Legislator Case Law & Legislation
1656/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident damages, ruling the lower court's findings were not subject to review.

Case Number 1656/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court of Athens' final judgment regarding traffic accident damages. The appellant argued that the First Instance Court violated procedural rules by failing to accept the defendant's written proposals as a judicial confession regarding the location of the accident. The court rejected this claim, determining that the written proposals did not constitute a judicial confession and that the First Instance Court's findings on the accident scene were matters of fact not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 681A, 666, 667, 670-676 of the Code of Civil Procedure; Judicial confessions constitute full proof and are not subject to appeal review; written proposals by the opposing party do not constitute judicial confessions regarding liability.

Keywords

AI generated
traffic accident damages judicial confession appeal admissibility matter of fact Code of Civil Procedure liability determination appellate review scope

Cited Legislation

AI generated
Articles 681A, 666, 667 and 670 to 676 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 12 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1656 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1656/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μήνα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑAE", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Παπανώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2013 μη οριστική και 1763/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2438/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 29-5-2018 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 973/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση, ως προς το ήδη αναιρεσίβλητο και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. Ακολούθως, εκδόθηκε η 1852/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-7-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 18-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 5737/19-7-2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης (άρθρ. 681A, 666, 667 και 670 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), με αριθ. 1852/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), που έλαβε χώρα στις 20-6-2022, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων και δεν αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), στις 19-7-2022 (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ), επισημαινόμενου περαιτέρω και του ότι στη θέση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε." υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχός της, το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της (ΑΠ 1152/2022).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 24-2-2012 (αριθ. έκθ. κατάθ. 69007/2448/20124) αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυνε κατά των: 1)A. (Α.) P. (Φ.) του A. (Α.), 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ.

Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Α.Ε.", ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθεσε ότι, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν, ο πρώτος εναγόμενος (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), οδηγός του με αριθ.

κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, κυριότητας της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας η άδεια ανακλήθηκε και στη θέση της υπεισήλθε το ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" (άρθρο 19 παρ. 1 περ. δ σε συνδυασμό με άρθρο 25 παρ. 4 Ν.489/1976), προκάλεσε από υπαιτιότητά του, τον σοβαρό τραυματισμό του (ακρωτηριασμό), κατά τη σύγκρουση του οχήματός του με τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο ίδιος (ενάγων), κατά τις αναφερόμενες ειδικότερα σ' αυτήν (αγωγή) συνθήκες.

Ζήτησε δε, να αναγνωριστεί ότι οφείλουν να του καταβάλουν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρο ο καθένας, ως αποζημίωση (θετική και αποθετική), χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετη αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ, λόγω της μόνιμης μερικής αναπηρίας του, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η μη οριστική υπ' αριθμ. 152/2013 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης από δύο ιατρούς, έναν ιατρό χειρουργό ορθοπεδικό - τραυματιολόγο και έναν πλαστικό χειρουργό, προκειμένου οι τελευταίοι να αποφανθούν έγγραφα και αιτιολογημένα για τα ιατρικά θέματα που τους τέθηκαν με την ως άνω απόφαση και ανέβαλε τη συζήτηση προκειμένου να προσκομιστεί απόφαση ή βεβαίωση του ασφαλιστικού φορέα του ενάγοντος.

Μετά τη διεξαγωγή της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1763/2013 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος ήταν ο παθών ενάγων, ο οποίος εισήλθε με αυξημένη ταχύτητα στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο κανονικά το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου.

Κατά της απόφασης αυτής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 30-12-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. 18/2014) έφεση, με την οποία, επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την παραδοχή της αγωγής του. Το εφεσίβλητο "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" άσκησε, επίσης, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με τις προτάσεις που κατέθεσε, επικουρική αντέφεση.

Επί της έφεσης και της αντέφεσης, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2438/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση και η αντέφεση έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν. Ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, άσκησε κατά της τελευταίας απόφασης την από 29-5-2018 αίτηση αναίρεσης, απευθυνόμενη κατά των: 1)A. (Α.) P. (Φ.) του A. (Α.), 2)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ.

Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και 3) ΝΠΙΔ "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 973/2021 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο, απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης (ως δικόγραφο) ως προς την 2η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία και αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το 3ο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, κατά παραδοχή του σχετικού από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του (1852/2022) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20-12-2013 έφεση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 6/2022, ΑΠ 1217/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 453/2022, ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017).

Στην περίπτωση αυτή (άρθρ. 559 αριθ. 19), δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 22/2020).

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 109/2020). Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στη κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Αυτό διότι ο Άρειος Πάγος για τη διαπίστωση της παράβασης, ελέγχει μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων και συνεπώς, η έκθεση αυτή, είναι αναγκαία προκειμένου να αποβεί εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα, δε, και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1217/2020, ΑΠ 24/2019), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 1217/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, με τους διατυπούμενους αριθμητικά 10, 11, 12, 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης. Ειδικότερα, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται ότι, "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα δεν έχει καθόλου αιτιολογίες σε ορισμένα ζητήματα, έχει αιτιολογίες αντιφατικές σε άλλα και ανεπαρκείς σε τρίτα, μολονότι αυτά ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.." και ότι προκειμένου το Εφετείο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί αποκλειστικής υπαιτιότητας στο ένδικο ατύχημα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, υπέπεσε στη πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στην παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 914 σε συνδ. 297-298 ΑΚ και αυτές σε συνδ.

με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 έως 3, 16 παρ. 7 και 20 παρ. 1 του Ν. 2696/1999-ΚΟΚ. Ο προαναφερθείς λόγος, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό του έλεγχο. Αυτό δε διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, στο ένδικο ατύχημα, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο, με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες), οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, παρά μόνο ελάχιστα αποσπάσματα αυτής, τα οποία επέλεξε, κατά το δοκούν, ο αναιρεσείων, αλλά με βάση αυτά και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς του.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, περιορίζεται στο να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους, κατ'αυτόν, εσφαλμένα το Εφετείο έκρινε τον ίδιο, οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου ατυχήματος, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του περί έλλειψης υπαιτιότητας αυτού και αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου.

Και αυτό ανεξάρτητα του ότι με τις αιτιάσεις του, στο σύνολό τους, ο αναιρεσείων δεν πλήττει τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά πλήττει μόνο την αξιολόγηση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα των εγγράφων που το δικαστήριο έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 208/2020) και την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1198/2023, 1226/2023, ΑΠ 1442/2021, ΑΠ 319/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, δηλαδή, πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά, όχι όμως και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 605/2023, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 255/2020).

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 454/2022, ΑΠ 1525/2021, ΑΠ 799/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η τελική θέση του ΙΧΕ αυτοκινήτου που καταγράφεται μόλις 45 εκατοστά από την άκρη του οδοστρώματος, εντός του ρεύματος κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας του (αναιρεσείοντος), ότι "...το αυτοκίνητο συνέχισε μετά τη σύγκρουση την πορεία του, διανύοντας απόσταση περίπου 15 μέτρων προς τα εμπρός και αριστερά ως προς την πορεία του και ακινητοποιήθηκε...", ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα και δεν είχε την εμπειρία να οδηγεί μοτοσυκλέτα "τέτοιου κυβισμού", ότι "..ο ενάγων εκτινάχθηκε από τη μοτοσυκλέτα και αφού προσέκρουσε με το αριστερό χέρι και τον αριστερό ώμο στην εμπρόσθια αριστερή κολώνα και την αριστερή άκρη του εμπρόσθιου ανεμοθώρακα τον οποίο και έσπασε, με αποτέλεσμα να αιμορραγήσει, αφήνοντας κηλίδες αίματος στο αυτοκίνητο, στη συνέχεια έπεσε στο οδόστρωμα, αριστερά ως προς την πορεία του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί", και να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι δήθεν η μοτοσυκλέτα εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και δήθεν εμβόλισε το κανονικά κινούμενο αυτοκίνητο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, διότι, όπως ισχυρίζεται, από τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων κατά την προανάκριση, την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, τις φωτογραφίες της ποινικής δικογραφίας και τις ομολογίες των υπόχρεων (πλευρά του αυτοκινήτου), αποδείχθηκε ότι το αυτοκίνητο ήταν εκείνο που εισήλθε στο ρεύμα πορείας της μοτοσυκλέτας, όπου ο αναιρεσείων οδηγούσε κανονικά.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ο επικαλούμενος από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια από τον ως άνω αριθμό του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά επιχείρημα αναγόμενο στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, υπό την επίφαση δε της αναιρετικής πλημμέλειας από τον λόγο αυτό, προβάλλεται αιτίαση για τη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο αναιρεσείων έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση.

