1658/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Μαρτίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και του ήδη αποβιώσαντος ..., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4112/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2006 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31 Μαϊου 2006 αίτησή του και τους από 21 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated1658/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών, γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1,5 και 13 του Ν.3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1658 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1658/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παπαδόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Ψαρρό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Μαρτίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και του ήδη αποβιώσαντος ..., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4112/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2006 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31 Μαϊου 2006 αίτησή του και τους από 21 Μαρτίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 17 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η πρώτη ενάγουσα και ήδη μοναδική αναιρεσίβλητη, με την επιτρεπτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκοπούμενη από 31.3.2002 (αριθ. έκθ. καταθ. 3118/2002) αγωγή της, εκθέτει, μεταξύ των άλλων, ότι αυτή και ο αρχικός δεύτερος ενάγων σύζυγός της..., ο οποίος απεβίωσε και συνεχίζει αυτή τη δίκη ως εκ διαθήκης κληρονόμος του, ήσαν συγκύριοι των αναφερόμενων, οριζόντιων ιδιοκτησιών πολυόροφης οικοδομής που βρίσκεται στη ...
και έχει υπαχθεί, με την 19848/4-2-1985 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και διανομής κτισμάτων της συμ/φου Πειραιώς Ελένης Γιαννακοπούλου που μεταγράφηκε νόμιμα, στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 Α. Κ. και ότι ο εναγόμενος, ο οποίος επίσης τυγχάνει κύριος των αναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων) της ίδιας πολυκατοικίας, αφενός ενσωμάτωσε αυθαίρετα στο υπ' αριθ.
Γ διαμέρισμά του, επιφάνειας 26,78 μ2, που βρίσκεται στον 3ο όροφο (δώμα), τον κοινόχρηστο διάδρομο της ταράτσας, επιφάνειας 3,48 μ2, χτίζοντας ταυτόχρονα την κοινόχρηστη έξοδο από το κλιμακοστάσιο στην ταράτσα και αφετέρου στο χώρο που προοριζόταν για μηχανοστάσιο του ανελκυστήρα, οικοδόμησε λουτρό δια καθαιρέσεως της πλάκας που προορισμό είχε τη στήριξη των τροχαλιών του ανελκυστήρα, εμποδίζοντας έτσι την σύγχρηση των κοινόχρηστων αυτών χώρων.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, κατά τον αναφερόμενο τρόπο, στη φυσική αποκατάσταση των πραγμάτων. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι σαφής και πλήρως ορισμένη, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔικ. Επομένως το Εφετείο που έτσι έκρινε και απέρριψε την πρωτοδίκως προβαλλόμενη και με τον πρώτο λόγο της έφεσης επαναφερόμενη από τον αναιρεσείοντα ένσταση αοριστίας της αγωγής, κατά την οποία τάχα δεν αναφέρεται "σε ποιο σημείο βρίσκεται ο διάδρομος, ποιο το μήκος και το πλάτος του, πόσα είναι τα τετραγωνικά μέτρα του χώρου που ενσωματώθηκαν στο διαμέρισμά του", δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ για παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και ο αντίθετος πρώτος κύριος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, 2 παρ.1, 4 παρ.1, 5 και 13 του ν.3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται, κυρίως, μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή απ' όλους τους οροφοκτήτες χρήση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια ανελκυστήρων, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης.
Ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών, γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1,5 και 13 του Ν.3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί.
Αν τούτο δεν γίνει, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός, που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις. Το ίδιο συμβαίνει, δηλαδή ισχύει ο προσδιορισμός, που προβλέπεται από τις αναγκαστικού δικαίου πολεοδομικές διατάξεις νόμου, όταν η πιο πάνω δικαιοπραξία και οι συμφωνίες αντίκεινται στις διατάξεις αυτές, όταν δηλαδή ο καθορισμός των κοινοχρήστων, κατ' έκταση και περιεχόμενο, με βάση τις ανωτέρω συμφωνίες, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με ρητή πολεοδομική διάταξη, που απαγγέλλει ρητώς ή εμμέσως πλην σαφώς ακυρότητα.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του ίδιου Ν.3741/1929, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1002 και 1117 του ΑΚ, προκύπτει περαιτέρω ότι σε περίπτωση, που δεν υπάρχει ειδική συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών για τον τρόπο χρήσεως των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής, καθένας απ'αυτούς δικαιούται σε απόλυτη χρήση αυτών, καθώς και να προβαίνει σε επισκευές ή ανανέωσή των, ακόμη και σε μεταβολές, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι δεν μεταβάλλεται ο συνηθισμένος προορισμός τους, δεν παραβλάπτεται η χρήση των λοιπών συνιδιοκτητών και δεν μειώνεται η ασφάλεια των μερών αυτών ή γενικά του οικοδομήματος.
