Supreme Court dismisses appeal due to respondent's inaction and rejects statute of limitations defense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment, ruling that the respondent's failure to appear constituted a procedural bar. The respondent had previously argued that the statute of limitations had expired, but the court found this defense invalid because the limitation period had been interrupted and had not yet run during the relevant timeframe. Consequently, the court rejected both the procedural and substantive arguments, ordering the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 524 para. 3 of the Code of Civil Procedure; Art. 261 of the Civil Code; Art. 90 of Law 2362/1995: An appeal against a final judgment is dismissed if the appellant fails to appear, and the statute of limitations is not a valid defense if the limitation period was interrupted and had not expired at the time of the relevant legal act.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1655 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1655/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ (ΟΠΑΝΔΑ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Ιωάννας Μαραγκού και Ευγενίας Δημητροπούλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Π. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Παπαζαφειρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 829/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2731/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η αναιρεσίβλητη με την από 4-7-2017 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 598/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 2434/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεσή της ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-6-2020 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 511/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η αναιρεσίβλητη με την από 2-8-2021 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι, και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί της παραδοχής της.
Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν τους αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.
ΑΠ 16/1990, ΑΠ 344/2006). Επομένως, η από 29.6.2020 και αριθ. κατάθεσης 3765/438/29.6.2020 αίτηση αναίρεσης με την οποίαν προσβάλλεται η εκδοθείσα ερήμην του αναιρεσείοντος, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και καταστάσα τελεσίδικη υπ` αριθ. 2434/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 829/2014 πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Αθηνών, κατά το κεφάλαιό της εκείνο με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείοντος ως προς τα αιτήματα της καταβολής μισθών υπερημερίας, δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας, και το οποίο (γενόμενο δεκτό κεφάλαιο) θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1 ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). Με την υπ' αριθ. 1302/14.11.2011 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηναίων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' αρ. φύλλου 2784/2011, πριν την αντικατάστασή της με την υπ' αριθ. 27812/23088/2013 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' 1290/2013 εγκρίθηκε η συγχώνευση των Νομικών Προσώπων του Δήμου Αθηναίων "Δήμος Αθηναίων- Μουσικά σύνολα". "Πολιτισμικός Οργανισμός του Δήμου Αθηναίων" και "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων", σε ένα νέο Νομικό Πρόσωπο του Δήμου Αθηναίων με την ονομασία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ"- αναιρεσείον, το οποίο διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" και του Ν. 3852/2010 (ΟΤΑ ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου των δαπανών του κράτους, (που ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο), η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλης κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά από διετία από της γενέσεώς της.
Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου και κατ' επέκταση, με βάση τις λοιπές ως άνω διατάξεις και ως εκ τούτου κατισχύει της γενικής ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, η οποία ορίζει ότι, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του παρόντος νόμου, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006).
Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ (άρθρο 276 Ν. 3463/2006) βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατά το άρθρο 250 αρ. 6 και αρ. 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων και συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και των ΟΤΑ), η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών επιβαρύνσεων (πρβλ.
ΟλΑΠ 38/2005, ΑΠ 1052/2018).
Συνεπώς, η διάταξη αυτή που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων.
Επίσης, η άνω διάταξη δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, ενώ, εξάλλου, και από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου συνάγεται ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (ΟλΑΠ 2/2011, 31/2007, ΑΠ 1052/2018 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974).
Επιπλέον η παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως κατ` άρθρο 140 παρ. 3 ν. 4270/2014 και πριν την έναρξη ισχύος αυτού, κατ` άρθρο 94 εδ. δ` ν. 2362/1995 (ΣτΕ 4024/2010) σε αντίθεση με τη διακοπή ή αναστολή της παραγραφής που δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά απαιτείται προβολή της με αντένσταση του ενάγοντος (ΑΠ 1233/2019, 2203/2014, 1310/2009).
Εξάλλου, ο θεσμός της "εν επιδικία" παραγραφής συνιστά ειδικότερη εκδήλωση του θεσμού της παραγραφής. Η διακοπή της παραγραφής επερχόταν μέχρι σήμερα με την "έγερση" της αγωγής, χωρίς αυτή να επιφέρει αντίστοιχη αναστολή κατά τη διάρκεια της δίκης. Όριζε λοιπόν το άρθρο 261 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013, επί λέξει τα εξής (αποτελώντας μεταφορά του άρθρου 2 του Ν.
ΓΧΞ`/1910) "την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Από την τελευταία αυτή διάταξη συναγόταν ότι αν η παραγραφή διεκόπτετο με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, ομοειδής και ισόχρονη με αυτήν που είχε διακοπεί, άρχιζε σε κάθε περίπτωση - και ανεξαρτήτως από το είδος αυτής ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους - ευθύς μετά την έγερση της αγωγής και διακοπτόταν μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Έτσι, επί αξιώσεως που είχε καταστεί επίδικη, η παραγραφή στην οποία υπέκειτο μπορούσε να συμπληρωθεί κατά τη διάρκεια της επιδικίας. Ως διαδικαστική δε πράξη, που συνεπαγόταν κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ τη διακοπή της παραγραφής, εθεωρείτο κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιείχε τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και ήταν αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης.
