Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for failure to specify evidence content and legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding marital property division. The appellant argued the lower court failed to examine specific evidence and claims about gifts and debts, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appeal petition did not specify the content of the requested documents nor the legal interest for their production, rendering the arguments procedurally defective.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8)(b) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if the petition fails to specify the content of the evidence sought or the legal interest justifying its production.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1657 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1657/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μάζη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάρκο Γεωργακάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6071/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2898/2004, 950/2005 μη οριστικές, 1142/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2006 αίτησή της και με τους από 2-1-2008 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 28-1-2007 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ.1 ΑΚ, "Εάν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από την δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης εκτός εάν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή ...". Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι: 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας με οποιονδήποτε τρόπο.
Η συμβολή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμώμενων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο και για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του. 'Όταν ζητείται η επιδίκαση ποσοστού μεγαλύτερου από το 1/3 των αποκτημάτων, ως προς το οποίο λειτουργεί υπέρ τον ενάγοντος το σχετικό τεκμήριο συμβολής, από το άρθρο 1400 παρ.1 εδ.
β ΑΚ, στη σχετική αγωγή, αλλά και στην απόφαση, είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος της συμβολής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου. Όταν όμως η αξίωση στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή, τότε μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας τον υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποίαν και μόνον ο δικαιούχος οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, οπότε η συμβολή τον τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης.
Άρα, στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθεαυτήν ούτε του ποσοστού της, επομένως δε ούτε του ποσού της οφειλόμενης συνεισφοράς του, αν έχει συμβάλει με παροχές που συνιστούν εκπλήρωση της υποχρέωσης για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1400, 1401 και 1402 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1710, 1830, 1831, 1832, 1820, 1813 επ. και 1871 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, σε περίπτωση λύσης του γάμου των συζύγων με θάνατο τον ενός, ο επιζών σύζυγος, εκτός από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, την οποία μπορεί να προβάλλει με αγωγή ή κατ' ένσταση κατά των λοιπών κληρονόμων τον αποβιώσαντος συζύγου, έχει και κληρονομικό δικαίωμα έναντι αυτού.
Ενόψει τούτου, για τον προσδιορισμό της κληρονομίας, την αποτίμησή της και τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας που δικαιούται άλλος κληρονόμος (νόμιμος μεριδούχος) του αποβιώσαντος συζύγου, πρέπει να αφαιρείται από το ενεργητικό της κληρονομίας η τυχόν υπάρχουσα αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του επιζώντος συζύγου, διότι, αφενός μεν κατά το ποσοστό της συμβολής του στην επαύξηση της περιουσίας του κληρονομουμένου συζύγου δε συνιστά κληρονομιαία περιουσία, αφετέρου δε ο επιζών σύζυγος, κατά το ποσοστό της συμβολής του, που συνιστά το απόκτημα, είναι δικαιούχος εξ ιδίου δικαίου (άρθρο 1400 ΑΚ) και όχι κληρονόμος ή συγκληρονόμος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση τον παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα τον σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα με την ένδικη, από 20-11-2001, αγωγή της κατά των αναιρεσιβλήτων, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί το κληρονομικό της δικαίωμα, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας της, επί της κληρονομίας του αποβιώσαντος την 1-10-1998 χωρίς διαθήκη πατέρα αυτής και της δεύτερης αναιρεσίβλητης και συζύγου της πρώτης αναιρεσίβλητης, ΑΑ, καθώς και η υποχρέωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων να της αποδώσουν τα αναφερόμενα ακίνητα της κληρονομίας, που κατακρατούν αυτές ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι εκείνου, η καθεμία κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου μερίδας της και β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των αναφερομένων στην αγωγή αιτία θανάτου δωρεών του κληρονομουμένου προς τις αναιρεσίβλητες κατά το μέρος της νόμιμης μοίρας της που λείπει και ειδικότερα κατά το ποσό των 21.452.906 δραχμών ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και κατά το ποσό των 60.343.180 δραχμών ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, καθώς και η υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων να της καταβάλουν, νομιμοτόκως, τα χρηματικά αυτά ποσά.
