Legislator Case Law & Legislation
1657/2007 AI generated

1657/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1657/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Οκτωβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1507/2002 μη οριστική, 3361/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8139/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Ιανουαρίου 2005 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1657/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 593 ΑΚ "ο μισθωτής έχει δικαίωμα, εφόσον δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, να παραχωρήσει σε άλλον τη χρήση του μισθίου και ιδίως να το υπεκμισθώσει, ευθυνόμενος απέναντι στον εκμισθωτή για το πταίσμα του τρίτου. Μόνη η συναίνεση του εκμισθωτή στην υπεκμίσθωση ή στην παραχώρηση της χρήσης δεν απαλλάσσει το μισθωτή από την ευθύνη αυτή".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1657 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1657/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΑΠΟΘΗΚΕΣ ΣΑΡΑΝΤΙΤΗΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "SARMED", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λάτση.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Εταιρείας με την επωνυμία "FIAT AUTO HELLAS Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Μεταφορικών Μέσων" και τον διακριτικό τίτλο "FIAT AUTO HELLAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Βολονάση και 2. εταιρείας με την επωνυμία "Τ.Ν.Τ. AUTOMOTIVE LOGISTICS A.E.", που εδρεύει στην Μάνδρα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μελέτιο Φικιώρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Οκτωβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1507/2002 μη οριστική, 3361/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8139/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Ιανουαρίου 2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 25 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή ορίζουν η μεν διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, ότι "με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα" η δε διάταξη του άρθρου 575 ΑΚ ότι "ο εκμισθωτής έχει την υποχρέωση να παραδώσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο σ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 593 ΑΚ "ο μισθωτής έχει δικαίωμα, εφόσον δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, να παραχωρήσει σε άλλον τη χρήση του μισθίου και ιδίως να το υπεκμισθώσει, ευθυνόμενος απέναντι στον εκμισθωτή για το πταίσμα του τρίτου. Μόνη η συναίνεση του εκμισθωτή στην υπεκμίσθωση ή στην παραχώρηση της χρήσης δεν απαλλάσσει το μισθωτή από την ευθύνη αυτή".

Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 381 ΑΚ. "αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλομένους έγινε αδύνατη από πταίσμα του άλλου, αυτός δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση αντιπαροχής. Από την αντιπαροχή όμως αφαιρείται καθετί που ωφελείται ή δόλια παραλείπει να ωφεληθεί από την απαλλαγή αυτός που απαλλάσσεται λόγω της αδυναμίας".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η κύρια από τη σύμβαση μισθώσεως υποχρέωση του εκμισθωτή κατευθύνεται στην παραχώρηση προς το μισθωτή της χρήσεως του μισθίου και στην διαρκούσης της μισθώσεως δυνατότητα χρήσεως από το μισθωτή ή τον υπομισθωτή, εφόσον επιτρέπεται η υπομίσθωση και ότι όταν καθίσταται αδύνατη ή εκπλήρωση της άνω υποχρεώσεως του εκμισθωτή από υπαιτιότητα του μισθωτή ή του υπομισθωτή, για τις πράξεις του οποίου ευθύνεται ο μισθωτής, λόγω καταστροφής του μισθίου από υπαιτιότητα του μισθωτή ή του υπομισθωτή, η σύμβαση μισθώσεως δεν λύεται, αλλά ο μισθωτής εξακολουθεί να οφείλει προς τον εκμισθωτή το συμπεφωνημένο μίσθωμα χωρίς να αποκλείεται η αποκατάσταση άλλης περαιτέρω ζημίας του εκμισθωτή.

Στην προκείμενη περίπτωση, στην επιτρεπτώς, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενη αγωγή της αναιρεσείουσας, που διαλαμβάνεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της στην αίτηση αναιρέσεως, εκτίθεται ότι με το από 30.11.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό αυτή εκμίσθωσε στην πρώτη αναιρεσίβλητη την περιγραφόμενη αποθήκη για έξι (6) έτη, ήτοι από 1.1.1995 μέχρι 31.12.2000 έναντι του αναγραφόμενου μισθώματος και ότι την 16.2.1996 η πρώτη αναιρεσίβλητη μισθώτρια υπεκμίσθωσε επιτρεπτώς την άνω αποθήκη στη δεύτερη αναιρεσίβλητη με τους ίδιους όρους του μισθωτηρίου συμβολαίου για διάστημα από 1.3.1996 μέχρι 31.12.2000.

Περαιτέρω ιστορείται στην αγωγή ότι την 8.9.1997 εκδηλώθηκε πυρκαϊά στο μίσθιο χώρο που είχε ως αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή του μισθίου και ότι η πυρκαϊά αυτή προκλήθηκε μεν εκ προθέσεως από αγνώστους δράστες, όμως διευκολύνθηκε τούτο από την παράλειψη της δεύτερης αναιρεσίβλητης να λάβει όπως υποχρεούταν από τη σύμβαση και το νόμο τα προσήκοντα μέτρα ασφαλείας για τη μη πρόκλησή της, αλλά και για την έγκαιρη κατάσβεσή της με αποτέλεσμα η αναιρεσείουσα εκμισθώτρια να υποστεί τις αναλυτικώς στην αγωγή αναφερόμενες θετικές και αποθετικές ζημίες.

