Supreme Court dismisses appeal for vague objection regarding account closure and interest calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision to reject the appellant's objection. The appellants argued that the objection was vague because it challenged the total debt amount rather than specific account items, and claimed the account closure violated specific banking regulations. The court ruled that the objection failed to identify specific account items and that the lower court correctly applied the law by rejecting the appeal without further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 558 of the Code of Civil Procedure; Article 112 of the Banking Law: An objection is inadmissible if it is vague and fails to specify particular account items, and a payment order remains valid if the cause of the debt is identified without detailing the underlying factual circumstances.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1657 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1657/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Πετσάλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Α. Ζ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στην Σίνδο Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Ζ. του Σ., 3) Σ. Γ. του Κ., συζύγου Α. Ζ., 4) Σ. Ζ. του Α., 5) Ε. Ζ. του Α., 6) Σ. Ζ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάρκο - Ευάγγελο Χατζηιακώβου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", όπως μετονομάστηκε η Εταιρεία με την επωνυμία "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", ως εκπροσώπου της Εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "PIRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στην Ιρλανδία, ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", όπως μετονομάστηκε η Εταιρεία με την επωνυμία "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", ως εκπροσώπου της Εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "SUNRISE INPL FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στην Ιρλανδία, ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Καναβέλη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/9/2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26504/2013 μη οριστική και 12106/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 928/2023 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/7/2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ, ''η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Διάδικοι είναι εκείνοι, οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάστηκαν με αυτήν (ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 397/2024, ΑΠ 1697/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 686/2023, ΑΠ 1346/2022).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 686/2023, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017).
Ακολούθως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ ν. 4354/2015, ''Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....'', ''Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις''. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, ''Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης''. Κατά την παράλληλη δε και συνδυαστική εφαρμογή του ν. 4354/2015 και του ν. 3156/2003, οι Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση του ως άνω άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 687/2023, ΑΠ 742/2023).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 76 παρ. 4 ΚΠολΔ, η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους. Έτσι, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοί του παρόλο που αδράνησαν, έστω και αν έχει παρέλθει ως προς αυτούς η προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 63/1981). Επομένως, για τους αναγκαίους ομοδίκους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016).
Συνεπώς, δεν απαιτείται από το νόμο η έφεση που ασκείται από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους να απευθύνεται, με ποινή το απαράδεκτο, και κατά των ίδιων των ομοδίκων, αφού σε αντίθετη περίπτωση, ο αναγκαστικός ομόδικος του εκκαλούντος θα εμφανιζόταν να έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα του εφεσιβλήτου και του εκκαλούντος, πράγμα που είναι λογικά και νομικά απαράδεκτο (ΟλΑΠ 63/1981, ΑΠ 1822/2017).
Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή της πλασματικής άσκησης του ένδικου μέσου, ο αναγκαίος ομόδικος του εκκαλούντος πρέπει να καλείται για να μετάσχει στη συζήτηση του ένδικου μέσου. Αλλιώς, σε περίπτωση μη κλήτευσης τούτου ή μη αυτόκλητης εμφάνισής του, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση του ενδίκου μέσου ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 197/2020, ΑΠ 223/2018, ΑΠ 1697/2017, ΑΠ 42/2016).
Περαιτέρω, όπως ήδη εκτέθηκε, στην περίπτωση άσκησης αναίρεσης από αντίδικο αναγκαίου ομοδίκου, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των αναγκαίων ομοδίκων, υπό την αυτονόητη, όμως, προϋπόθεση του εδ. α του ως άνω άρθρου 558 ΚΠολΔ, ήτοι οι ομόδικοι αυτοί να είχαν αποκτήσει στην κατ' έφεση δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, την τυπική ιδιότητα του διαδίκου, ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτών ως διαδίκων, στον πρώτο βαθμό.
