Legislator Case Law & Legislation
1658/2012 AI generated

1658/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1658/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς που καλύπτεται κάτω από εικονική πώληση και σε σχέση με γονική παροχή που υπερβαίνει το μέτρο το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις, περιστατικά. Δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όταν υπό το πρόσχημα των άνω πλημμελειών πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας. Πράγματα, με την έννοια του αριθμού 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεν είναι τα πραγματικά επιχειρήματα, με τα οποία προβάλλεται άρνηση της αγωγής.

Legislator headnote

AI generated

1658/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1835 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία κατά το άρθρο 1831 υπολογίζεται στη κληρονομία, μπορεί να ανατραπεί εφόσον η κληρονομία που υπάρχει κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα. Αν έγιναν διαδοχικές δωρεές, η προηγούμενη είναι δυνατόν να προσβληθεί, εφόσον δεν επαρκεί η ανατροπή της μεταγενέστερης.

Keywords

AI generated
rights of heirs devolution of estate advancement in inheritance transfer of property legacy of property of another allocation of family home
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1658 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς που καλύπτεται κάτω από εικονική πώληση και σε σχέση με γονική παροχή που υπερβαίνει το μέτρο το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις, περιστατικά. Δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όταν υπό το πρόσχημα των άνω πλημμελειών πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας. Πράγματα, με την έννοια του αριθμού 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεν είναι τα πραγματικά επιχειρήματα, με τα οποία προβάλλεται άρνηση της αγωγής.

Αριθμός 1658/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στην πόλη της Χίου και 2) Δ. Ζ. συζ. Ι., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πηνελόπη Τασσοπούλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ. του Γ. και 2) Σ. Μ. του Μ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/3/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/2007 μη οριστική, 253/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 57/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/7/2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 10/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξουσία των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις εκθέσεις επίδοσης 11.280 και 11281/9.3.2011 της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χίου ..., προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσειόνων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής (της 19.10.2012) επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσιβλήτους. Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

ΙΙ. Με το άρθρο 1831 παρ.2 του ΑΚ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 26 του ν.1329/1983, ορίζεται, ότι στην κληρονομία προσθέτονται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1835 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία κατά το άρθρο 1831 υπολογίζεται στη κληρονομία, μπορεί να ανατραπεί εφόσον η κληρονομία που υπάρχει κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα. Αν έγιναν διαδοχικές δωρεές, η προηγούμενη είναι δυνατόν να προσβληθεί, εφόσον δεν επαρκεί η ανατροπή της μεταγενέστερης.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1825 και 1836 ΑΚ, προκύπτει, ότι σε μέμψη υπόκειται κάθε δωρεά σε μεριδούχο στην οποία προέβη ο κληρονομούμενος, όσο ζούσε, καθώς και κάθε δωρεά σε μη μεριδούχο-τρίτο- την οποία έκανε ο κληρονομούμενος στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον (ΑΠ 1527/2000, και ΑΠ 171/2003).

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1831 παρ.2 ΑΚ, δωρεά από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον είναι εκείνη που γίνεται από υποχρέωση του δωρητή προς το δωρεοδόχο, η οποία προκύπτει από συγκεκριμένες συνθήκες και στηρίζεται στις επιταγές της ηθικής και της αλληλεγγύης. Περαιτέρω, επί εικονικότητας, κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ.2 ΑΚ- διάταξη η οποία έχει αυτοτέλεια σε σχέση με εκείνη της πρώτης παραγράφου του ίδιου άρθρου του ΑΚ η οποία αναφέρεται στην εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 32/1998)- η δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της.

Εξάλλου, και η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις και αποτελεί δωρεά (άρθρο 1509 ΑΚ).

Ως ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική, κοινωνική και οικογενειακή κατάσταση του γονέα κατά τη σύσταση της παροχής και μάλιστα τις ανάγκες του τέκνου προς το οποίο γίνεται η παροχή σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των άλλων τέκνων του. Απορία του τέκνου δεν απαιτείται για τη σύσταση της γονικής παροχής αλλά μόνο η συνδρομή ανάγκης με τις παραπάνω προϋποθέσεις του άρθρου 1509 ΑΚ.

