Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability where drunk driving caused the crash.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment in a traffic accident case. The court found that the defendant driver's drunkenness was a direct cause of the accident and that the First Instance Court correctly applied the law regarding the causal link between intoxication and liability. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 42(1) of Law 2696/1999 and 17(1)(c) of Law 3557/2007; Driving under the influence of alcohol constitutes a violation that, when proven, establishes a causal link to the accident, and appellate courts cannot overturn factual findings based on common sense unless they misinterpret the law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1656 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1656/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας ζημιών με την επωνυμία "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαρούδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Χ. του Π. και 2) Π. Χ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Κατσαφάρου - Χιντζίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1777/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 42 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 43 παρ. 2 του ν. 2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.
Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/L) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου".
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδάφ. γ' του ν. 3557/2007, η ισχύς του οποίου άρχισε, κατ' άρθρ. 18 του νόμου αυτού, από 14-5-2007, με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 100/τ.Α'/14-5-2017), καταργήθηκε η Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/τ. ΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β στο π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), το οποίο ορίζει, στην πρώτη παράγραφό του, ότι: 1.
Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α'), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος..., γ) από αυτοκίνητο όχημα, του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.
Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, που απαρτίζουν, περιοριστικά πλέον, τους τρεις (3) λόγους εξαίρεσης από την ασφάλιση, αποτελούν λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του με την επισήμανση ότι επιτρέπεται με τη σύμβαση ασφάλισης να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων αυτών, και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη, κατ' άρθρ. 6β παρ. 2 του ίδιου π.δ/τος (ΑΠ 1877/2017, ΑΠ 474/2017).
Από το συσχετισμό μεταξύ τους των τριών περιπτώσεων εξαίρεσης σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος προβλέπει την ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας, ως μιας περαιτέρω προϋπόθεσης για τη συγκρότηση των λόγων εξαίρεσης, μόνο στις περιπτώσεις β' και γ', όχι όμως και στην περίπτωση α', δηλαδή στην πρόκληση ατυχήματος από οδηγό που στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί (ΑΠ 474/2017, ΑΠ 352/2017, ΑΠ 71/2017).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του π/δ/τος 237/1986, ο όρος που περιλήφθηκε στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες προξενούμενες σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του πιο πάνω άρθρου 42 του ΚΟΚ, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι η παράβαση του ασφαλιστικού αυτού όρου από τον ασφαλισμένο συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου ατυχήματος (ΑΠ 809/2017, ΑΠ 847/2015, ΑΠ 158/2015, ΑΠ 564/2014).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 560 αριθμ. 1 και 6 ΚΠολΔ (που ταυτίζονται ουσιαστικά με τους αντίστοιχους λόγους των αριθμών 1 και 19 από το άρθρ. 559), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του ίδιου νόμου, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...
Η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς" (αριθμ.1) και "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αριθμ. 6).
Συγκεκριμένα: 1) Ως προς τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 560 αριθμ.1 ΚΠολΔ: Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και 2) Ως προς τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ: Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, γι' αυτό, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 21/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ. 6 ΚΠολΔ - διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητα και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ίδιου Κώδικα), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [...Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, δυνάμει του υπ' αριθ. 2...1/0008 ασφαλιστηρίου συμβολαίου της, που συνήψε στην … και συγκεκριμένα στις εγκαταστάσεις της έδρας της στην οδό ...
με τον πρώτο εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα, κύριο του υπ' αριθ. κυκλοφ. ...6 ΙΧΕ αυτοκινήτου (αντισυμβαλλόμενο-λήπτη της ασφάλισης), ανέλαβε την κάλυψη της αστικής ευθύνης του ιδιοκτήτη, κατόχου και του οδηγού του ανωτέρω αυτοκινήτου αναφορικά με ζημιές που τυχόν θα προκαλούντο σε τρίτους από την κυκλοφορία του.