Συνεπώς, δεν είναι απαράδεκτη η αναίρεση, αν αυτή δεν απευθύνεται κατά ενός ομοδίκου των αναιρεσίβλητων, που δεν ήταν διάδικος στην κατ' έφεση δίκη. 'Αλλο, εντελώς διάφορο, είναι το ζήτημα, ότι για τον αναγκαστικό αυτόν ομόδικο, κατά το άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ, η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιο από τους αναγκαστικούς ομοδίκους, έχει αποτέλεσμα και για αυτόν. Με αυτό, όμως, δεν έπεται, ότι ο εν λόγω ομόδικος απέκτησε και την τυπική ιδιότητα του διαδίκου, εφόσον δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, ότι μετέχει νόμιμα στην κατ` έφεση δίκη, δηλαδή ότι παρίσταται ή ότι δικάστηκε ερήμην ή, ότι ως νομίμως κλητευθείς και απολειπόμενος κατά τη συζήτηση, θεωρήθηκε κατά το άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αντιπροσωπευόμενος από τους λοιπούς παριστάμενους αναγκαστικούς ομοδίκους του. Και τούτο διότι απαραίτητη και αυτονόητη προϋπόθεση της αντιπροσώπευσης του αδρανούντος και μη παριστάμενου στην κατ` έφεση δίκη ομοδίκου είναι η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του, η οποία επιβάλλεται από το άρθρο 76 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Κατά συνέπεια, η άσκηση και μόνο του ένδικου μέσου της έφεσης, με την κατάθεσή του, δεν προσδίδει την ιδιότητα του διαδίκου εκκαλούντος και στους λοιπούς αδρανήσαντες ομοδίκους, εφόσον δεν έχουν οποιαδήποτε συμμετοχή στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, από την οποία και μόνο πρέπει να προκύπτει η συμμετοχή αυτή (ΟλΑΠ 11/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με τη με αριθμό 18183/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, υποχρεώθηκαν οι ανακόπτοντες, ήδη αναιρεσείοντες, με την ιδιότητα της πρωτοφειλέτριας η πρώτη και των εγγυητών, οι λοιποί, στις αναφερόμενες συμβάσεις πίστωσης και πρόσθετες αυτών πράξεις, με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαριασμό, να καταβάλουν στην καθής η ανακοπή, Κυπριακή Δημόσια Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης, με την επωνυμία, ''CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD'', σε ολόκληρο καθένας, το ποσό των 78.202,67 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, για ληξιπρόθεσμη οφειλή τους, από τις άνω συμβάσεις πίστωσης.
Κατά της διαταγής αυτής πληρωμής, οι αναιρεσείοντες, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 6-9-2012 ανακοπή, με την οποία ζήτησαν την ακύρωσή της (διαταγής πληρωμής). Επί της ανακοπής και της από 10-5-2013 αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, που άσκησε υπέρ της καθής η ανακοπή (CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD), η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία, ''ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ'', ως ειδική διάδοχος αυτής, εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 26504/2013 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που ανέστειλε την έκδοση απόφασης, για τον αναφερόμενο λόγο.
Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, η πρώτη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία, ''ΙNTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ'', η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί, ως εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, κατέστη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας, με την επωνυμία, ''PIRAEUS SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY'', ειδικής διαδόχου της ''ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ'', κατόπιν μεταβίβασης σ' αυτή από την τελευταία επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003, δυνάμει της από 12-9-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχερηματικών απαιτήσεων.
Με την ιδιότητα αυτή, η άνω αναιρεσίβλητη άσκησε υπέρ της καθής η ανακοπή (CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) και της, ''ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ'' και κατά των ανακοπτόντων - αναιρεσειόντων, τη με αριθμό κατάθεσης 998/24-2-2020 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ζητώντας την απόρριψη της ανακοπής. Επί της ανακοπής και της άνω αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, εκδόθηκε, η με αριθμό 12106/2020 οριστική απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή, κατά παραδοχή των υπό στοιχ.
Β. 1-Α, Γ, Δ, Ε, 2, Γ. 1-4 λόγων της, (που µε την τελευταία απόφαση κρίθηκε ότι συνιστούν ενιαίο λόγο) και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης, η ως άνω αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, άσκησε την από 2-3-2021 έφεση, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 18-11-2021. Μετά την άσκηση της έφεσης και πριν τη συζήτησή της, η δεύτερη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία, ''ΙNTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ'', με την ιδιότητα της διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία, ''Sunrise I NPL Finance DAC'', η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ''ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ'', κατόπιν μεταβίβασης σε αυτή από την τελευταία επιχειρηματικών απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003, δυνάμει της από 16-3-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχερηματικών απαιτήσεων, άσκησε την από 29-11-2021 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εκκαλούσας, ζητώντας την παραδοχή της έφεσης και την απόρριψη της ανακοπής.
Επί της έφεσης και της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση, με αριθμό 928/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία μετά από συνεκδίκαση αυτών, έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε, δικάστηκε και απορρίφθηκε στο σύνολό της η ανακοπή, ενώ επικυρώθηκε η διαταγή πληρωμής.
Κατά τη συζήτηση αυτών, δεν παραστάθηκαν, η καθής η ανακοπή (CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) και η προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάσα, ''ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ'', υπέρ των οποίων ασκήθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο, η άνω με αριθμό κατάθεσης, 998/24-2-2020 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, οι οποίες όπως κρίθηκε και με την πρωτόδικη απόφαση τελούσαν σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, με την υπέρ αυτών παρεμβάσα, αιτία για την οποία με την πρωτόδικη απόφαση θεωρήθηκαν ως αντιπροσωπευόμενες από αυτή.
