Supreme Court dismisses appeal against bank employee severance payment ruling based on mixed legal status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank of Greece's appeal against a lower court ruling ordering it to pay additional severance compensation to an employee. The court found the employee entitled to full statutory severance because the Bank, while a private entity regarding employment, holds a mixed legal status regarding its public functions. Consequently, the lower court's application of specific restrictions on public sector employees was deemed incorrect, and the appeal was rejected as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 of Law 3198/1955; Art. 5 of Law 435/1976: Employees of entities with mixed legal status, such as the Bank of Greece, are entitled to full statutory severance pay without the limitations applicable to purely public sector employees.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1657 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1657/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1877/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1935/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-7-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 21-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρ. 6 § 1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ. της 16/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από τον Ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ.
αποζημιώσεως για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρ. 5 §§ 1 και 2 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρ. 8 εδ. β' και γ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρ. 8 § 4 του ΝΔ 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρ. 5 § 1 του Ν. 435/1976 ορίζονται τα εξής:
Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.
Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν τα 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι τα 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για τη χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, και 9 του Ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν. 2112/1920 ή του ΒΔ της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση.
Οι προαναφερθείσες διατάξεις των εδ. α' και β' του άρθρ. 8 του Ν. 3198/1955 έχουν εφαρμογή στις συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και αποσκοπούν στην παροχή κινήτρων για την ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων με την έξοδο των παλαιών ή υπερήλικων και την είσοδο νέων εργατοτεχνιτών ή υπαλλήλων, με τη συνδρομή των τασσόμενων σε αυτές προϋποθέσεων και δη με τη θέσπιση από το δεύτερο εδάφιο της δυνατότητας λύσεως της εργασιακής συμβάσεως με μονομερείς ενέργειες των συμβληθέντων (αποχώρηση του εργαζομένου ή καταγγελία του εργοδότη).
Είναι δυνατό όμως να εφαρμοσθούν και στις περιπτώσεις που η σχέση εργασίας του υπαλλήλου έχει τη νομική μορφή της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που η λύση αυτής επέρχεται αυτοδικαίως λόγω εκπληρώσεως του οριζόμενου στον νόμο ή τον κανονισμό της επιχειρήσεως ορίου ηλικίας.
Αν με τον κανονισμό όμως έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσης της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, εάν δε αυτή πληρωθεί, η σύμβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 1110/1986), δηλαδή σε σύμβαση της οποίας δεν είναι ορισμένος ο χρόνος της λύσεως αυτής και μπορεί έτσι να εφαρμοσθεί και επ' αυτής η παραπάνω διάταξη του άρθρ. 8 του Ν. 3198/1955.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." στις 25-9-1971 ως υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, γιατί στο Γενικό Κανονισμό του προσωπικού της ( άρθρο 19) προβλέπεται όριο ηλικίας μετά την συμπλήρωση του οποίου ο υπάλληλος εξέρχεται υποχρεωτικά από την υπηρεσία αυτής.
Αμέσως μετά την πρόσληψή του ασφαλίστηκε υποχρεωτικά στο Ταμείο Συντάξεων, στο Ταμείο Υγείας, στο Μετοχικό Ταμείο και στο Ταμείο Αυτασφάλειας των υπαλλήλων της Τράπεζας. Εργάστηκε σε διάφορές υπηρεσίες της εναγομένης μέχρι την 31-1-2006, οπότε αποχώρησε με το βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου οικειοθελώς με αίτησή του έχοντας τη συγκατάθεση της εναγομένης.
Συγκεκριμένα, ο ενάγων με την από 2-3-2006 αίτησή του προς την εναγομένη γνωστοποίησε σ' αυτήν την πρόθεσή του να παραιτηθεί από την υπηρεσία της. Η εναγομένη αποδέχθηκε την παραίτησή του με την υπ' αριθμ. 258/10-3-2006 πράξη του Διοικητή της και διαγράφτηκε από τη δύναμη του προσωπικού της από 31-3-2006. Όταν αποχώρησε ο ενάγων είχε συμπληρώσει χρόνο συνεχούς υπηρεσίας στην εναγομένη 34 ετών, 6 μηνών και 6 ημερών και αποχώρησε προ της συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας (60ου έτους )που προβλεπόταν όσον αφορά τους τμηματάρχες από το άρθρο 19 της συμβατικής ισχύος Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της εναγομένης.
