Legislator Case Law & Legislation
1657/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against tax authority's seizure of third-party funds held by a bank as guarantor.

Case Number 1657/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a lower court decision regarding the seizure of funds held by a bank. The tax authority argued it could seize these funds as a third party since it was simultaneously a guarantor and owed money to the bank. The court found the lower court erred in interpreting the law, ruling that the state could validly exercise its rights as a guarantor to substitute itself in the bank's claim against the debtor.

Legislator headnote

AI generated

Articles 982(1) and 30(1), 3 of the Code of Civil Execution; The state, acting as a guarantor, may validly exercise its substituted rights against the debtor and initiate seizure proceedings against third parties holding funds, even if the state is also a debtor to the third party.

Keywords

AI generated
state as guarantor substitution of rights seizure of third party tax authority powers civil execution law bank funds seizure legal substitution

Cited Legislation

AI generated
Article 982(1) of the Code of Civil Execution
Article 30(1), 3 of the Code of Civil Execution
Article 65(3) of Law 2362/1995
Article 30(2)(b) of Law 2789/2000
Article 39 of Law 3259/2004
Article 858 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1657 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1657/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και ήδη από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Κομοτηνής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Πανάγο, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βιργινία Περάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 310/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-8-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 982 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζουν ότι μπορούν να κατασχεθούν, μεταξύ άλλων, χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση κατά τρίτων μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή και 30 παρ. 1, 3 ΚΕΔΕ, που ορίζουν ότι "1. Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην,...3.

Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα ουδέ δύναται να συμψηφίσει προς ανταπαιτήσεις του μεταγενεστέρας της κατασχέσεως, της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχωρήσεως", προκύπτει, ότι τρίτος, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, μπορεί να είναι και ο δανειστής, ο οποίος, συγχρόνως, είναι και οφειλέτης του οφειλέτη του, τούτο δε μπορεί να συμβαίνει και στην περίπτωση που το Δημόσιο, δικαιούμενο να λάβει από τον οφειλέτη του ορισμένο ποσό, είναι συγχρόνως και οφειλέτης του οφειλέτη του, οπότε έχει τη δυνατότητα να επιβάλει κατάσχεση στα χέρια του, ως τρίτου, καθόσον ο νόμος δεν απαγορεύει να ενεργήσει με τις δύο αυτές διαφορετικές ιδιότητες.

Στην αντίθετη περίπτωση η θέση του δανειστή και συγχρόνως οφειλέτη θα ήταν χειρότερη, παρά αν ήταν μόνο δανειστής και χειρότερη από άλλο δανειστή, ο οποίος θα μπορούσε να ενεργήσει κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη του, κάτι που δεν συμπορεύεται με την αρχή της ισότητας που διέπει το ισχύον δικονομικό σύστημα.

Τούτο δε ανεξάρτητα από τη δυνατότητα του δανειστή που έχει εκτελεστό τίτλο, να επιλέξει τον πρακτικώς αποδοτικότερο τρόπο της πρότασης συμψηφισμού (άρθρο 442 ΑΚ), δυνάμενης να γίνει και κατά το στάδιο της εκτέλεσης (ΑΠ 432/2017). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν:

α) Η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Επίσης, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ν.δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.

Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:

α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως.

δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ό νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη".

Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 5 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, ορίζει: "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".

Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ιδίου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.

Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.

Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.

Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα (ΟλΑΠ 5/2019).

Το κύρος δε του νομίμου τίτλου είναι ανεξάρτητο από το εάν κοινοποιήθηκε ή όχι ο τίτλος αυτός στον οφειλέτη (ΑΠ 342/2017). Με το άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 2789/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 2912/01 ορίστηκε ότι: "κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφισταμένη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείου ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών έχουν κλείσει οριστικά ή αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι 31.12.2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσιά του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων, η προκειμένου περί αλληλοχρέων λογαριασμών , του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτερο όριο,.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50 % του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιαστεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31/12.1985 ή προκειμένου περί αλληλοχρέων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πίστωσης δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β)...γ)...

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού", ενώ κατά την παρ. 2 (ορίστηκε ) ότι: "`Ολες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.

Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσό από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπό των διατάξεων του K.Πολ.Δ.. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσό, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία"...

Κατά δε την παραγρ. 9 περ. γ` του ίδιου ως άνω άρθρου (30) κρίθηκε ότι "δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου "....β` και γ) οφειλές εκ πρωτοφειλής ή εξ εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, των ΝΠΔΔ ή τον ΟΑΕ. Περαιτέρω, στο άρθρο 39 του ν. 3259/2004 "Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών κ.λπ." ορίζεται:

α) Στην παράγραφο 1: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου, εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε, κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4, (που εξαιρεί από τη ρύθμιση τις συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που συνομολογήθηκαν κατά την ισχύ του ν.2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ όπως διαμορφώθηκε την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους τον ανατοκισμό και τα λοιπά έξοδα, ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ ), και 5 του παρόντος άρθρου", κατά δε την παρ. 8 του αυτού άρθρου "Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος".

Τέλος, κατά την παρ. 12. "Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει" (ΓΝΜΔ ΝΣΚ405/2006). Επίσης με την παρ. 1 του αρθρου 8 του ν. 3723/2008 στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άνω άρθρου 39 προστέθηκε η ακόλουθη ερμηνευτική διάταξη "Η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα ως άνω όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31.10.1999, λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά".

