Legislator Case Law & Legislation
1656/2007 AI generated

1656/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1656/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιανουαρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 651/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 47/2004 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Ιανουαρίου 2006 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1656/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν.ΓπΝ/1911, 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β΄, 914 και 932 ΑΚ. προκύπτει ότι σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από τη σύγκρουση μεταξύ δύο αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη, υπαίτια (κατ' αρχήν) και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1656 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1656/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1......... και 2. ......., που ενεργούν για λογαριασμό του ανηλίκου υιού τους ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βουκελάτο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις, ο οποίος δήλωσε στη συνέχεια ότι διορθώνει το εκ παραδρομής λανθασμένα αναγραφόμενο στην αίτηση αναίρεσης όνομα της 2ης αναιρεσείουσας από "....." στο ορθό "......".

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ...... , ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Μαμαλούγκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιανουαρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 651/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 47/2004 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Ιανουαρίου 2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του 1ου εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας ανέγνωσε την από 3 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ'αριθμ. 7436/21-8-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ......, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης από 14-1-2006 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 576 ΚΠολΔ, παρότι ο αναιρεσίβλητος αυτής δεν εμφανίσθηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν.ΓπΝ/1911, 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β΄, 914 και 932 ΑΚ. προκύπτει ότι σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από τη σύγκρουση μεταξύ δύο αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη, υπαίτια (κατ' αρχήν) και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν κατεβάλλετο, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, ορθή δηλαδή εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών.

Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της επελθούσας ζημίας. Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε ότι το κατωτέρω αναφερόμενο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Την 22-5-2001 και περί ώρα 17.10 ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ΄ αριθ. ...... ΙΧΕ. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για ζημίες προς τρίτους στην εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της οδού.....

των Ιωαννίνων με κατεύθυνση την διασταύρωση της με την οδό ...... Δεξιά και αριστερά στο διπλής κατευθύνσεως οδόστρωμα της ως άνω οδού, πλάτους 7,30 μ. ευρίσκοντο σταθμευμένα ΙΧΕ αυτοκίνητα, τα οποία περιόριζαν το πλάτος της οδού κατά 3,5 μ. περίπου συνολικά. Κατά τον ίδιο χρόνο ο ανήλικος ηλικίας 9 ετών ......, οδηγώντας το ποδήλατό του, εκινείτο επί της οδού Εφύρας με κατεύθυνση την οδό Τσιφλικοπούλου, προκειμένου να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα αυτής, από εκείνο στο οποίο εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος, για να συνεχίσει την πορεία του προς το παρακείμενο επί της οδού Τσιφλικοπούλου Δημοτικό Σχολείο.

Λίγο πριν την διασταύρωση των ως άνω οδών τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν με τα εμπρόσθια μέρη τους, ήτοι το ποδήλατο επέπεσε με τον εμπρόσθιο τροχό του στο αριστερό μέρος του εμπρόσθιου προφυλακτήρα του αυτοκίνητου, με συνέπεια να υποστούν τα δύο οχήματα υλικές ζημίες και ο ανήλικος να τραυματισθεί. Υπαίτιος της συγκρούσεως των δύο οχημάτων δεν είναι ο πρώτος εναγόμενος, όπως υποστηρίζουν οι ενάγοντες με την αγωγή τους.

Τούτο διότι το ανήλικο τέκνο των εναγόντων δεν ακινητοποίησε το ποδήλατό του πριν από τη διασταύρωση των παραπάνω οδών προκειμένου να ελέγξει την κίνηση της οδού Τσιφλικοπούλου, το επί της οποίας κινούμενο όχημα του παραπάνω οδηγού είχε προτεραιότητα έναντι του ποδηλάτη που εκινείτο από αριστερά του, [βλ.

την υπ' αριθ. 2500/4/222α/18-6-2001 βεβαίωση του τμήματος τροχαίας Ιωαννίνων]. Τούτο προκύπτει από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα ....., αστυνομικού, που ήταν πεζός στο σημείο του ατυχήματος και είδε πως έγινε τούτο [κατέβαινε ένα παιδάκι με παιδικό ποδήλατο το οποίο έτρεχε και έστριψε δεξιά προς την οδό Τσιφλικοπούλου.......το ΙΧΕ πήγαινε με πολύ μικρή ταχύτητα, αμέσως το ακινητοποίησε ο οδηγός του].