Η ασφαλιστική αυτή σύμβαση είχε διάρκεια έξι (6) μήνες, άρχιζε την 29.1.2011 και έληγε την 29.7.2011 και το ασφάλιστρο προσδιορίστηκε στο ποσό των 233 ευρώ, το οποίο αυτός και κατέβαλε. Η ασφαλιστική αυτή σύμβαση συμφωνήθηκε ότι θα διέπεται από τους γενικούς και ειδικούς όρους της, οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα αυτής και περιλαμβάνονται σε ειδικό φυλλάδιο, το οποίο συνοδεύει το ασφαλιστήριο και παραδόθηκε στον αντισυμβαλλόμενό της, ο οποίος έλαβε γνώση αυτών και τους αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα χωρίς ουδέποτε να εναντιωθεί σε αυτούς.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 11 περ. 3 των κατά τα ανωτέρω γενικών όρων δεν καλύπτονται με το οικείο ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν από οδηγό, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων του νόμου, ήτοι κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του ΚΟΚ.
Στις 7.3.2011 και περί ώρα 01:15 βραδινή, ο δεύτερος των εναγομένων και ήδη εκκαλών Π. Χ. οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλοφ. ...6 ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Σ. Χ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων από αυτοκινητικά ατυχήματα στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία "..." (όπως τροποποιήθηκε η επωνυμία της ασφαλιστικής εταιρίας "..."), κινούμενος επί της Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου στην Αθήνα και επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας αυτής, με κατεύθυνση προς το Παναθηναϊκό Στάδιο.
Μπροστά από το όχημα αυτό, κινείτο στην ίδια λωρίδα ομόρροπα το υπ' αριθ. κυκλοφ. ...5 ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Α. Γ., οδηγούμενο από τον E. C.. To τελευταίο όχημα ενεργοποίησε εγκαίρως τον δείκτη κατεύθυνσης δεξιά (φλας), προσεγγίζοντας το σημείο όπου στα δεξιά της οδού βρίσκεται ο χώρος στάθμευσης "...", προκειμένου να εισέλθει εντός αυτού και μείωσε σταδιακά την ταχύτητά του.
Από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει υπό τις επικρατούσες συνθήκες, καθώς το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό λόγω βροχόπτωσης, ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη εκκαλών επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματός του στο οπίσθιο μέρος του οχήματος που προηγείτο, λόγω δε της σφοδρότητας της σύγκρουσης το όχημα αυτό κινήθηκε προς τα δεξιά και προσέκρουσε με μεγάλη δύναμη με το μπροστινό μέρος του στον τοίχο της περίφραξης του προαναφερομένου χώρου στάθμευσης.
Για την ανωτέρω σύγκρουση και τις επελθούσες από αυτήν συνέπειες, αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη εκκαλών οδηγός, ο οποίος κινείτο με αυξημένη ταχύτητα που υπερέβαινε τα 70 χλμ/ώρα, δεν τηρούσε την απαραίτητη απόσταση από το προπορευόμενο όχημα και δεν είχε εποπτεία του οχήματός του ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους κατάλληλους χειρισμούς με αυτό, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 και 7, 20 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 3542/2007 και ισχύει.
Ουδεμία συνυπαιτιότητα του οδηγού του προπορευομένου οχήματος υφίσταται, απορριπτομένης ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της σχετικής ένστασης συνυπαιτιότητας, καθώς αυτός απομείωσε σταδιακά την ταχύτητά του ως όφειλε και ενεργοποίησε τον δείκτη κατεύθυνσης (φλας), ο δε ισχυρισμός του δεύτερου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος περί μη ενεργοποίησης του φλας δεν κρίνεται πειστικός, αφού δεν αναφέρεται στις από 7.3.2011 και 9.3.2011 υπεύθυνες δηλώσεις ατυχήματος που συνέταξε, όπου απλώς αναγνωρίζει την αποκλειστική του υπαιτιότητα για τη σύγκρουση.