Με δε την παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου "Οι οφειλέτες ή εγγυητές που αποκλείσθηκαν από την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, λόγω διαφορετικής ερμηνείας της διάταξης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 39, διατηρούν το δικαίωμα να ζητήσουν την υπαγωγή των οφειλών τους στις ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, υπό τις λοιπές προϋποθέσεις του νόμου αυτού, με αίτηση τους, την οποία θα πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα εντός ενός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου." Με τις εν λόγω ρυθμίσεις επιχειρήθηκε σύμφωνα και με την εισηγητική έκθεση του ν. (2789/2000) η αντιμετώπιση του μεγάλου κοινωνικού και οικονομικού προβλήματος της υπέρμετρης επιβάρυνσης από Τραπεζικό δανεισμό, πολλών δανειοδοτών ιδίως εμπόρων, βιοτεχνών, επαγγελματιών και εταιρειών, γι` αυτό περιορίσθηκε μόνον σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα και εξαιρέθηκε ρητά το Δημόσιο κατά τα ΝΠΔΔ είτε οι οφειλές τους προέρχονται από πρωτοφειλή είτε από εγγύηση (ΑΠ408/2010).

Τέλος, από το άρθρο 41 του ν.3259/2004, το άρθρο 39 περιλαμβάνεται στο τέταρτο κεφάλαιο του εν λόγω νόμου και επομένως δεν έχει αναδρομική εφαρμογή, αλλά ισχύει από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (4-8-2004). Ως εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι οι σχετικές ρυθμίσεις εφαρμόζονται σε οφειλές από συμβάσεις δανείων, πιστώσεων και αλληλόχρεων λογαριασμών που είτε θα συναφθούν μετά την ισχύ του, είτε έχουν συναφθεί πριν την ισχύ του, χωρίς όμως να έχουν εξοφληθεί οι αντίστοιχες οφειλές στις 4-8-2004.

Οφειλές που έχουν με οποιονδήποτε τρόπο εξοφληθεί (από τον οφειλέτη ή τον εγγυητή) δεν εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του ν. 3259/2004 και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατός ο επανυπολογισμός των εξοφληθεισών αυτών οφειλών κατά τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου και η επιστροφή από τα πιστωτικά ιδρύματα στους οφειλέτες των τυχόν καταβληθέντων επί πλέον ποσών, ως αχρεωστήτως καταβληθέντων, ενόψει του ότι τα καταβληθέντα αυτά ποσά, κατά τη δημοσίευση του νόμου είχαν εξέλθει νομίμως της περιουσίας του καταβάλλοντος και δεν αποτελούσαν πλέον περιουσιακό του στοιχείο ή κεκτημένο "οικονομικό" του συμφέρον και συνεπώς ο νομοθέτης αποκλείοντας την αναζήτησή τους δεν παραβιάζει υπέρμετρης αξίας κανόνες (ΑΠ1277/2008, ΑΠ222/2006, ΑΠ1780/2005).

Εξ αντιδιαστολής βεβαίως προκύπτει ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν από τους οφειλέτες μετά τη δημοσίευση και την ισχύ είτε της διάταξης του άρθρου 30 ν.2789/2000, είτε του άρθρ. 39 ν.3259/2004, οπότε είχε γεννηθεί η εκ του νόμου υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν σε επαναπροσδιορισμό των οφειλών και τα οποία ξεπερνούν τα εκ του νόμου ανώτατα επιβληθέντα όρια, δεν εξέρχονται νομίμως της περιουσίας του καταβάλλοντος, αποτελούν περιουσιακό του στοιχείο και κατ' ακολουθίαν μπορούν να αναζητηθούν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα (ΓΝΜΔ ΝΣΚ28/2011).

Περαιτέρω, η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης των δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2322/1995 (και ιδίως εκείνες των άρθρων 1, 11, 12), των κατ' εξουσιοδότηση τούτου εκδιδομένων κάθε φορά οικείων αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, καθώς και από το άρθρο 65 του ν.2362/1995 παρ. 3 σύμφωνα με το οποίο "Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την κατάπτωση της εγγύησής του μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του στα δικαιώματα του δανειστή ή πιστωτή, τόσο κατά του πρωτοφειλέτη όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυποχρέων (ΑΠ 1028/2020).

Οι διατάξεις αυτές ως ειδικές υπερισχύουν των γενικών περί εγγυήσεων διατάξεων του ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται συμπληρωματικά και εφόσον τούτο δεν αποκλείεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις και τις συναφείς υπουργικές αποφάσεις (ΑΠ 1000/2006, ΑΠ 753/2003, ΑΠ 55/2002, ΓΝΜΔ ΟλΝΣΚ 52/2017). Με τις διατάξεις του ν. 2322/1995 επιδιώχθηκε, αφενός ο περιορισμός της δικαιοπρακτικής ελευθερίας του Δημοσίου να παρέχει την εγγύησή του, με περιοριστική απαρίθμηση των περιπτώσεων για τις οποίες επιτρέπεται τέτοια δυνατότητα, αφετέρου για λόγους δημοσιονομικής ασφάλειας και σαφήνειας επιδιώχθηκε η συστηματοποίηση των θεμάτων που αφορούν την παροχή της εγγύησης του Δημοσίου και την εκπλήρωση της εξ αυτής ευθύνης του (ΟλΝΣΚ112/2012, ΣτΕ3227/2002, ΝΣΚ513/2011).