Μεταβολή ή προσθήκη των κοινών μερών της οροφοκτησίας, νοείται ειδικότερα η βελτίωση, που αποβλέπει στην αποδοτικότερη χρήση του κοινού με τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων υπέρ όλων κατ' αρχήν των συνιδιοκτητών, αν δε αυτή (βελτίωση) αφορά ένα ή ορισμένους μόνο από τους συνιδιοκτήτες, πρέπει να μην καθιστά χειρότερη τη θέση των λοιπών.
Το αν οι παραπάνω μεταβολές του κοινού μέρους είναι επιτρεπτές ή όχι, με την παραπάνω έννοια, κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της οροφοκτησίας, τις επί μέρους ανάγκες των διαιρετών ιδιοκτησιών και τον σκοπό, που εξυπηρετεί το κοινό μέρος που υφίσταται η μεταβολή στη λειτουργία της όλης συνιδιοκτησίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Δυνάμει του υπ' αριθμ. 20553/1986 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Γιαννακοπούλου και της υπ'αριθμ. 19848/1985 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και διανομής κτισμάτων της ίδιας συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφέντων, η ενάγουσα είναι κυρία της υπό στοιχ.
Υ-Β αποθήκης, επιφανείας 58,42 τμ, του υπογείου πολυόροφης οικοδομής, που βρίσκεται στη θέση ... του δήμου ... επί της οδού ..... Επίσης, είναι κυρία α) του υπ'αριθμ. Α διαμερίσματος επιφανείας 58,42 τμ του πρώτου ορόφου της ίδιας οικοδομής β) συγκυρία κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου με το δεύτερο αρχικό ενάγοντα ήδη αποβιώσαντα σύζυγό της του υπό στοιχ.
Ι διαμερίσματος, επιφανείας 85,60 τμ. του ισογείου αυτής γ)συγκυρία κατά ποσοστό 50 % εξ αδιαιρέτου με τον εναγόμενο της υπό στοιχ. Υ-Α αποθήκης, επιφανείας 94,42 τμ., του υπογείου της ίδιας οικοδομής. Ήδη η ενάγουσα, μετά το θάνατο του συζύγου της δυνάμει της υπ'αριθμ.23469/1989 δημόσιας διαθήκης, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ'αριθμ. 2/2003 πρακτικό δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, έγινε κυρία δυνάμει κληρονομικής εκ διαθήκης διαδοχής κατά τα ποσοστά κυριότητας του ακινήτου του δεύτερου αρχικού ενάγοντος, έχουσα ποσοστό συγκυριότητας επί του όλου οικοπέδου και των κοινοκτήτων μερών 657/1000.
Εξάλλου, δυνάμει των ιδίων ως άνω τίτλων, ο εναγόμενος είναι επιπλέον κύριος: α) του υπό στοιχ. Β διαμερίσματος, επιφανείας 94,42 τμ. του δευτέρου ορόφου αυτής β) του υπ'αριθμ. Γ διαμερίσματος του τρίτου ορόφου (δώματος) αυτής. Η ως άνω πολυόροφη οικοδομή έχει υπαχθεί, δυνάμει της ως άνω υπ'αριθμ. 19848/4-2-1985 Πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και διανομής κτισμάτων της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Γιαννακοπούλου, στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ.
