Legislator Case Law & Legislation
1658/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling late notice of default judgment invalidates appeal.

Case Number 1658/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court's decision. The appellant argued for the appeal's admissibility, but the court found the notice of default judgment was served to the foreign defendant's local prosecutor, not the defendant directly. Consequently, the appeal was filed over 60 days after the required publication deadline expired, rendering it procedurally inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 K.Pol.D; Art. 136 para. 1 K.Pol.D; Hague Convention 1965: An appeal filed after the statutory period following publication of a default judgment is inadmissible.

Keywords

AI generated
procedural admissibility default judgment service statutory time limits Hague Convention service cassation appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 K.Pol.D
Art. 136 para. 1 K.Pol.D
Art. 15 and 16 of the Hague Convention 1965
Law 1334/1983

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1658 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1658/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λιδωρίκη.

Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: Των συνεχιζόντων την δίκη ως κληρονόμων εκ διαθήκης του ..., 1. ..., 2. ..., 3. ... και 4. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευρυδίκη Λέρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-1998 αγωγή του αρχικού διαδίκου ..., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 153/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 290/2002 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Κατά της 153/1999 αποφάσεως η αναιρεσείουσα άσκησε την από 9-3-2000 ανακοπή ερημοδικίας επί της οποίας εκδόθηκε η 142/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και 234/2005 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 9-5-2006 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 777/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 10-7-2008 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 20-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι δεν παρέχεται με αυτήν λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή διατάξεων του δικονομικού δικαίου, ήτοι εκείνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγματοποίηση των από το ουσιαστικό δίκαιο αναγνωριζόμενων στα πρόσωπα δικαιωμάτων, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 532ΚΠολΔ,με την οποία ορίζεται ότι αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως αν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, οι διατάξεις, του άρθρου 136 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, με τις οποίες προσδιορίζεται ο χρόνος συντέλεσης της επίδοσης για τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 131 έως 134, οι διατάξεις των άρθρων 15 και 16 της διεθνούς σύμβασης της Χάγης, για την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό, δικαστικών και εξώδικων πράξεων που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που κυρώθηκε με το Ν.1334/1983, με τις οποίες ορίζονται οι συνέπειες της μη τήρησης των διατυπώσεων αυτών, καθώς και η διάταξη του άρθρου 503 παρ.2, 3ΚΠολΔ, με την οποία καθορίζονται οι προθεσμίες για την άσκηση αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας από τα πρόσωπα που αναφέρονται σ' αυτές καθώς και ο χρόνος έναρξης αυτών.

Συνακόλουθα, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 α Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για παραβίαση από το Εφετείο των ανωτέρω άρθρων είναι απαράδεκτοι. Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 503 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ, αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην έχει άγνωστη διαμονή η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση κατά το άρθρο 135 παρ. 1 της περίληψης της έκθεσης για την επίδοσης της απόφασης.

Η περίληψη περιλαμβάνει το όνομα και το επώνυμο, καθώς και την ιδιότητα εκείνου που επιδίδει, τα ονόματα, τα επώνυμα και τις κατοικίες των διαδίκων, τον αριθμό και τη χρονολογία της απόφασης, το δικαστήριο που την εξέδωσε και σύντομη αναφορά του διατακτικού της. Οι διατάξεις της παρ. 2 εφαρμόζονται και όταν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στο εξωτερικό.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 134 Κ.Πολ.Δ, αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να επιδοθεί αντίγραφο δικαστικής απόφασης διαμένει στο εξωτερικό σε γνωστή διεύθυνση, η επίδοση γίνεται βάσει παραγγελίας που πρέπει να περιέχει με ακρίβεια τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο αυτό στοιχεία, στον εισαγγελέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση......, ο δε εισαγγελέας, όταν παραλάβει το έγγραφο οφείλει να το αποστείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στον Υπουργό Εξωτερικών ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση.

Κατά την παρ. 1 του άρθρου 136 ΚΠολΔ, η γενόμενη ως άνω προς διαμένοντα στο εξωτερικό επίδοση, θεωρείται ότι συντελέσθηκε μόλις παραδοθεί το έγγραφο στον αρμόδιο εισαγγελέα, ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και παραλαβής του. Η ρύθμιση αυτή του άρθρου 136 ΚΠολΔ δεν καταργήθηκε με την διεθνή Σύμβαση της Χάγης της 15-11-1965, για την επίδοση και κοινοποίηση, στο εξωτερικό, δικαστικών και εξώδικων πράξεων που αφορούν αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, η οποία κυρώθηκε με το ν. 1334/1983 και έχει την προβλεπόμενη από το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος ισχύ.

