρυχθέντα άγονο αρχικό διαγωνισμό κατά της απόφασης αναφορικά με τον αποκλεισμό του ίδιου, αλλά και ως προς την αποδοχή άλλων υποψηφίων, όσο και στον επαναπροκηρυχθέντα διαγωνισμό της 27.8.2003 για το ίδιο έργο, αρχικά κατά της παραδοχής της συμμετοχής άλλου υποψήφιου, στη συνέχεια κατά της αποδοχής των τεχνικών προσφορών των λοιπών που συμμετείχαν στο διαγωνισμό και τέλος κατά του πρακτικού της επιτροπής για την αξιολόγηση και βαθμολόγηση των τεχνικών προσφορών, την υποβολή από αυτόν προσφυγών κατά των απορριπτικών επί των ενστάσεών του αποφάσεων, την τύχη των παραπάνω ενστάσεων και προσφυγών, με την αναφορά στο αποτέλεσμα αυτών (μερικές των οποίων έγιναν ολικά ή μερικά δεκτές και άλλες απορρίφθηκαν), στην από 12.2.2004 υπεύθυνη δήλωση, με την οποία παραιτήθηκε από την προσφυγή που είχε ασκήσει ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας κατά της απόφασης του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης επί της ενστάσεώς του για την παραδοχή ή μη των τεχνικών προσφορών των υποψηφίων, λόγω της μερικής αποδοχής της και απόρριψής της ως προς την προσφορά της εταιρείας "...", την υποβολή ένστασης κατά της απόφασης για την αξιολόγηση και βαθμολόγηση των τεχνικών προσφορών και την αποδοχή της ενστάσεώς του αυτής, με συνέπεια την εκ νέου βαθμολόγηση αυτών και τη βελτίωση της βαθμολογίας της προσφοράς του, χωρίς, όμως, να είναι μεγαλύτερη από τη βαθμολογία της προσφοράς της άνω εταιρείας, την από 6.2.2004 υπεύθυνη δήλωση, με την οποία ο αναιρεσείων, κατά το στάδιο του ανοίγματος των οικονομικών προσφορών, παραιτείται από το δικαίωμα υποβολής ενστάσεων και τη δοθείσα, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, ερμηνεία της δήλωσης αυτής, ότι παραιτείται από όλες τις ενστάσεις που είχε δικαίωμα να προβάλει κατά το στάδιο αυτό του διαγωνισμού, ώστε αποδέχεται ως νόμιμες τις μέχρι τότε ενέργειες των επιτροπών που διενήργησαν το διαγωνισμό και τις αποφάσεις τους, των απαλλακτικών βουλευμάτων και αποφάσεων ποινικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν επί μηνυτήριων αναφορών του αναιρεσείοντος κατά των μελών των επιτροπών του διαγωνισμού.

Επίσης, στήριξε την κρίση του στην αδράνεια του αναιρεσείοντος, επί μακρό χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, έντεκα μηνών και είκοσι δύο ημερών, η οποία, σε συνδυασμό με την προηγηθείσα ως άνω συμπεριφορά, δημιούργησε στο αναιρεσίβλητο, εύλογα την εντύπωση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Με την παραδοχή δε, τέλος, ότι η άσκηση πλέον του δικαιώματος αποζημίωσης, με την επιχειρούμενη ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε, συνεπάγεται την προφανή πρόκληση δυσμενών συνεπειών σε βάρος του αναιρεσίβλητου, οι οποίες δεν προσδιορίζονται ρητά, αλλά συνάγονται έμμεσα, ως οικονομικές συνέπειες από την καταβολή ενός τόσο σημαντικού ποσού, έκρινε στην αιτιολογία της η προσβαλλόμενη, ότι η άσκηση του δικαιώματος αντιτίθεται προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός αυτού.

Για το ζήτημα εάν οι προκαλούμενες από την ικανοποίηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, επιπτώσεις στα συμφέροντα του αναιρεσίβλητου είναι δυσμενείς, εμμέσως, αλλά σαφώς, το Εφετείο στήριξε την κρίση του σε συνάρτηση και με τις αντίστοιχες συνέπειες που επέρχονται από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως αυτού στο δικαιούχο αναιρεσείοντα, δεδομένου ότι δέχθηκε την απόδειξη της προκληθείσας σ’ αυτόν από την αδικοπραξία των οργάνων και των προστηθέντων από το αναιρεσίβλητο προσώπων, ζημίας.

Έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, αναφορικά με την παραδοχή, ως κατ’ ουσίαν βάσιμης, της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από τον ενάγοντα και εντεύθεν απόρριψης της αγωγής του, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., διότι δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ανελέγκτως γενόμενα από τούτο ως άνω πραγματικά περιστατικά πράγματι η άσκηση της ένδικης αξίωσης του αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου, για καταβολή αποζημίωσης προς αποκατάσταση θετικής και αποθετικής ζημίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και εντεύθεν υπερβαίνει, κατ’ αντικειμενική κρίση, και μάλιστα προφανώς, τα από την παραπάνω διάταξη οριζόμενα όρια.

Επομένως, οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, κύριοι λόγοι αναίρεσης, καθώς και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, το Εφετείο κρίνοντας, όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ’ αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ.

Ειδικότερα δεν είναι αντιφατική η παραδοχή του Εφετείου, αφενός μεν ότι πραγματικά μεσολάβησε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου και των μελών της Επιτροπής Εισήγησης για την Ανάθεση του έργου, ως προστηθέντων από αυτό, η οποία συνιστά αδικοπραξία, τα οποία μέλη ενεργώντας με δόλο και κατά παράβαση των τεχνικών όρων του διαγωνισμού, βαθμολογώντας την προσφορά του αναιρεσείοντος μεροληπτικά σε βάρος του με χαμηλότερο βαθμό σε σχέση με την προσφορά της άλλης διαγωνιζόμενης υποψήφιας εταιρείας, στην οποία τελικά κατακυρώθηκε το έργο, μολονότι η προσφορά αυτού υπερείχε εκείνης και έτσι προκάλεσαν σ’ αυτόν περιουσιακή ζημία, αντίστοιχη σε ποσό με ό,τι θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων εάν γινόταν η ανάθεση του έργου σ’ αυτόν και το εκτελούσε σύμφωνα με τις προδιαγραφές του, καθώς και ηθική βλάβη, αφετέρου δε ότι η άσκηση του δικαιώματος είναι καταχρηστική και είναι απορριπτέα η αγωγή του, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή ένσταση (από το άρθρο 281 ΑΚ) προϋποθέτει ύπαρξη δικαιώματος, η άσκηση του οποίου όμως υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια (ΑΠ 1321/2007).

Εξάλλου, οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης είναι πλήρεις και σαφείς. Ειδικότερα, δεν απαιτούνταν να προσδιορίσει συγκεκριμένα τις επαχθείς συνέπειες που θα επέλθουν από την ικανοποίηση του δικαιώματος, ούτε εάν οι πράξεις που αποδίδονταν στα μέλη των Επιτροπών που αποφάσισαν για τη συμμετοχή των υποψηφίων στο διαγωνισμό, τις ενστάσεις και τη βαθμολόγηση των προσφορών, έφεραν κακουργηματικό ή πλημμεληματικό χαρακτήρα και άρα αν η παραγραφή ήταν πενταετής ή δεκαπενταετής, αφού κρίσιμο στοιχείο αδράνειας είναι η παρέλευση ή μη μακρού χρονικού διαστήματος, ανεξάρτητα πόσο μικρότερου της παραγραφής, αλλά αρκεί να μην υπερβαίνει το χρόνο παραγραφής, καθόσον τότε το δικαίωμα παραγράφεται.

Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αφορούν τη διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή διαφορετικών συμπερασμάτων, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Με βάση τα ως άνω το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος κύριος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, και τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α’ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ 115/2011).

Οι εν λόγω ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 20/2016). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011).

Πράγμα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 66/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Από αυτό συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή ενόλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 431/2016, ΑΠ 279/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική.

Τέλος, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη.

Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 98/2017, ΑΠ 224/2016, ΑΠ 1420/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, της οποίας η επαναφορά στο δεύτερο βαθμό δεν έγινε νόμιμα, καθόσον δεν αναπτύσσεται στις προτάσεις που υποβλήθηκαν στο Εφετείο, ούτε γίνεται παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των προτάσεων που είχε υποβάλει το αναιρεσίβλητο στον πρώτο βαθμό, με τα οποία γίνεται η υποβολή της ένστασης αυτής, αλλά με επικόλληση φωτοαντίγραφου των πρωτόδικων προτάσεων στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου.