Στην περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 ν. 2322/1995, το Δημόσιο, ικανοποιώντας τη δανείστρια τράπεζα, υποκαθίσταται αυτοδίκαια (εκ του νόμου) στα δικαιώματά της. Μάλιστα, για την υποκατάσταση αυτή, αρκεί η βεβαίωση κατά του πρωτοφειλέτη στο δημόσιο ταμείο, χωρίς να απαιτείται να έχει συντελεστεί λογιστικώς η πληρωμή, ούτε και η επίκληση σχέσης παρέχουσας δικαίωμα αναγωγής στο δημόσιο κατά του πρωτοφειλέτη, κατ' απόκλιση των γενικών περί εγγυήσεως διατάξεων, ιδίως του άρθρου 858 ΑΚ (ΑΠ 915/2004, ΑΠ 1769/2001, και υπό τις προγενεστέρως ισχύουσες συναφείς διατάξεις, ΑΠ 54/1986, ΑΠ 2116/1983).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 361, 847, 851 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με τη σύμβαση της εγγυήσεως, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον δανειστή και αντισυμβαλλόμενό του την ευθύνη ότι η οφειλόμενη από τον πρωτοφειλέτη παροχή θα καταβληθεί σε εκείνον από τον πρωτοφειλέτη ή από τον ίδιο (ΑΠ 1283/2018). Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση, που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη.

Η απαίτηση του δανειστή εις βάρος του εγγυητή, από την μεταξύ τους σύμβαση εγγυήσεως, καθίσταται απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, από την υπερημερία του πρωτοφειλέτη, η οποία επέρχεται και με την παρέλευση της συμφωνηθείσης δήλης ημέρας για την εκπλήρωση της παροχής (ΑΠ 843/2011). Εφ` όσον από τη βούληση του εγγυητή ή από τις διατάξεις του νόμου (όπως από τα άρθρα 851 και 852 ΑΚ), που συμπληρώνουν τη βούληση αυτή, δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό, η εγγύηση καλύπτει την κυρία οφειλή, όπως αυτή υπήρχε κατά το χρόνο της συνάψεως της συμβάσεως εγγυήσεως (AΠ205/2020).

Λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της εγγύησης που θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 851 ΑΚ, ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή. Ενόψει δε του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης, η ευθύνη του εγγυητή μπορεί να συμφωνηθεί εξ υπαρχής, με ειδικό συμβατικό όρο, μειωμένη.

Αντίθετα, μεταγενέστερη της εγγυήσεως μείωση της κύριας οφειλής από συμβατική ή νόμιμη αιτία αποβαίνει προς όφελος του εγγυητή, πράγμα συναγόμενο και από το άρθρο 483 παρ. 1 ΑΚ. Επομένως, δεν ενδιαφέρουν τον εγγυητή μεταγενέστερες της εγγυήσεως συμφωνίες, με τις οποίες ο πρωτοφειλέτης αναλαμβάνει πρόσθετες ή μεγαλύτερες εκτάσεως υποχρεώσεις έναντι του δανειστή (ΟλΑΠ 10/1992).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 864 ΑΚ, όταν η κύρια οφειλή αποσβεστεί, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί έκφραση του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγυήσεως, προκύπτει ότι η ελευθέρωση του εγγυητή επέρχεται αυτόματα, αρκεί η απόσβεση της κύριας οφειλής να μη προκλήθηκε από πταίσμα του.

Σε περίπτωση μερικής αποσβέσεως της κύριας οφειλής μειώνεται ανάλογα και η ευθύνη του εγγυητή. Για την ελευθέρωση του εγγυητή είναι αδιάφορος ο λόγος αποσβέσεως της κύριας οφειλής, αν δηλαδή η κύρια οφειλή αποσβεσθεί ή περιορισθεί με οποιονδήποτε τρόπο, καταβολή, δόση αντί καταβολής, συμψηφισμό, δημόσια κατάθεση, παραγραφή της αξιώσεως του δανειστή κατά του οφειλέτη ή κάποιον άλλο τρόπο (ΑΠ 186/2001, ΑΠ 695/1993).

Μπορεί να γίνει π.χ. μετά από μείωση του συνολικού ύψους της κύριας οφειλής δυνάμει διατάξεως νόμου και καταβολή του τελικά οφειλόμενου μειωμένου ποσού, κατά το άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 2789/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001, αλλά και το άρθρο 39 ν. 3259/2004, όπως παραπάνω οι οικείες διατάξεις παρατίθενται, με τις οποίες επιχειρήθηκε κατά τα προεκτεθέντα η αντιμετώπιση του μεγάλου κοινωνικού και οικονομικού προβλήματος της υπέρμετρης επιβάρυνσης από Τραπεζικό δανεισμό πολλών δανειοδοτών ιδίως εμπόρων, βιοτεχνών, επαγγελματιών και εταιρειών περιορίσθηκε όμως μόνο σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, ενώ εξαιρέθηκε ρητά το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ είτε οι οφειλές τους προέρχονται από πρωτοφειλή είτε από εγγύηση.

Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι, όταν το Δημόσιο έχει εγγυηθεί προς μία τράπεζα τη χρηματοδότηση ενός βιοτεχνικού δανείου υπό τους ειδικότερους όρους των ν. 2322/1995 και 2362/1995, αν, προ της καταπτώσεως της εγγυήσεως του Δημοσίου η προς την τράπεζα οφειλή μειωθεί λόγω υπαγωγής της στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1 του Ν. 2789/2000 (μείωση η οποία όπως προαναφέρθηκε αποβαίνει προς όφελος του εγγυητή) και ο πρωτοφειλέτης ή ο εγγυητής του εξοφλήσουν την από τη νόμιμη αυτή μεταγενέστερη αιτία μειωμένη οφειλή, τότε επέρχεται αυτόματα και η ελευθέρωση του Δημοσίου ως εγγυητή.

