Legislator Case Law & Legislation
1656/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failing to prove forgery with evidence before lower court.

Case Number 1656/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of a forgery claim. The appellant raised the forgery defense for the first time before the Court of Appeal without submitting supporting documents or witness names. The court ruled that the appellant failed to meet the procedural burden of proof required to validate the claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 949 of the Code of Civil Procedure; A claim of forgery raised for the first time at the appellate stage is inadmissible if the claimant fails to submit evidence or identify witnesses necessary for the court's investigation.

Keywords

AI generated
forgery defense inadmissible claim burden of proof appellate procedure evidence submission

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 949 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 14/2015
Supreme Court Judgment 7/2006
Supreme Court Judgment 4/2005
Supreme Court Judgment 8/2018
Supreme Court Judgment 27/1998
Supreme Court Judgment 401/2019
Supreme Court Judgment 2247/2014
Supreme Court Judgment 914/2014
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1656 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1656/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Μ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Παρασκευά Αρβανιτάκη και Νικόλαο Μόσχο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Χαρίκλεια Απαλαγάκη και Εμμανουήλ Βελεγράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-04-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-06-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ "Όταν κάποιος καταδικάζεται σε δήλωση βούλησης, η δήλωση αυτή θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση γίνει τελεσίδικη. Αν η καταδίκη σε δήλωση βούλησης εξαρτήθηκε από αντιπαροχή, η δήλωση βούλησης θεωρείται ότι έγινε από τη στιγμή που εκπληρώθηκε η αντιπαροχή ή επήλθε υπερημερία αποδοχής της".

Με τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ουσιαστικού δικαίου κατά το μέρος της που ανάγει την εκβιαζόμενη δήλωση βούλησης σε περιεχόμενο παροχής, θεσμοθετείται ένα ιδιότυπο μέσο εκτέλεσης και εξαναγκασμού του οφειλέτη για εκπλήρωση υποχρεώσεώς του προς επιχείρηση νομικής πράξεως, η οποία και θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι έγινε από της τελεσιδικίας της αποφάσεως που καταδικάζει τον οφειλέτη σε σχετική δήλωση βουλήσεως.

Προϋπόθεση είναι αφενός μεν η ιδιότητα του ενάγοντος ως φορέα της αξίωσης να δεχθεί τη δήλωση αυτή και αφετέρου η ιδιότητα του εναγομένου ως οφειλέτη της. Η υποχρέωση του εναγομένου να προβεί στη δήλωση βούλησης του προς τον ενάγοντα πρέπει να ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή να στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα που δημιουργούν νόμιμη υποχρέωση του εναγομένου να προβεί στην αξιούμενη δικαιοπραξία, απορρέουσα είτε απευθείας από το νόμο είτε από σύμβαση την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα.

Συνήθως έχει ως γενεσιουργό λόγο τη δικαιοπραξία και κατευθύνεται προς επιχείρηση άλλης δικαιοπραξίας, ενώ αν το ουσιαστικό δίκαιο δεν παρέχει αγωγή, δεν χωρεί εξαναγκασμός κατά τη διάταξη του άρθρου 949 ΚΠολΔ (ΑΠ 695/2021, ΑΠ 1642/2018, ΑΠ 945/2017, ΑΠ 511/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 166 ΑΚ, καταρτισμένη σύμβαση αποτελεί και το προσύμφωνο, με το οποίο δημιουργείται τέλεια ενοχή, ήτοι γεννώνται υποχρεώσεις και από τα δύο μέρη για τη σύναψη της κύριας συμβάσεως, οι υποχρεώσεις δε αυτές είναι αγώγιμες και καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δικαιούται να εγείρει αγωγή με αίτημα την, κατά το άρθρο 949 ΠολΔ, καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, η οποία θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 499/2011).

Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 2120/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 παρ. 1 του ν. 4072/2012, ο εταίρος μπορεί με δήλωση του προς την εταιρεία και τους λοιπούς εταίρους να εξέλθει από την εταιρεία, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι επί ομόρρυθμης εταιρίας η εταιρική ιδιότητα χάνεται και με την εκούσια έξοδο του εταίρου, κατόπιν μονομερούς δήλωσής του, που έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, είναι απευθυντέα στον εκπρόσωπο της εταιρίας και στους λοιπούς εταίρους και παράγει τα αποτελέσματά της από την κοινοποίησή της, εκτός αν το καταστατικό της εταιρίας απαγορεύει την έξοδο ή ρυθμίζει διαφορετικά το δικαίωμα εξόδου.

