Supreme Court dismisses appeal against bus company contract termination due to missing medical certificate, upholding lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bus company's appeal against the Regional Court's termination of the driver's contract due to a missing medical certificate. The company argued the Regional Court erred by accepting an ancillary claim of unjust enrichment without specific grounds, but the court found the primary dismissal based on the statutory requirement for a health certificate was legally sound. Consequently, the appeal was rejected, and the company was ordered to pay the driver's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 3 para. 1 lit. d) of Decree 229/1994; Art. 559 para. 8 and 9 of the Code of Civil Procedure: A contract termination based on statutory disqualification requirements is valid even if the appellate court examines an ancillary claim of unjust enrichment, provided the primary grounds are legally sufficient and the court does not violate procedural rules regarding the examination of claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1656 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Οδηγός λεωφορείου ΚΤΕΛ. Πιστοποιητικό υγείας. Έλλειψη. Ακυρότητα σύμβασης. Αποδοχές.
Το Εφετείο δεν παραβίασε, τις διατάξεις των ΠΔ 54/1998 και 246/2006, και διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Η ύπαρξη αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον από το άρ. 17 λόγο αναιρέσεως, όταν από τις αντιφάσεις δημιουργείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης. Ο λόγος από το άρθρο 559 αρ. 10 ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Το Εφετείο, το οποίο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή κατά την κυρία βάση της και στη συνέχεια ερεύνησε την επικουρική, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 του ΚΠολΔ.
Αριθμός 1656/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 5η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ... Ανώνυμη, Μεταφορική, Τουριστική και Εμπορική Εταιρία", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γκούβα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 814/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 710/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-9-2009 αίτησή της και τους από 1-9-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. δ' του π.δ, 229/1994 "Γενικός Κανονισµός Προσωπικού Κοινών Ταµείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 21 παρ. 2 και 29 του ν.δ. 102/1973 και ίσχυε από 20-8-1994 (πριν από την κατάργησή του µε το π.δ. 246/2006 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2963/2001) : "Κανείς δεν μπορεί να προσληφθεί ως τακτικός ή έκτακτος υπάλληλος του ΚΤΕΛ, εφόσον δεν έχει τα παρακάτω, γενικά και ειδικά, ανάλογα µε την περίπτωση, προσόντα .. 1.
ΓΕΝΙΚΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ ... α) ... δ) Ειδικά για τους οδηγούς, αλλά και όλο το προσωπικό κινήσεως, πρέπει να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν. Η σχετική καταλληλότητα, καθ' όλη τη διάρκεια που υφίσταται η σύμβαση εργασίας, πιστοποιείται από ιατρούς που έχουν συμβληθεί, με υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του ΙΚΑ, σύμφωνα με τα ισχύοντα, κατά περίπτωση.
Τα πιστοποιητικά ισχύουν για δώδεκα (12) μήνες από της εκδόσεώς των". Από την παραπάνω διάταξη, η οποία έχει εφαρμογή και μετά τη μετατροπή των ΚΤΕΛ σε ανώνυμη εταιρία, η οποία υποκαθιστά αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση τα ΚΤΕΛ σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους (άρθρα 1,2,3 παρ.1,6,10 του ν.2963/2001), προκύπτει ότι για την πρόσληψη του οδηγού λεωφορείου των ΚΤΕΛ απαιτείται, εκτός των άλλων, αυτός να είναι κατάλληλος από άποψη υγείας για την εργασία του.
Η καταλληλότητα του πιστοποιείται αρμοδίως από ιατρούς υπηρεσιών που έχουν συμβληθεί με το Υπουργείο Μεταφορών ή από ιατρούς του ΙΚΑ. Τα πιστοποιητικά υγείας ισχύουν για ορισμένο χρόνο και δη για 12 μήνες από την έκδοσή τους. Έτσι αν δεν εκδοθεί και δεν προσκομιστεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του υπαλλήλου (οδηγού) του ΚΤΕΛ, η σύμβαση εργασίας, ως αντικείμενη στην πιο πάνω δημόσιας τάξης διάταξη, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μη έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ ).
Αλλά και εάν κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο οδηγός δεν υποβάλλεται ανά δωδεκάμηνο στις παραπάνω ιατρικές εξετάσεις και έχει λήξει η δωδεκάμηνη ισχύς του ιατρικού πιστοποιητικού και πάλι η σύµβαση εργασίας καθίσταται άκυρη και παύει να ισχύει. Η ύπαρξη, εξάλλου, πιστοποιητικού υγείας κατά την αρχική πρόσληψη του υπαλλήλου δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής με την οποία αυτός αξιώνει οφειλόμενες αποδοχές αλλά απόκειται στον εναγόμενο εργοδότη να επικαλεσθεί κατ' ένσταση την έλλειψή του και την εντεύθεν ακυρότητα της σύµβασης.