Το Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 6071/2003 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή ως βάσιμων των ενστάσεων των αναιρεσιβλήτων, περί αφαιρέσεως από την πραγματική ομάδα της κληρονομίας της αξίωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης για συμμετοχή της στα αποκτήματα του θανόντος συζύγου της και περί συνεισφοράς και καταλογισμού στη νόμιμη μοίρα της αναιρεσείουσας των γενόμενων προς αυτήν παροχών εν ζωή, χωρίς αντάλλαγμα,από τον κληρονομούμενο.
Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η αναιρεσείουσα ενάγουσα άσκησε έφεση και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1142/2006 απόφαση, με την οποία το Εφετείο Αθηνών απέρριψε την έφεση, ως κατ' ουσία αβάσιμη. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την ένσταση των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, περί αφαιρέσεως από την πραγματική ομάδα της κληρονομίας της αξίωσης της πρώτης τούτων για συμμετοχή της στα αποκτήματα τον κληρονομούμενου συζύγου της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Ο ΑΑ, πατέρας της ενάγουσας και της δεύτερης εναγομένης και σύζυγος της πρώτης εναγομένης, κάτοικος όσο ζούσε ..., πέθανε τη 1-10-1998 και άφησε πλησιέστερους συγγενείς τα δύο αυτά παιδιά του, από τον μεταξύ αυτού και της πιο πάνω συζύγου του γάμο, και την τελευταία. Ο κληρονομούμενος δεν άφησε διαθήκη και συνεπώς κληρονομήθηκε, κατά την εξ αδιαθέτου διαδοχή, από μεν την πρώτη εναγόμενη σύζυγό του κατά τα 2/8 εξ αδιαιρέτου, από δε την ενάγουσα και τη δεύτερη εναγόμενη, θυγατέρες του, κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου από την καθεμιά.
Αυτές, κατά το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας τους είναι και νόμιμες μεριδούχοι του. Ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο τον θανάτου του είχε στην πλήρη κυριότητά του τρία ακίνητα, ήτοι 1) ένα διαμέρισμα του ισογείου ορόφου πολυώροφης οικοδομής κείμενης στη ... και επί της συμβολής των οδών ... και ..., εμβαδού 102 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου της οικοδομής 50/1000, το οποίο απέκτησε καινούργιο κατά το έτος 1969 με αγορά και χρησιμοποιούσε έκτοτε, μαζί με την πρώτη εναγόμενη, σύζυγό τον, ως κατοικία, 2) τον υπό στοιχείο ε' στεγασμένο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου πολυκατοικίας, που βρίσκεται στη ...
και επί της οδού ... αριθ. ..., εμβαδού 65,60 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 12,01/1000, το οποίο κατασκευάσθηκε το έτος 1971 και περιήλθε σ' αυτόν με αγορά κατά το έτος 1988 και 3) ένα οικόπεδο, εμβαδού 1.100 τ.μ., στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., μετά της επ' αυτού διώροφης εξοχικής κατοικίας, η οποία αποτελείται από ισόγειο εμβαδού 67 τ.μ., πρώτο όροφο, εμβαδού 120 τ.μ., ένα στεγασμένο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου στο ισόγειο, επιφάνειας 22,50 τ.μ.
και μία αποθήκη στην αυλή, επιφάνειας 11 τ.μ. Το οικόπεδο αυτό, που είναι παραθαλάσσιο, αποκτήθηκε από τον κληρονομούμενο το έτος 1971 με αγορά και στη συνέχεια ανοικοδομήθηκε από αυτόν σταδιακά και χρησιμοποιείτο έκτοτε από τον ίδιο και την πρώτη εναγομένη ως δευτερεύουσα, εξοχική, κατοικία. Η κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου (1-10-1998) αντικειμενική αξία των παραπάνω ακινήτων της κληρονομίας, όπως αυτή εκτιμήθηκε από τη ΔΟΥ ...
για τον προσδιορισμό τον φόρου κληρονομίας, ήταν 17.610.453 δραχμές, 2.397.024 δραχμές και 21.482.941 δραχμές, αντίστοιχα. Η αγοραία, όμως, αξία αυτών, κατά τον ίδιο χρόνο, ήταν μεγαλύτερη και συγκεκριμένα ανερχόταν, του διαμερίσματος σε 30.000.000 δραχμές, του υπογείου χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου σε 6.000.000 δραχμές και της εξοχικής κατοικίας, μετά του οικοπέδου της, σε 60.000.000 δραχμές, δηλαδή ανερχόταν συνολικά σε (30.000.000 + 6.000.000 + 60.000.000 =) 96.000.000 δραχμές.