Κατά το χρόνο αυτό είχε συμπληρώσει πλήρες συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Η παραίτηση του ενάγοντος και η αποδοχή αυτής έγινε σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 18 του άνω Γενικού Κανονισμού, δηλ. εντός μηνός από της υποβολής της δηλώσεως παραιτήσεως και με την άνω πράξη του Διοικητή της. Η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος διεπόταν από τον άνω συμβατικής ισχύος κανονισμό, που προέβλεπε τη λύση της συμβάσεως εργασίας του με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας και επομένως ήταν σύμβαση ορισμένου χρόνου.
Με τον ίδιο κανονισμό, οι όροι του οποίου αποτελούσαν και περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας του, προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσης της συμβάσεως με μονομερή δήλωση παραιτήσεως του μισθωτού. Υπήρχε, συνεπώς, διαλυτική αίρεση στην άνω σύμβαση εργασίας του ενάγοντος κατά τα άρθρα 669 και 202 ΑΚ, η οποία πληρώθηκε με τη δήλωση παραιτήσεως που υποβλήθηκε απ' αυτόν και έτσι η σύμβαση εργασίας του, η οποία λύθηκε με τη συγκατάθεση της εναγομένης, που αποδέχθηκε την παραίτησή του, από τότε που ζήτησε ο ενάγων να ισχύσει αυτή, κατέστη εξαρχής αόριστου χρόνου και έτσι ο ενάγων δικαιούται την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδ.
β' του Ν. 3198/55 αποζημίωση. Ο ενάγων κατά το χρόνο της αποχώρησής του, υπαγόταν στην ασφάλιση ασφαλιστικού οργανισμού κυρίας ασφάλισης για τα χορήγηση σύνταξης γήρατος, είχε τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση πλήρους τέτοιας σύνταξης και αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, δικαιούταν, συνεπώς, ως αποζημίωση το 40% της αποζημίωσης, επειδή κατά το χρόνο της υπηρεσίας του στην εναγομένη ήταν και επικουρικώς ασφαλισμένος, την οποία θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από την εναγομένη.
Περαιτέρω και ρητή συγκατάθεση της εναγομένης υπήρξε, με την οποία γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα η αποδοχή της παραίτησής του και ενυπήρχε δεσμευτικώς για την εναγομένη στην καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας ως εκ των προτέρων εκφρασθείσα σχετική δήλωση βουλήσεως αυτής. Το σύνολο των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος κατά τον τελευταίο μήνα υπηρεσίας του στην εναγομένη ανέρχεται σε 3.802,21 ευρώ.
Συνεπώς, η αποζημίωσή του σύμφωνα με το Ν. 2112/1920 ανέρχεται σε 110.264,08 ευρώ και το 40% του ποσού αυτού που δικαιούται σε 44.105,63 ευρώ. Η εναγομένη του κατέβαλε την περιορισμένη αποζημίωση των 15.000 ευρώ και, συνεπώς, του οφείλεται η διαφορά των 29.105,63 ευρώ. Και συνεχίζει το Εφετείο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και επιδίκασε το ως άνω ποσό, έστω και με διάφορη εν μέρει αιτιολογία, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955, 202, 669 και 670 του ΑΚ. Ειδικότερα, η έλλειψη ανάλογης προβλέψεως υπό τη μορφή διαλυτικής αίρεσης στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας ως προς τη δυνατότητα πρόωρης λύσης της συμβάσεως του μισθωτού και εκ μέρους της με καταγγελία δεν επηρεάζει τη μετατροπή της συμβάσεως του τελευταίου σε σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου στην περίπτωση που πληρωθεί η υπέρ αυτού προβλεπόμενη διαλυτική αίρεση, δηλαδή η προβλεπόμενη δυνατότητα πρόωρης λύσης της συμβάσεως με παραίτησή του από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, η συγκατάθεση δε αυτή εγκύρως παρέχεται δια της εκ των προτέρων κατά την κατάρτιση του Κανονισμού συμβατικής προς τούτο αυτοδέσμευσης της Τράπεζας, με συνακόλουθη συνέπεια την υποχρέωσή της να καταβάλει την αποζημίωση του άρθρ. 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955, αφού συντρέχουν οι απαιτούμενες κατά τα άνω προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου και η συμπλήρωση 15ετούς τουλάχιστον υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη. Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις, με το να δεχθεί ότι η πρόβλεψη στον Κανονισμό της αναιρεσείουσας της δυνατότητας πρόωρης λύσης της συμβάσεως εργασίας με δήλωση παραιτήσεως του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη παρεχομένη δια της εκ των προτέρων αυτοδέσμευσής του με σχετικό όρο του Κανονισμού, χωρίς να υφίσταται ανάλογου περιεχομένου πρόβλεψη και υπέρ της αναιρεσείουσας για την εκ μέρους της ελεύθερη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, συνιστά διαλυτική αίρεση με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου, δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με το άρθρο 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή Νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζες κλπ η από το Ν. 2112, όπως αυτός τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως, οφειλόμενη αποζημίωση, δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει τις 240.000 δραχμές. Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε σε 600.000 δρχ.