Στον εταίρο δηλαδή, που δεν επιθυμεί να συνεχίσει τη συμμετοχή του στην εταιρία, παρέχεται η δυνατότητα, να εξέλθει εκουσίως από αυτήν καταγγέλλοντας την εταιρική του συμμετοχή, με άμεσο αποτέλεσμα την έξοδό του από την εταιρία και τη συνέχιση της λειτουργίας της με τους λοιπούς εταίρους. Πρόκειται περί δικαιώματος εκουσίας εξόδου του εταίρου από την ομόρρυθμη εταιρία, το οποίο δεν μπορεί να ασκηθεί από άλλον και δη τους λοιπούς εταίρους, στους οποίους παρέχεται μόνο το δικαίωμα να ζητήσουν τον αποκλεισμό του εταίρου, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 263 Ν. 4072/2012, χωρίς να αποκλείεται όμως ειδικότερη συμφωνία μεταξύ των εταίρων, κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, βάσει της οποίας κάποιος από τους εταίρους αναλαμβάνει τη δέσμευση να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εταιρία σε συγκεκριμένο χρόνο, οπότε, σε περίπτωση μη τηρήσεως της συμφωνίας αυτής, μπορεί να εξαναγκαστεί η σχετική δήλωση βούλησής κατά τους ορισμούς του άρθρου 949 ΚΠολΔ (ΑΠ 1438/2012 για την περίπτωση ΕΠΕ).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του αναιρεσείοντος και του Γ. Μ., μη διαδίκου πλέον, την από 20.4.2017 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, με την οποία εξέθετε ότι δυνάμει του από 27-12-1979 ιδιωτικού συμφωνητικού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, συστάθηκε η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Μ.

Α. Μ. και Σ. Ο.Ε.", με έδρα το Ρέθυμνο και διάρκεια 5 έτη και σκοπό την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών κάθε μορφής, την ανάληψη εργολαβιών κλπ. Ότι στη συνέχεια το καταστατικό της ως άνω εταιρίας τροποποιήθηκε με τα αναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά, μεταξύ των οποίων και το από 13-1-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, δυνάμει του οποίου οι εναγόμενοι του μεταβίβασαν το 1/3 των εταιρικών τους μεριδίων και έτσι εισήλθε και αυτός στην εταιρία ως νέος εταίρος, επιπλέον δε άλλαξε η επωνυμία της εταιρίας και η διάρκειά της ορίστηκε αόριστη, διαχειριστές ορίσθηκαν οι εναγόμενοι, ενώ κατά τα λοιπά εξακολούθησαν να ισχύουν οι όροι του από 27-12-1979 ιδιωτικού συμφωνητικού.

Ότι με την από 10-9-2010 έγγραφη εξώδικη καταγγελία του, κατήγγειλε την ως άνω εταιρία για σπουδαίο λόγο και τέθηκε αυτή σε εκκαθάριση, πλην όμως ουδεμία πράξη εκκαθάρισης ενεργήθηκε και η εταιρική περιουσία παρέμεινε αδιανέμητη και τέλος με το από 7-10-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε μεταξύ όλων των εταίρων, η αναβίωση και επαναλειτουργία της εταιρίας με το ισχύον πριν την καταγγελία καταστατικό.

Ότι με το από 7-10-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκαν επί πλέον, μεταξύ των εταίρων α) ότι, αμέσως μετά την επαναλειτουργία της εταιρίας, οι εταίροι θα προβούν στην τροποποίηση και κωδικοποίηση του καταστατικού και διαχειριστής, εκπρόσωπος και εκκαθαριστής θα ορισθεί ο Α. Μ., β) ότι εντός μηνός από την τροποποίηση του καταστατικού και την κατάθεσή του στο Γ.Ε.Μ.Η., οι εταίροι Μ.

Μ. και Γ. Μ. αναλαμβάνουν τη δέσμευση με εξώδικη δήλωσή τους που θα απευθύνεται προς την εταιρία και τους λοιπούς εταίρους να δηλώσουν την οικειοθελή αποχώρησή τους από την εταιρία χωρίς καμία αποζημίωση, και γ) ότι οι ίδιοι εταίροι οφείλουν να μεταβιβάσουν στην εταιρία, εντός τριών μηνών, τα ποσοστά τους στις αναφερόμενες διηρημένες και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες.

Ότι πράγματι ο πρώτος όρος του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού τηρήθηκε και στις 24-11-2016 οι εταίροι προέβησαν στην τροποποίηση και κωδικοποίηση του καταστατικού της εταιρίας, το οποίο καταχωρήθηκε την 13-12-2016 στο Γ.Ε.Μ.Η., ο δεύτερος όμως όρος, περί αποχώρησης των εναγομένων από την εταιρία, δεν τηρήθηκε, παρόλο που παρήλθε η συμφωνημένη δήλη ημέρα (12.1.2017), αφού οι εναγόμενοι δεν τήρησαν την άνω δέσμευσή τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος ρητά αφενός μεν ότι στο άρθρο 7 του καταστατικού προβλέπεται η δυνατότητα αποχώρησης των εταίρων από την εταιρία χωρίς αποζημίωση, αφετέρου δε ότι στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) οι εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση με το από 7.10.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό (άρθρο 166 ΑΚ) να αποχωρήσουν από την εταιρία χωρίς αποζημίωση, ζήτησε να καταδικασθούν οι εναγόμενοι σε δήλωση βουλήσεως αποχώρησης από την εν λόγω ομόρρυθμη εταιρία, χωρίς αποζημίωση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 125/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, ερήμην του δεύτερου εναγομένου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι η έξοδος του εταίρου από την εταιρία είναι προσωποπαγές δικαίωμά του, το οποίο ασκείται διαπλαστικά κατά το άρθρο 261 Ν. 4072/2012, για την άσκηση του οποίου δεν προβλέπεται δυνατότητα εξαναγκασμού, ούτε από το νόμο ούτε από δικαιοπραξία.

