Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and lack of violation of presumption of innocence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece rejected the appeal filed on July 20, 2015, against civil judgments regarding a traffic accident. The appellants argued that the lower court failed to align its findings with the criminal conviction's presumption of innocence, but the court found these grounds too vague and unsupported by specific facts. Consequently, the appeal was declared inadmissible for lacking necessary detail and failing to demonstrate a violation of the presumption of innocence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 552, 554, 556, 558, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be specific and grounded in a violation of the presumption of innocence, which requires a clear link between the civil judgment's findings and the criminal court's ruling on innocence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1656 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1656/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ν. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Ε. Σ. συζ. Σ. Μ., κατοίκου ..., 4) Ζ. συζ. Ν. Μ., κατοίκου ..., 5) Ι. Μ. του Σ., κατοίκου ... και 6) Σ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Καραμπά
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 2) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στις … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κρίκο, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κρίκο, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4135/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4348/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 12-9-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20-7-2015 αιτήσεως για αναίρεση των αποφάσεων 4348/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και της 4135/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου συζητεί πρώτα για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν διαπιστώσει ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή απορρίπτει αυτήν και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 539/2014). Περαιτέρω, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης διακρίνονται σε θετικές και αρνητικές. Θετικές προϋποθέσεις είναι α) η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης σε αναίρεση (άρθρ. 552, 554 Κ.Πολ.Δ.), β) άσκηση αυτής από πρόσωπο νομιμοποιούμενο προς τούτο (άρθρ. 556, 558), γ) θεμελίωσή της σε ένα τουλάχιστον λόγο αναίρεσης (άρθρ. 566 § 1), δ) η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον διάδικο που την ασκεί και ε) η τήρηση ορισμένου τύπου και προθεσμίας για την άσκησή της, ενώ αρνητικές προϋποθέσεις είναι α) η άσκηση αυτής για πρώτη φορά (άρθρ. 555), β) η μη αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) η μη παραίτηση του διαδίκου από την τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1486/2014).
Από το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή, κατά τύπους, η έφεση και απορριφθεί κατ'ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ'ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη. Η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεση γίνεται, κατ'άρθρο 566 παρ. 2 ΠολΔ, στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. (ΑΠ 901/2013, ΑΠ 617/2014).
Στην προκειμένη υπόθεση με την κρινόμενη από 20-7-2015 (αρ.κατ…./2015) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ'αρ. 4348/2014 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και η υπ'αρ. 4135/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκαν με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη Σύμβαση Ασφάλισης αυτού (αρ.681Α ΚΠολΔ).
Με την υπ'αρ. 4348/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η από 15-3-2012 (αρ.κατ. …/2013) έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων- συγγενών του θύματος, κατά της πρωτόδικης ως άνω απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 9-9-2009 (αρ.κατ..../2009) αγωγή, ως προς τους 3η έως 6° των εναγόντων και ήδη 3η έως 6° αναιρεσείοντες, διότι δεν προέκυπτε η συγγενική τους ιδιότητα με το θύμα και είχε γίνει δεκτή η αγωγή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τους 1° και 2° ενάγοντες και ήδη 1° και 2° των αναιρεσειόντων.
Όπως όμως προκύπτει από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, με το οποίο προσβάλλονται οι αποφάσεις του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ,η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 20-7- 2015 μόνον στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και έλαβε αριθμό κατάθεσης .../2015. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ως δικόγραφο) και αυτεπαγγέλτως, διότι δεν κατατέθηκε και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (αρ. 566 παρ.2 σε συνδ. 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ) σύμφωνα με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρονται.
Εκτός τούτου, μετά την απόρριψη της έφεσης κατ'ουσίαν η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση και συνεπώς και εκ του λόγου αυτού η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται απαράδεκτα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης. Αντίθετα, η αίτηση αναίρεσης ασκείται παραδεκτά κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της υπ'αρ. 4348/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών- προσβαλλόμενη- και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ ιδίαν λόγων αυτής (αρ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης ,που επισκοπούνται παραδεκτά (αρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε αρχικά για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 7-4-2016 με αριθμό πινακίου …, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (αρ. 568 παρ.2 - 4 ΚΠολΔ),κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο (αρ.226 παρ.4 ΚΠολΔ) για την σημερινή δικάσιμο.
Εξάλλου, από την υπ'αρ. .../22-6-2016 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Γ. Κ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του 1ου έως 5ου των αναιρεσειόντων Αλέξανδρο Καραμπά (βλ.