Ο κληρονομούμενος επί σειρά ετών ασκούσε επιτυχώς επιχείρηση αντιπροσώπευσης τουριστικών οίκων της αλλοδαπής και για ένα διάστημα εκμεταλλευόταν από κοινού με άλλους μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα. Από την επιχειρηματική αυτή δραστηριότητά του αποκόμιζε σημαντικά κέρδη, όχι μόνο σε δραχμές αλλά και σε συνάλλαγμα.
Η πρώτη εναγόμενη, σύζυγός του, δεν εργαζόταν εξωοικιακά, προσέφερε όμως ανελλιπώς τις υπηρεσίες της στο συζυγικό οίκο από το έτος 1950, που τελέστηκε ο γάμος τους, έως και την ημέρα τον θανάτου του, δηλαδή επί τριάντα οκτώ έτη, ασχολούμενη με το νοικοκυριό και την ανατροφή των δύο θυγατέρων τους, της ενάγουσας και της δεύτερης εναγομένης, που γεννήθηκαν τα έτη 1954 και 1951, αντίστοιχα.
Ο κληρονομούμενος, εκτός από τα παραπάνω ακίνητα που άφησε κατά το χρόνο του θανάτου του, διαθέτοντας οικονομική άνεση, προέβη, ενόσω ζούσε, σε παροχές προς τις εναγόμενες και την ενάγουσα, πριν αλλά και μετά την έναρξη εφαρμογής τον ν. 1329/1983. Περαιτέρω αυτός, από το έτος 1994 και μετά, έχοντας αποταμιεύσει αρκετά χρήματα από την άσκηση της παραπάνω επιχειρηματικής δραστηριότητάς τον, άνοιξε τους παρακάτω κοινούς μετά των διαδίκων τραπεζικούς λογαριασμούς στην τράπεζα ALFA ΒΑΝΚ: 1) την 29-7-1994 τον ...
κοινό με την πρώτη εναγόμενη σύζυγό του λογαριασμό ταμιευτηρίου σε δραχμές, 2) τη 1-1-1995 τον 262642 κοινό με την πρώτη εναγόμενη σύζυγό του λογαριασμό σε αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων εσωτερικού, 3) την 18-11-1997 τον ... κοινό με τις δύο εναγόμενες λογαριασμό συναλλάγματος σε λίρες στερλίνες, 4) την 19-11-1997 τον ...
κοινό με την ενάγουσα και τις εναγόμενες λογαριασμό συναλλάγματος σε λίρες στερλίνες και 5) την 21-9-1998 τον ... κοινό με τις εναγόμενες λογαριασμό ταμιευτηρίου σε δραχμές. Σε όλους τους λογαριασμούς αυτούς τέθηκε ο όρος ότι σε περίπτωση θανάτου οποιονδήποτε από τους συνδικαιούχους η κατάθεση θα περιέρχεται στους επιζώντες μέχρι τον τελευταίο.
Κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου (1-10-1998) οι προαναφερόμενοι κοινοί με τις εναγόμενες τραπεζικοί λογαριασμοί του, πλην του με αριθμό ..., ο οποίος μετά την εκ μέρους τον ανάληψη ολόκληρου τον υπολοίπου τον την 21-9-1998 είχε ήδη κλείσει, εμφάνισαν τα ακόλουθα κατάλοιπα: 1) ο ..., 11.215.494 δραχμές, 2) ο ..., 40.105.612 δραχμές, 3) ο ..., 300.713,83 λίρες στερλίνες, ήτοι 146.518.002 δραχμές και 4) ο ..., 39.323.167 δραχμές.
