1658/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1658/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το τυπικά παραδεκτό της αναιρέσεως επιτρέπει την έρευνα της βασιμότητας των διατυπουμένων δι' αυτής λόγων. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Full text
Απόφαση 1658 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1658/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αθανάσιο Τσιοκάνη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Φ. θυγ. Χ. Κ., συζ. Κ. Χ., κατοίκου ... και 2. Β. θυγ. Χ. Κ., συζ. Μ. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρύσανθο Γκλαβά, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Ιουνίου 2001 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ν. Ιωνίας. Εκδόθηκε η απόφαση 45/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5576/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30 Αυγούστου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 28 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να θεωρηθεί πως δεν ασκήθηκε η 104/7-9-2009 αίτηση για αναίρεση της 5576/20-9-2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 104/7.9.2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5576/20.9.2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα με την 162/1.7.2002 ανακοπή οι δι' αυτής ανακόπτουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, κατ' ισομοιρία συγκύριες του περιγραφομένου με αριθμό (6) οικοπέδου προσφυγικής αποκαταστάσεως, εδίωκαν την ακύρωση του 3091/15.6.2000 Πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής της Νομαρχίας Αθηνών, με το οποίο διατάσσεται η αποβολή της πρώτης τούτων από το τμήμα του ομόρου με αριθμ. (5) οικοπέδου, η κατεδάφιση αυθαιρέτου επ' αυτού κτίσματος, η απομάκρυνση των υλικών κατεδαφίσεως, καθώς και η αφαίρεση της περιφράξεως.
Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της και ακύρωση του πληττομένου δι' αυτής πρωτοκόλλου, η 45/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ν. Ιωνίας και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 118166/1772/7.8.2003 έφεση του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η 5576/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, με την αιτιολογία ότι για την προσβαλλόμενη πράξη διοικητικής αποβολής δεν τηρήθηκε ουσιώδης για την εγκυρότητά της τύπος, συνιστάμενος στην παράλειψη λήψεως προηγουμένως υπόψη της προβλεπόμενης από το νόμο γνώμης της Ειδικής Επιτροπής Στεγάσεως.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται το ηττηθέν εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, για το παραδεκτό της οποίας και τη βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτής λόγων νομότυπα και εμπρόθεσμα εκδόθηκε η 1470/4.12.2007 θετική γνωμοδότηση του αρμόδιου Δ' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του κράτους (άρθρο 12 του ν.2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του ν. 2721/1998 και ακολούθως καταργήθηκε με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009), χωρίς η παράλειψη καταθέσεώς της στην γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, η οποία δεν προκύπτει από τα υπάρχοντα στην διάθεση του Δικαστηρίου έγγραφα, να συνδέεται με την απειλούμενη, σε περίπτωση μη εκδόσεως θετικής γνωμοδοτήσεως, δικονομική συνέπεια να θεωρείται πως δεν ασκήθηκε η αναίρεση.
Το τυπικά παραδεκτό της αναιρέσεως επιτρέπει την έρευνα της βασιμότητας των διατυπουμένων δι' αυτής λόγων. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 23 παρ. 1, 2 εδ. α', β' του β.δ/τος 330/1960, με το οποίο κωδικοποιήθηκε η περί αποκαταστάσεως των αστών προσφύγων νομοθεσία του ν. 2044/1952 "Α. Από της ισχύος του Α.Ν. 1822/5.6.51 πας καταλαμβάνων αυθαιρέτως ακίνητον (οίκημα, οικόπεδον, μη κτηματογραφηθείσαν έκτασιν κλπ.) ανήκον κατά κυριότητα, νομήν ή διαχείρισιν εις το Ελληνικόν Δημόσιον (Υπουργείον Κοινωνικής Προνοίας) τιμωρείται δια φυλακίσεως και χρηματικής ποινής μέχρι 20.000 δραχμών της ποινικής αγωγής εισαγομένης δι' απ' ευθείας κλήσεως. 2.