Αν δεν συντρέχει περίπτωση ανάγκης, τότε η παροχή έχει την έννοια δωρεάς (ΑΠ 518/2006). Με τα δεδομένα αυτά, τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η γονική παροχή είναι δωρεά στο σύνολό της ή μερικώς, δηλαδή ότι υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή μέμψης από τον ενάγοντα, ο οποίος, επομένως, έχει και το βάρος απόδειξής τους (ΑΠ 491/2009) τέλος κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται επαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο αποβιώσας χωρίς διαθήκη στις 15-8-2001 Γ. Μ. του Μ., άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του - και νόμιμους μεριδούχους - τα τρία τέκνα του, δηλαδή τους δύο ενάγοντες (τη θυγατέρα του Δ. και τον υιό του Ε.) και τον δεύτερο εναγόμενο υιό του Μ., δεδομένου ότι η σύζυγος του Σ.

είχε προαποβιώσει εκείνου, τον Ιούνιο του 1998, αλλά δεν άφησε κληρονομιαία περιουσία (ο Γ. Μ.). Ωστόσο το έτος 1980, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1980 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Π. Γκέγκιου, που μεταγράφηκε νόμιμα, είχε αποκτήσει την κυριότητα ενός οικοπέδου εμβαδού 212,49 τ.μ, στη θέση Παλαιόκαστρο και στην οδό ...

αρ. 7 στην πόλη της ..., με την επ'αυτού οικία, στην οποία και διέμενε μαζί με τη σύζυγο του μέχρι το χρόνο του θανάτου τους. Πρόκειται για παλαιά διώροφη οικία με υπόγειο, την οποία αργότερα ο αποβιώσας, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1998 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμ/φου Χίου Χρυσ.Αξιωτάκη που μεταγράφηκε νόμιμα, υπήγαγε στις διατάξεις του Ν. 3741/1929, δημιουργώντας, ως αυτοτελείς ιδιοκτησίες ένα διαμέρισμα στο ισόγειο, ένα διαμέρισμα στον πρώτο όροφο και ανά μία αποθήκη στο υπόγειο.

Ακολούθως με το υπ' αριθμ. .../14-5-1998 συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας ως άνω συμ/φου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον υιό του δεύτερο εναγόμενο την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου εμβαδού 103 τ.μ. περίπου, καθώς και την ψιλή κυριότητα της μίας εκ των δύο αποθηκών του υπογείου, εμβαδού 12 τ.μ, περίπου, παρακρατήσας για τον εαυτό του την επικαρπία εφ'όρου ζωής.

Η εν λόγω γονική παροχή της ψιλής-και μόνο-κυριότητας του παραπάνω διαμερίσματος και της αποθήκης του δεν υπερβαίνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, λαμβανομένου υπόψη ότι, ενώ τα άλλα δύο τέκνα του αποβιώσαντος (οι ενάγοντες) διαμένουν σε ιδιόκτητες οικίες στην Αθήνα, ο δεύτερος εναγόμενος που ήταν το μόνο τέκνο του που κατοικούσε μόνιμα στη Χίο- και εκ των πραγμάτων βρισκόταν πιο κοντά στον ηλικιωμένο πατέρα του και τον βοηθούσε στα καθημερινά του προβλήματα- δεν διέθετε ιδιόκτητη κατοικία αλλά διέμενε σε μισθωμένη οικία.

Έτσι ήταν εύλογο να θελήσει ο πατέρας του να βοηθήσει το συγκεκριμένο παιδί του, προβαίνοντας στην παραπάνω (μοναδική) γονική παροχή προς αυτόν, με το σκοπό, αφού ο εναγόμενος θα επισκεύαζε το διαμέρισμα, που, όπως και ολόκληρο το διώροφο κτίσμα, ήταν σε κακή κατάσταση - έχει μάλιστα κριθεί επικίνδυνο από το Τμήμα Πολεοδομίας του Δήμου Χίου, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 359/13/2-2-2004 έκθεση επικινδύνου-, να αποκτήσει δικό του σπίτι στη Χίο.

Εξάλλου και οι ίδιοι οι ενάγοντες δεν αναφέρουν στην αγωγή τους, ούτε απέδειξαν, ποίο ήταν το υπερβάλλον ποσοστό κατά το οποίο η επίμαχη γονική παροχή συνιστούσε δωρεά εν ζωή του αποβιώσαντος, υποκείμενη σε ανατροπή, αρκούμενοι στον αβάσιμο ισχυρισμό ότι η γονική παροχή ήταν εξ ολοκλήρου δωρεά. Κατά συνέπειαν η δικαιοπραξία αυτή ως γονική παροχή πληρούσα τους όρους του άρθρου 1509 ΑΚ και όχι δωρεά, δεν υπόκειται σε ανατροπή με την αγωγή του άρθρου 1835 ΑΚ, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλούμενη απόφαση, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους εφέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Στη συνέχεια, τον Οκτώβριο του 1999, και αφού εν τω μεταξύ είχε αποβιώσει και η σύζυγός του τον Ιούνιο του 1998, ο Γ. Μ., με το υπ' αριθμ. .../16.10.1999 πωλητήριο συμβόλαιο της συμ/φου Χίου Χρυσούλας Αξιωτάκη που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε στην πρώτη εναγόμενη εγγονή του Σ. Μ.Μ. (θυγατέρα του δεύτερου εναγομένου) το υπόλοιπο τμήμα της οικίας, δηλαδή το ισόγειο διαμέρισμα, εμβαδού 79,09 τ.μ.