Σύμφωνα με το σκοπό της ίδιας διάταξης, για να αρχίσει, εκ νέου, η παραγραφή, που διακόπηκε από την τελευταία διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, θα έπρεπε να είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υποθέσεως με πράξεις των διαδίκων. Τούτο δε γιατί ο θεσμός της παραγραφής της αξίωσης (ΑΚ 247 επ.) αποτελεί τη νομοθετικά προβλεπόμενη κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του και επομένως δεν ήταν νοητή η παραγραφή της αξίωσης όταν αυτός είχε ενεργήσει ότι ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μη χρειάζεται να επιχειρήσει κάτι ιδιαίτερο.
Γι` αυτό ο νόμος αναγνώριζε σοβαρούς λόγους συνεπεία των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν είχε δυσμενείς συνέπειες για τον δανειστή. Τέτοιοι λόγοι αναστολής της παραγραφής ήταν και είναι, κατ` άρθρο 255 ΑΚ, το δικαιοστάσιο, η ανωτέρω βία και ο δόλος του υποχρέου. Η παραπάνω διάταξη, όπως προαναφέρθηκε, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013.
Σύμφωνα με τη νέα διάταξη και τις παραγράφους 1 και 3 που ενδιαφέρουν την ένδικη διαφορά "1. την παραγραφή διακόπτει η άσκηση αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ` άλλον τρόπο περάτωση της δίκης 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση".
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 δεν διαφέρει από την προϊσχύουσα ρύθμιση, παρά μόνον στην αντικατάσταση του όρου "έγερση" από τον σύγχρονο όρο "άσκηση" της αγωγής. Οι συνέπειες του ουσιαστικού δικαίου εξακολουθούν να εντοπίζονται στο χρονικό σημείο της έγκυρης επιδόσεως της αγωγής, οπότε θεωρείται ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εναντίον του αγωγής.
Η σοβαρότερη διαφοροποίηση από την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ εντοπίζεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, το οποίο προβλέπει ταυτοχρόνως διακοπή και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφής, μέχρι το χρονικό σημείο εκδόσεως τελεσίδικης αποφάσεως ή περατώσεως της δίκης με άλλο τρόπο.
Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" εννοεί την επερχόμενη με οποιοδήποτε τρόπο τελεσιδικία όπως π.χ. οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρελεύσεως των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραιτήσεως από το δικαίωμα ασκήσεώς τους, αποδοχής της αποφάσεως, αποδοχή της αγωγής κλπ. Εκτός από την τελεσιδικία της αποφάσεως, προβλέπεται περαιτέρω ότι η παραγραφή αρχίζει και πάλι, όταν η δίκη περατωθεί με άλλο τρόπο, ήτοι λόγω καταργήσεως της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό (ΚΠολΔ 293), καθώς και η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα της αγωγής (ΚΠολΔ 294-297), εφαρμοζομένου επί παραιτήσεως από το δικόγραφο του άρθρου 263 ΑΚ.
Από το συνδυασμό του νέου άρθρου 261 και του άρθρου 270 ΑΚ, που παραμένει αμετάβλητο, συνάγεται σαφώς ότι η νέα παραγραφή αρχίζει την επομένη της τελεσιδικίας της αποφάσεως ή της περατώσεως της δίκης με άλλο τρόπο. Η τρίτη παράγραφος του (νέου) άρθρου 261 ΑΚ ορίζει "ότι η νέα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση".
Εξ ετέρου κατ` εφαρμογή του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει κατ`αρχήν το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, ώστε να μη θεμελιώνεται λόγος εφέσεως εξαιτίας ευνοϊκής υπέρ του εκκαλούντος νομοθετικής μεταβολής. Εξαίρεση εισάγεται, όταν ο νόμος περιέχει ρητή διάταξη ότι αυτός εφαρμόζεται στις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου δίκες, αν συγχρόνως δεν παραβιάζονται συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι δεν έχει παραγραφεί εν επιδικία η ένδικη αξίωση κατά την δημοσίευση του ν. 4139/2013, ήτοι την 20.3.2013 (ΑΠ 361/2019).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή, ενώ ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.
β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα με την έννοια της πιο πάνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι επί της από 16.9.2010 και αριθ.