Κατά της άνω οριστικής απόφασης άσκησε η εναγομένη την από 20.7.2016 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 16/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία, μετά ανάλυση και ερμηνευτική προσέγγιση των διατάξεων των άρθρων 949 ΚΠολΔ, 159, 166 και 361 ΑΚ, κρίθηκε ότι η άνω αγωγή είναι νόμιμη, με τις εξής ειδικότερα σκέψεις: "Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι, η έξοδος του εταίρου από την εταιρία είναι προσωποπαγές δικαίωμά του, το οποίο ασκείται διαπλαστικά, κατά το άρθρο 261 ν. 4072/2012...

Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών - ενάγων, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου... Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος και βάσιμος, καθόσον, σύμφωνα και με την παραπάνω σκέψη, η υποχρέωση που ανέλαβαν οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι έναντι του εκκαλούντος - ενάγοντος, βασίζεται στο από 7.10.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ανέλαβαν τη δέσμευση να δηλώσουν την οικειοθελή αποχώρησή τους από την εταιρία χωρίς καμία αποζημίωση για τα εταιρικά τους μερίδια, ώστε κατόπιν τούτου να συνταχθεί νέο ιδιωτικό συμφωνητικό περί αποχώρησης αυτών από την εταιρία (οριστική δικαιοπραξία), το οποίο απαιτείται από το νόμο, ως προϋπόθεση του κύρους του (159 ΑΚ).

Η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 949 ΚΠολΔ, 261 ν. 4072/2012...

Συνεπώς έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη...". Με βάση τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και εξέτασε κατ' ουσίαν την αγωγή, την οποία δέχθηκε τελικά και ως ουσία βάσιμη, καταδικάζοντας τους εναγόμενους σε δήλωση βούλησης αποχώρησης από την άνω ομόρρυθμη εταιρία χωρίς αποζημίωση, σύμφωνα με το από 7-10-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο πρώτος εναγόμενος την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της οποίας, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί ως νόμιμη την αγωγή του αναιρεσίβλητου, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 949 ΚΠολΔ και 261 του Ν. 4072/2012 τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Όπως προαναφέρθηκε, ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) οι εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση με το από 7.10.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό (άρθρο 166 ΑΚ) να αποχωρήσουν από την εταιρία χωρίς αποζημίωση, δυνατότητα που προβλέπεται και στο άρθρο 7 του καταστατικού της εταιρίας, επικαλούμενος δε ότι οι εναγόμενοι δεν τήρησαν τη δέσμευση αυτή, ζήτησε να καταδικασθούν αυτοί σε δήλωση βουλήσεως αποχώρησης από την εν λόγω ομόρρυθμη εταιρία, χωρίς αποζημίωση.

Σαφώς δηλαδή επικαλέσθηκε αφενός μεν ότι η δυνατότητα αποχώρησης εταίρου από την εταιρία χωρίς αποζημίωση περιελήφθη και στο καταστατικό της εταιρίας, αφετέρου δε ότι οι εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση αποχώρησης και με ρητό όρο που περιελήφθη στο από 7.10.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό. Με βάση τα επικαλούμενα αυτά περιστατικά η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 166, 361 ΑΚ και 949 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 261 του Ν. 4072/2012, η οποία ναι μεν κατ' αρχήν παρέχει διαπλαστικό δικαίωμα στον εταίρο να αποχωρήσει από την εταιρία, χωρίς να μπορεί να εξαναγκαστεί προς τούτο από τους λοιπούς εταίρους, εκτός, όμως, και αν συμφωνηθεί άλλως από τους εταίρους, στα πλαίσια και της ελευθερίας των συμβάσεων, όπως εν προκειμένω που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή οι διάδικοι, πέραν του ότι περιέλαβαν σχετική αντίθετη ρύθμιση στο καταστατικό της εταιρίας, προχώρησαν και σε ειδική σχετική συμφωνία με το από 7.10.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό, από την οποία και απορρέει η επικαλούμενη υποχρέωση του αναιρεσίβλητου.

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε νόμιμη την αγωγή, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 949 ΚΠολΔ και 261 του Ν. 4072/2012, ενόψει και του ότι η εκτίμηση από αυτό του δικογράφου της αγωγής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, οι δε διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα μνημονεύονται και αναλύονται επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με το πρώτο σκέλος του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Δυνάμει του από 27.12.1979 ιδιωτικού συμφωνητικού και των από 12.2.82 και 28.12.82 τροποποιητικών αυτού συμφωνητικών, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Ρεθύμνης ..., συστήθηκε μεταξύ των εφεσίβλητων - εναγομένων ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Μ.