Ανεξαρτήτως της ανωτέρω διώξεως και χρόνου αυθαιρέτου καταλήψεως του ακινήτου. α) Εάν πρόκειται περί αυθαιρέτου καταλήψεως κατοικίας, διατάσσεται, παρά του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας ή του παρ' αυτού εξουσιοδοτουμένου οργάνου ή δια της Αστυνομίας ή υπαλλήλων του Υπουργείου ή άλλων Υπηρεσιών διοικητική αποβολή παντός καταλαβόντος ως και παντός τρίτου εξ αυτού έλκοντας τα δικαιώματα του, εκδίδεται δε απόφασις του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας ή του παρ' αυτού εξουσιοδοτουμένου οργάνου περί καταλογισμού τιμήματος χρήσεως και αξίας επενεχθεισών φθορών, εκτιμώμενων ελευθέρως παρά του Συμβουλίου Στεγάσεως, κατόπιν εκθέσεως, δια τας φθοράς, μηχανικού Δημοσίου Υπαλλήλου και εισπραττομένων κατά τας διατάξεις περί εισπράξεως Δημοσίων εσόδων και β) Εάν πρόκειται περί αυθαιρέτου καταλήψεως οικοπέδου ή εκτάσεως μη κτηματο-γραφηθείσης, εάν μεν δεν έχη ανεγερθή οικοδομή ή κτίσμα, ισχύουν τα περί καταλήψεως κατοικίας, ως ανωτέρω, εάν δε έχη ανεγερθή κατοικία ή πάσης άλλης μορφής κτίσμα, ο Υπουργός Κοινωνικής Προνοίας ή το παρ' αυτού εξουσιοδοτούμενον όργανον, διατάσσει την διοικητικήν αποβολήν και κατεδάφισιν οιουδήποτε κτίσματος προσωρινού ή μονίμου δια της αστυνομίας ή υπαλλήλων του Υπουργείου ή άλλων Υπηρεσιών.
Εις εξαιρετικάς περιπτώσεις εκτιμώμενας υπό του Συμβουλίου Στεγάσεως, δύναται αντί της κατά τ' ανωτέρω κατεδαφίσεως, να παραχωρήται το καταληφθέν οικόπεδον, καθοριζομένου του καταβλητέου τιμήματος της καταληφθείσης επιφανείας ελευθέρως παρά του Συμβουλίου Στεγάσεως βάσει της τρεχούσης αξίας κατά τον χρόνον της κατά τ' ανωτέρω αποφάσεως του Συμβουλίου, προσαυξανόμενης κατά 50% και υπό την προϋπόθεσιν ότι η ανέγερσις του κτίσματος δεν αντίκειται προς τας διατάξεις περί πολεοδομίας και εγένετο μετά την 5/6/1951".
Περαιτέρω κατά το άρθρο 3 του β.δ/τος 692/1961, με το οποίο κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις του ν.δ. 4176/1961, οι οποίες ρυθμίζουν τη στέγαση των παραπηγματούχων οικογενειών των πόλεων Αθηνών - Πειραιώς - Θεσσαλονίκης "1. Οικογένεια εγκατεστημένη εις παράπηγμα κείμενον εντός συνοικισμού, περιλαμβανομένου εις το κατά την παρούσαν πράξιν στεγαστικόν πρόγραμμα, μη υποβάλλουσα άπαντα τα οριζόμενα δικαιολογητικά εντός της τασσομένης προθεσμίας ή αρνούμενη να υποβάλη ταύτα επί τη προσκλήσει της Υπηρεσίας ή κατόπιν υποβολής τούτων κρινομένη ως μη δικαιούχος στεγάσεως, κατά τας διατάξεις της παρούσης πράξεως ή κρινομένη ως δικαιούχος και αρνούμενη για εκκένωση το παράπηγμα εντός της τασσομένης αυτή προθεσμίας προς εγκατάστασίν της εις το παραχωρούμενον ακίνητον, αποβάλλεται διοικητικώς, κατεδαφιζομένου του παραπήγματος, μερίμνη του οικείου Αστυνομικού Τμήματος. 2.
