Supreme Court allows appeal against bankruptcy ruling due to insufficient income data for insolvency assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's bankruptcy ruling regarding the first appellant, N.P. and her family. The court found that the lower court failed to include essential monthly income figures and basic living expenses in its analysis. Consequently, the court could not verify whether the debtors faced a permanent inability to pay both their creditors and family needs. The appeal was granted in part, remanding the case for further proceedings to properly assess insolvency.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(2) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court must examine all relevant income and expense data to determine if a debtor is permanently unable to meet both creditor obligations and basic family needs before declaring insolvency.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1655 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1655/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Π. του Ι., συζ. Γ. Κ., 2) Γ. Κ., κατοίκων ..., 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" (πρώην "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ΑΕ"), ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" και 6) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή - ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1η και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Μπαλαφούτη, ενώ οι 3η, 4η, 5η και 6η δεν παραστάθηκαν.
Της προσθέτως, υπέρ της "ALPHA BANK", παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "Cepal Hellas", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανέστη Κωνσταντέλια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-12-2015 (αρ. εκθ. καταθ. 385/2015 και 384/2015) αιτήσεις των ήδη 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 143/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-11-2020 αίτησή του, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 12-12-2022 δικόγραφό της ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1η και 2ος των αναιρεσιβλήτων, καθώς και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των 1ης και 2ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς συζήτηση: 1) η από 23-11-2020 (αριθ. εκθ. κατ. 12/2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εκδοθείσα υπ'αριθμ. 143/2018 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείο, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και 2) η από 12-12-2022 (αριθ.
εκθ. κατ. 86/2022 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "Cepal Hellas", οι οποίες πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1152/2023).
Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022).
Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 175/2023, ΑΠ 474/2022). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017). Στη δίκη ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 259/2022, ΑΠ 488/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 23-11-2020 και με αριθμό κατάθεσης 12/2020 αίτηση αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ) προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 18-11-2022 και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησής της 60 ημέρες πριν τη δικάσιμο. Κατά την ως άνω δικάσιμο, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15-3-2024).
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη αναιρεσίβλητες, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτές δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από το επισπεύδον τη συζήτηση της αναίρεσης αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" με αριθμούς ...-2021, ...-2021, ...-2021 και ...-2021 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ε. Δ. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 18-11-2022, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ` άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, στις απολειπόμενες αναιρεσίβλητες.
Συνακόλουθα, εφόσον οι τελευταίες κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο και η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του Δικαστηρίου για τη σημερινή μετ` αναβολή δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 143/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της τρίτης εφεσίβλητης και ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης, ως προς την οποία (τρίτη εφεσίβλητη) χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που ήταν επίσης απούσα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, προφανώς από παραδρομή φέρεται ως εφεσίβλητη, καθώς δεν συμμετείχε ως πιστώτρια στην πρωτοβάθμια δίκη, ούτε είναι αναιρεσίβλητη στην παρούσα δίκη.
Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς την ανωτέρω πέμπτη αναιρεσίβλητη, περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε στις 22-11-2018, δεν επιδόθηκε, όπως επικαλείται το αναιρεσείον και δεν αμφισβητείται από τους παρισταμένους αναιρεσίβλητους (άρθρα 552,553 παρ. 1β,556,558,564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 741 και 769 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται, όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ` αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017).
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 Ν. 4335/2015 και 81 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και όπως συνάγεται από τη διάρθρωση του πραγματικού αυτών, η επέλευση των συνεπειών της άσκησης τόσο της αγωγής, όσο και της παρέμβασης, εξαρτάται από την ενέργεια και των δύο επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, λαμβανομένων σε ενότητα, ώστε η έλλειψη της επίδοσης να συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού αυτών.
Γι` αυτό, όταν δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής ή της παρέμβασης, τότε η μεν άσκηση αυτών δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο είτε κατ` ένσταση είτε αυτεπαγγέλτως, δεν υπάρχει δε κατ` αρχήν τρόπος θεραπείας της έλλειψης παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επίδοσης και βέβαια μέσα στη νόμιμη προθεσμία, διότι άλλως το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα κατά παραπομπή και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, αίρεται δε πλέον η, υπό το προϊσχύσαν του ν. 4335/2015 δίκαιο, αμφισβήτηση, αν η έλλειψη της επίδοσης της αγωγής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ή μόνον κατ` ένσταση και εφόσον επέφερε αυτή στον προτείνοντα διάδικο (δικονομική) βλάβη, που δεν μπορεί άλλως να επανορθωθεί, οπότε σε διαφορετική περίπτωση θεραπεύεται το σχετικό ελάττωμα που προκύπτει από την μη επίδοση (ΑΠ 267/2021).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του Ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του Ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στη Νέα Σμύρνη Αττικής ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "Cepal Hellas", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 22-12-2022, άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο " ALPHA BANK", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία " GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015 και την Πράξη 118/2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσίβλητη, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 30-4-2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στα Δημόσια Βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών υπ' αριθ.