Κατόπιν δε εξωδικαστικού συμβιβασμού, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη κατέβαλε στην ιδιοκτήτρια του ΙΧΕ Α. Γ. το συνολικό ποσό των 14.340 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της ολικής καταστροφής του οχήματος, καταβάλλοντος σε αυτήν 14.250 ευρώ ως αξία του οχήματος μείον τα σώστρα πλέον 92,25 ευρώ για τη δαπάνη μεταφοράς και κατά στρογγυλοποίηση το ανωτέρω συνολικό ποσό.
Ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη εκκαλών οδηγός, βρέθηκε να έχει καταναλώσει αλκοόλ, το οποίο μετρήθηκε με χρήση συσκευής αλκοολόμετρου σε 0,37 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα κατά την πρώτη μέτρηση και σε 0,38 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα κατά τη δεύτερη μέτρηση, ήτοι τιμές ανώτερες της επιτρεπομένης με την υπ' αριθ. 57/23.3.2009 ΚΥΑ των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης τιμής των 0,25 χιλιοστών του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα.
Όμως αυτή η μικρή υπέρβαση του ορίου κατανάλωσης αλκοόλ, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επισυμβάν ατύχημα, αφού δεν προκύπτει ότι απομείωσε την αντιληπτική ικανότητα του οδηγού, ούτε υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος της μέθης με την αμελή οδηγική συμπεριφορά, που επέφερε το ατύχημα.
Συνεπώς δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση η εξαίρεση της ασφαλιστικής σύμβασης, ώστε η πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος να μην καλύπτεται από την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, για να τύχει εφαρμογής ο όρος της ασφαλιστικής σύμβασης περί εξαίρεσης από την κάλυψη του ατυχήματος για το λόγο ότι ο υπαίτιος οδηγός βρίσκεται υπό την επήρεια μέθης, πρέπει η παράβαση αυτού του ασφαλιστικού βάρους να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, προϋπόθεση που δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει εν προκειμένω.
Η ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας ισχύει ρητά εκ του νόμου στο ζήτημα της μέθης και η απαλλαγή του ασφαλιστή δεν επέρχεται μόλις διαπιστωθεί η μέθη, αλλά εφόσον συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους και του τροχαίου ατυχήματος. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν δικαιούται η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη να διεκδικήσει αναγωγικά από την εναγομένη τα ποσά που κατέβαλε στην ιδιοκτήτρια του οχήματος που υπέστη υλικές ζημιές και κατ' ακολουθίαν η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη τόσο κατά του οδηγού, όσο και κατά του ιδιοκτήτη του οχήματος, ανεξαρτήτως εάν ο τελευταίος γνώριζε για τη μέθη του πρώτου όταν αυτός ανέλαβε την οδήγηση...].
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε, όπως έχει προεκτεθεί, ως Εφετείο, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 22-10-2013 έφεση των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων κατά της πρωτόδικης 1777/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει διαφορετικά ως προς το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της "μέθης" και του ζημιογόνου αποτελέσματος, την οποία και εξαφάνισε και, ακολούθως, κρατώντας και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένδικη, από 11-1-2012 αγωγή (αναγωγή) της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων.