Με αυτή ορίσθηκε ότι κάθε διαμέρισμα της θα αποτελεί χωριστή, διηρημένη και ανεξάρτητη ιδιοκτησία και κατά την περιγραφή της αποτελείται από υπόγειο Β, υπόγειο Α, ισόγειο, πλήρως αποπερατωμένων, πρώτο Α' υπέρ το ισόγειο όροφο, δεύτερο Β' υπέρ το ισόγειον όροφο και τρίτο Γ' υπέρ το ισόγειον όροφο, ευρισκομένων αυτών, τότε, στο στάδιο αποπεράτωσης των επιχρισμάτων.
Ειδικότερα, ως προς τον τρίτο Γ' υπέρ το ισόγειο ημιτελή όροφο (δώμα) ορίσθηκε ότι αυτός εμφαίνεται στο σχεδιάγραμμα κάτοψης του δώματος του πολιτικού μηχανικού Χ (το οποίο προσαρτάται στην ως άνω Πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας), με στοιχ. Γ' και τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ΜΝΕΖΠΡΕΤΜ, σύγκειται εκ δύο δωματίων και λοιπών χρειωδών, είναι ημιτελής ευρισκόμενος στο στάδιο της αποπεράτωσης των επιχρισμάτων, έχει επιφάνεια 27,68 τμ, και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 18%, τα οποία αναλογούν σε 3,24 τμ.
Επίσης, με την παραπάνω υπ'αριθμ. 19848/4-2-1985 πράξη ορίσθηκε ότι οι τυχόν ανεγερθησόμενοι μελλοντικοί όροφοι έχουν ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου δύο χιλιοστά, τα οποία αναλογούν σε 0,36 τ.μ. και θα περιέλθουν κοινώς και αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρία στην ενάγουσα και τον εναγόμενο, μετά ποσοστού των εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των κοινοχρήστων χώρων, το οποίο ρητώς αναφέρθηκε και για τις λοιπές, ως άνω ιδιοκτησίες, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης του τρίτου ορόφου.
Περαιτέρω, καθορίσθηκε ότι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι της οικοδομής αυτής είναι οι από το νόμο θεωρούμενοι ως τέτοιοι και ενδεικτικώς το οικόπεδο, οι πρωτότοιχοι, η κεντρική είσοδος, το κλιμακοστάσιο, ο ακάλυπτος χώρος και γενικά κάθε χώρος προοριζόμενος σε κοινή χρήση των συνιδιοκτητών και ότι "έκαστος των συμβαλλομένων δύναται ελευθέρως, εφόσον δεν βλάπτει τον έτερον, να προβαίνει σε ανέγερση κτισμάτων και να αιτείται άδεια οικοδομήσεως, άνευ συμπράξεως του ετέρου".
Και ναι μεν είναι αληθές ότι, όπως βεβαιώνει ο ως άνω πολιτικός μηχανικός Χ στην από 1-11-1997 τεχνική έκθεσή του, η οικοδομή αυτή βάσει της εκδοθείσας αδείας από το γραφείο του ίδιου, έχει εμβαδόν κατόψεως 108 τμ., αποτελείται, πλην των ισογείων από Α' και Β' όροφο, εμβαδού 108,00 τ.μ., ο καθένας, διευκρίνισε δε ότι α) προβλέφθηκε η κατασκευή δώματος διαστάσεων 2,90X3,00 μ.
και συνολικού εμβαδού 8,70 τ.μ., β) σύμφωνα με τα σχέδια, ως κοινόχρηστοι χώροι προβλέφθηκαν, μεταξύ άλλων, "το κουβούκλιο για να καλύψει το κλιμακοστάσιο με εμβαδό 8,70 τ.μ.," και γ) σύμφωνα με την άδεια, από το κλιμακοστάσιο (στο κουβούκλιο του δώματος) προβλέπεται έξοδος προς τον κοινόχρηστο χώρο του δώματος.
Στη συνέχεια όμως, δυνάμει της ως άνω πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και διανομής κτισμάτων (που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου) συμφωνήθηκε η κατασκευή του ως άνω Γ' ορόφου (δώματος), επιφανείας 27,68 τ.μ. αντί του αρχικώς, ως άνω προβλεφθέντος των 8,70 τ.μ., το οποίο κατ' αυθαίρετη κατασκευή στέγασε, ως προς το επιπλέον χώρο κατά παράβαση της οικοδομικής αδείας και υπέρβαση του επιτρεπομένου συντελεστού δόμησης.