Η καθ' ωρισμένον υπό του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας εγκεκριμένον τύπον πράξις διοικητικής αποβολής της ως ανωτέρω οικογενείας και κατεδαφίσεως του παραπήγματος εκδίδεται από του Προϊσταμένου της οικείας Ειδικής Υπηρεσίας Στεγάσεως (Ε.Υ.Σ.) μετά γνώμην της παρ' αυτή Ειδικής Επιτροπής Στεγάσεως. Η πράξις αύτη διαβιβάζεται μερίμνη της άνω Υπηρεσίας υποχρεωτικώς, εντός τριημέρου από της εκδόσεως της εις τον αρμόδιον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, όστις οφείλει αμελλητί, να διάταξη το αρμόδιον Αστυνομικόν Τμήμα δια την εκτέλεσίν της.
Η εντολή αύτη του Εισαγγελέως, κοινοποιουμένη και εις την εκδούσαν την πράξιν Υπηρεσίαν, επιδίδεται αμέσως μερίμνη του αυτού Αστυνομικού Τμήματος, εις τον καθ' ου παραπηγματούχον επί αποδείξει, όστις δικαιούται εφ' όσον εντός πενθημέρου από της επιδόσεως απομακρυνθή του παραπήγματος και προβή ιδίαις αυτού δαπάναις εις την κατεδάφισιν του παραπήγματός του, ν' αποκόμιση τα εκ της κατεδαφίσεως υλικά.
Παρεχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης και εντός των επομένων πέντε ημερών, το αρμόδιον Αστυνομικόν Τμήμα, διό του εις την διάθεσιν αυτού, τιθεμένου συνεργείου κατεδαφίσεων της αρμοδίας Ε.Υ.Σ., προβαίνει εις την εκτέλεσίν της εντολής, συντασσομένου σχετικού πρωτοκόλλου. Εν τη περιπτώσει ταύτη τα εκ της κατεδαφίσεως υλικά διατίθενται κατά τα δι' αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας καθορισθησόμενα. 3.
Η διαδικασία του παρόντος άρθρου ακολουθείται εφεξής επί πάσης περιπτώσεως διοικητικής αποβολής αυθαιρέτως εγκατεστημένων οικογενειών εις παραπήγματα κείμενα εντός προσφυγικών συνοικισμών, ως και κατεδαφίσεως τούτων άμα τη εκκενώσει των, των οικείων Ειδικών Υπηρεσιών Στεγάσεως και των παρ' αυταίς Επιτροπών Στεγάσεως καθισταμένων εφεξής αρμοδίων διά την κατά τας διατάξεις του παρόντος και της περί αποκαταστάσεως των αστών προσφύγων νομοθεσίας διοίκησιν και διαχείρισιν των συνοικισμών εκ παραπηγμάτων.
Ως αυθαίρετος εγκατάστασις νοείται α) εν τη διατάξει της παρ. 3 του αρθρ. 4 του Ν.Δ. 2044/52 αναφερομένη και β) η κατοχή παραπήγματος δι' οιανδήποτε χρήσιν παρ' οικογενείας, αποκατασταθείσης στεγαστικώς". Ακολούθως εκδόθηκε, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ.4 της 111/1960 Π.Υ.Σ., όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ.
του κυρωτικού νομοθετικού διατάγματος 4176/1991, το β.δ. 866/1982, κατά το άρθρο μόνο του οποίου "Αι διατάξεις του άρθρου 3 της υπ' αριθ. 111/1960 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου ως αύται συνεπληρώθησαν και ετροποποιήθησαν δια του κυρώσαντος ταύτην υπ' αριθ. 4176/61 Ν.Δ αι αναφερόμεναι εις την διαδικασίαν της διοικητικής αποβολής και κατεδαφίσεως επεκτείνονται αναλόγως και έχουν εφαρμογήν από της ισχύος του παρόντος και επί πάσης περιπτώσεως αυθαιρέτου καταλήψεως ή καταγής κρατικών ακινήτων προοριζομένων δια την στέγασιν των αστών προσφύγων.
Κρατικά ακίνητα ως ανωτέρω νοούνται, τα τελούντα υπό την διαχείρισιν του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας ως ευρισκόμενα εντός χώρων α) απαλλοτριωθέντων δια την αποκατάστασιν των προσφύγων του 1922 δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 110 του Συντάγματος του 1927 ή διατάξεων ετέρων Νόμων, β) περιελθόντων αυτώ δι' αγοράς ή δωρεάς ή ετέρας πράξεως παραχωρήσεως ή μεταβιβάσεως, ως και οι δυνάμει των Νόμων 4592/1930 "περί κυρώσεως της συμβάσεως περί εκκαθαρίσεως της Ε.Α.Π.