το υπ'αρ. …/10-11-2015 ειδικό πληρεξούσιο της συμβ/φου Αθηνών, Γ. Κ.) η αίτηση αναίρεσης κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ'αρ. 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην 2η αναιρεσίβλητη, ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ... ΟΕ, για να παραστεί στη συζήτηση αυτής κατά την αρχική δικάσιμο (7-10-2016). Περαιτέρω από τα πρακτικά της ανωτέρω αρχικής δικασίμου προκύπτει ότι η 2η αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, στην αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο.
Επίσης, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, η 2η αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία, δεν εμφανίστηκε εκ νέου, αν και έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά τα ανωτέρω, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ'αρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν μόνο οι λοιποί διάδικοι.
Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδ.τελευταίο, σε συνδ. 226 παρ.4 ΚΠολΔ η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει μεταξύ των παρισταμένων ως άνω λοιπών διαδίκων και παρά την απουσία της απολειπομένης 2ης αναιρεσίβλητης, ομόρρυθμης εταιρείας.
Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ'άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ'άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου. Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ'αυτού (αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι της ασκήσεως της αναιρέσεως), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του. Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του) είναι απαράδεκτος, εκτός αν εγκριθεί εκ των υστέρων από τον ήδη ενήλικο, ως δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 1166/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο 5ος αναιρεσείων, Ι. Μ., εγγονός του θύματος, του οποίου τη γονική μέριμνα ως ενάγοντος ασκούσαν οι γονείς του, ήδη 1ος και 3η των αναιρεσειόντων, παραστάθηκε ατομικά και συνεχίζει τη δίκη στο δικό του όνομα, διότι ,όπως δηλώνει στο αναιρετήριο, ενηλικιώθηκε πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκείται παραδεκτά από τον 5° αναιρεσείοντα, ατομικά, ο οποίος συνεχίζει την αναιρετική δίκη παραδεκτά στο όνομά του.
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της. Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Με το άρθρο 62 του ν.4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Ολ.
Α.Π. 7/2008, 39/2005 9/2003) και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι* αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται, είτε δεν παρίστανται κατ' αυτήν, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικο τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους.
Αντιθέτως, σε περιπτώσεις απλής ομοδικίας ισχύει η ως άνω ρύθμιση της διάταξης του β' εδαφίου της παραγράφου 3 (ΑΠ 586/2014, ΑΠ 240/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης όλοι οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Καραμπά δια του οποίου παραστάθηκαν. Εξάλλου, από το προαναφερόμενο ειδικό πληρεξούσιο με αρ. …/10-11-2015 της συμ/φου Αθηνών Γ. Κ., προκύπτει ότι ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος αποδεικνύει την ρητή προς αυτόν πληρεξουσιότητα μόνο του 1ου έως και του 5ου των αναιρεσειόντων, ενώ αντιθέτως, δεν αποδεικνύει ρητή πληρεξουσιότητα προς αυτόν και του 6ου αναιρεσείοντα, Σ. Μ..
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη, ο 6ος αναιρεσείων θεωρείται δικονομικά απών, πλην όμως δεν θα εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ ,ως προς αυτόν, αλλά πρέπει να κηρυχθεί η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απαράδεκτη ως προς αυτόν και λόγω της δικονομικής σχέσης της απλής ομοδικίας που τον συνδέει με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, ως ζημιούμενος από την ίδια αδικοπραξία του τροχαίου δυστυχήματος (αρ.74 ΚΠολΔ σε συνδ. 489 ΑΚ) , πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς τον 6° αναιρεσείοντα και να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που παρίστανται και εκπροσωπούνται νόμιμα από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος του 6ου αναιρεσείονται και υπέρ των παρισταμένων στη δίκη 1ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων, δεν ορίζεται διότι η απόφαση αυτή ως προς τον 6° αναιρεσείοντα δεν είναι οριστική ,διότι δεν τέμνει τελειωτικά τη διαφορά της δίκης (ΑΠ ολ. 4/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ845/2012, ΑΠ174/2015, ΑΠ198/2015, ΑΠ1351/2011, ΑΠ479/2009, ΑΠ465/1988).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ198/2015, ΑΠ1987/2007).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των αρθ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 140/2010,πρβλ.
επίσης ΑΠ49/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας και κυρίως συνυπαιτιότητας του 1ου αναιρεσιβλήτου οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι αποκλειστικά υπαίτια για το θανάσιμο τραυματισμό της, ήταν η πεζή, στενή συγγενής τους, μητέρα του 1ου και 2ου των αναιρεσειόντων, πενθερά της 3ης και 4ης τούτων και γιαγιά του 5ου αναιρεσείοντα.
