Legislator Case Law & Legislation
1658/2010 AI generated

1658/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1658/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τη σαφή γραμματική διατύπωση, αλλά και από το πνεύμα και το σκοπό των διατάξεων του άρθρου 7 παρ. 2 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, όσο και του άρθρου 7 παρ. 2 του Π.Δ. 88/1999, συνάγεται ότι η απαγόρευση της αντικατάστασης της ετήσιας άδειας με χρηματική αποζημίωση, αναφέρεται στο ημερολογιακό έτος, εντός του οποίου υποχρεούται ο εργοδότης σε χορήγηση της άδειας και έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει στο μισθωτό την ανάπαυση και την ανανέωση των δυνάμεών του, κάθε έτος, δεν μπορεί, δε, να συναχθεί συμπέρασμα ότι ο μισθωτός έχει υποχρέωση να δεχτεί την αυτούσια χορήγησή της σε επόμενο έτος, σωρευτικά με την άδεια του έτους εκείνου, μη δικαιούμενος να ζητήσει την προβλεπόμενη αποζημίωση, λόγω μη χορηγήσεως της αδείας. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως, όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε.

Legislator headnote

AI generated

1658/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28§ 1 του Συντάγματος, 1§1 και 3 εδ. β, 5 §1 του α. ν. 539/1945, 1§1 στοιχ. ε' της υπ' αρ. 52/1936 Διεθνούς Συμβάσεως "Περί κανονικών κατ' έτος αδειών µετ' αποδοχών", η οποία κυρώθηκε µε το ν. 2081/1952, 3 του ν. δ. 3755/1957, µε το οποίο προστέθηκε στην § 1 του άρθρου 5 του α.ν.539/1945, δεύτερο εδάφιο, προκύπτει ότι η εξαίρεση των εργαζομένων σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας από τις διατάξεις του α.

Keywords

AI generated
debt collection stay duration of insurance entitlement suspension of bankruptcy proceedings withdrawal of debt enforcement inactivity after procedural stay untimely request for extension
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1658 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Από τη σαφή γραμματική διατύπωση, αλλά και από το πνεύμα και το σκοπό των διατάξεων του άρθρου 7 παρ. 2 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, όσο και του άρθρου 7 παρ. 2 του Π.Δ. 88/1999, συνάγεται ότι η απαγόρευση της αντικατάστασης της ετήσιας άδειας με χρηματική αποζημίωση, αναφέρεται στο ημερολογιακό έτος, εντός του οποίου υποχρεούται ο εργοδότης σε χορήγηση της άδειας και έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει στο μισθωτό την ανάπαυση και την ανανέωση των δυνάμεών του, κάθε έτος, δεν μπορεί, δε, να συναχθεί συμπέρασμα ότι ο μισθωτός έχει υποχρέωση να δεχτεί την αυτούσια χορήγησή της σε επόμενο έτος, σωρευτικά με την άδεια του έτους εκείνου, μη δικαιούμενος να ζητήσει την προβλεπόμενη αποζημίωση, λόγω μη χορηγήσεως της αδείας. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως, όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε.

Αριθμός 1658/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού" (ΔΕΗ ΑΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1305/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3155/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 2038/2009 απόφαση του ίδιου Εφετείου, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-9-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28§ 1 του Συντάγματος, 1§1 και 3 εδ. β, 5 §1 του α. ν. 539/1945, 1§1 στοιχ. ε' της υπ' αρ. 52/1936 Διεθνούς Συμβάσεως "Περί κανονικών κατ' έτος αδειών µετ' αποδοχών", η οποία κυρώθηκε µε το ν. 2081/1952, 3 του ν. δ. 3755/1957, µε το οποίο προστέθηκε στην § 1 του άρθρου 5 του α.ν.539/1945, δεύτερο εδάφιο, προκύπτει ότι η εξαίρεση των εργαζομένων σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας από τις διατάξεις του α.

ν. 539/1945, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικοί κανονισμοί των επιχειρήσεων αυτών δίνουν το δικαίωμα για ετήσια άδεια µε αποδοχές, διάρκειας τουλάχιστον ίσης προς εκείνη της άδειας που προβλέπεται από τον α.ν. 539/1945, που αναφέρθηκε παραπάνω, δεν επεκτείνεται και στην αυτοτελή και ανεξάρτητη από τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού πρόβλεψη της κύρωσης που θεσπίζεται µε το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957, η οποία έχει τη μορφή αστικής ποινής και αφορά στην υποχρέωση του εργοδότη, ο οποίος αρνήθηκε την χορήγηση στον εργαζόμενο της νόμιμης κατ' έτος αδείας του, μέχρι τη λήξη του αντίστοιχου έτους, να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας, προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%.