Η κρίση αυτή ενισχύεται από την υπ' αριθ. 2534/11-10-2001 απόφαση του πταισματοδικείου Ιωαννίνων με την οποία ο εναγόμενος οδηγός αθωώθηκε για τις παραβάσεις των άρθρων 12 παρ.1 και 16 παρ. 1 του ΚΟΚ, καθώς και από τις από 14-6-2001 προανακριτικές καταθέσεις των γονέων του ανηλίκου, οι οποίοι είκοσι δύο ημέρες μετά το ατύχημα δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν την ποινική δίωξη του εναγομένου οδηγού για τον τραυματισμό που υπέστη το τέκνο τους.

Στη συνέχεια δέχθηκε την έφεση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε κριθεί ότι υπαίτιος αποκλειστικά του άνω ατυχήματος ήταν ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων και είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, εξαφάνισε αυτή κατά τις διατάξεις της που αφορούσαν την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε ως προς αυτή την αγωγή που άσκησαν οι αναιρεσείοντες, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του άνω γιού τους, περί επιδικάσεως σ' αυτούς, για λογαριασμό του, αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, για την περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη, που υπέστη, αντίστοιχα.

Όμως, με τις εκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, στην απόφασή του, ως προς το ζήτημα της μη συνδρομής υπαιτιότητας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση του ατυχήματος, που προεκτέθηκε έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.

Τούτο δε διότι δεν αναφέρεται σαφώς στην προσβαλλόμενη εάν ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων εκινείτο στο ρεύμα πορείας του οδοστρώματος της διπλής κατευθύνσεως οδού Τσιφλικοπούλου το οποίο προοριζόταν για την κίνηση των οχημάτων με την ίδια με αυτόν κατεύθυνση ή στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εισέρχοταν το μοτοποδήλατο, σε πόση απόσταση πριν τη διασταύρωση της πιο πάνω οδού με την οδό....

έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση και ποια απόσταση είχε διανύσει εντός της πρώτης το μοτοποδήλατο, ούτε η ταχύτητα με την οποία έβαινε και από ποια απόσταση αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων τον γιό των αναιρεσειόντων, οδηγό του μοτοποδηλάτου και ούτε αν προέβη ή ηδύνατο να προβή σε ενέργειες αποφευκτικές της σύγκρουσης (π.χ.

ελιγμό ή τροχοπέδηση οχήματός του). Επομένως είναι βάσιμος ο λόγος της αίτησης αναίρεσης (πρώτος), με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. III. Προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησης της έφεσης είναι η, κατά τους ορισμού του άρθρου 271 ΚΠολΔ, στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 524 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, έρευνα της νόμιμης κλήτευσης του απολειπόμενου διαδίκου ή της επίσπευσης της συζήτησης από τον τελευταίο για την ορισθείσα νομίμως δικάσιμο, αλλιώς είναι απαράδεκτη η συζήτηση.

Έτσι και σε περίπτωση, μη εμφάνισης του εφεσίβλητου στη συζήτηση της εφέσεως κατ' απόφασης που εκδόθηκε σε υπόθεση που δικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 ΚΠολΔ (αρθρ. 681 Α) η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρών (άρθρ. 672, 674 παρ. 2 ΚΠολΔ), εφόσον επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση ή έχει κληθεί νομίμως από τον παριστάμενο εκκαλούντα, στην έρευνα των οποίων οφείλει να προβή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.

Αν διαπιστώσει ότι τη συζήτηση επισπεύδει ο εκκαλών και αυτός δεν έχει κλητεύσει τον εφεσίβλητο ή δεν έχει κλητεύσει αυτόν νόμιμα ή εμπρόθεσμα, το εφετείο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, το Εφετείο, που επιλήφθηκε της εκδίκασης της άνω έφεσης της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και της από 15-2-2003 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της άνω πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί εν μέρει την παραπάνω αγωγή, απέρριψε ως απαράδεκτη της έφεση αυτή των αναιρεσειόντων καθόσον στρεφόταν κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων που απουσίαζε, γιατί αντίγραφο αυτής, τη συζήτηση της οποίας επέσπευσαν οι αναιρεσείοντες, δεν επιδόθηκε στον εν λόγω αναιρεσίβλητο, ενώ έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Έτσι όμως, παρά το νόμο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων ως απαράδεκτη και κατ' ακολουθία είναι βάσιμος ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης. Μετά από όλα αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε και θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

Το όνομα της πρώτης εξ αυτών από πρόδηλη παραδρομή αναγράφτηκε στο αναιρετήριο "......" αντί του ορθού ".......", όπως δηλώθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο των αναιρεσειόντων και αφού δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά της θα αναγραφεί στην παρούσα απόφαση υπό το ορθό ως άνω όνομα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 47/2004 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