με το αρθρ. 1 του ΝΔ 207/1974, σε 1.000.000 δρχ. με το αρθρ. 24 του Ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δρχ. με το αρθρ. 24 του Ν. 1545/1985, σε 1.500.000 δρχ. με το αρθρ. 33 του Ν. 1876/1990 και σε 15.000 ευρώ με το αρθρ. 21§13 του Ν. 3144/2003. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του αρθρ. 103§§7 και 8 του Συντ., όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από τον νόμο.
Από τις διατάξεις των αρθρ. 9§1 του Ν. 1232/1982, 1§6 του Ν. 1256/1982 και 51 του Ν. 1892/1990 συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιλαμβάνεται στον δημόσιο τομέα, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, στο σύνολο της ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία και συνιστά από τη φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το Δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, δεν μπορούσαν να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, σύμφωνα με τα αρθρ. 1§1 και 8§4 του καταστατικού της, που κυρώθηκε με τον Ν. 3427/1927 και έχει ισχύ νόμου (το παραπάνω ποσοστό αυξήθηκε μεταγενεστέρως με το αρθρ. 34 του Ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της).
Ενόψει όμως και των αναφερομένων στα αρθρ. 2§1 εδ. α' έως ζ' και 4§1 του καταστατικού της αρμοδιοτήτων, που της έχουν ανατεθεί και των προνομίων που της έχουν παραχωρηθεί από τη σύσταση της και μεταγενεστέρως και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου της και της διαχειρίσεως του εξωτερικού συναλλάγματος, η αναιρεσείουσα δεν είναι ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού μεν προσώπου ιδιωτικού δικαίου ως προς την άσκηση από μέρους της των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου ως προς τη διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία.
Επομένως, ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής, ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των αρθρ. 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 και 5§1 του Ν. 435/1976 αποζημίωση χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των αρθρ. 2§2 και 3 του ΑΝ 173/1967 και 1§§1 και 2 του ΝΔ 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ( ΟλΑΠ 1/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε επιπλέον ότι ο αναιρεσίβλητος, ως επικουρικώς ασφαλισμένος δικαιούταν, κατ' αρθρ. 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, το 40% της αποζημιώσεως, την οποία θα ελάμβανε στην περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως του από την αναιρεσείουσα, χωρίς τους περιορισμούς του αρθρ. 2§2 του ΑΝ 173/1967, όπως ισχύει μετά τις προαναφερθείσες τροποποιήσεις, έτσι δε η αναιρεσείουσα, που του κατέβαλε αποζημίωση περιορισμένη σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 21§13 του Ν. 3144/2003, δηλαδή το ποσό των 15.000 ευρώ, υποχρεούται να καταβάλει τη διαφορά ανερχόμενη στο ποσό των 29.105,63 ευρώ και απέρριψε την έφεση της τελευταίας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε αποφανθεί ομοίως.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησής της αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ.
Πλην, ο λόγος αυτός και ως προς τα δύο μέρη του, από τους αριθμούς, αντίστοιχα, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν ερεύνησε τη βασιμότητα ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-7-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1935/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