Αν όμως αυτοί δεν εξοφλήσουν την αρχική οφειλή τους και καταπέσει η εγγύηση του Δημοσίου, ο νόμος (άρθρο 30 παρ. 9 περ. γ` ν. 2789/2000) αποκλείει από το Δημόσιο το δικαίωμα να ζητήσει υπέρ αυτού την ευεργετική μείωση του αρχικού χρέους, διότι την επιφύλαξε αποκλειστικά υπέρ των ιδιωτών φυσικών και νομικών προσώπων εξαιρώντας ρητά το δημόσιο και τα ν.π.δ.δ.

είτε οι οφειλές τους προέρχονται από πρωτοφειλή είτε από εγγύηση. Αυτή είναι η ορθή έννοια της ανωτέρω διατάξεως (άρθρο 30 παρ. 9 περ. γ` ν. 2789/2000), σύμφωνης άλλωστε και προς τις κατευθύνσεις των άρθρων 851, 863 και 483 ΑΚ, και όχι ότι για το υπόλοιπο (μετά την αφαίρεση από το αρχικό χρέος του καταβληθέντος από τον πρωτοφειλέτη μειωμένου λόγω της ανωτέρω ευνοϊκής ρυθμίσεως ποσού) εξακολουθεί το Δημόσιο να ενέχεται έναντι της Τράπεζας ως εγγυητής υπό τους ειδικότερους όρους του άρθρου 65 του ν.2362/1995, με την ψευδή ερμηνευτική αιτιολογία ότι ο νόμος (άρθρο 30 παρ. 9 περ.

γ` ν. 2789/2000) αποκλείει από το Δημόσιο το δικαίωμα να ζητήσει υπέρ αυτού την ευεργετική μείωση του αρχικού (κατά το υπολειπόμενο μέρος) χρέους. Μία τέτοια ερμηνευτική εκδοχή οδηγεί σε αναίρεση του σκοπού του νομοθέτη (ν. 2789/2000) να ευεργετηθούν οι ιδιώτες οφειλέτες των τραπεζών αφού, αν γίνει δεκτή, θα υποχρεωθούν να πληρώσουν όχι μόνο το ευεργετικά μειωμένο ποσό της οφειλής (στην τράπεζα), αλλά και το υπόλοιπο του αρχικού ποσού αυτής (στο Δημόσιο) που θα υποκατασταθεί στα δικαιώματα της τράπεζας (AΠ 136/2018, υπό το προγενέστερο του ν.2362/1995 νομοθετικό καθεστώς που διέπει τα δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ).

Τα ίδια ως άνω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία οφειλές από δάνεια με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου, των οποίων οι πρωτοφειλέτες είχαν μεν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στις διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1 του ν.2789/2000 και 39 του ν. 3259/2004, πλην όμως δεν επαναπροσδιορίστηκαν αρχικώς από τη δανείστρια τράπεζα, λόγω εσφαλμένης εκ μέρους της ερμηνείας των εν λόγω διατάξεων, με αποτέλεσμα την κατάπτωση της εγγύησης και την εξόφληση της οφειλής από το Δημόσιο, αλλά επαναπροσδιορίστηκαν οι οφειλές αυτές μετά την ισχύ της ερμηνευτικής διάταξης του άρθρου 8 του ν.3723/2008, κατόπιν σχετικού αιτήματος του πρωτοφειλέτη.

Επομένως, και στην περίπτωση αυτή, εφόσον, με βάση τον γενόμενο αυτόν (εκ των υστέρων) επαναπροσδιορισμό, η επίμαχη οφειλή, κατά τον κρίσιμο χρόνο έναρξης ισχύος των άνω ευεργετικών διατάξεων και προτού καταπέσει η εγγύηση του Δημοσίου, είχε εξοφληθεί (όπως επαναπροσδιορίστηκε), με βάση καταβολές του πρωτοφειλέτη, επέρχεται και πάλι η ίδια ως άνω έννομη συνέπεια, δηλαδή η ελευθέρωση του Δημοσίου ως εγγυητή έναντι της τράπεζας, ενώ, αν η οφειλή είχε εν μέρει εξοφληθεί, τότε το Δημόσιο ελευθερώνεται μόνον για το πέραν του ευεργετικά, μετά τον επανυπολογισμό, μειωθέντος ποσού, το οποίο, σημειωτέον, αχρεωστήστως θα έχει καταβάλει στην τράπεζα ως δήθεν οφειλόμενο υπόλοιπο του πρωτοφειλέτη, με αποτέλεσμα στις περιπτώσεις αυτές να μη μπορεί να γίνει λόγος για υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πιστωτικού ιδρύματος σε βάρος του πρωτοφειλέτη, αφού ο τελευταίος δεν ευθύνεται για άλλο ποσό πέραν αυτού που προέκυψε ως οφειλόμενο από τον επανακαθορισμό.

Αντιθέτως, το Δημόσιο, για το καταβληθέν από αυτό μέρος της οφειλής, το οποίο αντιστοιχεί στο πράγματι, μετά τον επανακαθορισμό, οφειλόμενο υπόλοιπο της αρχικής οφειλής από τον πρωτοφειλέτη, για το οποίο εξακολουθεί (το Δημόσιο) να ενέχεται έναντι της Τράπεζας ως εγγυητής και άρα νομίμως κατέβαλε το εν λόγω ποσό, υποκαθίσταται αυτοδικαίως στη θέση του πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού κατά του πρωτοφειλέτη.