Η έλλειψη βεβαίωσης της αρμοδίας κεντρικής αρχής του συμβαλλομένου κράτους, στην οποία απευθύνεται η αίτηση άλλου συμβαλλόμενου κράτους για επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφου συντεταγμένου για διαδικαστική πράξη, ότι το έγγραφο αυτό επιδόθηκε πράγματι στο αναφερόμενο πρόσωπο, σε προσδιοριζόμενο τόπο και χρόνο και με συγκεκριμένο τύπο, αποτελεί, κατά το άρθρο 15 παρ. 1 της σύμβασης, λόγο αναβολής έκδοσης της απόφασης από το δικαστήριο ενώπιον του οποίου δεν προσήλθε ο κάτοικος άλλου συμβαλλομένου κράτους στον οποίο έπρεπε να επιδοθεί το εισαγωγικό της δίκης ή άλλο ισοδύναμο δικόγραφο προκειμένου αυτός να παραστεί, έως ότου προσκομισθεί τέτοια βεβαίωση.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 16 της ίδιας σύμβασης, εάν ο εναγόμενος, κάτοικος άλλου συμβαλλόμενου κράτους, χωρίς πταίσμα του δεν έλαβε γνώση του εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδυνάμου δικογράφου, που χρειάσθηκε να διαβιβαστεί στο εξωτερικό για επίδοσης σ' αυτόν προκειμένου να παραστεί στη συζήτηση, και εκδοθεί ερήμην αυτού απόφαση, της οποίας επίσης ανυπαιτίως δεν έλαβε γνώση, μπορεί να ζητήσει - με εξαίρεση τις αποφάσεις που αφορούν την προσωπική κατάσταση - τη δικαστική άρση της έκπτωσής του, λόγω παρέλευσης της οριζόμενης προθεσμίας, από το δικαίωμα άσκησης ενδίκου μέσου κατά της απόφασης (ΚΠολΔ 151).

Όμως, η ανωτέρω διεθνής σύμβαση, που ισχύει και για τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, δεν περιέχει διάταξη, βάσει της οποίας ο χρόνος συντέλεσης της επίδοσης δικαστικής απόφασης προς διαμένοντα σε γνωστή διεύθυνση στην αλλοδαπή, που ορίζεται στη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 136 σε συνδ. με άρθρο 134 ΚΠολΔ, να μπορεί να θεωρηθεί μετατιθέμενος στην εκτέλεση της περί επίδοσης της αίτησης, μέσω της αρμόδιας αλλοδαπής κεντρικής Αρχής, την πιστοποιούμενη με την προβλεπόμενη από το άρθρο 6 βεβαίωση έτσι ώστε η οριζόμενη στο άρθρο 503 παρ. 2 ΚΠολΔ εξηκονθήμερη προθεσμία άσκησης της ανακοπής ερημοδικίας να μην αρχίζει ή να μη συμπληρώνεται χωρίς εκτέλεση της ως άνω αίτησης, βεβαιωμένη, όπως προαναφέρθηκε κατά το άρθρο 6 της ανωτέρω σύμβασης.

Συνεπώς, εξακολουθεί, και μετά την άνω σύμβαση, να ισχύει, όσον αφορά την επίδοση δικαστικής απόφασης σε πρόσωπο που διαμένει σε γνωστή διεύθυνση στην αλλοδαπή, η διάταξη του άρθρου 136 παρ.1 ΚΠολΔ, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, στην περίπτωση αυτή, η επίδοση θεωρείται ότι συντελέσθηκε μόλις παραδοθεί η εν λόγω απόφαση στον αρμόδιο εισαγγελέα, ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και της παραλαβής της από το πρόσωπο για το οποίο προορίζεται.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι με την 153/1999 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία των άρθρων 226 επ, .ΚΠολΔ, ερήμην της εναγομένης, η οποία διαμένει σε γνωστή διεύθυνση στις Η.Π.Α., υποχρεώθηκε η τελευταία σε αυτούσια απόδοση στον ενάγοντα, πρώην σύζυγό της, της περιγραφόμενης στην απόφαση οικοδομής, που αποκτήθηκε διαρκούντος του γάμου των διαδίκων κατ' άρθρ. 1400ΑΚ.

Ο ενάγων επέδωσε την ανωτέρω απόφαση για τη διαμένουσα σε γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό εναγομένη, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου, στις 9-9-1999 και στη συνέχεια, στις 10-12-1999, προέβη νόμιμα στις οριζόμενες από τον ως άνω Εισαγγελέα Πρωτοδικών δημοσιεύσεις περίληψης της εν λόγω 153/1999 απόφασης σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, ήτοι στο ...

φύλλο της Εφημερίδας "...", που εκδίδεται στην ..., και στο ...φύλλο της εφημερίδας "...", που εκδίδεται στη ... . Η εναγομένη άσκησε ανακοπή ερημοδικίας κατά της ανωτέρω απόφασης, την οποία κατέθεσε στη γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 15-3-2000. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η ανωτέρω ανακοπή ερημοδικίας είναι απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δεδομένου ότι μεταξύ της επόμενης ημέρας από την ως άνω δημοσίευση(11-12-1999) και της ημέρας άσκησης της ανακοπής (15-3-2000) μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των εξήντα ημερών, αφού η προθεσμία αυτή άρχισε στις 11-12-1999 και έληξε στις 8-2-2000,εργάσιμη ημέρα Τρίτη, η δε ανακοπή ασκήθηκε τριάντα έξι (36) ημέρες(15-3-2000)μετά την πάροδο της εξηκονθήμερης νόμιμης προθεσμίας.

Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η ανακόπτουσα δεν επικαλείται ανώτερη βία ή άλλο λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της ανακοπής. Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που με την 142/2001 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας ως εκπρόθεσμη, ορθώς εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΠολΔ και της διεθνούς σύμβασης της Χάγης και απέρριψε, ως αβάσιμη την έφεση που άσκησε η ήδη αναιρεσείουσα κατά της απόφασης αυτής.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο, και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-5-2006 αίτηση της ...,για αναίρεση της 234/2005 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