Στις τελευταίες, όμως, είχε κοινοποιηθεί το δικόγραφο της έφεσης, από την εκκαλούσα, όπως διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της τελευταίας εφετειακής απόφασης, οι αναιρεσείοντες (καθών η ανακοπή - εφεσίβλητοι) άσκησαν την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία απευθύνεται κατά της εκκαλούσας (αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσας υπέρ των καθών η ανακοπή στον πρώτο βαθμό) και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, στο δεύτερο βαθμό, που ήταν διάδικοι στην κατ' έφεση δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, ενώ δεν απευθύνεται και κατά της αρχικής διαδίκου, καθής η ανακοπή και της ειδικής διαδόχου αυτής, ''ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ (υπέρ των οποίων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), καθόσον η έφεση της αναγκαίας ομοδίκου τους, δεν στρεφόταν και κατ' αυτών, αφού τούτο δεν ήταν επιτρεπτό, διότι είναι αναγκαίοι αυτής ομόδικοι, ούτε όμως, μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτές αντιπροσωπεύτηκαν από την παριστάμενη στην κατ' έφεση δίκη ομόδικό τους, εκκαλούσα, αυτοτελώς υπέρ αυτών παρεμβαίνουσα, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, δέχτηκε μόνο ότι η έφεση αυτή κοινοποιήθηκε απλώς και προς αυτές, χωρίς, όμως, συγχρόνως να δέχεται ότι και κλητεύθηκαν για να παραστούν κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με συνέπεια αυτές να μην έχουν αποκτήσει την ιδιότητα του διαδίκου.
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά των εμφαινόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση διαδίκων, όχι δε και κατά των άνω μη διαδίκων στην κατ' έφεση δίκη, είναι για το λόγο αυτό, παραδεκτή. Κατά τα λοιπά, η εν λόγω αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων, 669 ΕμπΝ, 361, 873, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, και 64 έως 67 του ν.δ/τος της 17-7/13-8-1923, ''περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών'', προκύπτει ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από την καταχώρησή τους την αυτοτέλεια τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο που προκύπτει, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων (ΟλΑΠ 31/1997, ΑΠ 253/2022, ΑΠ 248/2014).
Με τη σύμβαση δηλαδή, του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων μερών μια διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της σύμβασης προϋποθέτει χρονική διάρκεια, αλλά και δυνατότητα χρεώσεων και από τις δύο πλευρές των συμβαλλομένων, χωρίς κατά τα λοιπά να ενδιαφέρει αν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού έγιναν πράγματι χρεώσεις και από τις δύο πλευρές (αμοιβαίος αλληλόχρεος λογαριασμός) ή μόνο από τη μία (απλός ή ετεροσκελής αλληλόχρεος λογαριασμός), καθοριστικό, όμως, στοιχείο είναι ότι οι εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις συναλλαγές τους δεν θα επιδιώκονται μεμονωμένα, αλλά θα φέρονται σε κοινό λογαριασμό προς απόσβεσή τους κατά το μέρος που καλύπτονται, ώστε τελικά το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο, να αποτελεί τη μοναδική απαίτηση μεταξύ των μερών (ΑΠ 83/2023, ΑΠ 253/2022, ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 715/2009).
Η δυνατότητα αποστολών και από τις δύο πλευρές των συμβαλλόμενων μερών αποτελεί αναγκαίο κατά νόμο στοιχείο για να χαρακτηριστεί μια σύμβαση ως αλληλόχρεος λογαριασμός. Έτσι, αν δεν συντρέχει η απαραίτητη αυτή προϋπόθεση, μόνη η συμφωνία των συμβαλλομένων δεν μπορεί να προσδώσει σε κάποια σύμβαση τον εν λόγω νομικό χαρακτήρα.
Η ύπαρξη απλά της δυνατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο αν πραγματικά έγιναν κατά τη διάρκεια του αποστολές και από τα δύο μέρη ή αν μόνο το ένα από τα μέρη έκανε αποστολές (ΑΠ 1693/2023, ΑΠ 486/2023, ΑΠ 253/2022, ΑΠ 1049/2020). Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, κάθε εξάμηνο, και οριστικά με καταγγελία της σύμβασης (άρθρο 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ).
Το χαρακτήρα σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού έχει και η σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό στις τραπεζικές συναλλαγές, από την οποία οφείλεται, με απόσβεση κατά τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού των επιμέρους κονδυλίων χρεοπιστώσεων, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο (ΑΠ 486/2023, ΑΠ 270/2023, ΑΠ 195/2022, ΑΠ 1049/2020, ΑΠ 1281/2017).
Πάντως, το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού, δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής με αυτόν σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωριστεί, κατά τους όρους του άρθρου 873 ΚΠολΔ ή με την έννοια επιβεβαιωτικής σύμβασης ή παροχής αποδεικτικού μέσου.