Επομένως, με μόνη την κατά του πρωτοφειλέτη βεβαίωση στο δημόσιο ταμείο και άνευ επίκλησης της παρέχουσας δικαίωμα αναγωγής σχέσης αυτού προς τον τελευταίο, έχει δικαίωμα να επιδιώξει την ικανοποίηση της εν λόγω απαίτησης με την επιβολή κατάσχεσης και εις χείρας του ιδίου ως τρίτου, κατά τα προεκτεθέντα, επί απαιτήσεων του πρωτοφειλέτη κατ' αυτού, αντί να επιλέξει να προβεί σε συμψηφισμό, αφού ο τρόπος ικανοποίησης της απαίτησής του ανάγεται στη διακριτική του ευχέρεια.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, (ΟλΑΠ1/2020, ΟλΑΠ4/2018, ΟλΑΠ6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27/1998, ΑΠ222/2022, 538/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ1308/2021, ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη με την από 28-11-2011 ανακοπή ζήτησε την ακύρωση της από 19-9-2011 κατάσχεσης, που επέβαλε το αναιρεσείον ελληνικό δημόσιο δια της ΔΟΥ Κομοτηνής, εις χείρας του ιδίου και των σ' αυτή αναφερομένων υπηρεσιών του ως τρίτων, επί απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης κατ' αυτών από ήδη ληξιπρόθεσμα μισθώματα και μελλοντικά ποσού 1.640.105,06 ευρώ, που της ώφειλαν από τη σύμβαση μίσθωσης ιδιοκτησίας της, προς ικανοποίηση της αξίωσής του από την παροχή εγγύησης σε πίστωση, που έλαβε η αναιρεσίβλητη από την Εθνική τράπεζα, η οποία κατέπεσε λόγω της μη αποπληρωμής του χρεωστικού καταλοίπου του κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού, που τηρήθηκε προς εξυπηρέτηση της ανωτέρω σύμβασης πίστωσης, επικαλούμενη (η ανακόπτουσα - αναιρεσίβλητη) προεχόντως την ανυπαρξία του ένδικου χρέους λόγω εξόφλησης με τον επανυπολογισμό της οφειλής της κατά τις διατάξεις των άρθρων 30 ν. 2789/2000, 42 ν.2912/2001, 39 ν.3259/2004 και 8 ν3723/2008 και τη μη υπαγωγή του αναιρεσείοντος στις άνω διατάξεις κατά την παρ. 9 του άρθρου 30 ν.2789/2000.

Η ανακοπή απορρίφθηκε με την 73/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Η αναιρεσίβλητη άσκησε κατ' αυτής έφεση, που έγινε δεκτή με την προσβαλλομένη με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 310/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την ανακοπή κατ' ουσίαν και ακύρωσε την επιβληθείσα κατάσχεση.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "...Μεταξύ της ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "..." και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος συνήφθησαν οι ακόλουθες συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο) λογαριασμό, που εμφάνιζαν πραγματικό υπόλοιπο, κατά την τελευταία χορήγηση, τα εξής αναφερόμενα ποσά σε ευρώ:

α) η υπ' αριθμ. ... υπόλοιπο 168.878,03, β) η υπ' αριθμ. ... υπόλοιπο 29.347,03, γ) η υπ' αριθμ. ... υπόλοιπο 234.161,50 ευρώ και δ) η υπ' αριθμ. ... υπόλοιπο 44.020,54 ευρώ. Οι οφειλές της εκκαλούσας από τις ανωτέρω συμβάσεις είχαν ρυθμιστεί δυνάμει των ΚΥΑ 1 648/Β22/13.1.94 και 40412/Β1677/9.12.97 (υπό στοιχεία α', γ' και δ') και του άρθρου 42 του v. 2912/2001 (υπό στοιχείο β') και για την τήρηση των εκ των συμβάσεων υποχρεώσεων από τη δανειολήπτρια εταιρία παρασχέθηκε εγγύηση του καθ' ου η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου.

Στη συνέχεια, η εκκαλούσα με την από 30-9-2004 επιστολή της προς την ανωτέρω δανείστρια τράπεζα επιδίωξε την υπαγωγή των ανωτέρω οφειλών της στις ευνοϊκότερες διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004. Η Εθνική Τράπεζα αρνήθηκε την υπαγωγή αυτή, ισχυριζόμενη πως το σύνολο των υπολοίπων των ανωτέρω οφειλών υπερέβαιναν το ποσό των 400.000 ευρώ και για το λόγο αυτό η οφειλή της δεν υπαγόταν στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου.

Λόγω δε της μη εξυπηρέτησης των ανωτέρω δανείων από την εκκαλούσα, η Εθνική Τράπεζα ζήτησε την 1-2-2005 την ικανοποίηση των ανωτέρω απαιτήσεών της από το εφεσίβλητο, λόγω κατάπτωσης των εγγυήσεων που παρείχε το τελευταίο. Προς εκπλήρωση της ανωτέρω υποχρέωσής του το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο προέβη την 21-6-2005 στην καταβολή προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος του συνολικού ποσού των 962.398,49 ευρώ, με την οποία εξοφλήθηκαν οι οφειλές εκκαλούσας προς τη δανείστρια τράπεζα και στα δικαιώματα αυτής υποκαταστάθηκε το εφεσίβλητο, το οποίο προέβη στην βεβαίωση των σχετικών οφειλών της εκκαλούσας εταιρίας.

Ακολούθως, ύστερα από το υπ' αριθμ. 3067/30-6-2005 έγγραφο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), σύμφωνα με το οποίο "σε περίπτωση πλειόνων συμβάσεων του ίδιου δανειολήπτη ως αρχικό κεφάλαιο νοείται το αρχικό κεφάλαιο εκάστου δανείου, και όχι το άθροισμα των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων η πιστώσεων) και λόγω του ότι σε καμία των ανωτέρω συμβάσεων πίστωσης το αρχικό κεφάλαιο δεν υπερέβαινε το ποσό των 400.000 ευρώ, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (Γ.