πρωτοκόλλου ...-2020, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία " GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας και έχει καταχωρισθεί στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας με αριθμό ..., η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, δυνάμει της από 18-6-2021 ιδιωτικού συμφωνητικού διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του ν. 2844/2000 κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16 του Ν. 3156/2003 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στις 22-6-2022 με αρ.
πρωτοκόλλου ...-2022. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τις υπ' αριθ. ...,... και ... συμβάσεις στεγαστικού και καταναλωτικών δανείων, αντιστοίχως, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην αίτηση του ν. 3869/2010 της πρώτης αναιρεσίβλητης -καθής η πρόσθετη παρέμβαση (υπ' αριθμ.4)α.2. 4)α.3.
και 4)α.4 στην Κατάσταση Πιστωτών), που καταρτίσθηκαν με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA BANK". Η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την παρεμβαίνουσα εκθέσεις επίδοσης υπ' αριθμ. ...-2023, ...-2023, ...-2023, ...-2023 και ...-2023, επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους κατ' άρθρο 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ, τουλάχιστον εξήντα (60) ημέρες, πριν από τη δικάσιμο, ωστόσο δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε προς τον αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (ΤΠΚΔ)", καθόσον δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται ότι έχει επιδοθεί νόμιμα και προς αυτό.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, η πρόσθετη παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 εδαφ. α' και β' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (14-8-2015), [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 28-12-2015 αίτηση της αναιρεσείουσας, για την υπαγωγή της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου στις 31-12-2015, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του], ορίζεται ότι "1.
Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε γενική και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται και αποδεικνύεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Εξάλλου, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λ.π. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης• επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α` του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 539/2022, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμός 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1353/2021).
Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων των προς αυτήν χρηματικών οφειλών από άμεσο δόλο ή και από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) το ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει και οφείλει, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, γνώριζε ή προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 991/2023).
Περαιτέρω, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι, όπως προαναφέρθηκε, αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Ειδικότερα, με το άρθρο 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι: " Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.
Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όταν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, τούτο έχει ως κύρια συνέπεια ότι οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.
Επομένως, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, όπου ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, η προβολή της ένστασης από έναν πιστωτή ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων προς αυτόν χρηματικών του οφειλών από δόλο, εφόσον κριθεί βάσιμη, επάγεται την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της αίτησης του οφειλέτη, όχι μόνο έναντι του πιστωτή, που πρότεινε τη ένσταση αυτή, αλλά και έναντι των λοιπών πιστωτών, οι οποίοι δεν πρότειναν το σχετικό ισχυρισμό, ή δεν το πρότειναν κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, καθόσον η πορεία της δίκης πρέπει να είναι ενιαία για όλους τους πιστωτές και δεν νοείται διάσπασή της.
Επίσης, ενόψει της, κατά τα προεκτιθέμενα, σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας, που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη και εφόσον οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και τους άλλους, είναι δυνατόν ένας πιστωτής να προβάλει το σχετικό περί δόλου ισχυρισμό και άλλος πιστωτής να τον αποδείξει, όπως επίσης είναι δυνατό ο κατά τρόπο αόριστο προβληθείς από έναν πιστωτή ισχυρισμός περί δόλου, να συμπληρώνεται και να καθίσταται ορισμένος, με το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού, που προτείνεται από άλλον πιστωτή (ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά, που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (προκειμένου δε, περί απόφασης ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ), ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 941/2022, ΑΠ 1239/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (όπως και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559), πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλαδή που εντοπίζεται η παραβίαση και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 9/2016, Ολ ΑΠ 20/2005, Ολ ΑΠ 28/1998, Ολ ΑΠ 32/1996, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 945/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (23-11-2020), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 449/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).
Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (AΠ 1943/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 545/2021, ΑΠ 701/2020).
Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:
α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013).
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 662/2022, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 965/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 560 αριθμός 1 και 6 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 247/2024, ΑΠ 778/2022, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ' αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 634/2022, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).
Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον ίδιο στο Εφετείο με λόγο έφεσής του, ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 634/2022, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1295/2022, AΠ 999/2022, ΑΠ 609/2022), αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1290/2022, ΑΠ 717/2018), ενώ αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 983/2021, ΑΠ 416/2022, ΑΠ 81/2020).
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015, ΑΠ 168/2015).