Τα ποσά αυτά μετά το θάνατο τον κληρονομουμένου περιήλθαν στις εναγόμενες ως συνδικαιούχους των παραπάνω λογαριασμών και συγκεκριμένα αυτά των 11.215.494 και των 40.195.612 δραχμών εξολοκλήρου στη μόνη συνδικαιούχο των αντίστοιχων λογαριασμών πρώτη εναγομένη, εκείνα δε των 146.518.002 και 39.323.167 δραχμών εξ ημισείας, ήτοι ανά 73.259.001 και 19.661.583 δραχμές, αντιστοίχως, στις συνδικαιούχους των αντιστοίχων λογαριασμών πρώτη και δεύτερη εναγόμενες, οι οποίες και τα εισέπραξαν τη 1-10-1998 και την 6-10-1998.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο της τέλεσης τον γάμου του με την πρώτη εναγομένη, ήτοι την 23-4-1950 δεν είχε καθόλου περιουσία, ενώ κατά το χρόνο τον θανάτου του, ήτοι τη 1-10-1998, είχε περιουσία αποτελούμενη από τα προαναφερόμενα τρία ακίνητα της κληρονομίας του και τα κατάλοιπα των προαναφερομένων τεσσάρων λογαριασμών του στη τράπεζα ALFA ΒΑΝΚ, συνολικής αξίας (96.000.000 + 237.162.274 =) 333.162.274 δραχμών, ποσό κατά το οποίο αυξήθηκε η περιουσία του διαρκούντος του γάμου του και έως τη λύση του, με το θάνατό του, την 1-10-1998.
Η πρώτη εναγομένη συνέβαλε στην περιουσιακή επαύξηση τον κληρονομουμένου συζύγου της, προσφέροντας ανελλιπώς, πρόθυμα και με ιδιαίτερη επιμέλεια και σχολαστικότητα επί τριάντα οκτώ ολόκληρα έτη τις υπηρεσίες της στο συζυγικό οίκο και στη φροντίδα, επιμέλεια, επίβλεψη και ανατροφή των δύο θυγατέρων τους.
Με τις παραπάνω υπηρεσίες της εξασφάλισε ήρεμο οικογενειακό περιβάλλον για τον κληρονομούμενο σύζυγό της, τον απάλλαξε από πρόσθετες βιοτικές μέριμνες και φροντίδες, τον στήριξε και τον ενίσχυσε ηθικά στην άσκηση της παραπάνω επιχειρηματικής δραστηριότητας, ώστε αυτή να αποβεί ιδιαίτερα κερδοφόρα για τον ίδιο και την οικογένειά τους, θυσιάζοντας τη δική της οικονομική αυτοτέλεια και αυτάρκεια.
Με τα δεδομένα αυτά το ποσοστό της συμβολής της στην περιουσιακή του επαύξηση ανέρχεται τουλάχιστον στο 1/3 και συνεπώς το μέρος αυτής που προέρχεται από τη δική της συμβολή είναι (333.162.274 Χ 1/3 =) 111.054.091 δραχμές. Για το ποσό αυτό έχει αξίωση κατά των κληρονόμων του συζύγου της για συμμετοχή της στα αποκτήματά τον.
Εφόσον, όμως, είναι και η ίδια εξ αδιαθέτου κληρονόμος του συζύγου της, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, η παραπάνω αξίωσή της, κατά το μέρος που αντιστοιχεί στο ποσοστό αυτό της εξ αδιαθέτου μερίδας της, δηλαδή κατά το ποσό των (11.054.091 Χ 218 =) 27.763.523 δραχμών, αποσβέστηκε συγχρόνως με τη γέννησή της, δια συγχύσεως, λόγω συμπτώσεως στο πρόσωπό της των ιδιοτήτων του δανειστή και του οφειλέτη, υπάρχει δε κατά το υπόλοιπο ποσό των (111.054.091 - 27.763.523 =) 83.290.568 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί στις εξ αδιαθέτου μερίδες της ενάγουσας και της δεύτερης εναγομένης.