Α. Μ. Σ. Ο.Ε.", διάρκειας 5 ετών, ήτοι από 1.1.80 έως 31.12.84 και σκοπό την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών κάθε μορφής, την ανάληψη εργολαβιών, υπεργολαβιών κλπ., με ποσοστό συμμετοχής στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρίας 51% για το Μ. Μ. και 49% για το Γ. Μ.. Με το από 13-1-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό, που επίσης δημοσιεύθηκε νόμιμα στα παραπάνω βιβλία..., ο α' εφεσίβλητος - εναγόμενος, εκχώρησε και μεταβίβασε ποσοστό 1% στο β' εφεσίβλητο - εναγόμενο, παράλληλα δε και οι δύο εταίροι μεταβίβασαν στον εκκαλούντα - ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) ποσοστό 1/3 από τα εταιρικά τους μερίδια, αντί του ποσού των 146,74 €, που εισέφερε ο τελευταίος, ο οποίος εισήλθε, έτσι, στην εταιρία, ως νέος εταίρος.

Με το ίδιο ως άνω συμφωνητικό, ορίστηκε ότι, σκοπός της εταιρίας είναι η εκτέλεση κάθε είδους τεχνικών εργασιών, η ανάληψη εργολαβιών, υπεργολαβιών κλπ., μετονομάστηκε η επωνυμία της εταιρίας σε "Α. Μ. ΟΕ", αυξήθηκε το κεφάλαιο της εταιρίας σε 440,21 €, ορίστηκαν διαχειριστές της εταιρίας οι εφεσίβλητοι, η διάρκεια δε της εταιρίας, που εν τω μεταξύ είχε παραταθεί σιωπηρά, ορίστηκε ως αόριστη, ενώ κατά τα λοιπά εξακολούθησαν να ισχύουν οι όροι του από 27-12-1979 καταστατικού.

Εν συνεχεία, δυνάμει της από 10.9.10 έγγραφης εξώδικης καταγγελίας, ο εκκαλών - ενάγων κατήγγειλε την ως άνω εταιρία για σπουδαίο λόγο και τέθηκε αυτή σε εκκαθάριση, πλην όμως ουδεμία πράξη εκκαθάρισης ενεργήθηκε και η εταιρική περιουσία παρέμεινε αδιανέμητη. Για το λόγο αυτό, δυνάμει του από 7-10-2016 ιδιωτικού συμφωνητικού αναβίωσης ομόρρυθμης εταιρίας, οι διάδικοι συμφώνησαν την αναβίωση και επαναλειτουργία της ως άνω εταιρίας, βάσει των όρων του ισχύοντος πριν την καταγγελία καταστατικού, αναπροσαρμοσμένου σύμφωνα με τα δεδομένα του ν. 4072/2012.

Διαχειριστές της εταιρίας παρέμειναν οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι, οι οποίοι ήταν αρμόδιοι, ενδεικτικά, για την εκπροσώπηση της εταιρίας, την έκδοση, οπισθογράφηση, εξόφληση και προεξόφληση συναλλαγματικών, γραμματίων και επιταγών, την είσπραξη χρημάτων ή αξιών, την εκχώρηση απαιτήσεων της εταιρίας και την αποδοχή εκχωρήσεων άλλων, τη συμμετοχή σε δημοπρασίες σχετικές με το αντικείμενο της εταιρίας και τη ρύθμιση των θεμάτων που αφορούν την εταιρία και των εν γένει δαπανών της.

Ρητά δε ορίστηκε ότι, σε περίπτωση λήξης της εταιρικής συνεργασίας, εκκαθαριστής ορίζεται ο α' εφεσίβλητος - εναγόμενος Μ. Μ. (αναιρεσείων), που οφείλει να εκκαθαρίσει κάθε εκκρεμή λογαριασμό της εταιρίας και να διανείμει τα κέρδη ή τις ζημίες της εταιρίας στους εταίρους, ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής τους σε αυτήν.

Το παραπάνω συμφωνητικό υπογράφηκε από τους τρεις συμβαλλόμενους εταίρους, το δε γνήσιο της υπογραφής αυτών θεωρήθηκε από το ΚΕΠ Δήμου Ρεθύμνης στις 31.10.2016 (για τον Α. και το Γ. Μ.) και από το Αστυνομικό Τμήμα Ρεθύμνου στις 29.10.2016 (για το Μ. Μ.). Επίσης, το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο του Επιμελητήριου Ρεθύμνου με ΚΑΚ…, οπότε και έκτοτε αναβίωσε η εταιρία.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, την ίδια ημέρα (7.10.2016) συντάχθηκε μεταξύ των εταίρων και έτερο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν προσθέτως και τα παρακάτω: 1. Αμέσως μετά την επαναλειτουργία της εταιρίας, οι εταίροι θα προβούν στην τροποποίηση και κωδικοποίηση του καταστατικού και διαχειριστής, εκπρόσωπος και εκκαθαριστής θα ορισθεί ο (εκκαλών - ενάγων) Α.