Επίσης, με τον συναφή 4° επικουρικό λόγο αποδίδεται η ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε την αξίωση των αναιρεσειόντων - συγγενών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης αποκλείοντας τη συνυπαιτιότητα του 1ου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου, σύμφωνα με τη σχετική ένσταση που είχαν υποβάλει οι αναιρεσείοντες στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφεραν στο Εφετείο με λόγο έφεσης.
Οι ανωτέρω λόγοι της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αόριστοι, εφόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αριθμητικά ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικά, εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του έλλειψη αιτιολογίας, αντίφαση ή ανεπάρκεια, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ ολ. 20/2005).
Σε κάθε περίπτωση όμως, εάν ήθελε υποστηριχθεί ότι οι παραβιασθείσες ουσιαστικές η διατάξεις περί υπαιτιότητας-συνυπαιτιότητας, αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά περιγράφονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφιβολία και συνεπώς, οι σχετικοί 1ος και 4ος επικουρικός λόγοι είναι ορισμένοι και παραδεκτοί (αρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ) πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Πιο συγκεκριμένα από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά: ... "Στις 13-9-06 και περί ώρα 09.20, στην Καισαριανή, ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας, το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΦ τετραξονικό φορτηγό αυτοκίνητο, κυριότητας της δεύτερης εναγόμενης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες και σωματικές βλάβες στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κινείτο, στην οδό Εθνικής Αντιστάσεως, με κατεύθυνση από την λεωφόρο Κατεχάκη προς την οδό Υμηττού. Η οδός Εθνικής Αντιστάσεως είναι οδός διπλής κατευθύνσεως, πλάτους 7,20 μέτρων του ρεύματος πορείας προς την οδό Υμηττού, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και είναι ευθεία με ελαφρά ανωφέρεια - κατωφέρεια ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, όπως καθορίζεται με σχετική πινακίδα και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική.
Ο ως άνω πρώτος εναγόμενος κινείτο με μικρή ταχύτητα ήτοι με 35 χιλιόμετρα ανά ώρα όπως προέκυψε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και δη τον προσκομιζόμενο ταχογράφο, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων που περιλαμβάνονται στην από 13-9-2006 έκθεση αυτοψίας του AT Καισαριανής σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Την ίδια στιγμή στο πεζοδρόμιο της ως άνω οδού στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 69 και δη στο παρακείμενο του ως άνω ρεύματος αυτής (προς την οδό Υμηττού) πεζοδρόμιο, δηλαδή δεξιά σε σχέση με την πορεία του πιο πάνω φορτηγού αυτοκινήτου, κινείτο η πεζή Α. Μ., ηλικίας 84 ετών (γεν. το έτος 1922) η οποία και επιχείρησε ανέλεγκτα να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα του εν λόγω ρεύματος, ώστε να μεταβεί στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Στο ανωτέρω σημείο δεν υπάρχει διάβαση για τους πεζούς ενώ εξάλλου και σε απόσταση τριάντα (30) περίπου μέτρων υφίσταται διάβαση πεζών και φωτεινοί σηματοδότες που στη στιγμή εκείνη η ένδειξη τους ήταν πράσινο σταθερό φως για τα οχήματα που κινούνταν στο ρεύμα αυτό της Εθνικής Αντιστάσεως όπως το όχημα του πρώτου εναγομένου.
Η ως άνω πεζή κατήλθε στο οδόστρωμα ανάμεσα από σταθμευμένα κατά σειρά αυτοκίνητα στο άκρο δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων, της οδού αφού θα μπορούσε να αντιληφθεί την κίνηση του φορτηγού και να αναμείνει τη διέλευση του και παρεμβλήθη αιφνιδίως στη πορεία του ως άνω φορτηγού το οποίο ήδη βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση από αυτή με αποτέλεσμα να παρασυρθεί από τον εμπρόσθιο δεξιό τροχό του φορτηγού αυτοκινήτου και να συρθεί επτά (7) περίπου μέτρα.
Ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του φορτηγού, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί έγκαιρα την πεζή λόγω μεγάλου ύψους και όγκου του φορτηγού σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η πεζή ήταν αδύνατη και μικροκαμωμένη και διήλθε μέσα από τα σταθμευμένα οχήματα που κάλυπταν σχεδόν το σώμα της και εντελώς αιφνίδια παρεμβλήθη στην πορεία του οδηγού του φορτηγού που βρισκόταν σε ελάχιστη απόσταση με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μην προλάβει να ακινητοποιήσει το όχημα του ή να προβεί σε κάποιο αποφευκτικό ελιγμό και ως εκ τούτου να παρασυρθεί αυτή (πεζή) από τον εμπρόσθιο δεξιό τροχό και να επέλθει ο θάνατος της από αιμορραγία σε έδαφος ακρωτηριασμού δεξιού κάτω άκρου χειρουργηθέντος προς τούτο.
Υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις αποκλειστικά υπαίτια του ένδικου ατυχήματος και του εντεύθεν θανάσιμου τραυματισμού της είναι η ίδια η ως άνω πεζή καθόσον, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από το καθήκον της να αποφεύγει συμπεριφορά που ήταν ενδεχόμενο να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία και μολονότι μετά το σημείο που βρισκόταν σε απόσταση περίπου 30 μέτρων υπήρχε διάβαση πεζών και φωτεινοί σηματοδότες, δεν χρησιμοποίησε αυτήν, αλλά κατήλθε ανέλεγκτα και αιφνίδια μέσα από τα σταθμευμένα αυτοκίνητα στο οδόστρωμα της ως άνω οδού που παρουσίαζε κανονική κίνηση οχημάτων και επιχείρησε να διασχίσει τούτο, χωρίς, επιπλέον, να βεβαιωθεί ότι δεν θα παρεμβληθεί, όπως τελικώς συνέβη, στην κυκλοφορία των οχημάτων (αρθρ. 38 παρ.4 Κ.Ο.Κ.).
Ενώ στοιχεία που να θεμελιώνουν κάποια υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, οδηγού του φορτηγού, ο οποίος κινείτο με χαμηλή ταχύτητα, δεν προέκυψαν από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού απορριπτόμενου του σχετικού λόγου εφέσεως των εκκαλούντων - εναγόντων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου άλλως περί συνυπαιτιότητας του κατά ποσοστό 95% ως αβάσιμου κατ' ουσίαν.
Ειδικότερα η ενέργεια της πεζής ήταν εντελώς αιφνίδια, διερχόμενη από τα σταθμευμένα αυτοκίνητα και μάλιστα τη στιγμή που βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από το φορτηγό ενώ δεν αποδείχτηκε ότι ο μέσος συνετός οδηγός θα μπορούσε να αντιληφθεί έγκαιρα την πεζή και να ακινητοποιήσει το όχημα του λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου όγκου και ύψους του φορτηγού και των ως άνω λοιπών περιστάσεων" ....'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο στο ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας της θανούσας, συνισταμένης στο ότι κατήλθε στο οδόστρωμα, όπου δεν υπήρχε διάβαση πεζών, ανάμεσα από σταθμευμένα κατά σειρά αυτοκίνητα χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων της οδού, αφού θα μπορούσε να αντιληφθεί την κίνηση του φορτηγού και να αναμείνει τη διέλευσή του και παρεμβλήθηκε αιφνιδίως στην πορεία του, το οποίο βρισκόταν ήδη σε πολύ μικρή απόσταση από αυτή.
Στον οδηγό δεν αποδίδει κανένα πταίσμα διότι αυτός εκινείτο με μικρή ταχύτητα, ήτοι με 35 χιλιόμετρα ανά ώρα, και δεν μπόρεσε να αντιληφθεί έγκαιρα την πεζή, λόγω του μεγάλου ύψους και όγκου του φορτηγού, σε συνδυασμό με τον γεγονός ότι η πεζή ήταν αδύνατη και μικροκαμωμένη και διήλθε εντελώς αιφνίδια μέσα από τα σταθμευμένα οχήματα που κάλυπταν σχεδόν το σώμα της και παρεβλήθηκε στην πορεία του φορτηγού, που βρισκόταν σε ελάχιστη απόσταση, με αποτέλεσμα ο οδηγός του να μην προλάβει να ακινητοποιήσει το όχημά του ή να προβεί σε κάποιο αποφευτικό ελιγμό.
Η παραδοχή αυτή είναι επαρκής και καθιστά σαφές το αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας, ... που αποτελεί άλλωστε και την προϋπόθεση για να θεμελιωθεί η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Επομένως, ο 1ος και ο 4ος επικουρικός αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Μάλιστα, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να έχει προταθεί νομίμως, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις (ΑΠ 845/2012).