Στην περίπτωση αυτή, το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση που έγινε. Μόνο δε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικά η απόδοση του οριστικού καταλοίπου (ΑΠ 498/2024 ΑΠ 83/2023, ΑΠ 253/2022, ΑΠ 1049/2020, ΑΠ 97/2020, ΑΠ 1087/2019).
Εξάλλου, με τη σύμβαση του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά και ακολούθως καταβάλλει τμηματικά, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις έναντι κεφαλαίου και τόκων.
Στην έννομη αυτή σχέση οι αμοιβαίες αποστολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο (ΑΠ 1522/2024, ΑΠ 822/2024, ΑΠ 26/2024). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1766/2023, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 2093/2022).
Έτσι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 1158/2024), στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 45/2023, ΑΠ 353/2020).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 623 του ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των, άρθρων 624 έως 634, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο. Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 149/2022).
Κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1652/2014).
Με την ανακοπή αυτή, ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεστεί ως λόγους ακύρωσης της σε βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 259/2002).
Ωστόσο, σε περίπτωση ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παράνομων χρεώσεων δεν θίγεται η απόδειξη της απαίτησης με έγγραφα, αλλά ούτε και καθίσταται αυτή ανεκκαθάριστη, αλλά συνεπάγεται, την ακυρότητα του αντίστοιχου κονδυλίου της διαταγής πληρωμής. Οι εν λόγω χρεώσεις, δηλαδή, δεν οδηγούν στην απαλλαγή των πιστούχων, αλλά παρέχουν σ' αυτούς τη δυνατότητα να προσβάλλουν με λόγο ανακοπής κατά της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής τις παράνομες επιβαρύνσεις και να επιτύχουν, έτσι, τη μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο ποσό.
Μόνη δε η γενική αμφισβήτηση, με τους λόγους της ανακοπής, της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης δεν καθιστά την απαίτηση ανεκκαθάριστη (ΑΠ 546/2024, ΑΠ 123/2023).
Ειδικότερα, επί διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία εκδόθηκε με βάση έγκυρη ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, ο πιστούχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά με την ανακοπή κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή φέρει και το βάρος των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 916/2002).
Για το ορισμένο δε του σχετικού λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 2210/2013), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 633 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 123/2023, AΠ 1346/2022, ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 368/2019).
Οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων, 623 και 624 του ΚΠολΔ έχουν δικονομικό χαρακτήρα και ιδρύουν πλημμέλεια από τον αριθμό 14 ΚΠολΔ, γιατί το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα (ΑΠ 852/2023, ΑΠ 123/2023, AΠ 1369/2022, ΑΠ 1006/2022, ΑΠ 196/2020).
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 626, 630 και 631 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό και δεν είναι δικαστική απόφαση με τη στενή έννοια, αλλά πράξη του δικαστή (οιονεί απόφαση) και επομένως δεν είναι αναγκαίο να έχει πλήρες αιτιολογικό για να είναι έγκυρη. Πρέπει να περιέχει, εκτός από τα άλλα στοιχεία που προβλέπονται στις περιπτώσεις α', β', ε', στ και ζ' του άρθρου 630 ΚΠολΔ, την αιτία της πληρωμής, δηλαδή να προσδιορίζεται σ' αυτή η σχέση από την οποία απορρέει η απαίτηση των χρημάτων, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, έστω και συνοπτικά, αρκεί να μη δημιουργείται αμφιβολία από ολόκληρο το περιεχόμενό της ως προς την αιτία της πληρωμής. Δεν είναι αναγκαίο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή (ΑΠ 821/2024, ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1215/1995, ΑΠ 54/1990).
