Legislator Case Law & Legislation
1657/2011 AI generated

1657/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1657/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1657/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, με την 52510/23-11-2006 αγωγή ο δι' αυτής ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εδίωκε τη λύση του μετά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας γάμου τους για τον προβλεπόμενο από την ισχύουσα μέχρι την τροποποίηση της με το άρθρο 14 παρ. 3 του ν. 3719/2008 διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 2 ΚΠολΔ λόγο του αμαχήτως τεκμαιρομένου ισχυρού κλονισμού των μεταξύ των διαδίκων σχέσεων λόγω της συνεχούς επί τετραετίας διαστάσεώς τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1657 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1657/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: Μ. συζ. Ι. Σ. το γένος Α. Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.

Του αναιρεσιβλήτου - καλoύντος: Ι. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Πρατσινάκη, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 29.9.2011 δήλωση του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Νοεμβρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45295/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1728/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1032/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 10-9-2010 αίτηση - κλήση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 14 Απριλίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 462/30-12-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 1728/25-7-2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την 3856/4.8.2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Θ. Π. προκύπτει ότι με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου Π. Π., ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 462/ 30.12.2008 αίτηση για αναίρεση της 1728/25.7.2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επικυρωμένο αντίγραφο της από 10.9.2010 κλήσεως, μετά την έκδοση της 1032/2010 αποφάσεως του δικαστηρίου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως, με τη συνημμένη πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (24.10.2011), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα, με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (24.10.2011). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573§1, 242§2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 576§2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα με την 462/30.12.2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1728/25.7.2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 52510/23-11-2006 αγωγή ο δι' αυτής ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εδίωκε τη λύση του μετά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας γάμου τους για τον προβλεπόμενο από την ισχύουσα μέχρι την τροποποίηση της με το άρθρο 14 παρ. 3 του ν. 3719/2008 διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 2 ΚΠολΔ λόγο του αμαχήτως τεκμαιρομένου ισχυρού κλονισμού των μεταξύ των διαδίκων σχέσεων λόγω της συνεχούς επί τετραετίας διαστάσεώς τους.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, ερήμην της εναγομένης, η 45295/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 141/10-1-2008 εφέσεως της εναγομένης, εξαφάνιση της προσβαλλομένης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως η 1728/ 2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της.

Ειδικότερα, ανελέγκτως δέχθηκε: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, στις ..., από το γάμο τους δε αυτό απέκτησαν δυο τεκνά που ήδη είναι ενήλικα. Η έγγαμη συμβίωσή τους διήρκεσε μέχρι τα τέλη του μηνός Μαρτίου 2000, καθ' όσον, λόγω των συνεχών διαπληκτισμών των διαδίκων συζυγών, ο ενάγων εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη, που βρίσκονταν στον Εύοσμο (οδός ...) και από τις αρχές Απριλίου 2000 εγκαταστάθηκε οριστικά στο σπίτι της μητέρας του, επί της οδού ....

Από τον Απρίλιο του 2000 και μετά η διάσπαση της έγγαμης σχέσης τους συνεχίστηκε χωρίς διακοπή μέχρι και το χρόνο συζήτησης της αγωγής (18-10-2007), δηλαδή για χρόνο μεγαλύτερο της τετραετίας. Οι διάδικοι δεν είχαν ούτε ψυχική, ούτε σαρκική επαφή, δημιουργήθηκε δε μεταξύ τους κλίμα έντονης εχθρότητας, επειδή ο ενάγων επιθυμούσε τη λύση του γάμου τους, θεωρώντας αφόρητη γι' αυτόν τη συμβίωσή τους, ενώ η εναγομένη ήθελε να διατηρήσει το γάμο τους, παρά την εγκατάλειψή της από τον ενάγοντα σύζυγο της.

Οι διάδικοι δεν είχαν ούτε κοινή κοινωνική ζωή, παρά μόνον διατήρησαν τις επαφές με τα ενήλικα τέκνα τους, καθένας χωριστά, ενώ οι ίδιοι αποξενώθηκαν μεταξύ τους. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί οριστικής διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους από τον Απρίλιο του 2000 στηρίζεται στην πειστική κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Ν.

Σ., ο οποίος έχει ιδίαν αντίληψη γι' αυτό, και βεβαιώνει ότι οι διάδικοι σύζυγοι ουδέποτε επανασυνδέθηκαν από τότε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής. Το γεγονός της εγκατάλειψής της από τον ενάγοντα στις αρχές του 2000 βεβαιώνει και η εναγομένη, αναφέροντας στην από 2-4-2007 αγωγή της για ρύθμιση χρήσης της οικογενειακής στέγης ότι "...τελικά στις αρχές του 2000 ο εναγόμενος σύζυγός μου εγκατέλειψε οριστικά το συζυγικό μας οίκο και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο σπίτι της μητέρας του επί της οδού ......".

Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγήσει η κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης Γ. Α., αδελφού της εναγομένης, ο οποίος προσπαθεί να εμφανίσει τη διάσταση από το 2006, σε αντίθεση με τα προαναφερθέντα, και προσπαθούσε μάταια να πετύχει την αποκατάσταση των σχέσεων των συζύγων, αφού η πρόθεση του ενάγοντος για διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους ήταν σταθερή και επίμονη.

Επομένως, εφ' όσον αποδεικνύεται ότι οι διάδικοι βρίσκονται σε συνεχή διάσταση πάνω από τέσσερα χρόνια μέχρι τη συζήτηση της αγωγής και υπάρχει πρόθεση του ενάγοντα για διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεώς τους, ο κλονισμός αυτός τεκμαίρεται αμάχητα, χωρίς να ερευνάται ο λόγος που τον προκάλεσε και το πρόσωπο του συζύγου που αφορούσε.

Παράλληλα απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρικώς προβληθείσα με το σχετικό λόγο εφέσεως ένσταση της αναιρεσείουσας για καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, άσκηση από τον αναιρεσίβλητο του προς διάζευξη δικαιώματός του. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα - εναγομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.

Ειδικότερα :

Ι. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων, που το πόρισμα της εκτίθεται σαφώς.

Περαιτέρω, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγησή τους ή η αιτιολόγησή τους κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του ν. 1329/1983 και ίσχυε μέχρι την τροποποίησή, του με το άρθρο 14 παρ. 3 του ν. 3719/2008, "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.

Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους". Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων, προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η τετραετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ, κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί στη λύση του γάμου.

Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποία οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.

Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο), που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της διάστασης ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκατάστασης των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβίωσης.

Η διάσταση δεν αναιρείται, κατά μείζονα λόγο, ούτε από το γεγονός ότι ο ένας σύζυγος αναγκαστικά λόγω της εργασίας του διαμένει σε άλλο τόπο εάν κατά την απουσία του αυτή έχει εκδηλώσει σαφώς τη βούλησή του να απομακρυνθεί ψυχικά από τον άλλο σύζυγο, ώστε να μην έχει πλέον κοινωνία βίου, ούτε από τυχόν επισκέψεις της οικογενειακής στέγης και από μέρους του απομακρυθέντος από αυτή συζύγου, προς εκδήλωση ενδιαφέροντος για προβλήματα που απασχολούν τη σύζυγο και τα τέκνα που διαμένουν με αυτή, εάν δεν αναιρείται η σταθερή πρόθεση διάσπασης του συζυγικού δεσμού και εξακολουθεί να υπάρχει από της πλευράς τουλάχιστον του ενός συζύγου.

Τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ λόγο διαζυγίου, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνιστούν άρνηση, αν δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα διαλαμβάνεται ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διατηρήθηκε από τα τέλη του μηνός Μαρτίου του έτους 2000, όταν ο αναιρεσίβλητος εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη και από τις αρχές Απριλίου του έτους 2000 εγκαταστάθηκε οριστικά στην οικία της μητέρας του με πρόθεση οριστικής διασπάσεως της έγγαμης συμβιώσεώς τους, η οποία διατηρήθηκε, χωρίς διακοπή, μέχρι τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής (18-10-2007).

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου1439 παρ. 3 ΑΚ παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου, με άμεση δικονομική συνέπεια ο πρώτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση της εν λόγω διατάξεως, με την έννοια της ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, να ελέγχεται ως αβάσιμος.

Αντίθετα απαραδέκτως προβάλλεται παράλληλα η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνεχή πλέον της τετραετίας διάσταση των διαδίκων συζύγων.

II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση δικαιολογείται και όταν το δικαστήριο τη: ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως προφανές είναι ότι αποκλείεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Επομένως ελέγχεται ως αβάσιμη η προβαλλόμενη με τον απομείναντα προς έρευνα δεύτερο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την επικουρικώς διατυπωθείσα με το σχετικό λόγο εφέσεως ένσταση της αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση από τον αναιρεσίβλητο του προς διάζευξη δικαιώματός του, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε, σε συνέπεια με τη νομική παραδοχή της αποφάσεως, ότι τα επικαλούμενα προς τούτο πραγματικά περιστατικά, αντικειμενικώς αξιολογούμενα, δεν αρκούν για να προκαλέσουν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 462/30.12.2008 αίτηση για αναίρεση της 1728/25.7.2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