Με τον 2° λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε το δεδικασμένο, που απορρέει από την αμετάκλητη ποινική απόφαση, με την οποία ο 1ος αναιρεσίβλητος - οδηγός του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου καταδικάστηκε και υποχρεώθηκε από το ποινικό δικαστήριο σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κατά ποσοστό 20% που αντιστοιχεί στο ποσοστό της συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται η καταδικαστική απόφαση, (αριθμός, ποινικό αδίκημα). Η συμπλήρωση της ως άνω αοριστίας με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων, όπου αναγράφεται το πρώτον ο αριθμός της ποινικής απόφασης δηλαδή η υπ'αρ. 2524/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, γίνεται απαράδεκτα (ΑΠ ολ. 20/2005, ΑΠ 96/2010). Εκτός τούτου ο ως άνω 2ος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος και για τον επί πλέον λόγο της μη αναφοράς στο αναιρετήριο, ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός περί παραβίασης του δεδικασμένου είχε προταθεί στο Δικαστήριο ουσίας, διότι δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 περ.γ ΚΠολΔ, έστω και αν ερευνάται αυτεπάγγελτα, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη ( ΑΠ 89/2013, ΑΠ 909/2014).Σε κάθε περίπτωση όμως, ο 2ος αναιρετικός λόγος είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού Δικαστηρίου (καταδικαστική ή αθωωτική για εγκληματικές πράξεις), αλλά οι ποινικές αποφάσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το πολιτικό Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1396/2015, ΑΠ 325/2009, ΑΠ 580/2001). Επομένως, ο 2ος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974 και κατ'ακριβή λεκτική αντιγραφή ορίζεται ότι... "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως (παρ. 1 εδ.
α'). Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του" (παρ. 2). Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι " Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο".
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος δύο διατάξεις, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. ΕΔΔΑ απόφαση της 27-9-2007 Σ.
κατά Ελλάδος σκέψη 37, ΕΔΔΑ απόφαση της 11-2-2003 R. και Υ κατά Νορβηγίας). Το τελευταίο δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου (ΑΠ 1398/2015, πρβλ.
επίσης, ΑΠ 344/2016 ΑΠ 215/2013, 1364/2011, Ολ. ΣΤΕ 1741/2015). Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013, ΑΠ 349/2014).
Με τον 3° λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως το τεκμήριο αθωότητας και την αρχή της δίκαιης δίκης που απορρέουν από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, διότι από τις παραδοχές του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της στενούς συγγενούς τους, στην πρόκληση του δυστυχήματος, δημιουργούνται υπόνοιες ή αμφιβολίες περί της ορθότητας της κρίσης της προηγούμενης ποινικής καταδικαστικής απόφασης, με την οποία ο 1ος αναιρεσίβλητος - ως κατηγορούμενος καταδικάστηκε αμετάκλητα και υποχρεώθηκε σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης υπέρ της οικογένειας του θύματος, που είχε παρασταθεί ως πολιτική αγωγή.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εξειδικεύεται η ανωτέρω ποινική απόφαση (αριθμός, αδίκημα κλπ) σύμφωνα με τα εκτεθέντα κατά την έρευνα του αμέσως προηγούμενου λόγους αναίρεσης. Άλλως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η μη εναρμόνιση των πραγματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης με εκείνες του ποινικού δικαστηρίου δεν αποτελούν παραβίαση υπό την ανωτέρω έννοια του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής της δίκαιης δίκης. Σε κάθε περίπτωση, το εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία της ποινικής απόφασης, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή και καταδίκη του 1ου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του τεκμηρίου αθωότητας και παραβίασης της αρχής της δίκαιης δίκης, που προστατεύεται από την ανωτέρω Διεθνή Σύμβαση. Επομένως και 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ.4 εδ.ε ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (αρ. 176,183 ΚΠολΔ), πλην του 6ου τούτων Σ. Μ., ως προς τον οποίο η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης έχει κηρυχθεί απαράδεκτη, στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων 1ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν κοινές προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, ενώ δεν θα περιληφθεί διάταξη δικαστικών εξόδων σε βάρος των ως άνω αναιρεσειόντων και υπέρ της 2ης αναιρεσίβλητης, διότι αυτή λόγω της ερημοδικίας της δεν υποβλήθηκε σε δικαστική δαπάνη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη ως δικόγραφο την από 20-7-2015 (αρ.κατ. .../2015) αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που αυτή στρέφεται εναντίον της υπ'αρ. 4135/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρ. 681Α ΚΠολΔ).
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τον 6° αναιρεσείοντα, Σ. Μ. του Ν. και της Ζ.
Απορρίπτει την κρινόμενη από 20-7-2015 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αρ. 4348/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρ. 681Α ΚΠολΔ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΙ
Καταδικάζει τους 1° έως και τον 5° αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων 1ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε 1800 ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