και τη δεύτερη αποθήκη του υπογείου εμβαδού 24,87 τ.μ. παρακρατώντας για τον εαυτό του το δικαίωμα οίκησης όσο ζει, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 11.404.774 δρχ. (33.470 ευρώ), που ήταν και η αντικειμενική του αξία όπως εκτιμήθηκε από την Εφορία. Όπως αναγράφεται στο ίδιο το συμβόλαιο, το τίμημα δεν το εισέπραξε ο πωλητής αλλά το άφησε στα χέρια της αγοράστριας, ως αντάλλαγμα "για τις προσωπικές της υπηρεσίες, εκδουλεύσεις και περιποιήσεις που υποχρεούται να παράσχει αυτή στο μέλλον προς τον πωλητή, εφ' όρου ζωής του, είτε στο μεταβιβαζόμενο είτε στο σπίτι της κατ' επιλογή του, αλλά και για όσες υπηρεσίες μέχρι σήμερα προσέφερε αυτή σ' αυτόν".

Πράγματι, η πρώτη εναγομένη Σ. Μ., η οποία εκτός από εγγονή ήταν και πνευματικό τέκνο του Γ. Μ., αφού εκείνος την είχε βαπτίσει, διατηρούσε ιδιαίτερο συναισθηματικό δεσμό με τον παππού και νονό της και ήταν εκείνη που πραγματικά του συμπαραστάθηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, με τη βοήθεια και του πατέρα της δεύτερου εναγομένου.

Ειδικότερα επισκεπτόταν καθημερινά τον παππού της (όπως και ο πατέρας της δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος, όπως χαρακτηριστικά καταθέτει ο ίδιος ο μάρτυρας των εναγόντων στο ακροατήριο "ήταν κάθε μέρα στο σπίτι του Γ. Μ."), φρόντιζε την ιατροφαρμακευτική του περίθαλψη, επέβλεπε και συνεργαζόταν με την οικιακή βοηθό για τη σωστή φροντίδα του αλλά και τη διαχείριση του νοικοκυριού του και παρείχε σ' αυτόν τις προσωπικές της φροντίδες φιλοξενώντας και περιθάλποντάς τον στο σπίτι της κατά τις ημέρες αργίας ("ρεπό") της εσωτερικής οικιακής βοηθού, ενώ του παρείχε και την ηθική στήριξη και συντροφιά που είχε ανάγκη.

Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι, εφόσον είχε προσληφθεί οικιακή βοηθός ο αποβιώσας δεν χρειαζόταν τις υπηρεσίες της εναγόμενης εγγονής του, ελέγχεται ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας, δεν αρκεί η πρόσληψη αλλοδαπής οικιακής βοηθού για τη φροντίδα του ηλικιωμένου και πάσχοντος πατέρα τους, αλλά είναι απαραίτητη, επί καθημερινής βάσεως, η παρουσία ενός οικείου του προσώπου, το οποίο θα επιβλέπει και θα κατευθύνει την αλλοδαπή βοηθό, θα την αναπληρώνει κατά τις απουσίες της και θα παρέχει όλες εκείνες τις υπηρεσίες που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να προσφέρει η οικιακή βοηθός.

Αυτό το έργο είχε αναλάβει η πρώτη εναγομένη (αφού οι ενάγοντες απουσίαζαν από τη ζωή του πατέρα τους, διαμένοντας μόνιμα στην Αθήνα, γεγονός που δεν αμφισβητείται), η οποία εναγομένη το εκτελούσε με αφοσίωση τόσο πριν από τη σύναψη του επίμαχου πωλητήριου συμβολαίου, όσο και μετά, για τα επόμενα δύο χρόνια μέχρι το χρόνο θανάτου του Γ.

Μ. σε ηλικία 86 ετών. Για τα περιστατικά αυτά καταθέτουν μετά λόγου γνώσεως ιδίως η εξετασθείσα στο ακροατήριο μάρτυρας των εναγομένων (αδελφή της συζύγου του Γ. Μ.), που είναι του ίδιου βαθμού εξ αίματος συγγενής και με τις δύο διάδικες πλευρές και δεν έχει λόγους να μεροληπτήσει υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς, καθώς και η οικιακή βοηθός Έ.

Β. (Λιθουανή) στην υπ' αριθμ. .../2002 ένορκη βεβαίωση της ενώπιον της συμ/φου Χίου Στυλιανής Γανιάρη, καθώς και οι λοιποί μάρτυρες των εναγομένων και δεν αναιρούνται οι καταθέσεις τους από τις καταθέσεις των μαρτύρων της άλλης πλευράς. Κατά συνέπειαν, η περιεχόμενη στο επίμαχο δωρητήριο συμβόλαιο δήλωση του πωλητή Γ.

Μ. ότι αφήνει το τίμημα στα χέρια της αγοράστριας εγγονής του σε αντάλλαγμα των προς αυτόν υπηρεσιών της είναι εύλογη και ανταποκρινόμενη στα πράγματα και δεν αποδεικνύει ότι η πώληση ήταν εικονική, υποκρύπτουσα δωρεά όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Ακόμα όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η πραγματική βούληση του πωλητή ήταν να δωρίσει το ακίνητο στην εγγονή του, η δωρεά αυτή, εν όψει των προεκτεθέντων, επιβαλλόταν από λόγους ευπρέπειας και ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και επομένως, σε κάθε περίπτωση δεν υπόκειται σε ανατροπή".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι επίμαχες γονική παροχή και πώληση, ως μη όντας δωρεές του κληρονομούμενου Γ. Μ. προς τον ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο γιό του και την ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη εγγονή του, δεν προστίθενται στην κληρονομία αυτού προς υπολογισμό της νόμιμης μοίρας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων τέκνων του, ούτε υπόκεινται σε διάρρηξη κατά το άρθρο 1835 ΑΚ, ακολούθως δε απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των εναγόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με βάση αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της υπέρβασης του επιβαλλόμενου μέτρου για τη γονική παροχή και της εικονικότητας για την πώληση η οποία υποκρύπτει δωρεά, στα οποία και επιχειρείται η θεμελίωση της βάσης της αγωγής, διέλαβε στην απόφαση σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ που αναφέρθηκαν, και συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο ειδικότερη αιτίαση, επίσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, γιατί στήριξε την κρίση του στην ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία, ότι ακόμα όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η πραγματική βούληση του πωλητή ήταν να δωρίσει το ακίνητο στην εγγονή του, η δωρεά αυτή, ενόψει των προεκτεθέντων, επιβαλλόταν από λόγους ευπρέπειας και ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και επομένως, σε κάθε περίπτωση, δεν υπόκειται σε ανατροπή" πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αλυσιτελής, αφού η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης, ότι "η ...

δήλωση του πωλητή Γ. Μ. ότι αφήνει το τίμημα στα χέρια της αγοράστριας εγγονής του σε αντάλλαγμα των προς αυτόν υπηρεσιών της είναι εύλογη, ανταποκρινόμενη στα πράγματα και δεν αποδεικνύει ότι η πώληση ήταν εικονική, υποκρύπτουσα δωρεά, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες", η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αλλά και διότι είναι και αβάσιμη, εφόσον το Εφετείο με σαφήνεια δέχτηκε ότι η δήλωση του Γ.

Μ. και ως δωρεά δεν υπόκειται σε ανατροπή.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, απαράδεκτος είναι ο λόγος αναίρεσης, αν υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 941/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1,8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί: α) ότι το αγοραπωλητήριο .../1999 ως άνω συμβόλαιο δεν είναι εικονικό "παρότι όλα τα- αναφερόμενα - πραγματικά και νομικά περιστατικά κατέτειναν στην πασίδηλη απόδειξη της εικονικότητάς του" και "υπέκρυπτε αυτό πασιδήλως δωρεά προς την β' αναιρεσίβλητη", γι' αυτό και "όφειλε να διατάξει την ανατροπή της σύμβασης αυτής ...