Το ποσό αυτό (83.290.568 δραχμών) της αξίωσης της πρώτης εναγομένης για συμμετοχή στα αποκτήματα του θανόντος συζύγου της αποτελεί χρέος της κληρονομίας του, το οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1831 παρ. 1 του ΑΚ, αφαιρείται από την αξία της πραγματικής ομάδας της εν λόγω κληρονομίας, προκειμένου να υπολογιστεί η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο, κρίνοντας βάσιμη κατά ένα μέρος την ένσταση των αναιρεσιβλήτων εναγομένων περί αφαιρέσεως από την πραγματική ομάδα της κληρονομίας της αξίωσης της πρώτης τούτων για συμμετοχή της στα αποκτήματα του κληρονομούμενου συζύγου της, την οποία αυτές είχαν προβάλει με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και με τις προτάσεις τους στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προέβη, για τον προσδιορισμό της κληρονομίας και τον υπολογισμό, βάσει αυτής, της νόμιμης μοίρας που δικαιούται η αναιρεσείουσα-ενάγουσα, στην αφαίρεση από την αξία της πραγματικής ομάδας της εν λόγω κληρονομίας της υπάρχουσας, κατά το ανωτέρω ποσό των 83.290.568 δραχμών, αξίωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης, έναντι των συγκληρονόμων θυγατέρων της, για συμμετοχή της στα αποκτήματα του κληρονομούμενου συζύγου της.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 παρ.1 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού δέχθηκε, ότι επήλθε κατά τον κρίσιμο χρόνο αύξηση της περιουσίας του κληρονομουμένου, την οποία και προσδιόρισε, και ότι η συμμετοχή της πρώτης αναιρεσίβλητης στην αύξηση αυτή ανερχόταν στο τεκμαιρόμενο ποσοστό 1/3 των αποκτημάτων του θανόντος συζύγου της, δηλαδή περιστατικά που πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της προδιαληφθείσας ένστασης των αναιρεσιβλήτων στη διάταξη του άρθρον 1400 παρ. 1 εδ.β' του ΑΚ, η οποία στην προκείμενη περίπτωση της τεκμαρτής συμβολής της δικαιούχου αναιρεσίβλητης στα αποκτήματα του συζύγου της εφαρμόζεται, ανεξαρτήτως του τρόπου της συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του συζύγου της και του εάν η συμβολή αυτή έγινε με παροχές που αποτελούν εκπλήρωση της υποχρέωσής της για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας της ή βαίνουν πέραν της νόμιμης υποχρέωσής της για συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες.
Επομένως, ο δεύτερος, μέρος πρώτο, λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και ο δεύτερος, μέρος πρώτο, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1400 ΑΚ, είναι αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος τους, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν εξέτασε τον προβληθέντα με τις προτάσεις της ισχυρισμό της ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν είχε συμβάλει καθόλου στην αύξηση της περιουσίας τον κληρονομούμενου συζύγου της, είναι αόριστοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζονται οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, προτάθηκε από αυτήν νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο της έφεσής της.
Επειδή, κατά τη διάταξη τον άρθρον 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, μέρος δεύτερο, έβδομο, όγδοο, ένατο, μέρος πρώτο, δέκατο, ενδέκατο και δωδέκατο, λόγους του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αριθ.1, 8, 10, 11, 17 και 19 ΚΠολΔ, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, που έκρινε ότι η νόμιμη μοίρα της στην κληρονομία τον πατέρα της έχει υπερκαλυφθεί εν μέρει από τις αναφερόμενες στην απόφασή του παροχές που έλαβε από τον κληρονομούμενο εν ζωή και εν μέρει με την εξ αδιαθέτου μερίδα που περιήλθε σ' αυτήν από την κληρονομία και ακολούθως απέρριψε την έφεσή της κατά της απόφασης τον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως και απορρίψει ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή της περί αναγνωρίσεως της νόμιμης μοίρας της, υπέπεσε στις προβλεπόμενες από τους άνω αριθμούς του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι δέχθηκε εσφαλμένα μη αποδειχθέντα γεγονότα και ειδικότερα δέχθηκε: "α) ότι η αξία των τριών ακινήτων της κληρονομίας, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, ανερχόταν, του διαμερίσματος σε 30.000.000 δραχμές, του υπόγειου χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων σε 6.000.000 δραχμές και της εξοχικής κατοικίας, μετά του οικοπέδου της, σε 60.000.000 δραχμές, ενώ αποδείχθηκε ότι η αξία αυτών ανερχόταν σε 17.610.453, 2.397.024 και 21.482.941 δραχμές, αντίστοιχα, β) ότι η απασχόληση του συζύγου της, ως επαγγελματία, ήταν εποχιακή, ενώ αποδείχθηκε το αντίθετο γ) ότι το εκ δραχμών 6.400.000 τίμημα αγοράς από αυτήν του πρώτου διαμερίσματός της, που έγινε με το ...
συμβόλαιο τον συμβολαιογράφου Καλλιθέας Κων/νον Ροκανά, καλύφθηκε εξολοκλήρου με χρήματα που της έδωσε κατά την αγορά αυτού ο κληρονομούμενος πατέρας της, ενώ τούτο αγοράσθηκε με οικονομικές δυνάμεις της ίδιας και του συζύγου της, δ) ότι η δεύτερη εναγομένη το τίμημα του διαμερίσματος επί της οδού ...