Ακόμη, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τη διάταξη της § 1 του άρθρου 4 του ίδιου ως άνω α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 § 15 του Ν. 4504/1966,με την οποία ορίζεται ότι "η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως, πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον των κατ` έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιώνται εντός του από 1ης Μαΐου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος και η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνο εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ` αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχει την άδειαν έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού", προκύπτει σαφώς, ότι δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία μεταξύ του εργαζόμενου και του εργοδότη, η μεταφορά των ημερών της προαναφερόμενης ετήσιας άδειας του τελευταίου, που δεν του χορηγήθηκαν από τον εργοδότη στο επόμενο ή στα μεθεπόμενα έτη, με συνέπεια να είναι ανίσχυρη τέτοια συμφωνία και ο εργοδότης ο οποίος δεν χορήγησε πλήρη την κανονική άδεια στο μισθωτό του, κατά τη διάρκεια του έτους που αυτή αφορά, να είναι υποχρεωμένος, από το τέλος του αντίστοιχου έτους να καταβάλει σ' αυτόν τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές αδείας με προσαύξηση κατά 100%, μη δυνάμενος να εκπληρώσει τη συγκεκριμένη υποχρέωσή του προς το μισθωτό με τη χορήγηση σ' αυτόν των παραπάνω ημερών αδείας και το συμψηφισμό αυτών προς το ανύπαρκτο σύνολο συσσωρευμένων ημερών άδειας περασμένων ετών, που δεν του χορηγήθηκαν, η δε προβλεπόμενη στην §1 του άρθρου 4 του ανωτέρω α.ν 539/1945, όπως αυτός συμπληρώθηκε με το άρθρο 3§15 του ν. 4504/1966, υποβολή αίτησης του μισθωτού προς χορήγηση της αδείας του, το πολύ εντός διμήνου από την ημέρα υποβολής της, αποσκοπεί μόνο στον προσδιορισμό των χρονικών ορίων, μέσα στα οποία υπάρχει η υποχρέωση του εργοδότη να χορηγήσει αυτή και δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την άσκηση από τον εργαζόμενο του σχετικού δικαιώματός του λήψεως αυτής.

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3,174,680, 679 του ΑΚ, μ' εκείνες των άρθρων 8 του ν. 2112/1920, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 του Α.Ν.537/1936, 2 §1, 3 §1 και 25 § 2 του Ν.3239/1955 και 5 § 5 του αναφερόμενου και παραπάνω α.ν. 539/1945, συνάγεται σαφώς ότι είναι ανίσχυρη η δήλωση του μισθωτού με την οποία παραιτείται από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του.

Η ακυρότητα αυτή αφορά στα ελάχιστα όρια των μισθών και αποζημιώσεων των εργαζομένων που προβλέπονται από το νόμο, τις ΕΣΣΕ ή άλλες κανονιστικές διατάξεις. Εξάλλου η υπ' αριθ. 93/104/ΕΚ Οδηγία εκδόθηκε µε βάση το άρθρο 118 Α της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ έχουν αντικατασταθεί από τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ) και καθορίζει, σύμφωνα µε το άρθρο 1, παράγραφος 1, τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας, όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας.

Το τμήμα

ΙΙ της Οδηγίας προβλέπει τα μέτρα που υποχρεούνται να λαμβάνουν τα κράτη µέλη, ώστε κάθε εργαζόμενος να διαθέτει ελάχιστη περίοδο ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης, καθώς και ετήσια άδεια µετ' αποδοχών. Ρυθμίζει επίσης το χρόνο διαλείμματος και την ανώτατη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας. Όσον αφορά την ετήσια άδεια, το άρθρο 7 της οδηγίας ορίζει τα εξής "1.Τα κράτη µέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζόμενους ετήσια άδεια µετ' αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα µε τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας. 2.

Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας µετ' αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση µόνο σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης". Περαιτέρω, το άρθρο 17 της οδηγίας προβλέπει την ευχέρεια παρεκκλίσεων, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, από διάφορες διατάξεις της οδηγίας αυτής, χωρίς να αναφέρει σχετικώς το άρθρο 7.