Λ. Κ.) με τα υπ' αριθμ. 2/62614/0025/8-Ι2-2005, 2/70944/0025/12-1-2006, 2/12935/0025/ 5-5-2006 και 2/46030/0025/3-10-2008 έγγραφά του προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ζητούσε τον επαναπροσδιορισμό της οφειλής της εκκαλούσας σύμφωνα με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004 και την επιστροφή του ανωτέρω καταβληθέντος ποσού σε τηρούμενο στην Τράπεζα της Ελλάδος λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, ώστε στη συνέχεια να αποσταλούν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Κομοτηνής Ατομικά Φύλλα Έκπτωσης... για τη διαγραφή των βεβαιωμένων σε αυτήν οφειλών της εκκαλούσας. Η εκκαλούσα με την από 8-1-2009 αίτησή της προς την Εθνική Τράπεζα ζήτησε και πάλι τον επαναπροσδιορισμό των οφειλών της σύμφωνα με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004, όπως πλέον η διάταξη της παρ. 4 συμπληρώθηκε με το άρθρο 8 του v. 3723/2008.

Το Γ.Λ.Κ. (25η Διεύθυνση) με το υπ' αριθμ. πρωτ. 2/1550/0025/13-3-2009 έγγραφο ζήτησε, ομοίως, από την Εθνική Τράπεζα να εξετάσει το ανωτέρω αίτημα της εκκαλούσας για επαναπροσδιορισμό της οφειλής της. Η ανωτέρω δανείστρια τράπεζα με το υπ. αριθμ. 123/8-4-2009 έγγραφό της προς την εκκαλούσα γνωστοποίησε σ' αυτήν πως έπειτα από επαναπροσδιορισμό της συνολικής οφειλής αυτής που προέρχεται από τις ανωτέρω αναφερόμενες συμβάσεις πίστωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 ν. 3259/2004 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του v. 3723/2008, η οφειλή της έχει πλέον εξοφληθεί.

Στην ανάλυση δε που παρατίθεται στην υπ' αριθμ. πρωτ, 100647709-11/29-9-2011 επιστολή της Εθνικής Τράπεζας προς την εκκαλούσα εκτίθεται ειδικότερα πως α) το τριπλάσιο της αρχικής πίστωσης της υπ' αριθμ. ... σύμβασης ανερχόταν στο ποσό των 506.634,09 ευρώ, ενώ έως την 4-8-2004 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 3259/2004) είχαν καταβληθεί από την εκκαλούσα 525.525,48 ευρώ, με απομένον πιστωτικό, αλλά μη επιστρεπτέο σύμφωνα με το νόμο, υπόλοιπο ποσού 18.891,39 ευρώ, β) το τριπλάσιο της αρχικής πίστωσης της υπ' αριθμ. ...

σύμβασης ανερχόταν στο ποσό των 88.041,09 ευρώ, ενώ έως την 4-8-2004 είχαν καταβληθεί από την εκκαλούσα 86.749,50 ευρώ, με απομένον χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 1,291,59 ευρώ, γ) το τριπλάσιο της αρχικής πίστωσης της υπ' αριθμ. ... σύμβασης ανερχόταν στο ποσό των 702.484,50 ευρώ, ενώ έως την 4-8-2004 είχαν καταβληθεί από την εκκαλούσα 666.753,40 ευρώ, με απομένον χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 35.731,10 ευρώ και δ) το τριπλάσιο της αρχικής πίστωσης της υπ' αριθμ. ...

σύμβασης ανερχόταν στο ποσό των 132.061,62 ευρώ, ενώ έως την 4-8-2004 είχαν καταβληθεί από την εκκαλούσα 217.197,15 ευρώ, με απομένον πιστωτικό, αλλά μη επιστρεπτέο, υπόλοιπο ποσού 85.135,53 ευρώ. Η Εθνική Τράπεζα δεν επέστρεψε στο Ελληνικό Δημόσιο το ανωτέρω ποσό που καταβλήθηκε για το πέραν του επαναπροσδιορισμού της οφειλής χρεωστικό υπόλοιπο των δανείων επικαλούμενη την διάταξή άρθρου 30 παρ. 9 εδ.

γ' ν. 2789/2000, σύμφωνα με την οποία "δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του άρθρου οφειλές εκ πρωτοφειλής ή εξ εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου και ων ΝΠΔΔ". Κατόπιν αυτού, το Ελληνικό Δημόσιο προέβη σε βεβαίωση σε βάρος της Εθνικής Τράπεζας του ποσού των 1 .665.414,51 ευρώ, αποτελούμενου από κεφάλαιο 962.398,49 ευρώ, πλέον τόκων από 22-6-2005 έως 29-4-2015, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού από κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και απέστειλε σ' αυτήν την 32787/8-7-2015 ατομική ειδοποίηση βεβαίωσης οφειλής.

Παράλληλα, όμως, το Ελληνικό Δημόσιο, επιδίωξε την είσπραξη της απαιτήσεώς του αυτής και από την εκκαλούσα πρωτοφειλέτιδα εταιρεία επιβάλλοντας κατάσχεση εις χείρας του Τελωνείου Κομοτηνής (βλ. από 19-9-201 1 αρ.πρωτ. ...και αρ. ειδ. Βιβλ. ...), του ΣΔΟΕ-Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (βλ.