Επίσης, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αίτησης, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την με τον ανωτέρω τρόπο προταθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, καθόσον η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ύστερα από παραδοχή της υποβληθείσας πρωτοδίκως από το αναιρεσίβλητο ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και με την άσκηση της έφεσης από τον ηττηθέντα αναιρεσείοντα κατά της πρωτόδικης απόφασης, η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο συνολικά, τόσο ως προς την αγωγή, όσο και ως προς την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, σύμφωνα δε με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, δεν υπείχε το αναιρεσίβλητο-εφεσίβλητο υποχρέωση επαναφοράς της ένστασης αυτής κατά τον τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 240 ΚΠολΔ, το Εφετείο δε, λόγω της μεταβιβάσεως σ’ αυτό της ένστασης με την άσκηση της έφεσης όφειλε να τη λάβει υπόψη του και να την ερευνήσει.

Πέραν δε τούτων, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των από 17.5.2012 προτάσεων του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι η πληρεξούσια δικηγόρος αυτού Δημαρέλου Σοφία, στην 5η σελίδα των προτάσεων αυτών, αναγράφει "επειδή αναφέρομαι στις πρωτόδικες προτάσεις μου, τις οποίες ενσωματώνω στις παρούσες προτάσεις μου, ώστε να αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο και αναπόσπαστο με τις παρούσες προτάσεις, προβάλλοντας τις ίδιες ενστάσεις και ισχυρισμούς και έχουν επί λέξει ως εξής", ακολούθως παραθέτει αυτούσιες τις προτάσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την αξιολόγηση των αποδείξεων, ενσωματώνει έγγραφα και τέλος, συνεχίζοντας τις προτάσεις της επικαλείται τα προσαγόμενα ενώπιον του Εφετείου έγγραφα και αιτείται να απορριφθεί η έφεση του αναιρεσείοντος και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα, υπογράφει δε ακολούθως τις προτάσεις αυτές, με ημερομηνία 15.5.2012, ως συντάκτης αυτών με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου του αντίστοιχου διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη.

Από τα ανωτέρω, προκύπτει, ότι νόμιμα οι προτάσεις αυτές που καλύπτονται με την υπογραφή της πληρεξούσιας δικηγόρου, διαλαμβάνουν όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλει το αναιρεσίβλητο ως εφεσίβλητο και συνεπώς νόμιμα προβάλλει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, την οποία αναπτύσσει σ’ αυτές, αφού πρόκειται για άμεση και ειδική ανάπτυξη της ένστασης απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις, και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη.

Κατ’ ακολουθία, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση αυτή χωρίς να έχει προταθεί και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε και εκείνη εκ του αρ. 14 του ίδιου άρθρου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων στους ως άνω λόγους της αναίρεσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Α.Κ.

συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, Αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του αποδείξεις που δεν επικαλέστηκαν ή δεν προσκόμισαν οι διάδικοι, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11 περ.

β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεστεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου.

Η δε σχετική επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε με αναφορά αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες γίνεται ειδική, σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Το άρθρο αυτό ρυθμίζει βέβαια τον τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών των διαδίκων, ορίζοντας ότι αρκεί για την επαναφορά στο ίδιο ή αναλόγως σε ανώτερο δικαστήριο ισχυρισμών, που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση, η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις αντίστοιχες σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, οι οποίες προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο, όμως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, που είναι η διευκόλυνση του δικαστηρίου, αλλά και του αντιδίκου, έχει εφαρμογή και για την επίκληση των αποδεικτικών μέσων.

Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η επίκληση στην κατ’ έφεση δίκη εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνον αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, ούτε αρκεί η απλή συρραφή και ενσωμάτωση στις προτάσεις αυτές των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης με γενική αναφορά στα έγγραφα των προηγούμενων αυτών προτάσεων, αλλά απαιτείται σε κάθε περίπτωση σαφής και ειδική επίκληση των προσκομιζόμενων εγγράφων είτε με τις προτάσεις της διεξαγόμενης στο Εφετείο συζήτησης είτε με παραπομπή δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένα μέρη των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων.

Δεν είναι δε νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου εγγράφων για άμεση ή έμμεση απόδειξη με μόνη τη φωτοτυπική ενσωμάτωση στις προτάσεις της κατ’ έφεση δίκης των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 9/2000). Δεν πρόκειται, όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ’ έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή ή απόρριψη της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αντίστοιχου διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ, 98/2017, ΑΠ 224/2016, ΑΠ 1420/2015).