Μ. του Α. 2. Εντός μηνός από την τροποποίηση του καταστατικού και την κατάθεσή του στο επιμελητήριο Ρεθύμνου, οι εταίροι Μ. Μ. του Α. και Γ. Μ. του Α. (εφεσίβλητοι - εναγόμενοι), αναλαμβάνουν τη δέσμευση όπως με εξώδικη δήλωσή τους, που θα απευθύνεται προς την εταιρία και τους λοιπούς εταίρους, θα δηλώσουν την οικειοθελή αποχώρησή τους από την εταιρία, χωρίς καμία αποζημίωση για τα εταιρικά τους μερίδια και 3.

Οφείλουν επίσης οι αυτοί εταίροι, ως οικοπεδούχοι, να μεταβιβάσουν προς την εταιρία, εντός τριών μηνών, τα ποσοστά τους σε όλες τις διηρημένες και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες που ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν δια του υπ' αριθμό …προσυμφώνου του τότε συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Ι. Σ. και του υπ' αριθμό ….

συμβολαίου σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών του αυτού συμβολαιογράφου, όπως αυτή τροποποιήθηκε δια του υπ' αριθμό … συμβολαίου του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου. Το τελευταίο αυτό ιδιωτικό συμφωνητικό υπογράφηκε από όλους τους εταίρους, το γνήσιο δε της υπογραφής αυτών θεωρήθηκε και πάλι από το ΚΕΠ Ρεθύμνου στις 31.10.2016, για τον Α.

και Γ. Μ. και από το ΑΤ Ρεθύμνου στις 29.10.16 για το Μ. Μ.. Επομένως, το δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο να αμφιβάλει για τη γνησιότητα και του δεύτερου ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο ναι μεν δεν δημοσιεύτηκε στο ΓΕΜΗ, όπως το προηγούμενο, σε εκτέλεση, όμως, του πρώτου όρου του, συντάχθηκε το από 24.11.16 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης - κωδικοποίησης του καταστατικού της ως άνω εταιρίας, που καταχωρήθηκε νόμιμα στο ΓΕΜΗ Ρεθύμνου με ΚΑΚ…, με το οποίο 1) άλλαξε η επωνυμία της εταιρίας από "Α.

Μ. ΟΕ" σε "Α. Μ. & ΣΙΑ ΟΕ", 2) μεταφέρθηκε η έδρα της εταιρίας από την οδό …. στην οδό…. , 3) ορίστηκε εκπρόσωπος, διαχειριστής, διευθυντής και εκκαθαριστής της εταιρίας ο εκκαλών - ενάγων και 4) προβλέφθηκε η δυνατότητα των εταίρων να μεταβιβάζουν τα εταιρικά τους μερίδια προς τους άλλους εταίρους και να μπορούν να αποχωρούν από την εταιρία οικειοθελώς με δήλωσή τους, χωρίς αποζημίωση και να μπορούν να προσλαμβάνουν άλλους εταίρους.

Η πληθώρα δε των ως άνω ιδιωτικών συμφωνητικών και οι συνεχείς τροποποιήσεις οφείλονται στις τεταμένες σχέσεις μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες προκύπτουν από τα έγγραφα που αμφότερες οι διάδικες πλευρές προσκομίζουν και οι οποίες δεν αμφισβητούνται. Από το τελευταίο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό προκύπτει ότι από τους τρεις πρόσθετους όρους, για τους οποίους δεσμεύθηκαν οι διάδικοι, υλοποιήθηκε μόνο ο πρώτος, ήτοι ο ορισμός του εκκαλούντος - εναγόμενου [ενν:

ενάγοντος] Α. Μ. ως εκπροσώπου, διαχειριστή και εκκαθαριστή της εταιρίας, ενώ, παρότι παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον του ενός μήνα από την τροποποίηση του καταστατικού και την κατάθεσή του στο επιμελητήριο Ρεθύμνου, εν τούτοις ουδέποτε οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι εταίροι Μ. Μ. (αναιρεσείων) και Γ. Μ. δήλωσαν εγγράφως την οικειοθελή τους αποχώρηση από την εταιρία, όπως δεσμεύτηκαν να κάνουν με το από 7.10.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο, εφόσον δεν δημοσιεύθηκε πουθενά, ισχύει ως προσύμφωνο.

Επομένως, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και εφόσον οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι αρνούνται να δηλώσουν οικειοθελώς της αποχώρησή τους από την εταιρία, χωρίς καμία αποζημίωση για τα εταιρικά τους μερίδια, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, να καταδικαστούν οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι σε δήλωση βουλήσεως αποχώρησης από την ομόρρυθμη εταιρία "Α.

Μ. & ΣΙΑ ΟΕ" και με αριθμό ΚΑΚ … του ΓΕΜΗ Επιμελητηρίου Ρεθύμνου, χωρίς αποζημίωση ... ". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο δέχθηκε την από 18-1-2012 αγωγή του αναιρεσίβλητου και ως ουσία βάσιμη και καταδίκασε τους εναγόμενους σε δήλωση βουλήσεως αποχώρησης από την άνω ομόρρυθμη εταιρία, χωρίς αποζημίωση, σύμφωνα με το από 7.10.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 166, 361 ΑΚ, 949 ΚΠολΔ και 261 παρ. 1 του Ν. 4072/2012, σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συμβατικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος για αποχώρηση από την άνω εταιρία χωρίς αποζημίωση, αφού, με βάση τα δεκτά γενόμενα περιστατικά, την ίδια ημέρα (7.10.2016) που συντάχθηκε το ιδιωτικό συμφωνητικό αναβίωσης της εταιρίας συντάχθηκε και έτερο συμφωνητικό, με το οποίο ο αναιρεσείων και ο μη διάδικος Γ.