Περαιτέρω η, κατ' άρθρο 174 ΑΚ, άκυρη σύµβαση θεωρείται, σύµφωνα µε το άρθρο 180 ΑΚ, σαν να µην έγινε και επομένως ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος να διατηρεί το μισθωτό στην εργασία του ή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της υπ' αριθ. 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26-2-1975 Ε.Σ.Ε.Ε.), επιδόματα (δώρα) εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους, βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, με απλή σχέση εργασίας.
Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από τη διατύπωση όλων αυτών των διατάξεων που σε κανένα τους σημείο δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους εργαζομένους, αλλά και από το ότι, αντιθέτως, στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της υπ' αριθ. 19040/1981 Υ.Α.
και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή για εργασιακή σχέση.
Συνεπώς και σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως εργασίας ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα (δώρα) εορτών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόµιµη αιτία από την περιουσία ή µε ζηµία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση άκυρης σύµβασης, στην οποία η παροχή πραγματοποιείται για αιτία παράνομη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε ότι ο ενάγων προσλήφθηκε το έτος 1971 από το ΚΤΕΛ ..., του οποίου καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη, µε σύµβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως εφεδρικός οδηγός σε διάφορα εντεταγμένα σ' αυτή λεωφορεία, για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της στις περιπτώσεις που ο μόνιμος οδηγός του κάθε λεωφορείου δεν θα μπορούσε να εργαστεί, αν και ήταν όμως υποχρεωμένος, κατά τη διάρκεια της εργασίας του να είναι εφοδιασμένος µε πιστοποιητικό ότι είναι κατάλληλος από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζεται να εκτελέσει, τόσο κατά την αρχική πρόσληψή του, όσο και κατά τη διάρκεια της εν γένει της εργασίας του, δεν ήταν εφοδιασμένος µε τέτοια πιστοποιητικά υγείας.
Το έτος 2002 επιμελήθηκε για πρώτη φορά της έκδοσης πιστοποιητικών υγείας και εκδόθηκαν τα από 4-10-2002, 19-4-2004 και 17-6-2005 πιστοποιητικά, τα οποία, όμως, δεν κατατέθηκαν στην εναγομένη. Έτσι, η ένδικη σύµβαση ήταν από την αρχή άκυρη και θεωρείται σα να µη έγινε και ο ενάγων συνδέεται µε την εναγομένη µε απλή σχέση εργασίας.
Δέχθηκε ακόμη ότι, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 2000 έως 30-6-2005, προσέφερε πραγματικά και προσηκόντως τις υπηρεσίες του προς την εναγομένη, ως εφεδρικός οδηγός, δεσμεύοντας προς όφελός της την ελευθερία του επαγγελματία οδηγού και τελούσε σε ετοιμότητα ανάληψης εργασίας ως οδηγός εντεταγμένων σ' αυτή λεωφορείων, αναπληρώνοντας τους τακτικούς οδηγούς για οποιοδήποτε λόγο και προς εκτέλεση οποιουδήποτε δρομολογίου, για το οποίο θα ελάµβανε σχετική εντολή από τον εργοδότη του.
Η ανάθεση υπηρεσίας δεν ήταν εκ των προτέρων χρονικά προσδιορισμένη και προγραμματισμένη, αφού εξαρτάτο και συναρτάτο µε την εμφάνιση του κωλύματος του τακτικού οδηγού ή την ανάγκη αύξησης των δρομολογίων. Και για τις ημέρες αυτές που δεν απασχολείτο πραγματικά, αλλά τελούσε απλώς σε ετοιμότητα προς παροχή των υπηρεσιών του οδηγού και η οποία εργασία κατά τις συναλλακτικές αντιλήψεις παρέχεται µόνο µε αμοιβή, ο ενάγων δικαιούται, εφόσον δεν συμφωνήθηκε συγκεκριμένο ποσό, την ειθισµένη αμοιβή, δηλαδή εκείνη που καταβάλλεται σε άλλους εφεδρικούς οδηγούς υπό τις ίδιες συνθήκες και την οποία θα κατέβαλλε η εναγομένη σε εφεδρικό οδηγό που θα είχε προσληφθεί µε έγκυρη σύµβαση εργασίας.
