Legislator Case Law & Legislation
1656/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's application of paternity law due to procedural inadmissibility.

Case Number 1656/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a paternity dispute. The lower court correctly applied Article 1482 of the Civil Code by rejecting the appellant's claim based on serious doubts about paternity, as the appellant failed to prove the mother had sexual relations with him during the critical period. The court ruled that the appeal arguments were inadmissible because they challenged the lower court's substantive judgment on facts already established and questioned a non-appealable procedural ruling on the admissibility of a new claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580(4) and 562(1) of the Code of Civil Procedure; Article 1482 of the Civil Code: The Court of Appeal is bound by the Supreme Court's legal ruling on the matter of reference and cannot disagree with it; an appeal based on the claim that the Court of Appeal wrongly complied with the Supreme Court's ruling is inadmissible.

Keywords

AI generated
paternity dispute serious doubts admissibility of appeal bound lower court procedural inadmissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 580(4) of the Code of Civil Procedure
Article 562(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(18) of the Code of Civil Procedure
Article 1482 of the Civil Code
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 269 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1656 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1656/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κανελλόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., 2) Ψ2, κατοίκου ..., οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-12-1998 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4856/1999 μη οριστική και 1909/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2825/2002 μη οριστική και 7196/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 62/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε τις αποφάσεις αυτές και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 9540/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/4/2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Τέντες, ανέγνωσε την από 21/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 580 παρ. 4 και 562 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το ουσιαστικό δικαστήριο της παραπομπής δεν έχει δικαίωμα διαφωνίας με την αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλ' υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτήν ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε, διότι διαφορετικά η απόφαση του υπόκειται σε αναίρεση (άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ).

Για το λόγο αυτό η απόφασή του, κατά το μέρος που αυτή συμμορφώθηκε προς την αναιρετική, απαραδέκτως πλήσσεται με λόγο αναιρέσεως. Επομένως, λόγος αναιρέσεως στηριζόμενος σε ισχυρισμό ότι το δικαστήριο της παραπομπής κακώς συμμορφώθηκε προς την απόφαση του Αρείου Πάγου ως προς το νομικό ζήτημα που αυτή έλυσε, διότι η δοθείσα εκεί λύση είναι εσφαλμένη, είναι απαράδεκτος και γι' αυτό απορριπτέος Στην προκειμένη περίπτωση με την αναίρεση πλήττεται η 9540/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που έκανε δεκτές αγωγές των αναιρεσιβλήτων, μητέρας και τέκνου αντιστοίχως περί αναγνωρίσεως πατρότητας επί του τελευταίου.

Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ύστερα από παραπομπή της υποθέσεως στο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση με την 62/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προηγηθείσα 7196/2003 απόφασή του, με την οποία οι αγωγές είχαν κριθεί απορριπτέες, ως ασκηθείσες μετά την πάροδο της αποκλειστικής προθεσμίας που προβλέπεται από το άρθρο 1483 παρ. 1 ΑΚ.

Ειδικότερα ο Άρειος Πάγος, με την προαναφερόμενη απόφασή του, έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση η εν λόγω αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση τόσο της αγωγής της μητέρας, όσο και αυτής του τέκνου, δεν είχε παρέλθει, αφού και στις δύο περιπτώσεις η προθεσμία αυτή αρχίζει, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1483 παρ. 2 ΑΚ, όχι από τον τοκετό ή την ενηλικίωση του τέκνου, αντιστοίχως, αλλά αφότου κατέστη αμετάκλητη η απόφαση που δέχθηκε την προσβολή της πατρότητας του ίδιου τέκνου εκ μέρους του συζύγου της μητέρας.