Σε κάθε περίπτωση όμως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι για το σχηματισμό του ως άνω πορίσματός του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ` αυτήν, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν, δηλαδή μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα και φωτογραφίες, χωρίς να δεχθεί πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021, ΑΠ 50/2020). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 380/2023, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε τα νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα και ειδικότερα: α) το από 20-7-2011 πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Χανίων Κρήτης, που βρίσκεται συνημμένο στην από 20-7-2011 έκθεση αυτοψίας, β) τις φωτογραφίες της ποινικής δικογραφίας, γ) τα έγγραφα της της ποινικής δικογραφίας και συγκεκριμένα την από 27-7-2011 κατάθεση της Βελγίδας υπηκόου A.

C. K., την από 22-7-2011 κατάθεση του ίδιου του οδηγού του αυτοκινήτου A. P. του A., την από 23-7-2011 κατάθεση του Βέλγου υπηκόου (οδοιπόρου) C. V. B. και τις καταθέσεις του Ε. Ρ. και του Μ. Τ., τα οποία (έγγραφα) ,κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, εάν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο θα κατέληγε στο εντελώς αντίθετο πόρισμα, ότι δηλαδή το αυτοκίνητο ήταν εκείνο που εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο κανονικά με τη μοτοσυκλέτα του ο αναιρεσείων.

Όπως, όμως, προκύπτει από την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαβεβαίωση ότι "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 152/2013 συνεκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του, όλων των εγγράφων που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, από τα οποία άλλα λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 339 σε συνδυασμό προς 395 ΚΠολΔ), μεταξύ δε των τελευταίων περιλαμβάνονται και τα δημόσια έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας (...), ορισμένα εκ των οποίων (εγγράφων) μνημονεύονται στη συνέχεια και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους...των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων φωτογραφιών των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε....αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί των συνθηκών τέλεσης του ένδικου ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας σε αυτό, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, με την επισημείωση ότι στη προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά και περιγράφονται τα συναγόμενα από τα εν λόγω έγγραφα συμπεράσματα και ειδικότερα στη σελίδα 12 γίνεται ρητή αναφορά στην από 20-7-2011 έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του Αστυνομικού Τμήματος Κρυονέριδας Χανίων, στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες των εμπλεκόμενων οχημάτων και του σημείου του ένδικου ατυχήματος, στις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων:

α) από 22-7-2011 του A. P. , οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, β) από 23-7-2011 του C. V. , γ) από 30-7-2011 του Μ. Τ. και δ) από 9-8-2011 του Ε. Ρ., και στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ένδικου ατυχήματος (σελ. 15). Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ`του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δηλ.

της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Η, δια του ερευνώμενου δε λόγου, προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω νομική σκέψη.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.

του KΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 8/2021, ΑΠ 1135/2021, ΑΠ 1182/2021).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται μεταξύ άλλων: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενου, β) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, δ) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και ε) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 του ΚΠολΔ (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 816/2022).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων, με επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδει, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου και ειδικότερα, προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη παραμόρφωσε το περιεχόμενο των 1ης, 3ης,8ης,15ης και 16ης φωτογραφιών της ποινικής δικογραφίας, της από 27-7-2011 κατάθεσης της Βελγίδας υπηκόου A.