Το κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 και 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 336/2022, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 171/2020ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 143/2018 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Με τις από 28-12-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 384,385/2015 αντίστοιχα) αιτήσεις τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου, οι αιτούντες σύζυγοι και ήδη πρώτη και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, επικαλούμενοι ότι είναι φυσικά πρόσωπα, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, ζήτησαν τη δικαστική ρύθμιση αυτών (οφειλών τους), κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της αιτούσας, κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου.
Επί των αιτήσεων αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 44/2016 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, το οποίο, αφού απέρριψε την προταθείσα, από τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές, ήτοι του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", ήδη αναιρεσείοντος, και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης, ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ακολούθως δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες τις ένδικες αιτήσεις των ήδη πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, ρύθμισε τα χρέη αυτών, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010, καθορίζοντας τις ειδικότερα αναφερόμενες μηνιαίες καταβολές προς τους πιστωτές τους, εξαίρεσε, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, από την εκποίηση την κύρια κατοικία της αιτούσας, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, με την υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωσή της το 80% της αντικειμενικής της αξίας και διέταξε την εκποίηση των αναφερομένων στο διατακτικό της ακινήτων της αιτούσας.
Κατά της ανωτέρω απόφασης η πρώτη των καθ' ων οι αιτήσεις και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία " ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", ενεργούσα αφενός για τις απαιτήσεις της ίδιας και αφετέρου για της απαιτήσεις της πρώην "ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ως καθολική διάδοχος αυτής, άσκησε την από 28-9-2017 (αριθμ.
έκθ. κατάθ. 45/2017) έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με τον τέταρτο λόγο της οποίας επανέφερε την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας -πρώτης αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμών. Την ανωτέρω, πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση, επανέφερε και το αναιρεσείον ΤΠΚΔ με τις κατατεθείσες προτάσεις του, ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 143/2018 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και αφού απέρριψε την ένσταση περί δόλου της αιτούσας - πρώτης αναιρεσίβλητης, ως κατ' ουσία αβάσιμη, κρίνοντας, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι αυτή περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, απέρριψε την έφεση της εκκαλούσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Οι αιτούντες (ήδη πρώτη και δεύτερος αναιρεσίβλητοι) είναι σύζυγοι και έχουν αποκτήσει τρία τέκνα, ηλικίας σήμερα 24,21 ετών και 16 ετών αντίστοιχα εκ των οποίων ο υιός τους Π., σπουδάζει σε πειραματικό νυχτερινό σχολείο στην Αθήνα, οπότε επιβαρύνονται οι αιτούντες με δαπάνες ενοικίου (βλ.
το προσκομιζόμενο μισθωτήριο), ενώ οι άλλοι δύο υιοί των αιτούντων εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης σε σούπερ-μάρκετ και δεν διατρέφονται από τους αιτούντες, όπως οι ίδιοι η αιτούντες ομολογούν. Ο αιτών που είναι γεννηθείς το έτος 1967, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, καθώς πάσχει από στεφανιαία νόσο τριών αγγείων με μειωμένη λειτουργικότητα αριστερής κοιλίας Κ.Ε 40% και υπολειπόμενη ισχαιμία και για την ασθένειά του αυτή κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 67% από 1-1-2014 (βλ.
την από 28-5-2015 γνωμάτευση της Διεύθυνσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας ΙΚΑ-ΕΤΑΜ). Έκτοτε λαμβάνει αναπηρική σύνταξη από τον ΟΓΑ. Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο εκκαθαριστικό του σημείωμα του οικονομικού έτους 2015, το ετήσιο εισόδημα του αιτούντος ανήλθε στο ποσό των 8.465,52 ευρώ. Η αιτούσα, η οποία είναι γεννηθείσα το έτος 1966, είναι συνταξιούχος υπάλληλος της Πολεμικής Αεροπορίας και οι συντάξιμες αποδοχές της ανέρχονται στο ποσό των 945,77 ευρώ.
Επίσης, η αιτούσα λαμβάνει πολυτεχνικό επίδομα ποσού 55 ευρώ το μήνα, καθώς και ποσό 200 ευρώ από την εκμίσθωση ενός διαμερίσματος της κυριότητάς της. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο αιτών και η αιτούσα σε χρόνο προγενέστερο από την κατάθεση των αιτήσεων (εφόσον η καθ' ης και ήδη εκκαλούσα δεν προβάλλει ισχυρισμό ότι η ανάληψη αυτών έγινε εντός του τελευταίου έτους), οι αιτούντες είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους πιστωτές όσο και ως προς τους ενέγγυους πιστωτές κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο αυτόν, με εξαίρεση τα παρακάτω εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός τους συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (άρθρο 6 παρ.3 του Ν.3869/2010).