Ειδικότερα ιστορείται στην αγωγή, καθόσον αφορά τις δεύτερες ζημίες, ότι η αναιρεσείουσα εκμισθώτρια ζημιώθηκε το ποσό των 183.360.000 δραχμών, που αντιστοιχεί στα μισθώματα από την καταστροφή του μισθίου (8.9.1997) μέχρι την ολοκλήρωση της κατασκευής της νέας αποθήκης και την εκ νέου εκμίσθωση αυτής στην πρώτη αναιρεσίβλητη (1.8.1998) ήτοι διάστημα δέκα (10) μηνών χ 18.336.000 μηνιαίο μίσθωμα = 183.360.000 δρχ.

Με την αγωγή διώκεται η καταψήφιση των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν το συνολικό ποσό των 468.918.480 δρχ, αποτελούμενο από τη θετική ζημία των 485.558.480 δρχ πλέον του άνω ποσού των 183.360.000 δρχ μείον το εισπραχθέν από την ασφαλιστική εταιρία ποσό των 200.000.000 δρχ. Από το περιεχόμενο της αγωγής και δη της σελίδας (15) και υπό τον τίτλο "β.

Διαφυγόντα εισοδήματα-μισθώματα" καθίσταται σαφές ότι με αυτό αξιώνονται ως ζημία μισθώματα ύψους 183.360.000 δρχ. της χρονικής περιόδου από την εξ υπαιτιότητας της μισθώτριας και της υπομισθώτριας ολοσχερή καταστροφή του μισθίου ήτοι από 8.9.1997 μέχρι την ανακατασκευή του μισθίου (1.8.1998) και την εκ νέου εκμίσθωση του μισθίου στην πρώτη αναιρεσίβλητη γιατί τα μισθώματα αυτά φέρονται ως απολεσθέντα λόγω λύσεως, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, της συμβάσεως μισθώσεως από την εξ υπαιτιότητας της υπομισθώτριας, δι' ην ευθύνεται η μισθώτρια, ολοσχερή καταστροφή του μισθίου.

Πρόκειται προδήλως για εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό της αναιρεσείουσας. Τούτο γιατί όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η υπό την άνω περιγραφή καταστροφή του μισθίου καθιστά αδύνατη την παροχή της αναιρεσείουσας από υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων. Κατ' αρχήν, όπως εκτέθηκε οφείλεται το συμφωνημένο μίσθωμα και αυτό είναι εκείνο το οποίο αξιώνει η αναιρεσείουσα-εκμισθώτρια, η οποία λόγω της άνω πεπλανημένης νομικής εκδοχής αξιώνει τα ίδια αυτά ποσά των μισθωμάτων ως διαφυγόντα κέρδη.

Όμως δεν συντρέχει περίπτωση διαφυγόντων εισοδημάτων, αφού διατηρουμένης και μη λυομένης της μισθώσεως οφείλονται πράγματι μισθώματα, τα οποία αξιώνει η αναιρεσείουσα-εκμισθώτρια, η οποία τα "ονοματίζει" ως διαφυγόντα εισοδήματα. Ενισχυτικό του παραπάνω εσφαλμένου νομικού χαρακτηρισμού είναι και ο προαναφερθείς τίτλος του σχετικού κονδυλίου (διαφυγόντα εισοδήματα-μισθώματα).

Ενόψει του παραπάνω περιεχομένου της αγωγής και ανεξαρτήτως του αν με αυτή ασκείται σωρευτικά και αξίωση από αδικοπραξία η κρινόμενη αγωγή, κατά τη συμβατική βάση της, με την οποία αληθώς διώκεται κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό επιδίκαση μισθωμάτων της διαληφθείσης χρονικής περιόδου είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 574, 593, 599, 600, 330, 335 και 381 (από πρόδηλη παραδρομή αναφέρεται 382) του ΑΚ και θα έπρεπε να ερευνηθεί από το Εφετείο περαιτέρω.

Όμως απορρίπτοντας το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση την αγωγή κατά το διαληφθέν κονδύλιο των 183.360.000 δρχ. ως μη νόμιμη με τη σκέψη ότι μόνο η τυχαία καταστροφή του μισθίου επιφέρει τη λύση της μισθώσεως, όχι δε και η εξ υπαιτιότητας του μισθωτού καταστροφή του μισθίου και επομένως κατά το πνεύμα της αποφάσεως του Εφετείου θα έπρεπε να αξιώνονται μισθώματα, έσφαλε γιατί εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Επομένως κρίνεται βάσιμος ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τα υπό στοιχεία α, β και γ μέρη του. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ), η οποία κατέθεσε και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8139/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαiου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