Κρίνοντας, έτσι, το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε, ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας απόφασης, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το επίμαχο αυτό ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι της ύπαρξης ή όχι αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της διαπιστωμένης "μέθης" του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου - ήδη δεύτερου των αναιρεσιβλήτων (και, κατ' ακρίβεια, της επίδρασης αυτής στην οδηγική συμπεριφορά του) και της πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, όπως αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, μόνη η διαπίστωση της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος, πέρα του επιτρεπόμενου ορίου, δεν αρκεί για την κατάφαση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης αυτής και του ατυχήματος και, συνακόλουθα, για την παραδοχή ότι υπάρχει εξαίρεση από την ευθύνη του ασφαλιστή, αλλά απαιτείται και η συνδρομή αιτιώδους συνάφειας.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, δεν υπάρχει ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών, ούτε αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του δικαστηρίου ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, που κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος της πρόκλησης του ατυχήματος, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 και 7, 20 παρ. 1 του ν. 2696/ 1999 (ΚΟΚ), τελούσε υπό την επήρεια μέθης ("...βρέθηκε να έχει καταναλώσει αλκοόλ, το οποίο μετρήθηκε με χρήση συσκευής αλκοολόμετρου σε 0,37 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα κατά την πρώτη μέτρηση και σε 0,38 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα κατά τη δεύτερη μέτρηση..."), κατά την οδήγηση του ...6 ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ότι αυτός έβαινε, σε ώρα νυκτερινή, μέσα σε κατοικημένη περιοχή, με αυξημένη ταχύτητα 70 χιλιομέτρων ανά ώρα (αντί της επιτρεπόμενης των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα), σε οδό, της οποίας το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό εξαιτίας βροχόπτωσης, ότι δεν είχε την εποπτεία του οχήματός του και δεν τηρούσε την απαραίτητη απόσταση από το προπορευόμενο, στην ίδια (δεξιά) λωρίδα κυκλοφορίας (με κατεύθυνση προς το Παναθηναϊκό Στάδιο), ...5 ΙΧΕ αυτοκίνητο, στο οποίο, τελικά, επέπεσε με σφοδρότητα, αν και ο οδηγός του τελευταίου E. C., προτιθέμενος να στρίψει δεξιά, είχε έγκαιρα ενεργοποιήσει τον δεξιό δείκτη κατεύθυνσης (φλας) και είχε μειώσει σταδιακά την ταχύτητά του και της παραδοχής του για ανυπαρξία αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μέθης του οδηγού - δεύτερου αναιρεσιβλήτου και της επίδρασης αυτής στην οδηγική συμπεριφορά του (αν ληφθεί υπόψη και η μικρή υπέρβαση του ορίου κατανάλωσης αλκοόλ) και, άρα, ούτε στην πρόκληση του ατυχήματος, διότι τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αξιολογήθηκαν από το δικαστήριο ως ικανά να θεμελιώσουν αμελή οδηγική συμπεριφορά του πιο πάνω οδηγού και, ως εκ τούτου, άλλωστε, αυτός και κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση της σύγκρουσης, όχι όμως και ικανά να θεμελιώσουν αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της οδήγησης αυτού υπό την επήρεια οινοπνεύματος και του αποτελέσματος που επήλθε (πρόκληση του ατυχήματος και των συνεπειών του), το οποίο θα είχε συμβεί, έστω και αν ο συγκεκριμένος οδηγός τελούσε σε κατάσταση νηφαλιότητας (χωρίς την επίδραση οινοπνεύματος).
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα. Κατά τα λοιπά, είναι απαράδεκτες οι αιτιάσεις για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας που αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης, κατά τις οποίες, κατ' εκτίμηση όσων αναφέρονται στο αναιρετήριο, παρά την παραδοχή από το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την αμελή οδηγική συμπεριφορά του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και τη διαπιστωμένη μέθη του, εν τούτοις, εσφαλμένα στη συνέχεια δέχθηκε ότι η συμπεριφορά αυτή του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την οδήγηση του αυτοκινήτου υπό μέθη, παραβιάζοντας έτσι τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η υπό μέθη οδήγηση αυτοκινήτου επηρεάζει την εν γένει ικανότητα του οδηγού να οδηγεί με ασφάλεια, δηλαδή προκαλεί σ' αυτόν χαλαρότητα, έλλειψη νηφαλιότητας, ελάττωση των αντανακλαστικών, υπερεκτίμηση των οδηγικών του ικανοτήτων και δυνατοτήτων και, επομένως, αδυναμία του να οδηγεί με σύνεση και συνεχώς τεταμένη την προσοχή, να ασκεί επί του οχήματός του πλήρη έλεγχο, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και να λαμβάνει συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, προκειμένου να ρυθμίζει την οδηγική του συμπεριφορά ανάλογα με τις συνθήκες αυτές.
Και τούτο, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις, ως προς την παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία των κρίσιμων πιο πάνω κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όπως απαιτείται για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου αναίρεσης (ΑΠ 158/2015).
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Ιουλίου 2017 και με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 500059/24-7-2017 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της 21/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