Ειδικότερα: Α) Ο αιτών και ήδη πρώτος εφεσίβλητος οφείλει 1) στην εκκαλούσα "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK A.E." το συνολικό ποσό των 24.488,36 ευρώ και δη α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση το ποσό των 9.071,19 ευρώ, β) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση το ποσό των 1.874,45 ευρώ και γ) από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση στην οποία ενέχεται ως εγγυητής το ποσό των 13.542,72 ευρώ. 2) Στη δεύτερη των καθ'ων πιστώτρια "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" οφείλει από την υπ'αριθμ. .../2006 σύμβαση δανείου συνολικά το ποσό των 40.271,55 ευρώ ευθυνόμενος ως εγγυητής, 3) Στην τρίτη των καθ'ων η αίτηση "ΕURΟΒΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε", οφείλει το συνολικό ποσό των 19.276,97 ευρώ και δη α) από τη με αριθμό ...
σύμβαση το ποσό των 11.008,16 ευρώ και β) από την με αριθμό ... σύμβαση το ποσό των 8.259,81 ευρώ. Ακολούθως Β) η αιτούσα και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη οφείλει 1) στην εκκαλούσα "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με το διακριτικό τίτλο "ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ Α.Ε" το συνολικό ποσό των 315.435, 82 ευρώ και δη α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση το ποσό των 40.224,77 ευρώ, β) από την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση το ποσό των 13.739,49 ευρώ, γ) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση το ποσό ίων 128.535,17 ευρώ και δ) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση το ποσό των 132.936,39 ευρώ. 2) Στη δεύτερη των καθ'ων πιστώτρια " ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" οφείλει από την υπ'αριθμ. .../2006 σύμβαση δανείου συνολικά το ποσό των 40.271,55 ευρώ, 3) Στην τρίτη των καθ'ων η αίτηση "ΕUROBANK ERGASIAS A.E." οφείλει το συνολικό ποσό των 19.276,97 ευρώ και δη α) από την με αριθμό ...
σύμβαση το ποσό των 11.008,16 ευρώ και β) από την με αριθμό ... σύμβαση το ποσό των 8.259,81 ευρώ και 4) Στο τέταρτο των καθ'ων "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ Α.Ε." οφείλει από τη με αριθμό ... σύμβαση το ποσό των 8.259,81 ευρώ. Τα εισοδήματα των αιτούντων συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις, δεν τους επιτρέπουν να ανταποκριθούν στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών τους, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητάς και των οφειλών τους κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο, αλλά και το εγγύς μέλλον δεν αναμένεται να βελτιωθεί, λόγω και της οικονομικής κρίσης, η οποία μαστίζει τη χώρα τα τελευταία χρόνια και έχει πλήξει κάθε τομέα της ελληνικής αγοράς, ενώ παράλληλα οι δανειακές τους υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας.
Συνεπώς συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία των αιτούντων πληρωμής του κύριου όγκου ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τις μετέχουσες-εφεσίβλητες πιστώτριες. Πέραν αυτών, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν συντρέχει δόλια συμπεριφορά και στην περίπτωση που εξωγενείς παράγοντες, ακόμη και παράγοντες εντός της σφαίρας επιρροής του οφειλέτη, που όμως δεν μπορούσε να προβλέψει και αποτρέψει συνέτειναν στην αδυναμία πληρωμών (...).
Ένας τέτοιος παράγοντας είναι η μεταγενέστερη της κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων εντελώς απρόβλεπτη ακόμη και για τους πλέον ειδικούς οικονομική κρίση, η οποία μαστίζει τη χώρα τα τελευταία χρόνια, και έχει πλήξει κάθε τομέα της ελληνικής αγοράς, όπως αυτόν της απασχόλησης (απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας με απολύσεις άμεσες ή εξαναγκαστικές και μείωση των αποδοχών και στον ιδιωτικό τομέα), καθώς και κάθε κλάδο απασχολουμένων στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα με τη δραματική μείωση των αποδοχών και συντάξεων.
Οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης, την οποία βέβαια δεν μπορούσαν να προβλέψουν κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων, έπληξαν και τους αιτούντες, τα εισοδήματα των οποίων έχουν υποβληθεί σε μειώσεις χωρίς να υπάρχουν πλέον οι παλαιότερες ικανοποιητικές αποδοχές, το πρόβλημα δε επιτάθηκε τα τελευταία χρόνια, γεγονός που τους οδήγησε (αιτούντες) σε αδυναμία να εκπληρώσουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις, οι οποίες διογκώθηκαν λόγω και των υψηλών επιτοκίων και συνετέλεσαν στην περιέλευσή τους σε μόνιμη αδυναμία να ανταποκριθούν στην εξυπηρέτηση των δανείων τους.