Στη συνέχεια το Εφετείο, συμμορφούμενο, ως δικαστήριο της παραπομπής, προς την αναιρετική απόφαση ως προς το ανωτέρω νομικό ζήτημα που αυτή έλυσε, αφού έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη ότι οι ένδικες αγωγές είχαν ασκηθεί εμπροθέσμως, προχώρησε στην κατ'ουσίαν κρίση της υποθέσεως. 'Ηδη ο αναιρεσείων με τους τρεις πρώτους λόγους της αιτήσεώς του προβάλλει προς στήριξη αναιρετικών πλημμελειών εκ του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 14, αιτιάσεις οι οποίες όλες ερείδονται στην υπόθεση ότι η δοθείσα από τον 'Αρειο Πάγο ερμηνεία του άρθρου 1483 ΑΚ, την οποία και ακολούθησε το Εφετείο, είναι εσφαλμένη ως προσκρούουσα στα άρθρα 20 παρ. 1 και 21 του συντάγματος και 8 και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ακόλουθα έγγραφα ήτοι α) τις από 19/2/1996 προτάσεις του Α κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) αντίγραφο της από 21-1-1999 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων της δεύτερης αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ) την 10048/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δ) κυρωμένο απόσπασμα του Μητρώου Ασθενών του Νοσοκομείου ΚΑΤ. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα έγγραφα και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 1481 εδ. α' ΑΚ, η πατρότητα τεκμαίρεται, αν αποδειχθεί ότι αυτός, για τον οποίο προβάλλεται ισχυρισμός ότι είναι πατέρας, είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα κατά το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως. Κατά δε το άρθρο 1482 ΑΚ το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται, αν προκύπτουν σοβαρές αμφιβολίες για την πατρότητα.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Η πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα, τέλεσε νόμιμο γάμο μετά του Α στην ... στις 4-3-1976 και στις 17-6-1976, ήτοι ένα τρίμηνο περίπου από την τέλεσή του, γέννησε τη δεύτερη εφεσίβλητη -ενάγουσα Ψ2, τέκνο κατά τεκμήριο του προαναφερθέντος συζύγου της.

Ο γάμος όμως αυτός λύθηκε με διαζύγιο, δυνάμει της 3279/1980 αμετάκλητης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών λόγω ισχυρισμού κλονισμού και το ίδιο έτος (1980), η πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα τέλεσε δεύτερο γάμο νόμιμο με τον Β. Στις 2-3-2992 η δεύτερη εφεσίβλητη Ψ2, άσκησε κατά του τεκμαιρόμενου πατέρα της Α και της μητέρας της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή περί προσβολής της πατρότητας αυτού.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 8728/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία έγινε αμετάκλητη στις 15-3-1999 και η οποία δέχθηκε την αγωγή και κήρυξε την ήδη δεύτερη εφεσίβλητη - ενάγουσα μη γνήσιο τέκνο του Α. Από τότε ανετράπη το τεκμήριο καταγωγής της ενάγουσας από γάμο και αυτή περιήλθε πλέον σε θέση τέκνου γεννημένου χωρίς γάμο των γονέων του.

Οι υπό κρίση δύο αγωγές περί αναγνωρίσεως της πατρότητας του εναγομένου επί της ενάγουσας στη δεύτερη από αυτές Ψ2 κατατέθηκαν στις 21-12-1998. Η ενάγουσα στην πρώτη αγωγή Ψ1 είχε γνωρίσει τον εναγόμενο Χ από το έτος 1974 και από τότε είχαν μεταξύ τους τακτικές σαρκικές επαφές μέχρι το τέλος Ιανουαρίου 1976. Επομένως είχαν σαρκικές επαφές και κατά τον κρίσιμο χρόνο της συλλήψεως της ενάγουσας θυγατέρας της Ψ2.

Στη συνέχεια, όταν ανακοίνωσε στον εναγόμενο το γεγονός της εγκυμοσύνης της, αυτός αρνήθηκε να προχωρήσουν στη τέλεση γάμου και της πρότεινε να υποβληθεί σε άμβλωση. Αυτή, όμως, επειδή στο παρελθόν είχε μείνει άλλες δύο φορές έγκυος, από τον εναγόμενο και είχε υποβληθεί σε ισάριθμες αμβλώσεις, φοβούμενη μήπως τυχόν η τρίτη κατά σειράν άμβλωση, έθετε σε κίνδυνο την υγεία της, αρνήθηκε.

Τον μήνα Μάρτιο του 1976 ενώ βρισκόταν σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης πλέον και προ της συνεχιζόμενης αρνήσεώς του εναγομένου τέλεσε τον προαναφερθέντα πρώτο γάμο της με τον Α. Στην τέλεση αυτού του γάμου προέβη προς τον μοναδικό σκοπό να μη γεννηθεί το κυοφορούμενο εκτός γάμου. Μεταξύ τους υπήρχε σχέση απλής οικογενειακής φιλίας και στα πλαίσια αυτής της σχέσεως ο Α δέχθηκε να την παντρευτεί ώστε το κυοφορούμενο από αυτή να μη γεννηθεί ως εξώγαμο.

Ούτε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της συλλήψεώς της δεύτερης εφεσίλβητης αλλά ούτε και μετά το γάμο αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι υπήρξε ερωτική σχέση με σαρκικές επαφές μεταξύ τους. Ο γάμος τους άλλωστε λύθηκε γρήγορα με κοινή υπαιτιότητα. Στο δεύτερο γάμο η πρώτη εφεσίβλητη ενάγουσα προχώρησε επειδή είχε πλέον συνειδητοποιήσει ότι ο εναγόμενος δεν θα τελούσε ποτέ γάμο μαζί της. 'Ετσι αμέσως μετά την λύση του πρώτου γάμου της παντρεύτηκε τον Β.