και ρυθμίσεως των εκ ταύτης απορρεόντων ζητημάτων" και 4857/1930 "περί μεταβιβάσεως εις το Ελληνικόν Δημόσιον της κινητής και ακινήτου περιουσίας της Ε.Α.Π. κ.λ.π.", γ) τεθέντων εις την διάθεση του Υπουργείου τούτου καθ' οιονδήποτε τρόπον προς εξυπηρέτησιν του σκοπού της αποκαταστάσεως ή της προσωρινής στεγάσεως των προσφύγων υπό του Δημοσίου ή Νομικών Προσώπων ή ετέρων Κοινωφελών Οργανισμών και περιλαμβανομένων εις τα κτηματολογικά διαγράμματα του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας και δ) κατεχομένων υπό τούτου εξ' επιτάξεως ...".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών και το νομικό καθεστώς που δι' αυτών διαμορφώθηκε προκύπτουν τα ακόλουθα (α) το άρθρο 23 του β.δ/τος 330/1960 εφαρμόζεται επί αυθαίρετης καταλήψεως οικοπέδου ή κατοικίας, με έκδοση στην περίπτωση αυτή πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, χωρίς προηγούμενη γνωμοδότηση της Ειδικής Επιτροπής Στεγάσεως, (β) στο πεδίο εφαρμογής του β.δ/τος 692/1961 εμπίπτει η περίπτωση εγκαταστάσεως οικογένειας σε παράπηγμα (πρόχειρες κατασκευές), το οποίο προς τούτο κατασκεύασαν επί οικοπέδου στεγαστικής αποκαταστάσεως, από το οποίο αποβάλλεται διοικητικώς μετά από γνώμη της Ειδικής Επιτροπής Στεγάσεως και (γ) ότι με το β.δ. 866/1962 η διαδικασία διοικητικής αποβολής επί κατεδαφίσεως παραπήγματος (β.δ. 692/1961) εφαρμόζεται αναλόγως σε κάθε περίπτωση αυθαίρετης καταλήψεως ή κατοχής κρατικού ακινήτου προοριζομένου για τη στέγαση αστών προσφύγων.
Από τη γενικότητα της διατυπώσεως του μόνου αυτού άρθρου του β.δ. 866/1962 περί ανάλογης εφαρμογής της διαδικασίας της διοικητικής αποβολής και κατεδαφίσεως, που προβλέπεται από το β.δ. 692/1961, σε κάθε περίπτωση αυθαίρετης καταλήψεως ακινήτου αστικής προσφυγικής αποκαταστάσεως δικαιολογεί βάσιμα τη νομική παραδοχή ότι η προηγούμενη γνώμη της Ειδικής Επιτροπής Στεγάσεως αποτελεί ουσιώδη τύπο για την εγκυρότητα της πράξεως διοικητικής αποβολής, που εκδίδεται και κατ' εφαρμογή του άρθρου 23 του β.δ/τος 330/1960.
Επομένως η προβαλλόμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την παραδοχή της ότι επί της πληττόμενης πράξεως διοικητικής αποβολής εφαρμογή έχει το άρθρο 23 του β.δ. 692/1961, καταλήγοντας στην ακύρωσή της λόγω μη λήψεως προηγουμένως υπόψη της προβλεπόμενης από το εν λόγω άρθρο γνώμης της Ειδικής Επιτροπής Στεγάσεως, αντί του άρθρου 23 του β.δ/τος 330/1960, που αντιθέτως δεν προβλέπει την τήρηση του ουσιώδους αυτού τύπου, ευθεώς παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις, αξιολογείται προεχόντως ως αλυσιτελής, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, σε κάθε περίπτωση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής απαιτείται ως ουσιώδης τύπος για την εγκυρότητά του η λήψη υπόψη προηγουμένως της γνώμης της Ειδικής Επιτροπής Στεγάσεως ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο αναφέρεται επιπρόσθετα και σε κατεδάφιση αυθαιρέτου κτίσματος, παραπήγματος κατά την έννοια του άρθρου 3 του β.δ/τος 692/1961, το οποίο εντεύθεν ευθέως εφαρμόζεται.