Συνεπώς και εξ αυτού του λόγου συντρέχει στο πρόσωπο των αιτούντων ούτε ενδεχόμενος δόλος, αφού δεν είχαν τη δυνατότητα πρόβλεψης, κατά το χρόνο ανάληψης των χρεών τους, με βάση τα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα της εποχής, ότι θα περιέρχονταν σε τέτοια δεινή οικονομική κατάσταση ώστε να μην μπορούν να ανταποκριθεί στη εκπλήρωση των δανειακών τους υποχρεώσεων.
Αλλά και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι οι αιτούντες προέβησαν σε υπερβολικό δανεισμό δυσανάλογο της οικονομικής τους δυνατότητας και πάλι δεν μπορεί να θεμελιωθεί δόλια συμπεριφορά τους, τέτοια που να δικαιολογεί τη μη ένταξή τους στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου 3869/10, ο οποίος δεν αρκείται σε αμέλεια ακόμα και βαρεία ή συνειδητή.
Και αυτό γιατί, στο δανεισμό τους συνέβαλαν αποφασιστικά και οι μετέχουσες τράπεζες, οι οποίες παρότι γνώριζαν την οικονομική τους κατάσταση από τα οικονομικά του στοιχεία που έθεσαν υπόψη τους και πάντως ήταν ευχερής σ' αυτές ο έλεγχός τους, τα οποία μπορούσαν να ζητήσουν αρνούμενες τη χορήγηση των δανείων, όχι μόνο δεν τον απέτρεψαν, αλλά αντίθετα, υπό το κλίμα πιστωτικής ευφορίας της εποχής, με ευκολία του χορήγησαν τα παραπάνω δάνεια, προκαλώντας του την πεποίθηση και αισιοδοξία ότι θα μπορέσει να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτησή τους, και έτσι τον ενέπλεξαν σε υπερβολικό δανεισμό και σε εξάρτησή του απ' αυτόν, συμβάλλοντας σε σημαντικό βαθμό στο οικονομικό του αδιέξοδο.
Εξάλλου τα πιστωτικό ιδρύματα έχουν το εξαιρετικό προνόμιο να ερευνήσουν τις οικονομικές δυνατότητες του αιτουμένου μέσω του εκκαθαριστικού σημειώματος και των βεβαιώσεων αποδοχών, καθώς και τις λοιπές προηγούμενες δανειακές τους υποχρεώσεις ή την εν γένει οικονομική τους κατάσταση (ύπαρξη ακάλυπτων επιταγών, απλήρωτων συναλλαγματικών, κατασχέσεων κλπ) μέσω του συστήματος "Τειρεσίας".
Με τα δεδομένα αυτά μόνο ενσυνείδητη αμέλεια μπορεί να αποδοθεί στους αιτούντες για τον υπερδανεισμό τους, αν ήθελε θεωρηθεί ότι υπήρχε τέτοιος κατά το χρόνο σύναψης των συμβάσεων, την οποία ο νόμος δεν θεωρεί αρκετή για τη μη ένταξή του στις ρυθμίσεις του.
Στην προκειμένη δε περίπτωση αποδείχθηκε, κατά τα προλεχθέντα, ότι οι συνολικές οφειλές των αιτούντων προς τις μετέχουσες έχουν διαμορφωθεί σε δυσανάλογα προς τα εισοδήματά τους επίπεδα με συνέπεια την υπερχρέωσή τους, η οποία καθιστά αναγκαία τη μείωσή της ώστε να εξασφαλιστεί σ' αυτόν ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης και να μπορέσει να επανενταχθεί στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, που αποτελεί σκοπό του νόμου και εξυπηρετεί το γενικότερο συμφέρον, που υπερτερεί αυτού των πιστωτριών τραπεζών.
Εξάλλου, γι'αυτό στην υπ' αριθμ. Ζ1-199 απόφαση περί προσαρμογής της Ελληνικής Νομοθεσίας προς την οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του συμβουλίου της 23-4-2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης (ΦΕΚ 917/2010) θεσπίζεται ρητά στο άρθρο 8 η υποχρέωση από τα πιστωτικά ιδρύματα της αξιολόγησης της πιστωτικής ικανότητας του καταναλωτή, δηλαδή το εκάστοτε πιστωτικό ίδρυμα, υποχρεώνεται να αναφέρεται χαρακτηριστικά, πριν τη σύναψη της συμβάσεως να ερευνά και να αξιολογεί την πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητα του καταναλωτή, βάσει επαρκών στοιχείων κατά το προσυμβατικό στάδιο και κατόπιν έρευνας στην κατάλληλη βάση δεδομένων, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις για την εποπτεία των πιστωτικών χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Με βάση τα προαναφερόμενα συντρέχουν στο πρόσωπο των αιτούντων οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν.3869/2010 και ειδικότερα σε αυτή των άρθρων 8§2 και 9 του νόμου, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων εισοδημάτων της, των προπεριγραφέντων βιοτικών αναγκών και των περιουσιακών της στοιχείων, καθώς, όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι αιτούντες έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, η δε αδυναμία του αυτή δεν οφείλεται σε δόλο.