Ο ενάγων, κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, απασχολείτο στο ΚΤΕΛ αστικής περιοχής ... ως εφεδρικός οδηγός, πραγματοποιώντας 219 ημερομίσθια το έτος 2000, 237 ημερομίσθια το έτος 2001, 229 ημερομίσθια το έτος 2002, 215 ημερομίσθια το έτος 2003, 217 ημερομίσθια το έτος 2004 και 110 ημερομίσθια από 1-1-2005 έως 30-6-2005. Έτσι βρισκόταν σε ετοιμότητα προς παροχή υπηρεσιών ως εφεδρικός οδηγός στην εναγομένη το έτος 2000 επί 69 ημέρες, το έτος 2001 επί 128 ημέρες, που απομένουν αν από τις 365 ημέρες του έτους αφαιρεθούν οι 237 ημέρες που εργάστηκε στο ΚΤΕΛ αστικής περιοχής ..., το έτος 2002 επί 136 ημέρες που απομένουν αν από τις 365 ημέρες του έτους αφαιρεθούν οι 237 ημέρες που εργάστηκε στο ΚΤΕΛ αστικής περιοχής ..., το έτος 2003 150 ημέρες, το έτος 2004 επί 148 ημέρες που απομένουν αν από τις 365 ημέρες του έτους αφαιρεθούν οι 217 ημέρες που εργάστηκε στο ΚΤΕΛ αστικής περιοχής ...
και από 1-1-2005 έως 30-6-2005 επί 71 ημέρες που απομένουν αν από τις ημέρες αυτού του διαστήματος αφαιρεθούν οι 110 ημέρες που εργάστηκε στο ΚΤΕΛ αστικής περιοχής .... Η ειθισµένη ημερήσια αμοιβή που θα κατέβαλλε η εναγόμενη σε άλλον εφεδρικό οδηγό υπό τις ίδιες συνθήκες και µε τα ίδια προσόντα, ανερχόταν σε 16,14 ευρώ για το έτος 2000, 17,61 ευρώ για το έτος 2001, 19,08 ευρώ για το έτος 2002, 20,54 ευρώ για το έτος 2003, 22,01 ευρώ για το έτος 2004 και 23,48 για το έτος 2005.
Επομένως δικαιούται αυτός για την άνω αιτία, για το έτος 2000 1.113 Ευρώ (69 ημέρες Χ 16,04 ευρώ), για το έτος 2001 2.254,08 ευρώ(128 ημέρες Χ 17,61 ευρώ), για το έτος 2002 2.594,88 ευρώ (136 ημέρες Χ 19,08 ευρώ), για το έτος 2003 3.081 ευρώ (150 ημέρες Χ 20,54 ευρώ), για το έτος 2004 3.257,48 ευρώ (148 ημέρες Χ 22,01 ευρώ) και από 1-1-2005 έως 30-6-2005 1.667,08 ευρώ (71 ημέρες Χ 23,48 ευρώ) και συνολικά 13.967,52 ευρώ.
Επίσης δικαιούται για αποδοχές άδειας 101 ευρώ για το έτος 2000, 218 ευρώ για το έτος 2001, 256 ευρώ για το έτος 2002, 280 ευρώ για το έτος 2003 και 302 ευρώ για το έτος 2004 και συνολικά 1.157 ευρώ και για επίδομα άδειας 50 ευρώ για το έτος 2000, 109 ευρώ για το έτος 2001, 128 ευρώ για το έτος 2002, 140 ευρώ για το έτος 2003 και 151 ευρώ για το έτος 2004 και συνολικά 578 ευρώ.
Ακόμα δικαιούται για δώρο Χριστουγέννων 101 ευρώ για το έτος 2000, 218 ευρώ για το έτος 2001, 256 ευρώ για το έτος 2002, 280 ευρώ για το έτος 2003 και 302 ευρώ για το έτος 2004 και συνολικά 1.157 ευρώ και για δώρο Πάσχα 50 ευρώ για το έτος 2000, 109 ευρώ για το έτος 2001, 128 ευρώ για το έτος 2002, 140 ευρώ για το έτος 2003, 151 ευρώ για το έτος 2004 και 172 ευρώ από 1-1-2005 έως 30-6-2005 και συνολικά 750 ευρώ.
Συνολικά δε για όλες τις ανωτέρω αιτίες δικαιούται το ποσό των 17.609,52 ευρώ (13.967,52 + 1.157 + 578 + 1.157 + 750ευρώ), το οποίο θα κατέβαλε η εναγόμενη σε άλλον εφεδρικό οδηγό, που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας και απέφυγε να καταβάλει και κατά το οποίο έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος.
Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο, στη συνέχεια, μετά από την εξαφάνιση της 814/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτήν, ως προς την επικουρική βάση της και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, τις προαναφερθείσες διατάξεις και εκείνες των ΠΔ 54/1998 και 246/2006, και οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, πρώτος και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος τους, στο αναιρετήριο και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, στο δικόγραφο των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Εξάλλου, διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε και συνεπώς είναι αβάσιμος ο, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, στο δικόγραφο των προσθέτων λόγος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται όπως η επικαλούμενη αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού.
Η ύπαρξη αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον λόγο αυτό, όταν από τις αντιφάσεις δημιουργείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης. Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του έχει αντιφατικές διατάξεις στο αιτιολογικό της, καθόσον δέχθηκε ότι ο ενάγων ήταν εφεδρικός οδηγός στο Αστικό ΚΤΕΛ στο οποίο πραγματοποιούσε, ετησίως, τα ημερομίσθια που προαναφέρθηκαν, παράλληλα δε, ότι, κατά τις υπόλοιπες ημέρες του έτους(στις οποίες συμπεριλαμβάνει τις εορτές, αργίες και ημέρες της άδειας του), ήταν και στην ίδια σε ετοιμότητα, για εργασία.
Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης εντοπίζονται στο αιτιολογικό της, κατά τα λοιπά δε, διότι πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τη χωρίς όρκο εξέταση του εκκαλούντος και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντας ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, ο από τον αριθμό 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν η αναιρεσείουσα, προβαίνει σε διαφορετική εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των παραπάνω αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται η από το δικαστήριο, ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω, από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα και από το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο και 1) οι βεβαιώσεις που εκδόθηκαν από το λογιστήριο και τη γραμματεία της αναιρεσείουσας, ως προς την εμφάνιση του ενάγοντος στο σταθμό υποδοχής και τα γραφεία της και 2) η κατάθεση της λογίστριας της και πρέπει, ο, περί του αντιθέτου, τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον τέταρτο στο αναιρετήριο, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του και πρώτο στο δικόγραφο των προσθέτων, λόγο, η αναιρεσείουσα προβάλλει, αντίστοιχα, αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 9 του ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι το Εφετείο, δίχως ειδικό λόγο εφέσεως και αντίστοιχο αίτημα, δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασης του, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο µε την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε, την ένδικη αγωγή κατά την κυρία βάση της ως µη νόµιµη, λόγω της µη επίκλησης από τον ενάγοντα και της µη προσκόµισης απ' αυτόν του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ.
δ' του π.δ. 229/1994 "Γενικός Κανονισµός Προσωπικού Κοινών Ταµείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ)", πιστοποιητικού υγείας, ενώ δεν εξέτασε καθόλου την επικουρική βάση της. Η αγωγή ήταν νόµιµη, στηριζόμενη κατά την κυρία βάση της στις διατάξεις των άρθρων 648, 653 ,655, 341, 345, 346 ΑΚ, 1 παρ. 1 του ν. 1082/1982, 1 παρ. 3 της υπ' αριθ. 19040/81 Κ.Υ.Α., 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, 3 του ν.δ. 3755/1957, 2 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1346/1983, και κατά την επικουρική βάση της στις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ, 1 παρ. 1 του ν. 1082/1982, 1 παρ. 3 της υπ' αριθ. 19040/81 Κ.Υ.Α., 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, 3 του ν.δ. 3755/ 1957, 2 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1346/1983. Ήταν, επίσης, ορισμένη ως προς τον αριθμό των ημερών εργασίας που ισχυρίζεται ο ενάγων ότι βρισκόταν σε ετοιμότητα εργασίας. Το Εφετείο, το οποίο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή κατά την κυρία βάση της και στη συνέχεια ερεύνησε την επικουρική, την οποία και δέχθηκε, κατά ένα μέρος, δεν υπέπεσε στις παραπάνω πλημμέλειες, διότι, κατ' εξαίρεση του κανόνα που απαγορεύει την υπέρβαση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει την επικουρική της βάση, δίχως την υποβολή με την έφεση ειδικού παραπόνου.
Επομένως είναι αβάσιμοι οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης στο σύνολο τους. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 30-9-2009 αίτηση αναιρέσεως κατά της 710/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και τους από 1-9-2010 πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