από 19-9-2011 αρ.πρωτ. ... και αρ. ειδ. Βιβλ. ...) και της Οικονομικής Επιθεώρησης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (βλ. από 19-9-2011 αρ. πρωτ. ... και αρ. ειδ. Βιβλ. ...) οφειλόμενων σ' αυτή ή μελλοντικών μισθωμάτων. Κατά των ανωτέρω κατασχέσεων άσκησε η εκκαλούσα εταιρία την ένδικη ανακοπή της, με την οποία αιτείται την ακύρωση της επισπευδόμενης σε βάρος της εκτέλεσης, αμφισβητώντας τη νομιμότητα και το δικαίωμα βεβαίωσης από το εφεσίβλητο του εσόδου, διότι η οφειλή, για την οποία επιχειρείται η σε βάρος της εκτέλεση, δεν υφίσταται λόγω εξόφλησης αυτής, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, το δε Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα αναγωγής κατ' αυτής για όσα κατέβαλε στην Εθνική Τράπεζα για το επιπλέον της οφειλής που επαναπροσδιορίστηκε ποσό, για το οποίο μόνο υπέγγυο είναι σύμφωνα με το άρ. 30 παρ. 9 περ.

γ' του ν. 2789/2000 το ίδιο, το οποίο δεν ωφελείται από τον επαναπροσδιορισμό της οφειλής... Ο επαναπροσδιορισμός της οφειλής από την δανείστρια τράπεζα δεν καταλαμβάνει και το εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, αφού εξαιρέθηκαν ρητά από την ρύθμιση αυτή οι οφειλές του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, είτε προέρχονται από πρωτοφειλή ή εγγύηση, και άρα στην κρινόμενη υπόθεση το Ελληνικό Δημόσιο που εγγυήθηκε για τις οφειλές της εκκαλούσας εξακολουθεί να ευθύνεται για το υπόλοιπο της οφειλής, κατά το άρθρο 30 παρ. 9 περ.

γ' Ν. 2789/2000, το οποίο ισχύει αναλόγως και για τις ρυθμίσεις που έγιναν βάσει του v. 3259/2004 (άρ. 39 παρ. 12 v. 3259/2004). Η εκκαλούσα εταιρία με τις καταβολές που πραγματοποίησε προς την δανείστρια τράπεζα μέχρι την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου (4-8-2004) εξόφλησε πλήρως τις απαιτήσεις της Εθνικής Τράπεζας από τις ανωτέρω συμβάσεις πίστωσης, όπως αυτές διαμορφώθηκαν κατόπιν του επαναπροσδιορισμού τους βάσει των διατάξεων του άρ. 30 v. 3259/2004.

Συνεπώς, η αξίωση του Δημοσίου να του καταβάλει η εκκαλούσα το ποσό που κατέβαλε αυτό στην δανείστρια τράπεζα ως υπόλοιπο της οφειλής πέραν αυτής που επαναπροσδιορίστηκε, ώστε να μετακυλήσει και πάλι στην πρωτοφειλέτιδα, κατά την διάταξη του άρθρου 858 ΑΚ, το ίδιο ποσό, από το οποίο αυτή απαλλάχθηκε βάσει της ρύθμισης των διατάξεων του ν. 3259/2004 δεν είναι σύννομη, διότι έρχεται σε αντίθεση με τον σκοπό του ανωτέρω νόμου, που συνίσταται στην ελάφρυνση των δανειοληπτών από την υπέρμετρη επιβάρυνση των τραπεζικών δανείων με ανατοκισμό των τόκων.

Η ανωτέρω διάταξη (άρ. 30 παρ. 9 περ. γ' του ν. 2789/2000) έχει επιτακτικό χαρακτήρα, διότι έχει τεθεί κατά τα προαναφερόμενα προς το γενικότερο συμφέρον και δεν επιτρέπει τη μετακύλιση της ευθύνης του εγγυητή στον πρωτοφειλέτη της ρυθμισθείσας οφειλής. Επομένως η επισπευδόμενη με τις προσβαλλόμενες κατασχέσεις αναγκαστική εκτέλεση, με την οποία επιχειρείται η καταστρατήγηση της ανωτέρω διάταξης, είναι άκυρη, διότι δεν υφίσταται κατά της εκκαλούσας απαίτηση του εφεσίβλητου, συνακόλουθα δε ούτε νόμιμος τίτλος (άρ. 2 παρ. 2 ΚΕΔΕ) αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της.

Κατά συνέπεια πρέπει οι ανωτέρω κατασχέσεις να ακυρωθούν, διότι στερούνται νόμιμου ερείσματος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την ανακοπή της και αφού ερεύνησε εκ νέου την υπόθεση, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την επιβληθείσα από το αναιρεσείον αναγκαστική κατάσχεση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να δεχθεί, όσον αφορά την πρώτη και την τέταρτη των επιδίκων συμβάσεων, ότι κατόπιν του ευνοϊκού επανακαθορισμού των συναφών οφειλών της αναιρεσίβλητης, αυτές είχαν εξοφληθεί πλήρως από αυτήν ως πρωτοφειλέτρια και ότι η επισπευδόμενη με τις εν λόγω κατασχέσεις αναγκαστική εκτέλεση είναι άκυρη λόγω ανυπαρξίας απαίτησης του αναιρεσείοντος Δημοσίου και εντεύθεν (ανυπαρξίας) αντιστοίχου νομίμου τίτλου, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ.9 περ.γ του ν.2789/2000, 39, 41 ν.3259/2004, 8 του v. 3723/2008, 858 του ΑΚ και 65 παρ. 3 του ν.2362/1995, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, μετά τον γενόμενο επανακαθορισμό της αρχικής οφειλής η αναιρεσίβλητη πρωτοφειλέτρια, εφόσον έως την 4-8-2004 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 3259/2004) είχε εξοφλήσει τη μειωμένη (όπως διαμορφώθηκε με βάση τον επανυπολογισμό) οφειλή της, έπαυσε να οφείλει στην τράπεζα το, πέραν του επανυπολογισθέντος, μεγαλύτερο ποσό της αρχικής οφειλής, από το οποίο αυτή απαλλάχθηκε βάσει της ρύθμισης των διατάξεων του ν. 3259/2004, και ως προς το οποίο, όμως, ελευθερώθηκε και το Δημόσιο ως εγγυητής, αφού μέχρι τότε δεν είχε καταπέσει η δοθείσα από αυτό εγγύηση, και, έτσι, εφόσον η τράπεζα ουδεμία απαίτηση είχε κατά της αναιρεσίβλητης πρωτοφειλέτριας για το πέραν του επανακαθορισθέντος ποσού, δεν υπήρξε υποκατάσταση του αναιρεσείοντος στο, ανύπαρκτο πλέον, αντίστοιχο δικαίωμα της τράπεζας και άρα αυτό δεν έχει απαίτηση και συνακόλουθα νόμιμο τίτλο, ως προς το ανωτέρω ποσό της αρχικής οφειλής κατά της αναιρεσίβλητης.