Συνεπώς, συντρέχει στην περίπτωση των αιτούντων μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τις πιστώτριες τράπεζες απορριπτομένου του σχετικού λόγου της εφέσεως ως ουσία αβασίμου. Παράλληλα αποδείχτηκε ότι ο αιτών είναι αποκλειστικός κύριος ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας VOLKSWAGEN, με αριθμό κυκλοφορίας ..., με έτος πρώτης κυκλοφορίας το έτος 1994 και η εμπορική του αξία εκτιμάται στο ποσό των 1.000 ευρώ. Ενόψει δε της εμπορικής του αξίας, του τύπου και της παλαιότητάς του δεν κρίνεται πρόσφορο προς εκποίηση, γιατί δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον, αλλά ούτε και να αποφέρει κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των καθ'ων πιστωτριών, λαμβάνοντας υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης αλλά της επιβαρύνσεως του αγοραστή από την καταβολή επιπλέον τελών και φόρων, και γι'αυτό και κρίνεται ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η κατ' άρθρο 9 παρ.1 και 2 του Ν.3869/2010 ως ισχύει εκποίησή του. Αποδείχτηκε ακολούθως ότι ο αιτών, εκτός του ανωτέρω οχήματος δεν διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, κινητά ή καταθέσεις).
Περαιτέρω, η αιτούσα είναι αποκλειστική κυρία ενός διαμερίσματος, εμβαδού 95,65 τ.μ, που βρίσκεται στον τρίτο πάνω από το ισόγειο όροφο της κείμενης στο Μεσολόγγι και επί της δημοτικής οδού ..., πολυκατοικίας. Το διαμέρισμα αυτό αποτελεί την κύρια κατοικία, της αιτούσης και της οικογένειάς της, καθώς μάλιστα δεν διαθέτει άλλο ακίνητο που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό αυτό.
Η αντικειμενική αξία του διαμερίσματος αυτού, το οποίο βαρύνεται με δύο διαδοχικές υποθήκες για την εξασφάλιση των υπό στοιχεία α και β απαιτήσεων της πρώτης καθ' ης πιστώτριας και ήδη εκκαλούσης, ανέρχεται στο ποσό των 53.659,65 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενη δήλωση-ΕΝΦΙΑ) και δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητο απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50%,όπως απαιτεί ο νόμος για την εκποίηση (άρθρο 9 παρ.2 εδ.α του Ν.3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 παρ.1 του Ν. 4161/2013).
Με την πρόταση εκκαθάρισης που υπέβαλε η αιτούσα ζήτησε να εξαιρεθεί από την εκποίηση το ακίνητό της αυτό, αφού αποτελεί το μοναδικό του ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. Επίσης, στα περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας περιλαμβάνεται α) ένα διαμέρισμα συνολικού εμβαδού 69 τ.μ., του ισογείου ορόφου στην ίδια ως άνω πολυκατοικία και αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 31.671 ευρώ και β) ένα διαμέρισμα συνολικού εμβαδού 69 τ.μ.
του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου και αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 35.190 ευρώ. Επίσης, η αιτούσα έχει δικαίωμα επικαρπίας ενός μικρού διαμερίσματος που βρίσκεται στον 4° όροφο της ιδίας ως άνω πολυκατοικίας, εμβαδού 25,40 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 7.448,55 ευρώ και ενός ΙΧΕ αυτοκίνητου, εργοστασίου LΑΝD ROVER, με αριθμό κυκλοφορίας ..., 1905 cc, με πρώτο έτος κυκλοφορίας το έτος 2012.
Με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα συντρέχουν στο πρόσωπο των αιτούντων οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή των άρθρων 8 παρ.2 και 9 παρ.2 Η ρύθμιση δε, των χρεών του θα γίνει, κατά πρώτο λόγο, με μηνιαίες καταβολές απευθείας στις καθ'ων πιστώτριες από τα εν γένει εισοδήματά τους, επί τριετία, που θα αρχίζει από την κοινοποίηση προς αυτούς της πρωτόδικης απόφασης, από τις οποίες θα ικανοποιηθούν οι πιστωτές (άρθρο 8παρ.2 Ν.3869/2010).
Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής κατ' άρθρο 8 παρ.2 του Ν.3869/2010, το προς διάθεση ποσό στις καθ'ων πιστώτριες της ποσό θα οριστεί για τον μεν αιτούντα στο ποσό των 150 ευρώ και για την αιτούσα στο ποσό των 250 ευρώ το μήνα, όπως ορθά έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτιμώντας τις αποδείξεις, ήτοι ποσό που βρίσκεται μέσα στις οικονομικές δυνατότητες των αιτούντων, ενόψει της ηλικίας τους, της προβλημάτων υγείας και των οικογενειακών τους υποχρεώσεων και σύμφωνα με το ποσό που αναγκάζονται οι αιτούντες να δαπανούν μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ιδίων και των ως άνω μελών της οικογένειας τους (διατροφή, ένδυση, υπόδηση, αυξημένη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, επισκευή και συντήρηση οικιακού εξοπλισμού, είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, ενημέρωση και μόρφωση, δαπάνες εστίασης, φορολογικές υποχρεώσεις κ.λ.π.), με δεδομένο το γεγονός της μη καταβολής ενοικίου, καθώς διαμένουν σε ιδιόκτητη οικία.
Εξάλλου, ο οφειλέτης που ζητεί να υπαχθεί στις ευεργετικές γι' αυτόν διατάξεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του μόνο στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα της ρύθμισης. Από τις μηνιαίες καταβολές, όμως, των αιτούντων επί μια τριετία, δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτριών τους, έτσι η ως άνω ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010, εφόσον προβάλλεται σχετικό αίτημα απ'αυτόν, σύμφωνα με το οποίο είναι υποχρεωμένο από το Δικαστήριο η εξαίρεση της κατοικίας της αιτούσας από την εκποίηση.
Θα πρέπει λοιπόν στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ.2 του Ν.3869/2010, να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας συνολικού ποσού ίσου με το 80% της αντικειμενικής της αξίας, που ανέρχεται σε 53.659, 65 ευρώ,δηλαδή το ποσό των (53.659, 65 X 80%)42.927, 72 ευρώ, στο οποίο εξαντλείται η υποχρέωσή της.
Όσον αφορά το χρόνο αποπληρωμής του ποσού αυτού, θα πρέπει να οριστεί σε δεκαπέντε (15) χρόνια, λαμβανομένων υπόψη του ύψους του χρέους που πρέπει να πληρώσει για τη διάσωση της κατοικίας της, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της. Έτσι το ποσό της κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται σε 42.927, 72: 180 (15 έτη X 12) 238,48 ευρώ, όπως ορθά το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, εφαρμόζοντας ορθά το νόμο και εκτιμώντας τις αποδείξεις.
Παράλληλα θα πρέπει να της χορηγηθεί περίοδος χάριτος τριών ετών, ώστε να μη συμπέσει η τελευταία αυτή ρύθμιση με την πιο πάνω των καταβολών τριετία και να επιβαρυνθεί με δύο μηνιαίες δόσεις με κίνδυνο να φανεί ασυνεπής στις υποχρεώσεις της. Δηλαδή η καταβολή των δόσεων για τη διάσωση της κατοικίας της αιτούσας θα ξεκινήσει την 1η εργάσιμη ημέρα του 1ου μήνα τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, θα έχει διάρκεια δεκαπέντε (15) ετών και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Ωστόσο, το υπόλοιπο ποσό των απαιτήσεων της των καθ'ων, που δεν θα καλυφθεί από τις παραπάνω ρυθμίσεις, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί και απαλλάσσεται η αιτούσα (άρθρο 11 παρ.1 του Ν.3869/2010) εφ'όσον από το νόμο δεν μπορεί να επιβληθεί άλλη υποχρέωση στην αιτούσα, υπό τον όρο, όμως της κανονικής εκτέλεσης των υποχρεώσεών του...".
Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως και πλαγίως τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, κατά τις οποίες απαραίτητη προϋπόθεση (μεταξύ άλλων) για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ως άνω Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, χωρίς δόλο (ενδεχόμενο), στοιχείο το οποίο δύναται να συντρέχει τόσο μετά την ανάληψη της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο της ανάληψής της, χωρίς να ανταποκρίνεται στο πνεύμα των ίδιων, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, η αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη.
Ότι, ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την υπό του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση και με σχετικό λόγο έφεσης της αναγκαίας ομοδίκου του τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", ότι η αιτούσα, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, περιήλθε με (ενδεχόμενο) δόλο σε αδυναμία πληρωμής, αξιώνοντας στοιχεία που δεν απαιτούνται για την στοιχειοθέτησή της, όπως η παράλειψη των τραπεζών να προβούν σε αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας των δανειοληπτών, ενώ η κρίση της αυτή στερείται και νομίμου βάσεως και, συγκεκριμένα, περιέχει ανεπαρκή αιτιολογία.