Μ. συμφώνησαν ότι εντός μηνός από την τροποποίηση του καταστατικού και την κατάθεσή του στο επιμελητήριο Ρεθύμνου, με εξώδικη δήλωσή τους, που θα απευθύνεται προς την εταιρία και τους λοιπούς εταίρους, θα δηλώσουν την οικειοθελή αποχώρησή τους από την εταιρία, χωρίς καμία αποζημίωση για τα εταιρικά τους μερίδια, υπόσχεση που δεν τήρησαν, με συνέπεια να παρέχεται δικαίωμα στον αναιρεσίβλητο να ζητήσει την καταδίκη τους σε δήλωση βουλήσεως, που ως έρεισμα έχει την προαναφερόμενη συμφωνία, η οποία, με βάση τα παραπάνω φέρει το χαρακτήρα προσύμβασης (προσυμφώνου) μεταβιβάσεως των εταιρικών μεριδίων τους στον αναιρεσίβλητο, η οποία προσύμβαση δεν καταργήθηκε με τη σύνταξη του από 24.11.2016 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης - κωδικοποίησης του καταστατικού της ως άνω εταιρίας, δεδομένου ότι τέτοια παραδοχή δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αντίθετα μάλιστα γίνεται δεκτό ότι το από 24.11.2016 συμφωνητικό συντάχθηκε σε εκτέλεση του πρώτου όρου του από 7.10.2016 συμφωνητικού, ο οποίος όρος ήταν και ο μόνος που υλοποιήθηκε, η δε τροποποίηση του καταστατικού συνιστούσε την αφετηρία ενάρξεως της προθεσμίας για την άνω δήλωση του αναιρεσείοντος.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το δεύτερο σκέλος του οποίου ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παράβαση των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 166 ΑΚ, 949 ΚΠολΔ και 252, 261 παρ. 1 του Ν. 4072/2012, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το ζήτημα της υποχρέωσης αποχωρήσεως του αναιρεσείοντος από την άνω ομόρρυθμη εταιρία, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχει περίπτωση καταδίκης του αναιρεσείοντος σε δήλωση βουλήσεως αποχώρησης από την εταιρία, χωρίς αποζημίωση.

Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο α) ότι, δυνάμει του από 7-10-2016 ιδιωτικού συμφωνητικού αναβίωσης ομόρρυθμης εταιρίας, οι διάδικοι συμφώνησαν την αναβίωση και επαναλειτουργία της ως άνω εταιρίας, β) ότι, την ίδια ημέρα (7.10.2016), συντάχθηκε μεταξύ των εταίρων και έτερο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν προσθέτως ότι μετά την επαναλειτουργία της εταιρίας, οι εταίροι θα προβούν στην τροποποίηση και κωδικοποίηση του καταστατικού και ότι εντός μηνός από την τροποποίηση του καταστατικού και την κατάθεσή του στο επιμελητήριο Ρεθύμνου, οι εταίροι Μ.

Μ. και Γ. Μ. αναλαμβάνουν τη δέσμευση όπως με εξώδικη δήλωσή τους, που θα απευθύνεται προς την εταιρία και τους λοιπούς εταίρους, δηλώσουν την οικειοθελή αποχώρησή τους από την εταιρία, χωρίς καμία αποζημίωση για τα εταιρικά τους μερίδια, γ) ότι, σε εκτέλεση του πρώτου όρου του άνω συμφωνητικού, συντάχθηκε το από 24.11.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης - κωδικοποίησης του καταστατικού της ως άνω εταιρίας, με το οποίο άλλαξε η επωνυμία της εταιρίας και ορίστηκε εκπρόσωπος, διαχειριστής, διευθυντής και εκκαθαριστής της εταιρίας ο αναιρεσίβλητος, δ) ότι, παρότι παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον του ενός μηνός από την τροποποίηση του καταστατικού και την κατάθεσή του στο επιμελητήριο Ρεθύμνου, οι Μ.

Μ. και Γ. Μ. δεν δήλωσαν εγγράφως την οικειοθελή τους αποχώρηση από την εταιρία, όπως δεσμεύτηκαν να κάνουν με το από 7.10.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό, και ε) ότι, εφόσον οι Μ. Μ. και Γ. Μ. αρνούνται να δηλώσουν οικειοθελώς της αποχώρησή τους από την εταιρία, χωρίς καμία αποζημίωση για τα εταιρικά τους μερίδια, πρέπει να καταδικαστούν σε δήλωση βουλήσεως αποχώρησης από την ομόρρυθμη εταιρία, χωρίς αποζημίωση.