Όσον αφορά, όμως, την δεύτερη και την τρίτη των επιδίκων συμβάσεων το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι, ενώ δέχθηκε ότι, μετά τον επανυπολογισμό των συναφών οφειλών, απέμενε χρεωστικό υπόλοιπο 1.291,59 ευρώ και 35.731,10 ευρώ αντιστοίχως, το οποίο δεν είχε εξοφλήσει η αναιρεσίβλητη, παρ' όλα αυτά, έκρινε, ότι το δημόσιο δεν έχει αξίωση κατά της τελευταίας, όχι μόνον για την πέραν του επαναπροσδιορισθέντος ποσού αρχική οφειλή, αλλά και για το ως άνω εκ μέρους του καταβληθέν στην τράπεζα για εκάστη των δύο αυτών συμβάσεων ποσό, που αναλογεί στο μη καταβληθέν από την αναιρεσίβλητη και εισέτι οφειλόμενο μέρος του επανυπολογισθέντος ποσού, αφενός γιατί δεν υφίσταται (και για τις άνω συμβάσεις) οφειλή, αφετέρου διότι το αναιρεσείον δεν υπάγεται στην ευνοϊκή ως άνω ρύθμιση, ακυρώνοντας έτσι τις επίμαχες κατασχέσεις στο σύνολό τους, δηλαδή και καθό μέρος η αξίωσή του δημοσίου αφορά τα καταβληθέντα από αυτό, με την ιδιότητα του εγγυητή, ποσά, αντιστοιχούντα στο προμνημονευόμενο χρεωστικό υπόλοιπο των 1.291,59 ευρώ και 35.731,10 ευρώ των άνω συμβάσεων, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αυτές ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, σύμφωνα τη μείζονα σκέψη, το Δημόσιο για το ανεξόφλητο μέρος του μειωμένου, μετά τον επανυπολογισμό, ποσού εξακολουθούσε να ενέχεται ως εγγυητής και άρα νομίμως κατέβαλε, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, με την ιδιότητά του ως εγγυητή τα πιο πάνω ποσά, υποκαθιστάμενο, κατόπιν αυτού, αυτοδικαίως στο αντίστοιχο δικαίωμα της τράπεζας κατά της αναιρεσίβλητης, έχοντας δικαίωμα να επιδιώξει την ικανοποίηση της εν λόγω απαίτησής του με την επιβολή κατάσχεσης και εις χείρας του ιδίου ως τρίτου, επί απαιτήσεων της πρωτοφειλέτιδας κατ' αυτού.

Επομένως, κατά το μέρος αυτό, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις: α) κατά μεν το πρώτο μέρος του ότι "εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το άρθρο 65 παρ.3 ν. 2362/1995, διότι έκρινε λανθασμένα ότι αποσβέσθηκε η οφειλή της αναιρεσίβλητης, ενώ αυτή είχε βεβαιωθεί πριν τον επαναπροσδιορισμό της και δεν δέχθηκε ότι το ελληνικό δημόσιο υπεισήλθε στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας", β) κατά το δεύτερο μέρος του ότι "εσφαλμένα ερμήνευσε τα άρθρα 30 παρ. 2 εδ.2 ν2789/2000 και 39 ν.3259/2004, διότι δέχθηκε ότι ο επαναπροσδιορισμός της οφειλής δεν καταλαμβάνει το Δημόσιο παρά μόνο την αναιρεσίβλητη, παρότι οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται σε συμβάσεις που έχουν συναφθεί πριν την ισχύ τους, είτε μετά, χωρίς όμως να έχουν εξοφληθεί οι αντίστοιχες οφειλές στις 4-8-2004 και όχι για ποσά που καταβλήθηκαν μετά την ισχύ τους οπότε είχε γεννηθεί η εκ του νόμου υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν σε επαναπροσδιορισμό των οφειλών", γ) κατά το τρίτο μέρος του ότι "εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 858 ΑΚ και ν.3259/2004 και δεν εφάρμοσε το αρθρο 65 παρ. 3 ν.2362/1995 δυνάμει της οποίας το δημόσιο με μόνη τη βεβαίωση της εξ εγγυήσεως απαίτησης, υποκαθίσταται στη θέση της δανείστριας κατά του οφειλέτη, κατά του οποίου μπορεί να στραφεί και άνευ επίκλησης της σχέσης που παρέχει στο δημόσιο δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη", είναι βάσιμος .

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης που ηττάται (αρθ. 176, 184, 191 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος μειωμένα κατ' αρθρο 22ν3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 310/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης κατά το προσδιοριζόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