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ειδικότερα με το να απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την άνω ένσταση- η οποία παραδεκτά προτάθηκε και είναι αρκούντως ορισμένη, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της έφεσης και των από 27-9-2018 κατατεθεισών προτάσεων του αναιρεσείοντος στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στις οποίες ενσωματώνονται και οι προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως νόμιμα, σύμφωνα και με την οικεία νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλληλοσυμπληρώνονται και λαμβάνονται υπόψη συνδυαστικά μεταξύ τους [καθόσον λόγω της σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας που συνδέει τους πιστωτές της αιτούσας - οφειλέτριας και εφόσον οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομοδίκου ωφελούν και τους άλλους, είναι δυνατόν ο κατά τρόπο αόριστο προβληθείς από έναν πιστωτή ισχυρισμός περί δόλου, να συμπληρώνεται και να καθίσταται ορισμένος με το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού, που προτείνεται από άλλον πιστωτή] - και να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της πρώτης αναιρεσίβλητης αιτούσας, οι νόμιμες προϋποθέσεις του Ν. 3869/2010 για την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 "Περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 ΑΚ, διότι απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι ως άνω διατάξεις για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο της τελευταίας και συγκεκριμένα, την παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας της δανειολήπτριας, τα οποία (πρόσθετα στοιχεία) δεν ανταποκρίνονται στο πνεύμα του νόμου.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, παραβίασε και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες ανεπαρκείς και ασαφείς, ως προς ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την περιέλευση της πρώτης αναιρεσίβλητης σε αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών της υποχρεώσεων, χωρίς δικό της δόλο, οι αιτιολογίες δε αυτές δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικών διατάξεων, ενώ ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση δεν αναφέρονται: α) ο χρόνος, κατά τον οποίο η πρώτη αναιρεσίβλητη συμφώνησε και έλαβε όλα τα τραπεζικά προϊόντα, από καθένα των πιστωτικών ιδρυμάτων, συνολικού ύψους, κατά τις παραδοχές 315.435,82 ευρώ, β) τα εισοδήματα της πρώτης αναιρεσίβλητης αναλυτικά, καθ' όλα τα κρίσιμα έτη, περιλαμβανομένων και αυτών της δημιουργίας των οφειλών, γ) οι μηνιαίες δόσεις που έπρεπε να καταβάλει και δ)συμπερασματικά, η επάρκεια ή μη των εισοδημάτων της για την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων και την ταυτόχρονη κάλυψη των βιοτικών της αναγκών, προκειμένου να κριθεί ότι, αν και συμφώνησε με περισσότερους πιστωτές την απόλαυση διαφόρων τραπεζικών προϊόντων σημαντικού ύψους και δυσανάλογου προς τα μηνιαία εισοδήματά της, αλλά και τα εισοδήματα του μέσου συνταξιούχου δημοσίου υπαλλήλου και αντίστοιχης ηλικίας, δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύφος των οφειλών της, θα την οδηγούσε αργά ή γρήγορα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, οι πρώτος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι, κατά το οικείο μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι ουσιαστικά βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Περαιτέρω, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, περιήλθε σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, διέλαβε αναφορικά με το κρίσιμο αυτό ζήτημα, ανεπαρκείς αιτιολογίες με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση :α) αναφέρονται μεν τα μηνιαία εισοδήματα της πρώτης αναιρεσίβλητης και του συζύγου της, δεύτερου αναιρεσίβλητου, όχι όμως και οι βασικές, τουλάχιστον βιοτικές ανάγκες της ίδιας και της οικογένειάς της (συζύγου της και του ανήλικου τέκνου τους) και β) δεν αναφέρεται η μηνιαία δόση που έπρεπε να καταβάλει για την εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων.
Έτσι, δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων της (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες της για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν η πρώτη αναιρεσίβλητη-οφειλέτρια δεν μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, ώστε έχει περιέλθει σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, και, επομένως, πρέπει να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας νομικής σκέψη.
Κατά συνέπεια, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων της και να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη- αιτούσα.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 1150/2019). Επίσης, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδαφ.
β' του Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ: Α) Την από 23-11-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 12/23-11-2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 143/2018 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και Β) Την από 12-12-2022 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 86/22-12-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε. και δ.τ. "ALPHA BANK".
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 143/2018 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, κατά το μέρος που αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το παραπάνω μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