Τα ανωτέρω με σαφήνεια και αναλυτικά εκτίθενται στην ως άνω τεχνική έκθεση του Χ. Αλλά υπέρ των ανωτέρω συνηγορεί και το επικαλούμενο από τον εναγόμενο γεγονός της διαδικασίας του Ν. 1337/1983 για τη νομιμοποίηση αυτού, ως αυθαιρέτου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το μήνα Ιανουάριο 1996, ο εναγόμενος επί της ακάλυπτης "ταράτσας" της οικοδομής αυτής, ενεργώντας αυθαίρετα, χωρίς οποιαδήποτε, συγκατάθεση των εναγόντων-συνιδιοκτητών, αλλ' αντιθέτως παρά την εναντίωσή τους, αλλά και χωρίς οποιαδήποτε άδεια της αρμόδιας πολεοδομίας άρχισε εργασίες κατασκευής δύο υποστυλωμάτων, μπατικής οπτοπλινθοδομής στο στηθαίο αυτής, αλλά και εργασίες διαρρυθμίσεως του υφισταμένου "κουβουκλίου" του δώματος.
Για την αιτία αυτή η ενάγουσα με την από 20-6-1997 αγωγή της ζήτησε την αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ.3077/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία το δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο στην επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, η απόφαση δε αυτή επικυρώθηκε με την υπ'αριθμ.222/1999 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Πλην όμως ο εναγόμενος μετά την έκδοση των ως άνω αποφάσεων όχι μόνο δεν αποκατέστησε τα πράγματα στη προτέρα κατάσταση, αλλ' αντιθέτως, μετά την κοινοποίηση αντιγράφου εξ απογράφου της υπ'αριθμ. 3077/1997 απόφασης, στις 26-10-2000, προέβη επί της ταράτσας της οικοδομής σε αυθαίρετη κατασκευή, παρά την εναντίωση της ενάγουσας και χωρίς την έκδοση της σχετικής άδειας οικοδομής.
Ειδικότερα, αυτός απέκλεισε την πρόσβαση στην κοινόχρηστη ταράτσα δια της κατάργησης του κοινόχρηστου διαδρόμου της ταράτσας επιφανείας 3,48 τμ., το οποίο ενσωμάτωσε στο υπνοδωμάτιο χτίζοντας την ανεξάρτητη κοινόχρηστη έξοδο, η οποία επικοινωνούσε από το κλιμακοστάσιο στην ταράτσα. Επίσης, στο χώρο, που προοριζόταν για μηχανοστάσιο του ανελκυστήρα οικοδόμησε χώρο με λουτρό, έχοντας καθαιρέσει την πλάκα, που προοριζόταν να στηριχθούν οι τροχαλίες του ανελκυστήρα.
Ήδη ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι, κατά την άδεια δεν υπάρχει κοινόχρηστη είσοδος, που ενώνει το κλιμακοστάσιο του Γ' ορόφου με την ταράτσα, αλλά ότι το κλιμακοστάσιο (Γ' ορόφου), που ομοίως δεν είναι κοινόχρηστο, καταλήγει στην πόρτα του διαμερίσματός του. Ο ως άνω, ισχυρισμός του αποδεικνύεται αβάσιμος κατ' ουσίαν και απορριπτέος.
Και τούτο διότι α) στην από 1-11-1997 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Χ, με σαφήνεια αναφέρεται ότι "σύμφωνα με την άδεια από το κλιμακοστάσιο (στο κουβούκλιο του δώματος) προβλέπεται έξοδος προς τον κοινόχρηστο χώρο του δώματος" και ότι μεταξύ άλλων, ως κοινόχρηστοι χώροι προβλέφθηκαν τα κλιμακοστάσια.
Η ως άνω τεχνική έκθεση εμφανίζεται στο σημείο αυτό περισσότερο αξιόπιστη, από εκείνη, που συνέταξε κατ' εντολή του εναγομένου ο ..., πολιτικός μηχανικός, αφού ο Χ έχει ιδίαν αντίληψη για το θέμα αυτό, καθόσον η άδεια για την οικοδομή αυτή, εκδόθηκε από το γραφείο του β) η ενόρκως επ' ακροατηρίου εξετασθείσα μάρτυρας της ενάγουσας ...