Περαιτέρω και αναφορικά με το διοικητικό όργανο της Ειδικής Επιτροπής Στεγάσεως επακολούθησαν οι ακόλουθες νομοθετικές μεταβολές. Ειδικότερα, Ι. με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν.4352/1962 καταργήθηκαν, πλην άλλων, οι γνωμοδοτικής αρμοδιότητας επιτροπές, εφόσον δεν διατηρηθούν με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οριζομένου παράλληλα (παρ. 2) ότι μετά ταύτα η αποφασιστική αρμοδιότητα ασκείται χωρίς προηγούμενη γνωμοδότηση.
Κατ' εφαρμογή της διατυπωθείσης επιφυλάξεως με το άρθρο 2 παρ. 14, 15 του β.δ/τος 421/1965 διατηρήθηκαν, μεταξύ άλλων, οι Ειδικές Επιτροπές Στεγάσεως και τα Νομαρχιακά Συμβούλια Στεγάσεως,
ΙΙ. Αντίστοιχου περιεχομένου διατάξεις επαναδιατυπώθηκαν στο άρθρο 3 παρ. 1, 2 του α.ν. 65/1967, με την επιφύλαξη διατηρήσεως εκείνων των Επιτροπών, που θα διατηρηθούν με κοινή απόφαση των συναρμοδίων υπουργών, κατ' εφαρμογή της οποίας διατηρήθηκαν και ανασυντάχθηκαν οι ειδικές επιτροπές στεγάσεως και τα νομαρχιακά συμβούλια,
ΙΙΙ. Με το άρθρο 2 του ν.δ. 1379/1973 διατηρήθηκαν τα νομαρχιακά συμβούλια στεγάσεως, που μετονομάσθηκαν σε νομαρχιακά συμβούλια κοινωνικών υπηρεσιών (άρθρο 8 παρ. 1). Παράλληλα ορίσθηκε από το άρθρο 10 παρ.1 του ν.δ. 1379/1973 "Αι υπό των υπ' αριθ. ΖΙα/7392/15.9.1967 και 59608/3224/7.6.1967 κοινών αποφάσεων του Αντιπροέδρου της Κυβερνήσεως και των Υπουργών επί των Οικονομικών, Κοινωνικής Προνοίας και Εργασίας, εκδοθεισών εις εκτέλεσιν του Α.Ν. 65/1967 και αι υπό του Β.Διατάγματος 245/1971 καθοριζόμενοι αρμοδιότητες, των δυνάμει του παρόντος μετονομαζόμενων, καταργουμένων ή συγχωνευομένων Συμβουλίων και Επιτροπών, εφ' όσον δεν προβλέπεται ρητώς η άσκησις τούτων υπό των προβλεπομένων διά του παρόντος Συμβουλίων και Επιτροπών, ασκούνται εφ' εξής υπό των αρμοδίων υπηρεσιών",
IV. Με το άρθρο 14 του ν.543/1977 συστήθηκε στο Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών το Συντονιστικό Συμβούλιο Στεγάσεως, με γνωμοδοτική αρμοδιότητα επί παντός θέματος σχέση έχοντος με τα εφαρμοζόμενα προγράμματα στεγάσεως, για τα οποία ήταν αρμόδιο το Κεντρικό Συμβούλιο Στεγάσεως,
V. Με το άρθρο 4 του ν. 2026/1992 καταργήθηκαν, πλην άλλων, οι γνωμοδοτικές επιτροπές, με την επιφύλαξη ομοίως της διατηρήσεως εκείνων που θα διατηρηθούν με κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως και του αρμόδιου κατά περίπτωση υπουργού, κατ' εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε η Δ3/727/1992 κ.υ.α., με την οποία συστήθηκε νέο συλλογικό όργανο με την ονομασία "Συμβούλιο Κοινωνικής Κατοικίας και Αξιοποίησης περιουσίας" (παρ. 2), που γνωμοδοτεί κατά την επόμενη παράγραφο 3 "α) Για τα θέματα που αναφέρονται στο άρθρο 14 του Ν. 543/77.