Στον τελευταίο η πρώτη εφεσίβλητη δεν απεκάλυψε αμέσως την πραγματική βιολογική καταγωγή της θυγατέρας της Ψ2, φοβούμενη τις αντιδράσεις του και τον εντεύθεν κίνδυνο του κλονισμού του γάμου τους. Του απεκάλυψε το γεγονός αυτό πολύ αργότερα και τότε, με την συνδρομή και αυτού, άσκησε την ως άνω αγωγή προσβολής της πατρότητος του Α, η επί της οποίας απόφαση κατέστη αμετάκλητη, στις 15-3-1999.

Στην απόφαση περαιτέρω σημειώνεται ότι στη δίκη εκείνη η πατρότητα του Α επί της ως άνω Ψ2 αποκλείσθηκε με τρόπο επιστημονικά τεκμηριωμένο, ήτοι με ανάλυση δειγμάτων αίματος των τότε διαδίκων με τη μέθοδο D.N.A, καθώς και ότι ο εναγόμενος αρνήθηκε αδικαιολόγητα να συμπράξει στη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης που διέταξε η 4856/1999 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού δεν προσήλθε στην ορισθείσα πραγματογνώμονα - αιματολόγο - ιατρό ..., προκειμένου να γίνει ανάλυση με τη μέθοδο του DNA και να διαπιστωθεί επιστημονικά αν αυτός είναι η όχι πατέρας της Ψ2, με αποτέλεσμα η πραγματογνωμοσύνη τελικά να ματαιωθεί.

Επομένως, δέχεται το Εφετείο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 615 παρ. 1 του ΚΠολΔ, λογίζεται ότι οι ισχυρισμοί της πρώτης εφεσίβλητης - ενάγουσας ότι συνέλαβε τη δεύτερη, θυγατέρα της, από αυτόν έχουν αποδειχθεί. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι η δια της πρώτης αγωγής ενάγουσα είχε, κατά τον ίδιο κρίσιμο χρόνο, σαρκικές επαφές με τον μετέπειτα σύζυγό της Α.

Κατ'ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο έκρινε ότι η εκ του άρθρου 1482 ΑΚ ένσταση του εναγομένου περί υπάρξεως αμφιβολιών για την πατρότητά του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κρίνοντας έτσι το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1482 ΑΚ, δεχόμενο ορθώς ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ενώ εξάλλου διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον περιεχόμενο στο εν λόγω άρθρο του ΑΚ κανόνα δικαίου.

Ειδικότερα πρέπει να σημειωθεί ότι το Εφετείο δεν απαιτεί, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ως στοιχείο της βάσεως της ενστάσεως του άρθρου 1482 ΑΚ βεβαιότητα για το ότι ο εναγόμενος αναιρεσείων δεν είναι πατέρας, αντί των σοβαρών αμφιβολιών για την πατρότητα, στις οποίες αρκείται ο νόμος, αφού η παραδαδοχή του ότι "δεν αποδείχθηκε μετά βεβαιότητος" ότι υπήρξαν σαρκικές επαφές της πρώτης αναιρεσίβλητης με τον πρώτο σύζυγό της Α αναφέρεται όχι στο γεγονός της πατρότητος καθεαυτό, αλλά στο επικαλούμενο από τον εναγόμενο ως τεκμήριο γεγονός των κατά τα άνω σαρκικών επαφών.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν, μεταξύ άλλων, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 περιπτ. α του τελευταίου αυτού άρθρου, μέσα επιθέσεως και άμυνας μπορεί να προβληθούν παραδεκτά έως και τη συζήτηση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, αυτό δε ισχύει και για την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος. Η κρίση όμως του δικαστηρίου της ουσίας περί συνδρομής ή μη δικαιολογημένης αιτίας είναι κυριαρχική και ως εκ τούτου δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο.

Συνεπώς, ο έκτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο, όπως αυτός εκτιμάται, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, διότι απέρριψε ως απαράδεκτη την ενώπιόν του το πρώτον προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, κρίνοντας εσφαλμένως ότι ο επικαλούμενος λόγος της βραδείας προβολής της δεν συνιστούσε δικαιολογημένη αιτία, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού με αυτόν πλήττεται αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.4.2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 9540/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