Όλες δε οι περί του αντιθέτου συναφείς αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθόσον: 1) δεν υπάρχει ανεπαρκής αιτιολογία ως προς το χαρακτηρισμό του άνω συμφωνητικού ως προσυμφώνου, καθόσον, ανεξαρτήτως της μη δημοσίευσής του, τον χαρακτηρισμό αυτό αιτιολογούν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι με ρητό όρο του οι εταίροι Μ.

Μ. και Γ. Μ. ανέλαβαν τη δέσμευση να δηλώσουν, με εξώδικη δήλωσή τους, που θα απευθύνεται προς την εταιρία και τους λοιπούς εταίρους, την οικειοθελή αποχώρησή τους από την εταιρία, χωρίς καμία αποζημίωση για τα εταιρικά τους μερίδια, δέσμευση που δεν τήρησαν, 2) δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την έξοδο του εταίρου, καθόσον ρητά διαλαμβάνεται ότι ο αναιρεσείων ανέλαβε συμβατικά την υποχρέωση αποχωρήσεως από την εταιρία, η μη τήρηση της οποίας μπορεί να εξαναγκασθεί με καταδίκη του σε δήλωση βουλήσεως, και 3) δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι στη συνέχεια καταρτίσθηκε η από 24.11.2016 εταιρική σύμβαση και της παραδοχής ότι εξακολούθησε να ισχύει το από 7.10.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό, καθόσον ρητά διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη ότι το από 24.11.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης - κωδικοποίησης του καταστατικού της ως άνω εταιρίας συντάχθηκε σε εκτέλεση του πρώτου όρου του από 7.10.2016 συμφωνητικού, το οποίο έτσι εξακολούθησε να ισχύει ως προς τον μη τηρηθέντα δεύτερο όρο του.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος ή υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α' ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα.

Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή. Αντίθετα, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 315/2021, ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 314/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1.

Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της. Ειδικότερα, μέσω του παρόντος λόγου ελέγχονται και τα όρια του παραδεκτού της μεταβολής της βάσης της αγωγής (ΑΠ 579/2019, ΑΠ 309/2011, ΑΠ 2078/2009).

Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση (ολΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 1208/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, καθόσον ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος βάσισε την αγωγή του στο από 7.10.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό περί αναβίωσης της ομόρρυθμης εταιρίας και όχι στο δεύτερο συμφωνητικό, το οποίο προσκόμισε με τις προτάσεις του, προβαίνοντας έτσι σε απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής του.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα στοιχεία εκείνα (τρόπος και χρόνος), από τα οποία να προκύπτει ότι ο θεμελιωτικός αυτού (λόγου) ισχυρισμός περί απαράδεκτης μεταβολής της βάσης της αγωγής του αναιρεσίβλητου, παραδεκτώς είχε προταθεί στην έκκλητη δίκη, ούτε ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του νόμου.

Σε κάθε περίπτωση, με την ένδικη αγωγή του ο αναιρεσίβλητος εξέθετε, όπως προαναφέρθηκε, στην μεν 2η παράγραφο αυτής ότι με το από 7-10-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε μεταξύ όλων των εταίρων, η αναβίωση και επαναλειτουργία της εταιρίας με το ισχύον πριν την καταγγελία καταστατικό, στην δε επόμενη 3η παράγραφο ότι με το από 7-10-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκαν επί πλέον, μεταξύ των εταίρων α) ότι αμέσως μετά την επαναλειτουργία της εταιρίας, οι εταίροι θα προβούν στην τροποποίηση και κωδικοποίηση του καταστατικού και διαχειριστής, εκπρόσωπος και εκκαθαριστής θα ορισθεί ο Α.

Μ., β) ότι εντός μηνός από την τροποποίηση του καταστατικού και την κατάθεσή του στο Γ.Ε.Μ.Η., οι εταίροι Μ. Μ. και Γ. Μ. αναλαμβάνουν τη δέσμευση με εξώδικη δήλωσή τους που θα απευθύνεται προς την εταιρία και τους λοιπούς εταίρους να δηλώσουν την οικειοθελή αποχώρησή τους από την εταιρία χωρίς καμία αποζημίωση, και γ) ότι οι ίδιοι εταίροι οφείλουν να μεταβιβάσουν στην εταιρία, εντός τριών μηνών, τα ποσοστά τους στις αναφερόμενες διηρημένες και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες.

Επικαλούμενος δε περαιτέρω ότι οι άνω εταίροι δεν τήρησαν την δέσμευση που ανέλαβαν με τον άνω δεύτερο όρο, ζήτησε να καταδικασθούν στη σχετική δήλωση βουλήσεως. Με βάση τα παραπάνω είναι σαφές ότι ο αναιρεσίβλητος θεμελιώνει την αγωγή του στην κατάρτιση του από 7.10.2016 ιδιωτικού συμφωνητικού, στο οποίο περιλήφθηκαν οι άνω τρεις όροι, χωρίς να αναφέρει ότι αυτό είναι ίδιο με το αναφερθέν στην προηγούμενη παράγραφο, υπό την αυτή ημερομηνία, ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αποφασίσθηκε η αναβίωση και επαναλειτουργία της εταιρίας.