αριθ. ..., που αγόρασε με το ... συμβόλαιο, από 4.500.000 δραχμές, το κάλυψε κατά ένα μέρος και δη κατά το ποσό των 3.000.000 δραχμών με το ισόποσο τίμημα που εισέπραξε από την πώληση του προικώου διαμερίσματός της, που έγινε με το ... συμβόλαιο, ενώ η αλήθεια είναι ότι ολόκληρο το τίμημα αγοράς του άνω διαμερίσματος καλύφθηκε με χρήματα τον πατέρα της, ε) ότι ο κληρονομούμενος στο διάστημα από 1-1-1991 έως και την ημέρα του θανάτου του (1-10-1998) κάλυπτε με δικά του χρήματα ένα σημαντικό μέρος από τις οικογενειακές ανάγκες αυτής (ενάγουσας), καταγράφοντας ιδιοχείρως, λεπτομερώς και κατά μήνα, σε προσωπικό ημερολόγιό του την τρίτη ημέρα κάθε μηνός, κάτω από το όνομα "...", τις επί μέρους δαπάνες και ότι μεταξύ των καλυπτόμενων δαπανών ήταν επί μονίμου βάσεως, τα δίδακτρα φοίτησης των δύο τέκνων της σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, τα δίδακτρα εκμάθησης εκ μέρους τους ξένων γλωσσών και οι εισφορές ασφάλισης αυτής στο ΙΚΑ, περιστασιακά δε και διάφορες άλλες δαπάνες, ενώ από τα προσαχθέντα στοιχεία αποδεικνύεται ότι η οικονομική της κατάσταση ήταν ανθηρή στ) ότι από το τίμημα τον οικοπέδου, με ημιτελή οικοδομή, στη θέση "..." της περιφέρειας ..., που αγόρασαν από κοινού, δυνάμει του ...
συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Νίκης Τσιρογιάννη, η δεύτερη εναγομένη και ο σύζυγός της, ποσού 16.000.000 δραχμών, το ήμισυ (8.000.000 δραχμές) καλύφθηκε από τον κληρονομούμενο, με δωρεά, και ότι το άλλο ήμισυ καταβλήθηκε από το συναγοραστή, σύζυγο της δεύτερης εναγομένης, ενώ αποδείχθηκε ότι ολόκληρο το τίμημα δόθηκε από τον κληρονομούμενο, ζ) ότι το τίμημα τον διαμερίσματος και της θέσης στάθμευσης που αυτή (ενάγουσα) αγόρασε με τα ...
και ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Περιστερίου Μ. Πιπιλή, ήταν 45.600.000 δραχμές και ότι από το τίμημα αυτό, το ποσό των 22.100.000 δραχμών καλύφθηκε με χρήματα που της έδωσε ο κληρονομούμενος πατέρας της με δωρεά, ενώ αποδείχθηκε ότι ολόκληρο το τίμημα αγοράς των ακινήτων αυτών πληρώθηκε από τα εισοδήματα της ίδιας και τον συζύγου της, η) ότι κατά το διάστημα από 1-1-1991 έως 1-10-1998 έγιναν προς αυτήν δωρεές εν ζωή από τον κληρονομούμενο πατέρα της συνολικού ποσού 34.590.000 δραχμών, ενώ αποδείχθηκε ότι η οικογένειά της είχε πλήρη οικονομική αυτάρκεια, θ) ότι η εργασία της στο λογιστικό γραφείο τον ...