εμπεριστατωμένα και έχοντας ιδία αντίληψη, κατέθεσε ότι υπήρχε ταράτσα, όπου απλώναμε και είχαμε τοποθετήσει κεραία... Δεν υπάρχει διάδρομος τον έβαλε στο διαμέρισμα του, τον ενσωμάτωσε. Δεν μπορούμε να πάμε στην ταράτσα... Πηγαίναμε για χρόνια στην ταράτσα... "Η παραπάνω δε κατάθεση αυτής δεν αντικρούσθηκε με πειστικότητα από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα.
Με βάση τα προεκτεθέντα αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος πράγματι απέκλεισε με τις ως άνω οικοδομικές εργασίες την πρόσβαση (πόρτα), που οδηγούσε στην κοινόχρηστη ταράτσα (ακάλυπτο τμήμα αυτής), δια της καταργήσεως του κοινόχρηστου διαδρόμου αυτής (ταράτσα), επιφανείας 3,48 τ.μ., και μετατόπισε αυτήν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε για να μεταβεί κάποιος εκεί, πρέπει να περάσει πλέον μέσα από το ως άνω διαμέρισμα του εναγομένου.
Εξάλλου, το ακάλυπτο τμήμα της ταράτσας αυτής αποτελεί τη στέγη της οικοδομής αυτής, αφού, ως στέγη, κατ' άρθρον 2 παρ. 1 Ν.3741/1929 και 1117 ΑΚ, νοείται το ανώτατο μέρος της οικοδομής, που την καλύπτει. Ως στέγη δε πολυόροφης οικοδομής, η οποία (οικοδομή) έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν.3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" παρέχει παρεπομένως, σύμφωνα με όσα στην αρχή της παρούσας λεπτομερώς αναφέρθηκαν, δικαίωμα αναγκαστικής συγκυριότητας επ' αυτής στην ενάγουσα-συνιδιοκτήτρια της οικοδομής αυτής, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' αναλογία της μερίδας της, αφού αυτή (στέγη) τόσον κατά τις διατάξεις του άρθρου 1117 του ΑΚ όσον και κατ' άρθρον 2 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 υπάγεται στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή απ' όλους τους οροφοκτήτες χρήση, εμπίπτει δηλαδή στην έννοια του κοινοκτήτου και κοινοχρήστου.
Και ναι μεν η ιδιωτική βούληση, δηλαδή η ομόφωνη απόφαση όλων των συνιδιοκτητών, που περιβάλλεται το συμβολαιογραφικό τύπο κα μεταγράφεται νομίμως, μπορεί να υπαγάγει πράγμα κοινό στην αποκλειστική χρήση ενός των συγκυρίων, σύμφωνα με τους κανόνες της συνιδιοκτησίας, μόνον όμως μέχρι του σημείου, που δεν θίγεται η ίδια η ύπαρξη της συνιδιοκτησίας, ως καθεστώτος, που συγκροτείται και από την αναγκαία συγκυριότητα, ως ουσιώδες στοιχείο.
Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση δεν αποδείχθηκε τέτοια ομόφωνη απόφαση όλων των συνιδιοκτητών της οικοδομής αυτής, που να υπαγάγει το ακάλυπτο τμήμα της στέγης αυτής στην αποκλειστική χρήση του εναγομένου. Αντίθετα, μάλιστα, στην προαναφερόμενη πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας ρητώς αναφέρεται,, ότι ως "κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι της ως άνω οικοδομής είναι οι υπό του νόμου θεωρούμενοι ως τοιούτοι....
στους οποίους, κατά τα προεκτεθέντα, συγκαταλέγεται η στέγη. Εξάλλου, δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί η άποψη ότι η στέγη πολυόροφης οικοδομής, ως σύνολο, θα μπορούσε να υπαχθεί στα κοινά πράγματα, που μπορεί να επηρεάσει η ιδιωτική βούληση, χωρίς να θιγεί η προεκτεθείσα έννοια της οροφοκτησίας ως καθεστώτος, που συγκροτείται και από την αναγκαία συγκυριότητα ως ουσιώδες στοιχείο, επί των αναγκαίων, τουλάχιστον, κοινών μερών αφού, ως εκ του προορισμού της, αποτελεί πράγματι ουσιώδες στοιχείο του ακινήτου, που χρησιμεύει σε κοινή απ' όλους τους συνιδιοκτήτες χρήση.