Συνεπώς, για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την οποία διατάσσει ο καθού να πληρώσει, ως πιστούχος ή εγγυητής, το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, που τηρήθηκε στα πλαίσια σύμβασης παροχής πίστωσης από Τράπεζα, αρκεί να αναφέρεται, έστω και συνοπτικά, η κατάρτιση της σύμβασης πίστωσης από την αιτούσα δανείστρια Τράπεζα με τρίτο, η εκ μέρους του εγγυητή παροχή εγγύησης για την πληρωμή του καταλοίπου, το κλείσιμο του λογαριασμού, καθώς και ότι το ποσό, το οποίο διατάσσονται ο καθών να πληρώσουν, αποτελεί το σε βάρος του πρωτοφειλέτου κατάλοιπο (ΑΠ 1158/2024, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1579/2013). Η παραβίαση δε της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 630 ΚΠολΔ, ιδρύει τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 852/2023, AΠ 1369/2022, 1006/2022, ΑΠ 196/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, πρωτοφειλέτρια η πρώτη και εγγυητές οι λοιποί, στις αναφερόμενες συμβάσεις πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, σε βάρος των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και αυτή από τους αριθμούς 1 και 13 του ίδιου άρθρου, όπως ισχυρίζονται), με τις αιτιάσεις ότι, παρά το νόμο, απέρριψε ως απαράδεκτους, λόγω αοριστίας, τους αναφερόμενους λόγους της ανακοπής τους, με τους οποίους επικαλέστηκαν ότι, οι όροι της ένδικης σύμβασης (ΓΟΣ), με τους οποίους προβλεπόταν, i) ο ανά τρίμηνο ανατοκισμός των τόκων, ii) το κλείσιμο του τηρηθέντος λογαριασμού σε χρονικό διάστημα μικρότερο του εξαμήνου, iii) ο καθορισμός του επιτοκίου αναφοράς μονομερώς από τη δανείστρια, χωρίς τη δική τους σύμπραξη και vi) ο όρος με τον οποίο οριζόταν ότι το ποσοστό, τόσο του σταθερού και κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου, όσο και του επιτοκίου υπερηµερίας, συμπεριλαμβανόταν στο ποσό του φόρου, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975 και υπολογιζόταν επί έτους διάρκειας 360 ημερών και όχι 365 ηµερών, είναι άκυροι ως καταχρηστικοί, με συνέπεια λόγω της ακυρότητας των επιμέρους ποσών, η απαίτηση της καθής η ανακοπή - να καθίσταται ανεκκαθάριστη.
Το Εφετείο αναφορικά με τους άνω λόγους της ανακοπής, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω µε την έφεση η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα έγιναν δεκτοί µε την εκκαλουµένη οι υπό στοιχεία Β. 1-Α, Γ, Δ, Ε, 2, Γ. (1-4) λόγοι της ένδικης ανακοπής (που µε την εκκαλουµένη κρίθηκε ότι συνιστούν ενιαίο λόγο) και ακυρώθηκε ανακοπτόµενη διαταγή πληρωμής, καθόσον θα έπρεπε να απορριφθούν αυτοί για τους λόγους που εκθέτει στην έφεση.
Με τους ως άνω λόγους οι ανακόπτοντες, εκ των οποίων η πρώτη ως πρωτοφειλέτρια και οι λοιποί - δεύτερος, τρίτη, τετάρτη, πέµπτη και έκτος- ως εγγυητές, ισχυρίστηκαν ότι η ανακοπτόµενη υπ' αριθμόν .../2012 διαταγή πληρωμής, που εξέδωσε η Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε βάρος τους προς πληρωμή στην καθ' ης η ανακοπή του συνολικού χρηματικού ποσού των 78.202,67 ευρώ, νομµιµοτόκως από της 2ης Ιουνίου 2012 μέχρι και την ολοσχερή εξόφληση, εκδόθηκε εν όλω παρά τον νόμο και δη, καταχρηστικά λόγω της ακυρότητας των κατωτέρω αναφερόµενων όρων τόσο της υπ' αριθμόν ...1999 αρχικής συµβάσεως παροχής τραπεζικής πιστώσεως δι' ανοικτού λογαριασμού συμπληρωματικών πράξεων και των προσθέτων επ' αυτής τροποποιητικών και συμπληρωματικών πράξεων, όσο και της από 12 Μαΐου 2003 συµβάσεως εγγυήσεως, που κατήρτισαν αντίστοιχα η πρώτη ανακόπτουσα ως πρωτοφειλέτρια και οι λοιποί ως εγγυητές µε την αντισυμβαλλόμενή τους αρχική δανείστρια, "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", απώτερη δικαιοπάροχο της καθ' ης η ανακοπή.
Ειδικότερα, ισχυρίστηκαν ότι η ακυρότητα: α) του υπ' αριθμόν 3.04 όρου της αρχικής συµβάσεως παροχής τραπεζικής πιστώσεως, µε τον οποίο προβλεπόταν:
Ι) ο ανά τρίµηνο ανατοκισμός συμπεριλαμβανοµένων και των ήδη ανατοκισθέντων τόκων,
ΙΙ) το κλείσιμο του λογαριασμού- μονομερώς- σε χρονικό διάστηµα μικρότερο του εξαμήνου και δη, µετά, την λήξη του τριμήνου, β) των υπ' αριθμ. 2 -τμήματος 1 και 2.01- Τµήµατος ΙΙ όρων της αρχικής συµβάσεως παροχής τραπεζικής πιστώσεως και του υπ' αριθµόν 2 όρου της υπ' αριθμόν .../2003 τροποποιητικής (πρόσθετης) συµβάσεως, και των αντίστοιχων και συναφών όρων των υπ' αριθμούς .../2003, .../2005, .../2008 πρόσθετων πράξεων διά των οποίων προβλεπόταν ότι το επιτόκιο ("αναφοράς") θα καθοριζόταν μονομερώς από την δανείστρια τράπεζα, χωρίς την σύμπραξή τους ως αντισυµβαλλομένων, αλλά μόνον µε γνωστοποίηση στον τύπο, γ) το ποσοστό τόσον του σταθερού και κυμαινόμενου συμβατικού επιτοκίου, όσον και του επιτοκίου υπερηµερίας, ότι συμπεριλαμβανόταν σε όλες τις περιπτώσεις το ποσό του φόρου, που προβλέπεται εκ της διατάξεως του άρθρου 1 & 3 Ν. 128/1975 και υπολογιζόταν επί έτους διάρκειας 360 και όχι 365 ηµερών, είχε ως άµεση έννομη συνέπεια να επιβαρυνθεί η οφειλή τους µε παράνομα ποσά και εκ του χρεωστικού υπολοίπου εκ της ως άνω συµβάσεως, η απαίτηση της καθης (78.202.67 ευρώ), να µην ερείδεται στον νόµο και να είναι αόριστη (µη εκκαθαρισμένη) και ως εκ τούτου, να προκαλείται σ' αυτούς ανεπανόρθωτη βλάβη.