Σε αυτή την περίπτωση είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου των εγγράφων, τα οποία αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ’ έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, αφού πρόκειται για άμεση και ειδική επίκληση των εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις, και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη.

Τέλος, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται και να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι είχε προτείνει και στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο από τη μη νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 α’ έως γ’ ΚΠολΔ (ΑΠ 106/2015, ΑΠ 1509/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του πρώτου πρόσθετου λόγου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός της παρά το νόμο έλαβε υπόψη την από 6.2.2014 υπεύθυνη δήλωση αυτού, κατά το άρθρο 8 του ν. 1599/1986, προς την αναιρεσίβλητη, περί παραιτήσεώς του από το δικαίωμα ενστάσεων κατά το στάδιο ανοίγματος των προσφορών του διαγωνισμού, στην οποία στήριξε το πόρισμά της για την παραδοχή της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη και με βάση αυτή απόρριψης της αγωγής του, παρόλο που η αναιρεσίβλητη δεν το επικαλέστηκε με τις προτάσεις της που υπέβαλε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, δεδομένου ότι δεν αναγράφεται τούτο στα ρητά επικαλούμενα έγγραφα που προσκομίζει, ούτε υπάρχει αναφορά σε συγκεκριμένο τμήμα των πρωτόδικων προτάσεων στο οποίο να γίνεται επίκληση του εγγράφου αυτού, αλλά απαραδέκτως επαναφέρονται οι πρωτόδικες προτάσεις με φωτοτυπική αναπαραγωγή και ενσωμάτωση αυτών στο δικόγραφο των προτάσεων του Εφετείου και επιπλέον το έγγραφο αυτό δεν προσκομίστηκε με επίκληση ούτε από τον αναιρεσείοντα.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και συγκεκριμένα των από 17.5.2012 έγγραφων προτάσεων που υπέβαλε το αναιρεσίβλητο ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου, προκύπτει ότι ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η πληρεξούσια δικηγόρος αυτού Δημαρέλου Σοφία, στην 5η σελίδα των προτάσεων αυτών, αναγράφει "επειδή αναφέρομαι στις πρωτόδικες προτάσεις μου, τις οποίες ενσωματώνω στις παρούσες προτάσεις μου, ώστε να αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο και αναπόσπαστο με τις παρούσες προτάσεις, προβάλλοντας τις ίδιες ενστάσεις και ισχυρισμούς και έχουν επί λέξει ως εξής:", ακολούθως παραθέτει αυτούσιες τις προτάσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την αξιολόγηση των αποδείξεων, ενσωματώνει έγγραφα και τέλος, συνεχίζοντας τις προτάσεις της επικαλείται τα προσαγόμενα ενώπιον του Εφετείου έγγραφα και αιτείται να απορριφθεί η έφεση του αναιρεσείοντος και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα, υπογράφει δε ακολούθως τις προτάσεις αυτές, με ημερομηνία 15.5.2012 ως συντάκτης αυτών με την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου του αντίστοιχου διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη.

Σύμφωνα με αυτά, όσα έγγραφα επικαλείται το αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις αυτές νόμιμα γίνεται η επίκλησή τους και εφόσον προσκομίζονται στο δικαστήριο, παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του. Στο τμήμα των προτάσεων αυτών με τίτλο "Επί της ενστάσεως έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης" γίνεται σαφής αναφορά στην από 6.2.2004 υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσείοντος, δοθείσα κατά τις διατάξεις του Ν. 1599/1986, περί παραιτήσεως αυτού κατά το στάδιο ανοίγματος των οικονομικών προσφορών, από το δικαίωμα υποβολής ενστάσεως για τον επίδικο διαγωνισμό, και επισημαίνεται ότι η δήλωση αυτή "έχει αυτούσια ως εξής:", ακολούθως δε επισυνάπτεται στις προτάσεις φωτοαντίγραφο της ως άνω από 6.2.2004 υπεύθυνης δήλωσης.

Επομένως, το αναιρεσίβλητο, νόμιμα επικαλέστηκε ενώπιον του Εφετείου με τις κατατεθείσες στη δίκη ενώπιον αυτού έγγραφες προτάσεις την ως άνω υπεύθυνη δήλωση και το Εφετείο που έλαβε αυτήν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του, δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο δε πρώτος πρόσθετος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται, κατ’ άρθρο 524 ΚΠολΔ, και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη, που διεξάγεται όταν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον απόφασης ειρηνοδικείου, μονομελούς και πολυμελούς πρωτοδικείου, λαμβάνονται, κατά το άρθρο 270 παρ. 2α ΚΠολΔ, υπόψη και κατά την τακτική διαδικασία, τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, δηλαδή όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά", στην παρ.2 εδ.

β του άνω άρθρου 270 ΚΠολΔ. Έτσι, λαμβάνονται παραδεκτά υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, αχαρτοσήμαντα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ’ αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα και φωτοτυπίες εγγράφων των οποίων δεν βεβαιώνεται η ακρίβειά τους από αρμόδιο για το σκοπό αυτό πρόσωπο (ΑΠ 716/2016, ΑΠ 897/2014) χωρίς να ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ. 11 εδ.

α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνον τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων (ΟλΑΠ 15/2003), καθώς και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία, επειδή είναι ανυπόστατο έγγραφο (ΑΠ 716/2016, ΑΠ 535/2016,ΑΠ 934/2014).

Με το δεύτερο μέρος του πρώτου πρόσθετου λόγου της αίτησης, ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α’ ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη της αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη της την από 6.2.2004 υπεύθυνη δήλωση αυτού, την οποία προσκόμισε το αναιρεσίβλητο, μολονότι αποτελεί μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο καθόσον προσκομίστηκε σε απλό, ανεπικύρωτο και αχαρτοσήμαντο έγγραφο σε φωτοτυπία.

Ο λόγος αυτός, όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είναι απαράδεκτος, καθόσον, στη δίκη αυτή ενώπιον του Εφετείου, σε υπόθεση που επιτράπηκε η εμμάρτυρη απόδειξη, παραδεκτά, κατά τα άρθρα 270 και 524 ΚΠολΔ, λήφθηκε υπόψη, εκτιμήθηκε και αξιολογήθηκε ελεύθερα η προσκομισθείσα σε απλή φωτοτυπία ως άνω υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσείοντος.

Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 1665/2014, 358/2014).

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων. Υπό την προϋπόθεση αυτή το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει τους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς για την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, καίτοι δέχθηκε κενό ή ασάφεια έστω και έμμεσα, είτε όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και την συμπλήρωση ή ερμηνεία της σύμβασης, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η σύμβαση είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους (ΑΠ 1665/2014, 358/2014).

Προσφυγή στις ως άνω διατάξεις υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.

Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 1665/2014). Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 110/2008, ΑΠ 1847/2014).

Ο ίδιος λόγος, επίσης, ιδρύεται και όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 355/2011, ΑΠ 604/2011), ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλομένης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, όταν, δηλαδή, το ερμηνευτικό πόρισμα δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 495/13).

Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου, την ιδιαίτερη προστασία επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος (ΑΠ 737/2000, ΑΠ 337/2000), το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών.

Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, τη δήλωση βουλήσεως α) δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, β) δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και γ) δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της συμβάσεως. (ΑΠ 934/2014, ΑΠ 211/11). Τέλος, εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 527/2008, ΑΠ 1225/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, αναφορικά με τον αναιρετικό λόγο της παράβασης των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, πραγματικά περιστατικά: "Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο ενάγων με την από 6.2.2004 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986 προς την εναγομένη, δήλωσε κατά το στάδιο ανοίγματος των οικονομικών προσφορών του εν λόγω διαγωνισμού τα εξής: "Παραιτούμαι του δικαιώματος ένστασης στο στάδιο ανοίγματος των οικονομικών προσφορών του εν λόγω διαγωνισμού για το έργο "Αυτόματη λειτουργία συστήματος άντλησης, μεταφοράς και διανομής νερού οικισμών ..." (βλ.