ώστε να δυνηθ(ούν) οι αναιρεσείοντ(ες) να λάβουν τη νόμιμη μοίρα τους", και β) ότι συνέτρεχαν, όσον αφορά το .../1998 συμβόλαιο γονικής παροχής, οι όροι εφαρμογής του άρθρου 1509ΑΚ, "ενώ εκ των αδιαμφισβήτητων και αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών προέκυψε ότι ουδόλως συνέτρεχαν οι όροι αυτού", παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1509 ΑΚ περί γονικής παροχής, 1831 παρ.2 περί υπολογισμού της νόμιμης μοίρας, 1835 έως 1838 ΑΚ περί μέμψης άστοργης δωρεάς, σε συνδυασμό με το άρθρο 513 ΑΚ περί πώλησης, και 1839 έως 1845 ΑΚ περί αποκλήρωσης, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς, τους οποίους οι αναιρεσείοντες είχαν νόμιμα προτείνει και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, απέρριψε την ένδικη αγωγή, την οποία, υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα, έπρεπε να την κάνει δεκτή.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι αναιρεσείοντες υπό το πρόσχημα των ως άνω πλημμελειών από τους αριθμούς 1,8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων, αφού στο λόγο αυτό αναίρεσης αναφέρεται ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί άλλα από εκείνα που δέχτηκε εσφαλμένα ως προς το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής, την οποία και έπρεπε να κάνει δεκτή.

IV. Ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ισχυρισμού που νόμιμα προτάθηκε και που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι όμως ορισμένος ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και να μνημονεύεται, επίσης, στο ίδιο ότι έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική απόρριψη της ένδικης αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις "αποδεικτικά νοσηλείας αμφοτέρων των γονέων των αναιρεσειόντων και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τους οποίους επί σειρά ετών φρόντιζαν οι αναιρεσείοντες ...

τα εμβάσματα του πρώτου από τους αναιρεσείοντες προς τους γονείς τους, καθόλα τα χρόνια που υπηρετούσ(ε) ως α' μηχανικός του ΕΝ στα ποντοπόρα πλοία ... αποδεικτικά μέσα που προσκόμισ(αν) και από τα οποία κατερρίπτοντο όλοι οι ισχυρισμοί των αντιδίκων περί της προθέσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου να επισκευάσει την πατρογονική οικία ...

ιατρικά πιστοποιητικά από τα οποία απεδεικνύετο η οικτρή κατάσταση της υγείας του πατέρα τους ... και τα έγγραφα από τα οποία απεδεικνύετο ότι ποτέ κανείς από τους αναιρεσείοντες δεν είχε λάβει καμμία παροχή από τους γονείς τους ..." που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, εφόσον δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο.

V. Σύμφωνα με τη διάταξη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει από 1.1.2002 ( άρθρο 15 του ν.2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντέσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι'αυτά -πράγματα- ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα, όχι δε και εκείνα που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την απόρριψη της ένδικης αγωγής περί μέμψης ως άστοργων δωρεών στους ήδη αναιρεσιβλήτους εναγομένους των προεκτιθέμενων αυτοτελών ιδιοκτησιών από το Γ.

Μ. με τα αναφερθέντα συμβόλαια γονικής παροχής και πώλησης, έλαβε παρά το νόμο υπόψη χωρίς απόδειξη τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων- "ότι η β' αναιρεσίβλητη δήθεν συμπαραστάθηκε στον παππού της- Γ. Μ. ... ότι η ίδια - β' αναιρεσίβλητη- "κατέβαλε" το τίμημα της πώλησης δια των υπηρεσιών της προς τον παππού της ...

ότι ο υπέργηρος πατέρας των αναιρεσειόντων και του πρώτου αναιρεσιβλήτου και παππούς της δεύτερης αναιρεσίβλητης είχε πνευματική διαύγεια και βούληση ... ότι λόγοι ευπρέπειας και ιδιαίτερου καθήκοντος επέβαλαν τη γονική παροχή ... και ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος συνέδραμε οικονομικώς για τις σπουδές του πρώτου αναιρεσείοντος ..." και έτσι δέχτηκε ότι η γονική παροχή πληρούσε τους όρους του άρθρου 1509 ΑΚ και ότι δεν πρόκειται για δωρεές - όπως οι αναιρεσείοντες ενάγοντες ισχυρίστηκαν- και απέρριψε, έτσι, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενοι με αυτόν ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς με την έννοια του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσιβλήτων εναγομένων, με τα οποία πρόβαλλαν την άρνησή τους στην ένδικη αγωγή.

VI. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται εις βάρος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ηττώνται, προεχόντως, ελλείψει αιτήματος, εκ μέρους των ερημοδικαζόμενων αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.7.2010 αίτηση των 1) Ε. Μ. του Γ. κ.α. για αναίρεση της 57/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατικής έδρας Χίου).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 1012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