Κατ' ακολουθίαν, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις του, τα οποία ήδη αποτελούν σχετικούς λόγους έφεσης, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στα πλαίσια των ως άνω αυθαιρέτων ενεργειών επί του δώματος, αφαιρέθηκε το αρχικώς προβλεφθέν, ως κοινόχρηστος χώρος, κουβούκλιο για την κάλυψη του κλιμακοστασίου, εμβαδού 8,70 τ.μ., και στο χώρο, που προοριζόταν για μηχανοστάσιο του ανελκυστήρα, ο εναγόμενος οικοδόμησε χώρο με λουτρό, έχοντας καθαιρέσει την πλάκα, που προοριζόταν να στηριχθούν οι τροχαλίες του ανελκυστήρα.
Περί του ανωτέρω κατέθεσεν η μάρτυρας της ενάγουσας ..., ένοικος της πολυόροφης αυτής οικοδομής και η οποία, ως εκ τούτου, έχει ιδία αντίληψη των όσων καταθέτει και χωρίς η κατάθεσή της αυτή ν' αντικρουσθεί με πειστικότητα ανταποδεικτικώς πολύ περισσότερο, αφού δεν προσκομίσθηκε οποιοδήποτε σαφές αποδεικτικό μέσο, από το οποίο να προκύπτει ότι εξακολουθεί να υπάρχει ο ως άνω κοινόχρηστος χώρος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από τις ως άνω αυθαίρετες ενέργειες του εναγομένου, παραβλάπτεται προδήλως ο συνηθισμένος προορισμός των κοινών μερών της οικοδομής, δηλαδή της στέγης, του κλιμακοστασίου, των πρωτοτοίχων, που αποσκοπεί στην απόλυτη χρήση τους απ'όλους τους συνιδιοκτήτες. Επιπλέον, από τις μεταβολές και προσθήκες αυτές δεν καθίσταται αποδοτικότερη η χρήση τους υπέρ όλων των συνιδιοκτητών, αλλά προφανώς μόνο υπέρ του εναγομένου, συγχρόνως δε καθίσταται χειρότερη η θέση των λοιπών, αφού, έχουν ήδη αποκοπεί από τη χρήσητου κοινοκτήτου και κοινοχρήστου ακαλύπτου τμήματος της στέγης, στην οποία μπορούν να εισέλθουν μόνο αφού λάβουν τα κλειδιά από τον εναγόμενο και μόνο μέσω της ως άνω ιδιοκτησίας του.
Κατ'ακολουθίαν, ενόψει αυτών δεν μπορεί να γίνει λόγος για επιτρεπτώς κατά νόμο επιχειρηθείσες επισκευές, ανανεώσεις μεταβολές ή προσθήκες επί των ως άνω κοινών μερών, αφού προϋπόθεση αυτών, κατ'άρθρ. 3 και 5 του Ν. 3741/1929 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1002 και 1117 του ΑΚ, αλλά και κατά το εδάφ. 3 της ως άνω πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, είναι κατά τα αναφερθέντα λεπτομερώς στην αρχή της παρούσας, ακριβώς να μην παραβλάπτεται η χρήση των λοιπών συνιδιοκτητών, να αποβλέπει η μεταβολή ή η προσθήκη τους σε αποδοτικότερη χρήση του κοινού υπέρ όλων των συνιδιοκτητών, τα οποία όμως, δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, ενώ αντιθέτως, κατ'αυτήν καθίσταται ανεπίτρεπτα χειρότερη η θέση των λοιπών συνιδιοκτητών με τις ως άνω ενέργειες του εναγομένου, ως συνόλου λαμβανομένων υπόψη και εκτιμώμενων με βάση τις προεκτεθείσες συνθήκες της οροφοκτησίας αυτής, τις επί μέρους ανάγκες των διαιρετών ιδιοκτησιών και του σκοπού, που εξυπηρετεί το ακάλυπτο τμήμα της στέγης, το κλιμακοστάσιο, που οδηγεί στον τρίτο όροφο και οι πρωτότοιχοι στη λειτουργία της όλης συνιδιοκτησίας.