C. K., της από 22-7-2011 κατάθεσης του ίδιου του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου A. P., της από 23-7-2011 κατάθεσης του Βέλγου υπηκόου (οδοιπόρου) C. V. B., της από 29-8-2011 έκθεσης ένορκης εξέτασης του μάρτυρα Ε. Ρ., της από 30-7-2011 έκθεσης ένορκης εξέτασης του μάρτυρα Μ. Τ., με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των εν λόγω αποδεικτικών εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους, που δεν ιδρύει τον άνω αναιρετικό λόγο, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ανέγνωσε και συνεκτίμησε τα εν λόγω έγγραφα μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς να στηρίξει την κρίση του μόνο σ` αυτά ή κυρίως σ` αυτά.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου των πιο πάνω εγγράφων για τη συναγωγή, από το Εφετείο, αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, στη περίπτωση δε αυτή πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στη κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει καθ'εαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1630/2023, ΑΠ 1170/2022).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αφορά αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια των περιοριστικώς καθοριζομένων στο άρθρο 339 KΠολΔ αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 KΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη, από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση, που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 KΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά. Κατά συνέπεια, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον αν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα, στα οποία, σύμφωνα με το νόμο, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης, δηλαδή προϋποθέτει αποδεικτικά μέσα αυξημένης αποδεικτικής δύναμης (ΑΠ 451/2014, ΑΠ 1311/2010, ΑΠ 1417/2009).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποία είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ` αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ` αυτήν ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1161/2022, ΑΠ 1454/2017, ΑΠ 700/2009, ΑΠ 949/2008).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 352 του ΚΠολΔ, "η ομολογία του διαδίκου, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία περιέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει τη δίκη (ή του εντεταλμένου δικαστού), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.

Η κατά τα ανωτέρω δε ομολογία, δηλαδή η παραδοχή, με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο, εκείνου, που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να έγινε με πρόθεση από αυτόν προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Απόδειξη, δηλαδή, δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει, όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από τον διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 973/2021, ΑΠ 336/2020, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 1517/2013, ΑΠ 953/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αιτίαση από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με την ανεπίτρεπτη είσοδο του αναιρεσείοντος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως προς την αποδεικτική δύναμη της δικαστικής ομολογίας του αντιδίκου του, που αποτελεί πλήρη απόδειξη, καθώς αυτός (αντίδικος του) με τις από 13-1-2021 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου (όχι Πρωτοδικείου, όπως λανθασμένα αναγράφεται) Αθηνών, αναφέρει επί λέξει "Εξάλλου, από τις κηλίδες αίματος στο οδόστρωμα, που προήλθαν από τον ενάγοντα (σ.

αναιρεσείοντα), αποδεικνύεται ότι το σημείο στο οποίο κατέληξε ο ενάγων μετά το επίδικο ατύχημα, βρίσκεται σε απόσταση 2,00 περίπου μέτρων από την αριστερή κατά την πορεία του αυτοκινήτου οριογραμμή του οδοστρώματος", ενώ, κατά την αναιρεισιβαλλομένη δεν αποδείχθηκε το σημείο πτώσης του σώματός του μετά τη σύγκρουση και ότι οι κηλίδες αίματος (της μεγάλης λίμνης αίματος συμπεριλαμβανομένης) προέρχονται από τη μετακίνησή του.

Ωστόσο, τα αναφερόμενα στις ως άνω προτάσεις πραγματικά περιστατικά, δεν συνιστούν δικαστική ομολογία, υπό την προαναφερομένη έννοια, σχετικά με το αντικείμενο της δίκης και τον προσδιορισμό της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο τροχαίο ατύχημα οδηγών, ούτε προκύπτει ότι η αναγραφή αυτών έγινε με σκοπό αποδοχής του επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος της υπαιτιότητας αυτού.

Εξάλλου, η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι δεν αποδείχθηκε το σημείο πτώσης του σώματος του αναιρεσείοντος μετά τη σύγκρουση και ότι όλες οι κηλίδες αίματος προέρχονται από τη μετακίνησή του, συνιστά κρίση περί τα πράγματα και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω και των στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντων, ο εν λόγω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 18-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 5737/628/19-7-2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 1852/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