Η Οδηγία καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τις 2 Αυγούστου 2004 από την Οδηγία 2003/88/ΕΚ της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά µε ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕL 299, σελ. 9). Το άρθρο 7 της Οδηγίας παρέμεινε αμετάβλητο. Ταυτόσημη είναι και η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 7 παρ. 2 του Π.Δ. 88/1999, µε το οποίο η άνω οδηγία ενσωματώθηκε στο εσωτερικό µας δίκαιο, σύμφωνα µε την οποία η ελάχιστη περίοδος ετήσιας αδείας µετ' αποδοχών μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση, µόνο σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.

Από τη σαφή γραμματική διατύπωση, αλλά και από το πνεύμα και το σκοπό των παραπάνω διατάξεων, δηλαδή τόσο του άρθρου 7 παρ.2 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, όσο και του άρθρου 7 παρ.2 του Π.Δ 88/1999, συνάγεται ότι η απαγόρευση της αντικατάστασης της ετήσιας άδειας με χρηματική αποζημίωση που θεσπίζει η διάταξη αυτή, αναφέρεται στο ημερολογιακό έτος, εντός του οποίου υποχρεούται ο εργοδότης σε χορήγηση της άδειας και έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει στο μισθωτό την ανάπαυση και την ανανέωση των δυνάμεων του, κάθε έτος, για το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα, δεν μπορεί, δε, να συναχθεί από τη συγκεκριμένη διάταξη συμπέρασμα ότι στην περίπτωση που δεν χορηγηθεί η άδεια μέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο αφορά, ο μισθωτός έχει υποχρέωση να δεχτεί την αυτούσια χορήγησή της σε επόμενο έτος, σωρευτικά με την άδεια του έτους εκείνου, μη δικαιούμενος να ζητήσει την προβλεπόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας αποζημίωση, λόγω μη χορηγήσεως της αδείας και δεν τίθεται θέµα υποβολής σχετικού πρoδικαστικoύ ερωτήµατος στο ΔΕΚ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. δεύτερο του αυτού νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/57, "Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους καθ` ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας ηυξημένας κατά 100%".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αιτήσεως (έγγραφης ή προφορικής), όμως, για τη θεμελίωση της αξιώσεώς του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαυξήσεως, που έχει το χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό, 3155/2008, απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε τα παρακάτω: Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη στις 30-8-1975 ως έκτακτος υπάλληλος µε την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας ετήσιας διάρκειας προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη διεύθυνση δοµικών έργων στεγάσεως.

Στη συνέχεια υπέγραψε άλλες δύο ετήσιες συµβάσεις εργασίας και µε την 434/01-5-1978 απόφαση του Διοικητού της εναγομένης εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της, σύµφωνα µε τις διατάξεις του έχοντος ισχύ νόµου ΚΚΠ/ΔΕΗ, από 1-7-1978 στην κατηγορία/ειδικότητα Τ1/Β (διπλωματούχοι πολιτικοί μηχανικοί και συναφείς) στο μισθολογικό κλιμάκιο 6 της βαθμίδας δ' του άρθρου 4 παρ.4 αρ.2 του ΚΚΠ/ΔΕΗ.

Με την άνω ιδιότητά του εργάστηκε έκτοτε σε διάφορες θέσεις της εναγομένης και με την 196/2001 απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου της, του δόθηκε ο τίτλος του επιτελικού διευθυντή ΒΟΚ, τον οποίο διατηρεί μέχρι και σήμερα. Για το έτος 2005 ο ενάγων δικαιούταν να λάβει άδεια αναψυχής (25) ηµερών όπως συνομολογεί και η εναγομένη.

Όµως, μέχρι το τέλος του έτους 2005 του χορήγησε µόνο (1) ηµέρα, ενώ τις άλλες (24) τις μετέφερε το επόµενο έτος, καίτοι όλη η άδεια των (25) ηµερών έπρεπε να του είχε χορηγηθεί μέχρι το τέλος του έτους 2005. Οι ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος για το έτος 2005 ανέρχονταν σε 6.295,48 ευρώ. Ο ενάγων στην αγωγή του εκθέτει ότι λαµβάνει το ποσό των 6.000 ευρώ ως βάση υπολογισµού για τις αποδοχές αδείας του.

Το ποσό αυτό θα λάβει υπόψη και το Δικαστήριο και συνεπώς, για τις (24) ημέρες μη χορηγηθείσας αδείας του έτους 2005, δικαιούται το ποσό των 5.760 ευρώ (6000 Χ 24/25). Ο ενάγων ζήτησε επανειλημμένα, προφορικά, εγκαίρως μέσα στο έτος 2005, την άδειά του αυτούσια για το έτος 2005, πλην όμως η εναγόμενη δια των οργάνων της αρνήθηκε να τη χορηγήσει, επικαλούμενη λόγους υπηρεσιακούς, εξαναγκάζοντάς τον έτσι στην παροχή της εργασίας του κατά το χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να λάβει την άδεια.