αυτήν που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη). Πρέπει να σημειωθεί πως ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι προέβη στην ανωτέρω δήλωση επειδή απειλήθηκε από το γενικό διευθυντή της εναγομένης Η. Α. ότι εάν δεν αποσύρει την προαναφερθείσα ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../9.1.2004 προσφυγή του, από την οποία και παραιτήθηκε, θα κηρύξει το διαγωνισμό άγονοι, δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, υπάρχει ασάφεια ως προς τη βούληση του ενάγοντος να παραιτηθεί εκτός από την ανωτέρω ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../9.1.2004 προσφυγή του, από το δικαίωμα προβολής κάθε ένστασής του ως προς τον εν λόγω διαγωνισμό κατά το στάδιο του ανοίγματος των οικονομικών προσφορών. Από το περιεχόμενο της ως άνω δήλωσης βουλήσεως του, η οποία ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), σε συνδυασμό με το σύνολο των περιστάσεων που αναφέρθηκαν, προκύπτει, ότι η αληθής βούληση του ενάγοντος την οποία αποτύπωσε στην ως άνω υπεύθυνη δήλωσή του, ήταν ότι με την τελευταία παραιτείται των ενστάσεων που είχε δικαίωμα να προβάλει κατά το στάδιο ανοίγματος των οικονομικών προσφορών του εν λόγω διαγωνισμού, ώστε αποδέχεται ως νόμιμες τις μέχρι τότε ενέργειες των επιτροπών που διενήργησαν το διαγωνισμό και τις αποφάσεις τους".

Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη ασάφειας στη δήλωση βουλήσεως του αναιρεσείοντος που διατυπώθηκε στην αναφερόμενη υπεύθυνη δήλωση αυτού, σχετικά με το ζήτημα εάν η δηλούμενη παραίτηση αφορά τις ενστάσεις που είχε δικαίωμα να προτείνει αυτός κατά το στάδιο ανοίγματος των οικονομικών προσφορών του διαγωνισμού, γι’ αυτό το λόγο και για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ότι η αληθής βούληση του αναιρεσείοντος είναι ότι με την υπεύθυνη δήλωση παραιτείται κάθε ενστάσεως που είχε δικαίωμα να προβάλει κατά του διαγωνισμού κατά το στάδιο ανοίγματος των οικονομικών προσφορών και όχι μόνο της παραίτησης από την προσφυγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, όπως αυτός ισχυριζόταν, προσέφυγε, ως όφειλε, στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Για το σχηματισμό δε του πορίσματός του, χρησιμοποίησε, ως κριτήρια, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και τη φύση και το χαρακτήρα της μονομερούς αυτής δήλωσης, χωρίς να είναι απαραίτητο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, να αναλύει στην απόφαση τα κριτήρια αυτά που χρησιμοποίησε. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, περιέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για την κρίση ότι η αληθής βούληση είναι η ανωτέρω αναφερόμενη.

Η κρίση δε αυτή δεν αντιβαίνει στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αφού με τη δοθείσα ερμηνεία εξασφαλίζεται η επιδοκιμαζόμενη από τα κριτήρια αυτά, προστασία των συμφερόντων όλων των υποψηφίων που μετέχουν στο διαγωνισμό, από τυχόν παρελκυστική τακτική κάποιων εξ αυτών, οι οποίοι, παρά την άσκηση και απόρριψη των προβλεπόμενων ενστάσεων, προσφυγών και ενδίκων εν γένει βοηθημάτων κατά τα ενδιάμεσα στάδια του διαγωνισμού, εγείρουν σκοπίμως και μετά το τελευταίο στάδιο νέες ενδεχομένως προφανώς αβάσιμες ενστάσεις, καθυστερώντας την ανάδειξη αναδόχου, πιέζοντας μαυτό τον τρόπο για την απόκτηση ωφελημάτων και αφετέρου η επιτάχυνση της διαδικασίας ανάδειξης αναδόχου, καθώς και η προστασία των συμφερόντων του κυρίου του έργου, με την ανάθεση και εκτέλεση του έργου.

Άλλωστε δεν θα είχε αποτέλεσμα η παραίτηση μόνο από τις ενστάσεις που αφορούν το παραδεκτό του τελευταίου σταδίου του διαγωνισμού, εάν διατηρούνταν η δυνατότητα άσκησης ενστάσεων που αφορούν τα προηγούμενα στάδια του διαγωνισμού, αφού έτσι δεν εξασφαλίζονται ούτε τα συμφέροντα του υποψηφίου, του οποίου σκοπός είναι η ανάδειξή του ως αναδόχου και η εκτέλεση του έργου και όχι εκ των προτέρων η λήψη τυχόν αποζημίωσης μετά την παραδοχή ενστάσεως, όταν το έργο θα έχει ήδη ανατεθεί με την κατάρτιση της σύμβασης, ούτε η προστασία του κυρίου του έργου, ο οποίος θα διατρέχει τον κίνδυνο να έχει αναθέσει το έργο στον αναδειχθέντα ανάδοχο, να έχει καταβάλει λόγω εκτέλεσης του έργου το αντάλλαγμα και να υποχρεωθεί σε καταβολή ισόποσης αποζημίωσης μετά την παραδοχή ενστάσεως.