κατάθ. 168684/56321/29.9.2010 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά του εναγομένου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων "ΟΠΑΝΔΑ", ΟΤΑ Α' Βαθμού, που υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ήδη καταργηθέντος "Οργανισμού Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων" και ήδη αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 829/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία εργατικών διαφορών), η οποία, κατά το μέρος, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό λόγο και ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση μετά την απόρριψη της έφεσης του εκκαλούντος- εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, λόγω της ερημοδικίας του, δέχτηκε, ότι λόγω ακυρότητας της από 19.7.2010 σιωπηρής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της εφεσίβλητης-ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, το εναγόμενο είναι υποχρεωμένο να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας για τα χρονικά διαστήματα από 25.8.2010 έως 25.10.2010 και από 23.5.2012 έως 3.6.2012, για επίδομα άδειας και δώρο Χριστουγέννων του έτους 2010, για δώρο Πάσχα, επίδομα άδειας και δώρο Χριστουγέννων του έτους 2011, για δώρο Πάσχα του έτους 2012 το συνολικό ποσό των 7.916 ευρώ, για δώρο Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα άδειας ετών 2008- 2010 το συνολικό ποσό των 5.625 ευρώ, αφού απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής εν επιδικία, με την παραδοχή ότι η παραγραφή διακόπηκε κατ' άρθρο 261 ΑΚ με την έγερση της ένδικης αγωγής στις 30.9.2010, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί στις 26.9.2012, οπότε και ματαιώθηκε, χωρίς να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, αλλά ούτε και περατώθηκε η δίκη κατά άλλον τρόπο, επανήλθε δε προς συζήτηση με κλήση, η οποία νόμιμα επιδόθηκε στις 15.4.2013, δυνάμει της 570Α/15.4.2013 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε.
Κ. και έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η ένσταση της διετούς παραγραφής των αξιώσεων της ενάγουσας για τα χρονικό διαστήματα των ετών 2006- 2007. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες και επικαλούμενες διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 261 ΑΚ και όπως, μετά την προαναφερθείσα τροποποίησή του ίσχυε, τις οποίες και εφάρμοσε, συντρεχουσών των προϋποθέσεων εφαρμογής τους.
Ειδικότερα η ένδικη υπόθεση ήταν εκκρεμής στις 20.3.2013 που τέθηκε σε ισχύ η αντικατασταθείσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, καθόσον επί των καταχθεισών σε δίκη, με την ως άνω αγωγή της αναιρεσίβλητης, ενδίκων αξιώσεών της δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση ούτε είχε περατωθεί με άλλον τρόπο η δίκη, αφού η εν λόγω αγωγή ασκηθείσα την 30.9.2010 (επίδοση με τη με αριθ. 2744Β/30.9.2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι.
Π.), προσδιορίστηκε να συζητηθεί την 26.9.2012, ημερομηνία κατά την οποίαν ματαιώθηκε η συζήτησή της και επανήλθε για συζήτηση δυνάμει της υπ' αριθ. εκθ. κατάθ. 49269/1634/2013 κλήσης, η οποία επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη την 15.4.2013 δυνάμει της με αριθ. 570Α/15.4.2013 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του πρωτοδικείου Αθηνών Ε.
Κ. για τη δικάσιμο της 16.3.2015, οπότε και συζητήθηκε. Ούτε περαιτέρω κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του άρθρου 101 παρ. 1 του ν. 4139/2013, ήτοι την 20.3.2013, είχε συμπληρωθεί η παραγραφή εν επιδικία των ενδίκων αξιώσεων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αφού από την τελευταία διαδικαστική πράξη, ήτοι την ματαίωση στις 26.9.2012 της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μέχρι την 20.3.2013 (έναρξη ισχύος του ν. 4139/2013), δεν είχε παρέλθει διετία (δεν είχε παραγραφεί εν επιδικία), και επομένως η εν λόγω υπόθεση καταλαμβάνεται ως εκκρεμής την άνω ημερομηνία (20.3.2013) από την τροποποιηθείσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ και η διακοπείσα με την άσκηση της ένδικης αγωγής παραγραφή τελούσε σε αναστολή και δεν συμπληρώθηκε εν επιδικία όπως ορθά δέχθηκε το Δικαστήριο.
Ενόψει τούτων ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κύριος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω με τον επικουρικό λόγο της αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον παραδεκτά προβληθέντα, αλλά και αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενο υπόψη, ισχυρισμό του περί διετούς παραγραφής του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης που αφορούν τα δώρα εορτών και επιδομάτων άδειας για τα έτη 2006, 2007 και έως 30.9.2008.
Ωστόσο το Μονομελές Πρωτοδικείο, η απόφαση του οποίου ενσωματώθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό, τον οποίον δέχτηκε ως βάσιμο κατ' ουσίαν εν μέρει, με τις παραδοχές, ότι "....Ακόμη το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα για δώρο Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα άδειας ετών 2008- 2010 το συνολικό ποσό των 5.625 Ευρώ......εν μέρει δεκτής γενομένης ως κατ' ουσίαν βάσιμης της ένστασης διετούς παραγραφής που πρόβαλε το εναγόμενο....." και ότι "....πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένσταση της διετούς παραγραφής αξιώσεων της ενάγουσας που πρόβαλε το εναγόμενο και δη για τα χρονικά διαστήματα των ετών 2006- 2007....".
Επομένως, ο ως άνω επικουρικός λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων.".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.6.2020 και με αριθ. κατάθ. 3765/438/29.6.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2434/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