Και τούτο παρά την αποστολή επανειλημμένων εγκυκλίων κατ' έτος από την εναγόμενη στους επικεφαλής των υπηρεσιακών κλιμακίων να μεριμνούν για τη χορήγηση της κανονικής αδείας στους μισθωτούς μέχρι την 31 Δεκεμβρίου κάθε ημερολογιακού έτους. Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα, ως αποδοχές αδείας που δεν έλαβε, το παραπάνω χρηματικό.

Ακολούθως εξαφάνισε την 1305/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια, δέχθηκε, εν μέρει, την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλλει στον αναιρεσίβλητο το παραπάνω ποσό, προσαυξημένο κατά 100%. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και των άρθρων 7 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, και 7 παρ.2 του Π.Δ. 88/1999, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του KΠολΔ, πρώτος, λόγος αναιρέσεως και ως προς τα δύο μέρη του, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αρκεί για το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, στην οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση στην επισκοπούμενη με αριθμό 5062/2006 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ιστορούσε συνεπτυγμένα ότι προσελήφθη από την αναιρεσείουσα το έτος 1975 ως έκτακτος υπάλληλος µε την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας ετήσιας διάρκειας, μετά τη λήξη της οποίας επακολούθησαν άλλες δύο ετήσιες συµβάσεις και το έτος 1978 εντάχθηκε στο τακτικό Τ 1 /Β.

Ότι µε την ειδικότητά του αυτή υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις της εναγομένης και ότι η τελευταία δεν του χορήγησε την κανονική άδεια των 25 ηµερών του έτους 2005 ύψους 6.000 ευρώ που δικαιούταν, αν και τη ζήτησε επανειλημμένα, εγκαίρως, αυτούσια για το συγκεκριμένο έτος, εξαναγκάζοντάς τον σε παροχή εργασίας του κατά το χρόνο κατά τον οποίο έπρεπε να λάβει την άδεια.

Με βάση αυτό το ιστορικό ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει για αποδοχές αδείας του άνω έτους το ποσό των (6.000) ευρώ, προσαυξημένο κατά 100%, διότι η µη πραγματοποίηση αυτής οφείλεται σε πταίσµα της εργοδότριας του, αφού η τελευταία δεν του χορήγησε την άδεια έως το τέλος του ημερολογιακού έτους 2005, από αποκλειστική της υπαιτιότητα, ήτοι (12.000) ευρώ.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή διαλαμβάνει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ. για την ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσιβλήτου και τη θεμελίωση των διωκόμενων αξιώσεων, αφού, από τον ακριβή προσδιορισμό του χρόνου απασχολήσεως του και του, κατά τρόπο έμμεσο πλην όμως σαφή, προσδιορισμού του ύψους των νομίμων μηνιαίων αποδοχών του, προέκυπτε σαφώς, με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, ο αριθμός των ημερών της άδειας και των αντίστοιχων αποδοχών, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ΑΝ 539/1945, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του Ν. 1346/1983 και το άρθρο 3 παρ. 16 του ΝΔ 4504/1966, δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, ειδικότερα, οι μηνιαίες αποδοχές του, οι οποίες, εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, πέραν του ότι εύκολα μπορούν να προκύψουν από τις αποδείξεις με την προσκόμιση εκκαθαριστικού της μισθοδοσίας του, η αναιρεσείουσα, ως εργοδότρια του γνωρίζει το ύψος αυτών και συνεπώς μπορεί να αμυνθεί, κατά της αγωγής.

Επομένως το Εφετείο, που έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη και ακολούθως απέρριψε τον αντίθετο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ., γι' αυτό και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, που έχει την έννοια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, συγχωρείται αναίρεση και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, περίπτωση, όμως, που δεν συντρέχει όταν προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σχετικό ισχυρισμό και τον απέρριψε.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό της, ότι εξόφλησε την απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, με την χορήγηση της αδείας και την καταβολή των αντίστοιχων αποδοχών για το επόμενο έτος, κατά το οποίο δεν προσέφερε υπηρεσίες σ' αυτήν.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση, σαφώς, προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως μη νόμιμο. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 11-9-2009, αίτηση της αναιρεσείουσας, για αναίρεση των με αριθμό 3155/2008 και 2038/2009 (διορθωτικής της πρώτης) αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