Τα ανωτέρω άλλωστε δεν είναι δυνατόν να μεταβληθούν από το ότι με την υπ'αριθμ.2694/30-11-1995 απόφαση του Νομάρχη Πειραιώς, εγκρίθηκε η εξαίρεση από την κατεδάφιση του αυθαιρέτου δώματος, επιφανείας 25,87 τ.μ., αφού ανεξαρτήτως του ότι η απόφαση αυτή αφορά μόνο το δώμα των 25,87 τ.μ., οι ως άνω παραβάσεις διαπιστώθηκαν ως υφιστάμενες για πρώτη φορά, από τον Ιανουάριο του 1996 και μετέπειτα, δηλαδή μετά την έκδοση της απόφασης αυτής.
Κατ' ακολουθίαν, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο πρωτοδίκως, τα οποία ήδη αποτελούν και σχετικούς λόγους έφεσης, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα κατ' ουσίαν. Με τα δεδομένα αυτά οι ως άνω αυθαίρετες ενέργειες του εναγομένου έχουν γίνει παρανόμως και κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 1,2 Ν.3741/1929, αφού όπως προαναφέρθηκε, αποτελούν επεμβάσεις σε κοινά μέρη της οικοδομής, ήτοι της ταράτσας και του χώρου, που προορίζονταν για την εγκατάσταση του μηχανοστασίου του ανελκυστήρα, κατά τρόπο, ώστε να παραβλάπτεται η χρήση της ενάγουσας επί των κοινοχρήστων αυτών μερών και να μεταβληθεί ο συνήθης προορισμός τους (ως κοινοχρήστων) και οι οποίες (εργασίες) έγιναν χωρίς δικαίωμα του εναγομένου και χωρίς την συμφωνία ή την έγκριση της ενάγουσας συνιδιοκτήτριας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία δέχθηκε τα ίδια και κατέληξε στην, περί παραδοχής της αγωγής, κρίση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, αναφορικά με τα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιον του με τους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Δικαιολογούν την απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος και την επικύρωση της πρωτόδικης 4112/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που δέχθηκε την από 31.3.2002 αγωγή της αναιρεσίβλητης ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και ιδίως τις επικαλούμενες των άρθρων 1, 2 παρ. 1,3,4,5,7 παρ. 1,8 και 13 του ν. 3741/1929 και 1002, 1117 ΑΚ, ούτε άλλες διατάξεις. Έλαβε υπόψη και απέρριψε, κατ' ουσίαν, τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και λόγο έφεσής του, ότι "δεν υφίσταται, εφόσον δεν αναφέρεται, δήθεν κοινόχρηστος διάδρομος που οδηγεί από το κλιμακοστάσιο στην κοινόχρηστη ταράτσα που δήθεν κατέβαλε και ενσωμάτωσε στο διαμέρισμά του, ούτε υπήρχε χώρος για το μηχανοστάσιο που επίσης κατέλαβε".
Οι πιο πάνω αιτιολογίες αναφορικά με τους ισχυρισμούς αυτούς είναι επαρκείς και σαφείς. Σωστά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις στους κανόνες δικαίου που καθιερώνουν οι ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Κατέληξε σε σαφές πόρισμα με επαρκείς αιτιολογίες, ότι ο αναιρεσείων, παρά την ύπαρξη σε βάρος του της 3077/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που επικυρώθηκε με την 229/1999 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία τον υποχρέωσε να επαναφέρει τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση (γιατί τον Ιανουάριο 1996 στην ακάλυπτη ταράτσα της οικοδομής κατασκεύασε παράνομα και αυθαίρετα δύο υποστυλώματα κλπ), στις 26.10.2000 προέβη στην ίδια ταράτσα σε αυθαίρετη κατασκευή, παρά την εναντίωση της αναιρεσίβλητης και χωρίς την έκδοση της σχετικής άδειας οικοδομής.