δεν ήταν πραγματική, η) ότι η παροχή από τον κληρονομούμενο προς τη δεύτερη εναγόμενη του ποσού των 40.000.000 δραχμών, που έγινε κατόπιν αναλήψεως του ποσού αυτού από τον ... λογαριασμό του στην τράπεζα ALFA ΒΑΝΚ, αποτελούσε δωρεά προς αυτήν μόνο κατά το ήμισυ του ποσού αυτού, ενώ ολόκληρο το ποσό τούτο δωρήθηκε στη δεύτερη εναγόμενη για την αποπεράτωση της εξοχικής κατοικίας της στα ..., ι) ότι η αξία της πραγματικής κληρονομίας ήταν 96.000.000 δραχμές, ότι έγιναν προς αυτήν παροχές εν ζωή από τον κληρονομούμενο συνολικού ποσού 1.042.000 δραχμών και ότι οι δωρεές του κληρονομουμένου προς τη δεύτερη εναγόμενη, για την αγορά των ακινήτων της, ήταν 15082.500, 8.000.000 και 20.000.000 δραχμές και κ) ότι η αξία, του μεν αγορασθέντος από αυτήν κατά το έτος 1981 διαμερίσματος ήταν 6.400.000 δραχμές, του δε αγορασθέντος από την εναγόμενη αδελφή της κατά το ίδιο έτος διαμερίσματος ήταν 4.500.000 δραχμές και ότι η αναπροσαρμοσμένη αξία των διαμερισμάτων αυτών στο χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου ανερχόταν σε 64.352.000 δραχμές και 15.082.500 δραχμές, αντίστοιχα. 'Ολες, όμως, οι παραπάνω αιτιάσεις αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη τον άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον δέκατο τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο "προέβη στην αφαίρεση από το ποσό της καθαρής κληρονομίας της εξ αδιαθέτου μερίδας της πρώτης εναγομένης, με αποτέλεσμα να μειώνεται δραστικά η κληρονομική περιουσία επί της οποίας αυτή υπολογίζει τη νόμιμη μοίρα της, η οποία, με βάση και τους λοιπούς αναιτιολόγητους υπολογισμούς στους οποίους προέβη το Εφετείο, εξανεμίζεται".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι σχετικές με τα ως άνω ζητήματα παραδοχές του Εφετείου επί των αποδεικνυόμενων ή μη πραγματικών γεγονότων, αλλ' ούτε και καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε αυτή να περιλαμβάνει, τις οποίες δεν περιέχει.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρ. 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή ήταν παραδεκτή και σύννομη, τουτέστιν να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενο του και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του.
Στην προκείμενη, περίπτωση, με τους έκτο, μέρος πρώτο, και ένατο, μέρος δεύτερο, λόγους του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ'ορθή υπαγωγή, η από το άρθρο 559 αριθ.9 εδ.γ' ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 8 και 10 που επικαλείται η αναιρεσείουσα), πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματος της αναιρεσείουσας, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της, να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες να προσκομίσουν "τα πρωτότυπα βιβλιοδετημένα χειρόγραφα ημερολόγια του κληρονομούμενου πατέρα της των ετών 1991 έως 1998, στα οποία είναι καταχωρημένα όλα τα χρηματικά ποσά που έδιδε, λόγω δωρεάς, ο κληρονομούμενος στις αναιρεσίβλητες, σύζυγο και θυγατέρα αυτού, και από τα οποία προκύπτουν δωρεές προς αυτές πολλαπλάσιων χρηματικών ποσών σε σχέση με τα ποσά που δέχθηκε το Εφετείο ότι δώρησε ο κληρονομούμενος στην ίδια".
Στο αναιρετήριο όμως δεν προσδιορίζεται ούτε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, ούτε ο λόγος που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας για την αιτούμενη επίδειξη τούτων και συγκεκριμένα για την απόδειξη ποίου ισχυρισμού αυτής, ή αντίθετου ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων θα χρησίμευαν τα έγγραφα αυτά.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.
Επειδή, με τον δέκατο τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση, κατ' ορθή υπαγωγή, από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. β' ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 10 και 19, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα) πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τους προταθέντες από αυτήν ισχυρισμούς α) περί δωρεάς εν ζωή του κληρονομουμένου προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη του ποσού των 8.000.000 δραχμών, η οποία έγινε από 1 έως 30 Μαρτίου 1995 και β) περί υπάρξεως αξίωσής της, έναντι της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ποσού 30.000.000 δραχμών, το οποίο ανέλαβε η τελευταία στις 6-10-1998 από μη εντοπισθέντα λογαριασμό του κληρονομουμένου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν οι πιο πάνω ισχυρισμοί, στους οποίους στηρίζεται, προτάθηκαν νομίμως από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο της έφεσής της.
Επειδή, ο τρίτος και τελευταίος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την αναφερόμενη από 19-3-1992 δήλωση φορολογίας εισοδήματος της αναιρεσείουσας και του συζύγου της προς τη Δ.Ο.Υ. ..., την οποία προσκόμισε η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη τον αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το παραπάνω έγγραφο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-7-2006 αίτηση και τους από 21-2008 πρόσθετους λόγους της Χ για αναίρεση της 1142/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