β) Για την κατάρτιση και εφαρμογή γενικών ή κατά κατηγορίας προγραμμάτων στεγάσεως θεομηνιοπλήκτων, προσφύγων και λοιπών κατηγοριών αστέγων. γ) Για τις προτεινόμενες απαλλοτριώσεις, ως και της αγοράς εκτάσεων και εν γένει ακινήτων δια την χρησιμοποίηση αυτών προς εφαρμογήν στεγαστικών προγραμμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινων.
Ασφαλίσεων. δ) Για την διάθεση κρατικών ακινήτων σε Δήμους, Κοινότητας ή Νομικά Πρόσωπα για την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών. ε) Για την μεταφορά οικισμών λόγω κατολισθήσεων, ακαταλληλότητας, ανασφάλειας του εδάφους ή για λόγους οικονομικής ή κοινωνικής ανάπτυξης. ζ) Για κάθε θέμα που τίθεται υπόψη αυτού από τον Υπουργό ή το εξουσιοδοτούμενο από αυτόν όργανο το οποίο έχει σχέση με την στέγαση των ως άνω κατηγοριών.
η) Για τα θέματα περιφρούρησης της ακίνητης περιουσίας των δικαιωμάτων κυριότητας νομής και κατοχής από το Υπουργείο τα οποία περιλαμβάνονται στην αρμοδιότητα της Δ/νσης Αξιοποίησης Περιουσίας. θ) Για τα θέματα της επωφελέστερης διάθεσης της ακίνητης περιουσίας του Υπουργείου, ΝΠΔΔ και ΙΔ και γενικά ως πάσης φύσεως μονίμων ή προχείρων εγκαταστάσεων αυτού, τα οποία περιλαμβάνονται στην αρμοδιότητα της Δ/νσης Αξιοποίησης περιουσίας.
ι. Για κάθε θέμα της Δ/νσης Αξιοποίησης Περιουσίας εφόσον εκτιμάται από τον Υπουργό ότι απαιτείται η έκφραση γνώμης του Συμβουλίου". Από τη νομοθετική αυτή διαδρομή και το περιεχόμενο της τελευταίας υπουργικής αποφάσεως προκύπτει ότι στη γνωμοδοτική αρμοδιότητα του συσταθέντος με την εν λόγω υ.α. συμβουλίου περιλαμβάνεται και εκείνη που απαιτείται ως ουσιώδης τύπος για την έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής σε περίπτωση παράνομης κατοχής και καταλήψεως οικοπέδου, κατοικίας ή παραπήγματος και κατεδαφίσεως αυτού, σε κάθε δε περίπτωση στην κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 παρ. 1 του ν.δ. 1379/1973 κατά τεκμήριο αρμοδιότητα των "αρμοδίων υπηρεσιών", γνωμοδότηση, η οποία εξυπηρετεί τον επιδιωκόμενο δι' αυτής νομοθετικό σκοπό της προηγούμενης αξιολογήσεως της διαμορφωθείσης στο μεταξύ πραγματικής καταστάσεως στο ακίνητο προσφυγής αποκαταστάσεως, για το οποίο πρόκειται να ληφθεί απόφαση περί εκδόσεως ή μη πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής.
Κατά συνέπεια, η διατυπούμενη με τον απομένοντα προς έρευνα δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, ερειδόμενη επί της αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως ότι η γνωμοδοτική αρμοδιότητα της Επιτροπής του άρθρου 3 του β.δ. 692/1961 έχει καταργηθεί, χωρίς παράλληλα να έχει μεταβιβασθεί σε άλλο όργανο, με κατά νόμο συνέπεια η αποφασιστική αρμοδιότητα της διοικήσεως για έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής να ασκείται χωρίς προηγούμενη γνωμοδότηση, ελέγχεται ως αβάσιμη.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίσει μειωμένα, κατ' επιταγή των άρθρων 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ. 2698/1953 και την κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν.1738/1987 εκδοθείσα υ.α. 134423/20.1.1993 (ΦΕΚ 11/τβ/20.1.1993) στο ποσό των 300,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 104/7.9.2007 αίτηση για αναίρεση της 5576/20.9.2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