Ειδικότερα, απέκλεισε την πρόσβαση στην κοινόχρηστη ταράτσα με την κατάργηση του κοινόχρηστου διαδρόμου της ταράτσας επιφάνειας 3,48 μ2, τον οποίο ενσωμάτωσε στο υπνοδωμάτιο χτίζοντας την ανεξάρτητη κοινόχρηστη έξοδο, η οποία επικοινωνούσε από το κλιμακοστάσιο στην ταράτσα, ενώ στο χώρο για το μηχανοστάσιο του ανελκυστήρα οικοδόμησε χώρο με λουτρό, έχοντας καθαιρέσει την πλάκα, που προοριζόταν να στηριχθούν οι τροχαλίες του ανελκυστήρα.
Δεν υπάρχει "ποσοτική ή ποιοτική" ανεπάρκεια στις παραπάνω αιτιολογίες, αναφορικά με τα ζητήματα του "κοινόχρηστου διαδρόμου" και του "κοινόχρηστου ακάλυπτου χώρου της ταράτσας". Περαιτέρω, με τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο δεν διαπίστωσε ύπαρξη κάποιου κενού ή αμφιβολίας σε βουλήσεις των διαδίκων σχετικά με τα πιο πάνω ζητήματα.
Δεν προκύπτει από την προσβαλλομένη άμεση ή έμμεση τέτοια διαπίστωση ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας, γι' αυτό και ορθά δεν έχει προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων διαδίκων στα κρίσιμα αυτά ζητήματα. Εξάλλου, η απόρριψη ενός αιτήματος με επάλληλες αιτιολογίες δεν συνεπάγεται τη διαπίστωση κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, ώστε να καθιστά αναγκαία την προσφυγή στις ερμηνευτικές αυτές διατάξεις.
Σωστά απέρριψε ως αβάσιμο και άλλο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος-λόγο έφεσης, κατά τον οποίο με την 2694/1995 απόφαση του Νομάρχη Πειραιά νομιμοποίησε το αυθαίρετο δώμα, επιφανείας 25,87 μ2 και άρα η αναιρεσίβλητη δεν δικαιούται τάχα να ζητεί εδώ την καθαίρεση του κτίσματος αυτού, αφού οι πιο πάνω παραβάσεις-αυθαίρετες ενέργειες του αναιρεσείοντος, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν μετά την έκδοση της απόφασης του Νομάρχη, δηλαδή από τον Ιανουάριο 1996 και μετέπειτα, παράνομα και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 3 παρ.1, 2 του ν.3741/1929, αποτελούν δε επεμβάσεις σε κοινά μέρη της οικοδομής, ήτοι της ταράτσας και του χώρου, που προοριζόταν για την εγκατάσταση του μηχανοστασίου του ανελκυστήρα, κατά τρόπο ώστε να παραβλάπτεται η χρήση της αναιρεσίβλητης στα κοινόχρηστα αυτά μέρη και να μεταβληθεί ο συνήθης προορισμός τους (ως κοινοχρήστων), όλες δε οι παράνομες αυτές εργασίες έγιναν χωρίς δικαίωμα του αναιρεσείοντος και χωρίς τη συμφωνία ή την έγκριση της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) συνιδιοκτήτριας.
Με βάση αυτά, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες, με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο κύριους λόγους αναίρεσης, καθώς και με όλους τους πρόσθετους δώδεκα άλλους λόγους, που συμπληρώνουν σε πολλά σημεία τους πρώτους, πλημμέλειες που προβλέπονται αντίστοιχα, από τα εδάφια 8, 1, 19, 19, 19, 1, 19, 1, 19, 1, 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα πρέπει όλοι οι λόγοι αυτοί που υποστηρίζουν τα αντίθετα να απορριφθούν σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από την αοριστία τους από το γεγονός ότι στο κύριο και πρόσθετο αναιρετήριο, δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα αναγκαία για το ορισμένο τους στοιχεία και ιδίως οι πραγματικές διαπιστώσεις της αναιρεσιβαλλόμενης, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, η εξειδίκευση των σφαλμάτων του Εφετείου κλπ. (Ολ.
ΑΠ 28/1998 και 32/1996) ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι επίσης λόγοι αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη τους που πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο ουσιαστική εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.5.2006 αίτηση και το από 21.3.2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων του ...., για αναίρεση της 20/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