Ούτε άλλωστε, ενόψει των ανωτέρω, επιβάλλεται από τα συναλλακτικά ήθη η διαφορετική ερμηνεία της δήλωσης, σύμφωνα με τα ισχυριζόμενα από τον αναιρεσείοντα.

Συνεπώς, έτσι που έκρινε, το Εφετείο, αναφορικά με την κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ερμηνεία της ως άνω δήλωσης του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., διότι δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτές τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον με βάση τα κριτήρια τούτων, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, υπό τα ανελέγκτως γενόμενα από τούτο ως άνω πραγματικά περιστατικά, έδωσε την προσήκουσα ερμηνεία στη δήλωση παραίτησης του αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, κύριος λόγος της αναίρεσης, καθώς και ο πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, το Εφετείο κρίνοντας, όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ’ αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε, ως αποδεικνυόμενα, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί της ερμηνείας της δήλωσης παραίτησης του αναιρεσείοντος.

Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αφορούν τη διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή διαφορετικών συμπερασμάτων, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Με βάση τα ως άνω το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και, επομένως, οι περί του αντιθέτου τέταρτος κύριος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, και πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου, από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262,269 και 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, εάν για τη θεμελίωση ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά που πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β’ του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτά προβληθεί, υπό την προϋπόθεση ότι με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1854/2007). Εάν το δικαστήριο λάβει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του ότι η άσκηση του δικαιώματος είναι καταχρηστική, πραγματικά περιστατικά που δεν έχει επικαλεστεί ο ενιστάμενος εναγόμενος με τις προτάσεις του για να θεμελιώσει την ένστασή του αυτή, λαμβάνει υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού στηρίζουν την ένσταση αυτή, η παραδοχή της οποίας οδήγησε στην απόρριψη της αγωγής, και υποπίπτει στην πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 26/1999).

Εάν όμως και χωρίς τα επιμέρους περιστατικά που έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, υφίστανται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, οπότε τα "πράγματα" που έλαβε υπόψη του δεν είναι ουσιώδη, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, η λήψη αυτών υπόψη δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο (ΑΠ 1854/2007).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη διευκρινιστικά της ένστασης περιστατικά, που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 656/1989). Επιπλέον δε, η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου, ως προς ένα από τα παραπάνω περιστατικά, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και θεμελιώνει τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1331/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης, προσβάλει την απόφαση, με την αιτίαση ότι για τη στήριξη του πορίσματος ότι η άσκηση του δικαιώματος είναι καταχρηστική, έλαβε υπόψη του πραγματικό γεγονός που δεν περιλαμβάνει η αναιρεσίβλητη στο ιστορικό της ένστασης, και ειδικότερα ενώ η αναιρεσίβλητη, ως πραγματικό περιστατικό θεμελίωσης της ένστασης, προσδιορίζει, εκτός των άλλων, και την παραίτηση αυτού που δηλώνεται στην από 12.2.2004 υπεύθυνη δήλωση και η οποία αναφέρεται σε παραίτηση αυτού από την .../9.1.2004 προσφυγή του ενώπιον του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, το Εφετείο, στηρίζει την κρίση του περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής στην από 6.2.2004 υπεύθυνη δήλωση παραίτησης αυτού από δικαίωμα ένστασης κατά το στάδιο του ανοίγματος των οικονομικών προσφορών στο διαγωνισμό, δηλαδή σε πραγματικό γεγονός που δεν είχε προτείνει το ενιστάμενο αναιρεσίβλητο.

ήτοι παράβαση εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Εφετείου, με τις οποίες προτείνει παραδεκτά την ως άνω ένσταση, προκύπτει σαφώς, όπως προαναφέρθηκε, ότι πραγματικό περιστατικό της ένστασης αυτής είναι και η παραίτηση του αναιρεσείοντος που διατυπώνεται στην από 6.2.2004 υπεύθυνη δήλωση.

Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 11.6.2015 αίτηση για αναίρεση της 1366/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων που νικήθηκε στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.6.2015 αίτηση του Π. Τ. του Ν. για αναίρεση της 1366/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

& νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