Σε κάθε περίπτωση, με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προσκόμισε (ο αναιρεσίβλητος) και τα δύο συμφωνητικά και διευκρίνισε ότι με το πρώτο συμφωνητικό αποφασίσθηκε η αναβίωση και επαναλειτουργία της εταιρίας, ενώ με το δεύτερο συμφωνήθηκαν οι άνω τρεις όροι, μεταξύ των οποίων και η αποχώρηση των εναγομένων εντός μηνός από την τροποποίηση και κωδικοποίηση του καταστατικού τα ίδια δε επικαλέσθηκε και με την ασκηθείσα έφεσή του.

Τούτο, όμως, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη, κατ` άρθρ. 224 ΚΠολΔ, και άρα απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αλλά απλώς διευκρίνιση και συγκεκριμενοποίηση των αγωγικών ισχυρισμών που αποτελούσαν τη βάση αυτής, που δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής.

Επομένως, δεχόμενο το Εφετείο ότι την 7.10.2016 συντάχθηκε μεταξύ των εταίρων και έτερο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν προσθέτως τους άνω όρους, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, αφού η αγωγή στηρίζονταν πράγματι στο εν λόγω δεύτερο από 7.10.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως παραδεκτώς διευκρινίσθηκε από τον αναιρεσίβλητο τόσο πρωτοδίκως όσο και με την ασκηθείσα έφεσή του.

Ως εκ τούτου, σε κάθε περίπτωση, ο σχετικός πιο πάνω τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά την διάταξη του άρθρου 460 ΚΠολΔ "Κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό. Τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια".

Κατά την διάταξη δε του άρθρου 461 του ΚΠολΔ, "αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο κώδικας ποινικής δικονομίας".

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 463 του αυτού Κώδικα "όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για την πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι".

Η τελευταία αυτή διάταξη είναι ενταγμένη στο κεφάλαιο της αποδείξεως και συνιστά, ενόψει της θέσεως της, κανόνα της αποδεικτικής μόνον διαδικασίας, ο εισαγόμενος δε με αυτή περιορισμός τείνει στην ανατροπή της στρεψοδικίας και της παρελκύσεως της εκκρεμούς δίκης (Ολ. ΑΠ 23/1999). Eνόψει τούτων, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 463 Κ.Πολ.Δ αναφέρεται είτε σε δημόσια είτε σε ιδιωτικά έγγραφα, είτε αυτά προσκομίζονται προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη, αρκεί ο ισχυρισμός περί πλαστότητας να προβάλλεται κατ` ένσταση ή με παρεμπίπτουσα αγωγή.

Ο κατ' ένσταση δε προβαλλόμενος ισχυρισμός, χωρίς την προσκομιδή των αποδεικτικών της πλαστότητας εγγράφων και την αναφορά του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πλαστογραφία (αρ. 461), των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 401/2019, ΑΠ 2247/2014, ΑΠ 914/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, με τις από 7.5.2019 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, προέβαλε για πρώτη φορά την ένσταση πλαστότητας του επίμαχου από 7.10.2016 ιδιωτικού συμφωνητικού κατονομάζοντας ρητά ως πλαστογράφο τον αναιρεσίβλητο.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένσταση αυτή ως απαράδεκτη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Εν προκειμένω, ο α' εφεσίβλητος - εναγόμενος, με τις προτάσεις του ενώπιον του εφετείου, καταγγέλλει για πρώτη φορά το από 7.6.11 (ενν. 7.10.2016) ιδιωτικό συμφωνητικό ως πλαστό, κατονομάζει δε ως πλαστογράφο τον εκκαλούντα - ενάγοντα.

Ο ισχυρισμός αυτός νόμιμα μεν προβάλλεται το πρώτον στην παρούσα στάση της δίκης, καθόσον η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο και δη στον εκκαλούντα, πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον ο α' εφεσίβλητος ουδόλως προσκομίζει έγγραφα που να αποδεικνύουν την πλαστότητα του εγγράφου, ούτε αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύεται η πλαστότητα, ισχυρίζεται δε εντελώς αόριστα ότι πρόκειται να υποβάλει έγκληση κατά του εκκαλούντος, για το αδίκημα της πλαστογραφίας, ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα, χωρίς όμως να έχει μέχρι σήμερα προβεί σε οποιαδήποτε σχετική ενέργεια".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες δικονομικές διατάξεις ως προς την ένσταση περί πλαστότητας του επίμαχου από 7.10.2016 ιδιωτικού συμφωνητικού, η οποία πράγματι ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω της παραλείψεως του αναιρεσείοντος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, στοιχεία που πρέπει σε κάθε περίπτωση να επικαλείται και προσκομίζει ο ενιστάμενος, ώστε να είναι δυνατή η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης πλαστότητας του εγγράφου.

Επομένως, ο τέταρτος και τελευταίος λόγος της αίτησης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, ο αναιρεσείων, που χάνει τη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Ιουνίου 2020 αίτηση του Μ. Μ. για αναίρεση της με αριθ. 16/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