Οι ως άνω λόγοι της ανακοπής κρίνονται απορριπτέοι ως αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίµησης, αφού, σύμφωνα µε τα εκτιθέµενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, οι ανακόπτοντες δεν αναφέρουν, συγκεκριµένα, πως οι επικαλούµενοι από αυτούς άκυροι όροι (Γ.0.Σ.) επηρέασαν την εξέλιξη της ένδικης απαίτησης της δανείστριας τράπεζας σε βάρος τους και τη διαμόρφωση του χρεωστικού υπολοίπου των ως άνω συµβάσεων, ούτε οι ως άνω ισχυρισμοί τους συνδέονται µε την ακύρωση συγκεκριμένων κονδυλίων της προσβαλλόµενης διαταγής πληρωμής.
Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται στην ανακοπή τα ποσά, µε τα οποία παρανόμως, κατά τους ισχυρισμούς τους, επιβαρύνθηκαν οι ανακόπτοντες, λόγω του τρόπου χρέωσης βάσει των ως άνω όρων και τα οποία (ποσά) συνυπολογίστηκαν για την εξαγωγή του τελικού υπολοίπου της οφειλής τους. Κατά τον τρόπο αυτό, ωστόσο, δεν βάλλουν κατά συγκεκριμένων χρεώσεων στους τηρηθέντες για την εξυπηρέτηση της ένδικης πίστωσης λογαριασμούς, αλλά κατά της γενικής μη ορθότητας τους, χωρίς τούτο να αρκεί για το ορισμένο των ισχυρισµών τους.
Εξάλλου, ως άνω ισχυρισμοί τους δεν θα οδηγούσαν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής εν συνόλω αλλά µόνο κατά το µέρος εκείνο, κατά το οποίο θα είχαν χρεωθεί παρανόμως οι ως άνω αναφερόμενες από αυτούς χρεώσεις, οι οποίες, όµως, όπως προαναφέρθηκε, δεν προσδιορίζονται. Ούτε, άλλωστε, προσδιορίζουν οι ανακόπτοντες το (νόμιμο) κατ' αυτούς ύψος της οφειλής τους προς την καθ'ης η ανακοπή, ήτοι όπως θα ήταν, αν δεν είχαν περιληφθεί τα παράνομα κατά τους ισχυρισμούς τους κονδύλια.
Οµοίως, αόριστος τυγχάνει και ο ισχυρισμός τους ότι η ενσωματωθείσα στη διαταγή πληρωμής απαίτηση, εξαιτίας των επικαλούµενων από αυτούς παράνομων χρεώσεων, κατέστη αναπόδεικτη και µη εκκαθαρισµένη, καθώς, σύμφωνα µε τα εκτιθέµενα στην ως άνω µείζονα σκέψη, για την πληρότητα του ισχυρισμού τους αυτού ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός των κατ' ιδίαν κονδυλίων,στον οποίο όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν προέβησαν οι ανακόπτοντες.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που µε την εκκαλούμενη απόφασή του έκανε δεκτούς τους ως άνω λόγους της ανακοπής και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, έσφαλε και, κατά παραδοχή της εφέσεως ως κατ' ουσίαν βάσιµης, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουµένη και, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί η ανακοπή (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να απορριφθούν οι ως άνω λόγοι της ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας .......".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας τους άνω λόγους ανακοπής ως αόριστους, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, καθόσον πράγματι οι άνω λόγοι της ανακοπής ήταν αόριστοι και, γι' αυτό, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, δεν προσδιορίζονται με αυτούς τα ποσά κατά τα οποία επιβαρύνθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, με βάση τους επικαλούμενους άκυρους κατά τους αναιρεσείοντες όρους, και τα οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθής η ανακοπή, με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, δεδομένου ότι, σύμφωνα τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, η ευδοκίμηση των σχετικών λόγων της ανακοπής (ενστάσεων) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής και, συνακόλουθα, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας (χωρίς η μερική αυτή ακύρωση να καθιστά ανεκκαθάριστη την απαίτηση), αφού κανένας λόγος, νομικός ή άλλος, δεν επιβάλλει την καθολική ακύρωσή της, των ποσών δε αυτών οι αναιρεσείοντες - ανακόπτοντες, (ως προς τα οποία και μόνον είχαν δικαίωμα να ζητήσουν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής και όχι στο σύνολό της), έφεραν το βάρος της επίκλησης (και απόδειξης) και όχι η καθής η ανακοπή.
Επομένως, ο άνω από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 112 ΕισΝΑΚ, που εφάρμοσε το Εφετείο, αν και κατά τους ισχυρισμούς τους, δεν ήταν εφαρμοστέα, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμο το δεύτερο λόγο της ανακοπής τους, με τον οποίο πρόβαλαν ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, ως προς την αιτία έκδοσής της, επικαλούμενοι ότι η ένδικη σύμβαση δεν αποτελεί σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, όπως εσφαλμένα χαρακτήρισαν αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη και έγινε δεκτό από το Εφετείο, αλλά σύμβαση ανοικτού λογαριασμού, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η συμφωνία, περί τρίμηνου κλεισίματος του λογαριασμού και ανατοκισμού των τόκων και η άτυπη αναγνώριση του καταλοίπου.
Το Εφετείο αναφορικά με τον άνω λόγο της ανακοπής, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω µε τον δεύτερο λόγο της ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι πρέπει να ακυρωθεί η ανακοπτόµενη διαταγή πληρωμής, διότι δεν πληρούται η προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε αυτή, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ.
Συγκεκριµένα, ισχυρίζονται ότι η ανακοπτόµενη διαταγή πληρωμής στηρίζεται : α) στην από 16-11-2010 αναγνώριση οφειλής του υπολοίπου του λογαριασμού που τηρήθηκε για την ένδικη σύμβαση από την καθ’ ης για το γ' τρίμηνο του έτους 2010, στην οποία (αναγνώριση) προέβη η πρώτη από αυτούς και β) στην κίνηση του λογαριασμού από αυτό το σηµείο µέχρι τη λήξη της σύμβασης, όπως αυτή προκύπτει από το αντίγραφο αποσπάσματος των εμπορικών βιβλίων της δανείστριας τράπεζας, στο οποίο δεν παρατίθεται η κίνηση του λογαριασμού από την κατάρτιση της σύμβασης έως την ως άνω αναγνώριση του χρέους.
Ότι η τελευταία είναι άκυρη καθόσον δι' αυτής η πρώτη ανακόπτουσα (πιστούχος) προβαίνει σε αναγνώριση υπολοίπου από ανά τρίμηνο κλείσιμο λογαριασμού, που όµως, είναι παράνομος, αφού η ένδικη σύμβαση δεν αποτελεί σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, στην οποία και µόνο επιτρέπεται το τρίµηνο κλείσιμο του λογαριασμού και ενόψει του ότι εσφαλμένα τα μέρη χαρακτήρισαν την ένδικη σύμβαση πίστωσης, ως σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού.
Ότι κατόπιν των ανωτέρω, προς απόδειξη της απαίτησης της καθ' ης σε βάρος τους προκειµένου να εκδοθεί η προσβαλλόµενη διαταγή πληρωμής, θα έπρεπε να παρατίθεται η κίνηση του λογαριασμού από την κατάρτιση της σύμβασης έως την αναγνώριση του χρέους, µε αποτέλεσµα, εφόσον δεν προσκοµίστηκε από την καθ' ης τέτοιο έγγραφο, να µην μπορούσε νομίμως να εκδοθεί η διαταγή πληρωμής για τον ανωτέρω λόγο.
Ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως µη νόµιµος πρωτίστως, διότι η ένδικη σύµβαση κατά τα αναφερόμενα σχετικά στη µείζονα σκέψη και όπως η λειτουργία της αναλύεται στην ανακοπή, έχει το χαρακτήρα συµβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, αφού αφορά παροχή πιστώσεως µε ανοικτό λογαριασμό για τραπεζικές συναλλαγές, από την οποία οφείλεται µετά από απόσβεση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού των επί µέρους κονδυλίων χρεοπιστώσεων που καλύπτονται, το, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, οριστικό κατάλοιπο αυτού και συνεπώς δεν τίθεται θέµα ακυρότητας της αναγνώρισης της οφειλής από την πρώτη από τους ανακόπτοντες για το λόγο που επικαλούνται οι τελευταίοι και συνακόλουθα και της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, λόγω µη απόδειξης της ένδικης οφειλής για τον προαναφερόµενο λόγο".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις άνω διατάξεις του άρθρου 112 ΕισΝΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, η παροχή πιστώσεων, που χορηγήθηκε στην προκειμένη περίπτωση, από την καθής η ανακοπή τραπεζική εταιρία προς την πρώτη ανακόπτουσα, από την οποία (σύμβαση πίστωσης) οφείλεται, με απόσβεση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού των επί μέρους κονδυλίων χρεοπιστώσεων που καλύπτονται, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο, έχει πράγματι το χαρακτήρα σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, που ρυθμίζεται μεταξύ άλλων και από τις άνω διατάξεις του άρθρου 112 ΕισΝΑΚ.
Στην περίπτωση δε αυτή, δεν τίθεται ζήτημα ακυρότητας της εκ μέρους της πρώτης ανακόπτουσας αναγνώρισης του υπολοίπου του λογαριασμού, για το γ' τρίμηνο του έτους 2010, αφού είναι δυνατή η συνομολόγηση όρου, με τον οποίο συμφωνείται το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού σε μικρότερο του εξαμήνου χρονικό διάστημα, ενώ λόγω της αναγνώρισης αυτής, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά της αναλυτικής κίνησης του αλληλόχρεου λογαριασμού, από την κατάρτιση των συμβάσεων, μέχρι την αναγνώριση.
Επομένως, ο παραπάνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν προσδιορίζεται το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων, ούτε οι παραδοχές του Δικαστηρίου κατά την απόρριψη του λόγου αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ακολούθως, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, με τον οποίο πρόβαλαν ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, λόγω πλημμελούς περιγραφής σ' αυτήν της αιτίας πληρωμής, γεγονός που είχε επίπτωση στον καθορισμό του οφειλόμενου εκ μέρους τους ποσού.
Το Εφετείο αναφορικά με τον άνω λόγο της ανακοπής δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι µε την ανακοπτόµενη διαταγή πληρωμής γίνεται πλημµελής περιγραφή της αιτίας πληρωμής και ότι το γεγονός αυτό έχει επίπτωση στον καθορισμό του οφειλόµενου εκ µέρους τους ποσού, µε αποτέλεσµα να πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.
Συγκεκριµένα, ισχυρίζονται ότι στην ανακοπτόµενη διαταγή πληρωμής αναφέρεται ότι η αίτηση θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 112 ΕισΝΑΚ, η οποία έχει εφαρµογή µόνο επί αλληλόχρεου λογαριασμού, ενώ εν προκειμένω (όπως ισχυρίζονται) η ένδικη σύμβαση πίστωσης αφορούσε ανοικτό και όχι αλληλόχρεο λογαριασμό, όπως εσφαλμένα είχε χαρακτηριστεί η σύµβαση από τα συμβαλλόμενα µέρη κατά τα σύναψή της και ότι, συνεπώς, δεν μπορούσαν να ισχύσουν κατά την τήρηση του λογαριασμού οι επαχθείς συνέπειες του ως άνω άρθρου 112 ΕισΝΑκ, ήτοι το τρίμηνο κλείσιμο του λογαριασμού και ο ανατοκισμός του οφειλόµενου ποσού.
Με αυτό το περιεχόµενο, ο πρώτος λόγος της ανακοπής είναι πρωτίστως αόριστος, αφού οι ανακόπτοντες, µε όσα ισχυρίζονται σε αυτόν, αμφισβητούν απλώς το ύψος της ένδικης απαίτησης, χωρίς, όπως απαιτείται κατά τα αναφερόμενα σχετικά στην ως άνω μείζονα σκέψη, προκειµένου να είναι ορισµένος ο λόγος της ανακοπής, να προσβάλουν δι' αυτού κάποια συγκεκριµένα κονδύλια του λογαριασμού µε τα οποία επιβαρύνθηκαν από το, παράνομο κατά την άποψή τους, τρίμηνο κλείσιμο του λογαριασμού και τον ανατοκισµό του καταλοίτου του.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της ανακοπής ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως αόριστο τον άνω λόγο της ανακοπής, με την αιτιολογία ότι με αυτόν αμφισβητείται το ύψος της προερχόμενης από σύμβαση αλλήλοχρεου λογαριασμού, απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, χωρίς να πλήττονται τα επιμέρους κονδύλια του λογαριασμού, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, ως προς την αιτία της πληρωμής, καθόσον σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την οποία διατάσσονται οι καθών, με την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη και εγγυητή να πληρώσουν, το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, που τηρήθηκε στα πλαίσια σύμβασης παροχής πίστωσης από Τράπεζα, αρκεί να προσδιορίζεται σ' αυτή η σχέση από την οποία απορρέει η απαίτηση των χρημάτων, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, έστω και συνοπτικά, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-7-2023 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 928/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης