1655/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1655/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση που οι συνιδιοκτήτες, κατ' απόκλιση του κανονισμού, συμφωνήσουν επί θεμάτων που ρυθμίζονται σε αυτόν, χωρίς να συνταχθεί προς τούτο συμβολαιογραφικό έγγραφο και να υποβληθεί σε μεταγραφή, οπότε, ναι μεν οι συμφωνίες αυτές δεν τροποποιούν τον κανονισμό και δεν παράγουν τα οικεία αποτελέσματα, πλην όμως, αν ρυθμίζουν ενοχικές σχέσεις, ισχύουν μεταξύ των συμβαλλομένων (ΑΠ 298/2015).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1655 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1655/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Ξ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Γκάνια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. συζ. Ν. Κ., το γένος Μ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαμψίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-6-2017 αίτησή του και τους από 27-8-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση η από 12-6-2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 33/12-6-2017 αίτηση αναίρεσης και το από 27-8-2018 δικόγραφο πρόσθετων λόγων (αριθμ. κατάθεσης 71/27-8-2018) που ασκήθηκε παραδεκτά κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 ΚΠολΔ. Τα δικόγραφα αυτά πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ίδιου Κώδικα).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 εδάφ. α' και 13 παρ. 1 και 3 του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι, επί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας), δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική κυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, επί των μερών της οικοδομής, που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών, μεταξύ των οποίων (κοινών μερών) περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές παράθεση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια, οι ανελκυστήρες, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης, το ηλιακό δώμα κ.λπ.
Αν ο προσδιορισμός των κοινόχρηστων μερών δεν ορίζεται ούτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις παραπάνω αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του νόμου. Κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος, σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας, έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, καθώς και να ενεργεί επισκευές σ' αυτά, υπό τον όρο όμως ότι δεν θα παραβλάπτει τον συνήθη προορισμό τους, δεν θα παρακωλύει τη χρήση τους από τους λοιπούς ιδιοκτήτες και δεν θα μειώνει την ασφάλεια της οικοδομής.
Μπορούν, πάντως, οι οροφοκτήτες, σύμφωνα με το άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3741/1929, με ομόφωνη απόφασή τους που πρέπει να καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί να ρυθμίσουν με διαφορετικό τρόπο το δικαίωμα χρήσης επί των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών και, συγκεκριμένα, να συμφωνήσουν ότι κάποιος συνιδιοκτήτης θα έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης επί των κοινών μερών της οικοδομής και γενικότερα να κανονίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας, να καθορίσουν γενικές συνελεύσεις και να δώσουν σε καθορισμένη πλειοψηφία, που μπορεί να μεταβληθεί ανάλογα με τη σοβαρότητα των αποφάσεων που πρόκειται να ληφθούν, το δικαίωμα να λαμβάνει, προς το κοινό συμφέρον πάντοτε, κάθε απόφαση που είναι σχετική με τη συντήρηση, βελτίωση και χρήση των κοινών μερών.
Οι εν λόγω συμφωνίες συνήθως περιλαμβάνονται στον καταρτιζόμενο με κοινή συναίνεση όλων κανονισμό, χωρίς να αποκλείεται να περιληφθούν και στην ίδια τη συστατική πράξη της οροφοκτησίας. Η μεταβολή, όμως, των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και των περιορισμών της κυριότητας που έχουν κανονιστεί με τον προαναφερόμενο τρόπο, δεν είναι δυνατό να γίνει παρά κατά τον ίδιο τρόπο, όπως τούτο προκύπτει ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 3741/1929, δηλαδή με ομόφωνη απόφαση των οροφοκτητών που πρέπει να καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί (ΑΠ 92/2017, ΑΠ 298/2015, ΑΠ 1300/2014).
Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 13 παρ. 1 ν. 3741/1929 και 9 ν. 1562/1985 προκύπτει ότι η τροποποίηση της πράξης σύστασης της οροφοκτησίας και του κανονισμού της πολυκατοικίας μπορεί να γίνει α) με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί, β) με δικαστική απόφαση, όταν το ζητήσουν συγκύριοι, που αντιπροσωπεύουν το 65% και γ) με απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, που λαμβάνεται με πλειοψηφία, αν προβλέπεται τέτοια δυνατότητα από τον κανονισμό.
Αναφορικά με την τελευταία αυτή περίπτωση, είναι δυνατή η ανάθεση με τον κανονισμό στη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών του δικαιώματος τροποποίησης συγκεκριμένων όρων του κανονισμού, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και με καθορισμένη πλειοψηφία. Στην περίπτωση αυτή, και αν ακόμη η ανάθεση που γίνεται από τον κανονισμό είναι απεριόριστη, η τροποποίηση από την πλειοψηφία δεν μπορεί να θίγει δικαιώματα των (μειοψηφούντων) συνιδιοκτητών, τα οποία υφίστανται από το νόμο, τη σύσταση της οροφοκτησίας ή τον κανονισμό, διότι το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3741/1929 περιορίζει, ρητά, τα δικαιώματα που η παμψηφία μπορεί να εκχωρήσει σε ορισμένη πλειοψηφία μόνο σε αποφάσεις, οι οποίες αφορούν τη συντήρηση, βελτίωση ή χρήση των κοινών μερών και οι οποίες λαμβάνονται για το κοινό συμφέρον (ΑΠ 683/2014, ΑΠ 1681/2008).
Έτσι, δεν επιτρέπεται να τροποποιηθεί, από την πλειοψηφία των συνιδιοκτητών, ο προσδιορισμός των αδιαίρετων - κοινών μερών της οικοδομής ή η συμφωνία χρήσης αυτών και, συνακόλουθα, η τροποποίηση αυτή του κανονισμού ή της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, εφόσον έγινε χωρίς τη συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών, είναι ανίσχυρη και δεν δεσμεύει τους διαφωνούντες, ακόμη και αν περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφεί (ΑΠ 683/2014).
Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση που οι συνιδιοκτήτες, κατ' απόκλιση του κανονισμού, συμφωνήσουν επί θεμάτων που ρυθμίζονται σε αυτόν, χωρίς να συνταχθεί προς τούτο συμβολαιογραφικό έγγραφο και να υποβληθεί σε μεταγραφή, οπότε, ναι μεν οι συμφωνίες αυτές δεν τροποποιούν τον κανονισμό και δεν παράγουν τα οικεία αποτελέσματα, πλην όμως, αν ρυθμίζουν ενοχικές σχέσεις, ισχύουν μεταξύ των συμβαλλομένων (ΑΠ 298/2015).
Οι συμφωνίες αυτές, με τις οποίες κανονίζονται κατά διαφορετικό τρόπο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών οριζόντιων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα πράγματα, δημιουργούν περιορισμούς της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των πραγμάτων αυτών, από την οποία και απορρέει το δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση τους.
Οι κατ' αυτόν τον τρόπο δημιουργούμενοι περιορισμοί έχουν χαρακτήρα "δουλείας", δηλαδή, χωρίς να είναι δουλείες, κατά την έννοια των άρθρων 1118 επ., 1142 επ. και 1188 επ. ΑΚ, δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των ιδιοκτητών των οριζόντιων ιδιοκτησιών που τους συνομολόγησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων (ΑΠ 1300/2014, ΑΠ 562/2014, ΑΠ 849/2013, ΑΠ 635/2010, ΑΠ 1465/2009).
Η ρύθμιση που εισάγεται με το ν. 3741/1929, ως προς την απόκτηση και την κατάργηση ιδιαίτερων δικαιωμάτων χρήσης στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της υπαγόμενης στη ρύθμισή του ιδιοκτησίας, εναρμονίζεται προς την ιδιαιτερότητα που δεσμεύει τις κατ' όροφον ιδιοκτησίες και, προπαντός, εξυπηρετεί την ανάγκη δημιουργίας κατάστασης σταθερότητας και ασφάλειας, σε σχέση προς τα δικαιώματα των ιδιοκτητών των οριζόντιων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της κατ' ορόφους ιδιοκτησίας.
Από αυτά παρέπεται ότι οι διατάξεις αυτές, ως ειδικές, κατισχύουν των γενικών διατάξεων των άρθρων 785 επ. ΑΚ, για την κοινωνία (ΑΠ 298/2015, ΑΠ 1300/2014, ΑΠ 1681/2008). Αν ο συγκύριος υποστεί προσβολή στα δικαιώματα πού απορρέουν από την αναγκαστική συγκυριότητα στα κοινά μέρη από άλλο συγκύριο, μπορεί να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον (ΑΠ 1300/2014, ΑΠ 1090/2014, ΑΠ 151/2014).
Εξάλλου, η απαγόρευση, από τα πιο πάνω άρθρα του ν. 3741/1929, του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου πολυώροφης οικοδομής, που υπάγεται στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας του νόμου αυτού και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, να ενεργεί κατασκευές στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, οι οποίες παρεμποδίζουν τη σύγχρηση των κοινόχρηστων αυτών χώρων από τους κυρίους των λοιπών αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών, δεν αίρεται από την, κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις, νομιμοποίηση των κατασκευών αυτών και την εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση, με την πληρωμή των σχετικών προστίμων της πολεοδομικής αρχής.
Και τούτο, διότι, με τον τρόπο αυτόν, οι εν λόγω κατασκευές ούτε νομιμοποιούνται έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, ούτε παύει η παρακώλυση της ελεύθερης και απρόσκοπτης χρήσης των κοινόχρηστων πραγμάτων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες (ΑΠ 1300/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ.
α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, γι' αυτό, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Τέλος, κανόνα ουσιαστικού δικαίου με την έννοια που αναφέρεται στις παραπάνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν αποτελεί ο κανονισμός της πολυκατοικίας, ήτοι η νομική πράξη, με την οποία ρυθμίζονται δεσμευτικά για τους κυρίους των οριζόντιων ιδιοκτησιών και για τους διαδόχους τους θέματα σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία της έννομης σχέσης της οριζόντιας ιδιοκτησίας και, ειδικότερα, ρυθμίζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των οροφοκτητών τόσο υπό την ιδιότητά τους ως συγκυρίων των κοινών μερών όσο και υπό την ιδιότητά τους ως αποκλειστικών κυρίων διαμερισμάτων.
Ο κανονισμός, παρά τη δεσμευτικότητά του έναντι των συνιδιοκτητών, των διαδόχων τους κ.λπ., δεν αποβάλλει τον κατά τα άρθρα 4, 13 και 14 ν. 3741/1929 δικαιοπρακτικό του χαρακτήρα, ούτε μετατρέπεται σε κανόνα δικαίου (ΑΠ 907/2009, ΑΠ 516/2009, ΑΠ 1969/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θράκης, με την αναιρεσιβαλλόμενη 24/2017 απόφασή του που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ. 2 ΚΠολΔ - διαφορές από οριζόντια ιδιοκτησία), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε σχέση με τους αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [...Με το 1265/17-10-1980 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου … Θ.
Μ. που μεταγράφηκε νομίμως... ο Θ. Ξ....συνέστησε οριζόντια ιδιοκτησία, κατά τις διατάξεις του ν. 3741/ 1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, στην οικοδομή που επρόκειτο να ανεγερθεί σε οικόπεδο επί της οδού ..., στην …, εμβαδού 402,27 τ.μ., η οποία θα αποτελείτο από ισόγειο και τρεις ορόφους. Στο ισόγειο βρίσκονται πέντε καταστήματα, σε έκαστο από τους πρώτο και δεύτερο όροφο τέσσερα διαμερίσματα και στον τρίτο όροφο δύο διαμερίσματα.
Η ενάγουσα μαζί με τον εν διαστάσει σύζυγό της απέκτησαν κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, κατά ποσοστό 1/2 έκαστος, δυνάμει του …9/17-2-1992 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου …, που μεταγράφηκε νόμιμα..., ένα διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, με στοιχείο εσωτερικής αρίθμησης 8, καθαρής επιφάνειας 72,72 τετραγωνικών μέτρων και μικτής επιφάνειας 93,59 τετραγωνικών μέτρων με αναλογούν ποσοστό 71,49/1000 επί του οικοπέδου, των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής.
Ο εναγόμενος, με την πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και διανομής των διαιρετών χώρων, απέκτησε, μεταξύ άλλων, την κυριότητα του με αριθμό εσωτερικής αριθμήσεως 10 διαμερίσματος, καθαρού εμβαδού 67,74 τ.μ. και μικτού 87,18 τ.μ. με ποσοστό 66,60/1000 επί του οικοπέδου και των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, το οποίο συνορεύει ανατολικά με την οδό …., δυτικά με το διαμέρισμα με αριθμό 9 και εν μέρει με κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής, βόρεια με πλατεία και νότια με κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής.
Η αδελφή του Ό. με το ίδιο συμβόλαιο κατέστη κυρία του με αριθμό εσωτερικής αριθμήσεως … διαμερίσματος, του τρίτου ορόφου, καθαρού εμβαδού 78,34 τ.μ. και μικτού 100,82 τ.μ. με αναλογούν ποσοστό 77,01/1000 επί του οικοπέδου, των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, το οποίο συνορεύει ανατολικά με το διαμέρισμα με αριθμό … και εν μέρει με κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής, δυτικά με την οδό …, βόρεια με πλατεία και νότια με κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής.
Ο εναγόμενος, με το ….3/22-7-2010 συμβόλαιο πωλήσεως της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε... απέκτησε και την κυριότητα του με αριθμό 9 διαμερίσματος. Επειδή ο εναγόμενος θέλησε να συνενώσει τα δύο διαμερίσματα, η ίδια ως άνω συμβολαιογράφος συνέταξε το 26945/31-5-2014 τροποποιητικό συμβόλαιο του αρχικού με αριθμό ….5/17-10-1980 συμβολαίου συστάσεως και διανομής των οριζοντίων ιδιοκτησιών, που μεταγράφηκε...
Με το τελευταίο συμβόλαιο ορίσθηκε ότι οι δύο με αριθμό 9 και 10 οριζόντιες ιδιοκτησίες στο εξής θα αποτελούσαν μία ενιαία οριζόντια ιδιοκτησία με στοιχείο εσωτερικής αρίθμησης 9, καθαρή επιφάνεια 185,45 τ.μ., κοινόχρηστη επιφάνεια 41,92 τ.μ., μικτή κτισμένη επιφάνεια 227,37 τ.μ. με αναλογούν ποσοστό 143,61/1000 επί του οικοπέδου, των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής και η ιδιοκτησία αυτή συνορεύει ανατολικά με την οδό …., με κοινόχρηστο διάδρομο της οικοδομής και με αποθήκη επιφάνειας 9,92 τ.μ.
με στοιχείο εσωτερικής αρίθμησης Δ9, δυτικά με την οδό …., με κοινόχρηστο κλιμακοστάσιο και με κοινόχρηστο διάδρομο της οικοδομής, βόρεια με τη συμβολή των οδών ..., με την παραπάνω αποθήκη και με κοινόχρηστο κλιμακοστάσιο της οικοδομής και νότια με κοινόχρηστο διάδρομο της οικοδομής, με την παραπάνω αποθήκη και με βακουφικό κτήμα.
Παρατηρείται ότι, παρότι η πρόσθεση των επιφανειών των δύο πρώην χωριστών οριζοντίων ιδιοκτησιών (9 και 10), όπως αυτές περιγράφονται στη συστατική της οροφοκτησίας συμβολαιογραφική πράξη 1265/1980, αποδίδει (78,34 + 67,74) 146,08 τ.μ. καθαρής επιφάνειας και (100,82 + 87,18) 188 τ.μ. μικτής επιφάνειας και τα ίδια τ.μ. καθαρής και μικτής επιφάνειας αναφέρονται για τα διαμερίσματα του τρίτου ορόφου στον από Νοέμβριο 1979 πίνακα διανομής καθαρών και μικτών εμβαδών των διαμερισμάτων, που συνέταξε ο πολιτικός μηχανικός Θ.
Α. και είναι συνημμένος στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, στο τροποποιητικό συμβόλαιο η καθαρή επιφάνεια της ενιαίας πλέον ιδιοκτησίας αυξήθηκε κατά (185,45 - 146,08) 39,37 τ.μ., ενώ η μικτή επιφάνεια της αυξήθηκε ομοίως κατά (227,37 - 188) 39,37 τ.μ. Επίσης, στην περιγραφή των ορίων εμφανίζεται για πρώτη φορά μία αποθήκη, επιφάνειας 9,92 τ.μ., και απαλείφθηκε κάθε αναφορά σε σύνορο της ενιαίας πλέον ιδιοκτησίας με γενικώς κοινόχρηστους χώρους, αλλά αναφέρονται μόνον κοινόχρηστος διάδρομος, κοινόχρηστο κλιμακοστάσιο, οι οδοί και το γειτονικό οικόπεδο (βακουφικό τμήμα).
Η συστατική της οροφοκτησίας πράξη δεν καθορίζει τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους ειδικώς. Ωστόσο, σύμφωνα με τον πίνακα ποσοστών του ως άνω μηχανικού, τα 5 καταστήματα του ισογείου έχουν συνολικό καθαρό εμβαδόν 366,87 τ.μ. και μικτό 379,40 τ.μ., τα 4 διαμερίσματα του 1ου ορόφου συνολικό καθαρό εμβαδόν 288,13 τ.μ.
και μικτό 370,82 τ.μ., τα 4 διαμερίσματα του 2ου ορόφου ομοίως καθαρό εμβαδόν 288,13 τ.μ. και μικτό 370,82 τ.μ. και τα 2 διαμερίσματα του 3ου ορόφου συνολικό καθαρό εμβαδόν 146,08 τ.μ. και μικτό εμβαδόν 188 τ.μ. Δηλαδή, σύμφωνα με τον ως άνω πίνακα, στον τρίτο όροφο υπάρχει αδόμητη επιφάνεια (288,13 - 146,08) 142,05 τ.μ., η οποία είναι κοινόχρηστη.
Στις κατόψεις του 2ου και 3ου ορόφου, που συνέταξε ο ίδιος πολιτικός μηχανικός και είναι ομοίως συνημμένες στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, εμφανίζεται ο δεύτερος όροφος σε σχήμα μεταξύ Λ και Π, όπου τα δύο κάθετα σκέλη καταλαμβάνουν αντίστοιχα ένα διαμέρισμα και τα άλλα δύο διαμερίσματα είναι στο πάνω τμήμα του, προς βορρά.
Στην κάτοψη του 3ου ορόφου τα δύο διαμερίσματα 9 και 10 βρίσκονται στο πάνω οριζόντιο τμήμα, ενώ τα κάθετα σκέλη, εμβαδού 75 τ.μ. έκαστο, βρίσκονται στο νότιο τμήμα της οικοδομής, είναι ακάλυπτα και δεν υπάρχει πρόσβαση στα τμήματα αυτά από τις ιδιοκτησίες 9 και 10 του 3ου ορόφου, αφού μεσολαβεί τοιχοποιία, χωρίς θύρες ή παράθυρα.
Το διαμέρισμα της ενάγουσας βρίσκεται εξ ολοκλήρου κάτωθεν ενός από τους ακάλυπτους χώρους του 3ου ορόφου. Επακολούθησε η σύνταξη του κανονισμού της πολυκατοικίας, με το 4874/17-5-1984 συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε... Στον κανονισμό τα διαμερίσματα 9 και 10 περιγράφονται όπως ακριβώς και στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, ως προς το εμβαδόν, μικτό και καθαρό, την αναλογία τους στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη, καθώς και τα όρια εκάστου, που νότια και εν μέρει ανατολικά ή δυτικά αντίστοιχα συνορεύουν με κοινόχρηστο χώρο.
Στον κανονισμό αναφέρονται μεταξύ άλλων: 1) στο άρθρο 1 ότι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι είναι το οικόπεδο, οι διάδρομοι, το κλιμακοστάσιο, οι αγωγοί αποχετεύσεων κλπ, καθώς και κάθε χώρος που δεν περιγράφεται ως αυτοτελής ιδιοκτησία και η απαρίθμησή τους είναι ενδεικτική, 2) στο άρθρο 3 ότι έκαστος συνιδιοκτήτης έχει επί των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών όλα τα δικαιώματα που προσιδιάζουν σε συγκύριο, ανάλογα της φύσεως και του προορισμού τους και οι χώροι αυτοί πρέπει να είναι πάντα ελεύθεροι και απαγορεύεται η χρήση τους για άλλον σκοπό πέραν του προορισμού τους, 3) στο άρθρο 3 ότι απαγορεύεται το άπλωμα των ρούχων εκτός από το δώμα, η χρήση του οποίου επιτρέπεται σε όλους τους συνιδιοκτήτες, 4) στο άρθρο 3 ότι κάθε ζημία ή φθορά που προκαλείται στη συνιδιοκτησία ή σε κάποια διαιρημένη ιδιοκτησία λόγω μεταρρυθμίσεων βαρύνουν τον ιδιοκτήτη που τις διενεργεί, 5) στο άρθρο 3 ότι απαγορεύεται σε οποιονδήποτε συνιδιοκτήτη κάθε μεταρρύθμιση ή επισκευή των φωταγωγών, αεραγωγών, διαδρόμων, κλιμακοστασίου, ή ετέρων κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων καθώς και κάθε μεταβολή που θίγει οριζόντιο ή κάθετο δίκτυο αποχετεύσεως.
Από το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, τόσο μεμονωμένα όσο και σε συνδυασμό μεταξύ τους, προκύπτει σαφώς ότι οι δύο ακάλυπτοι χώροι, εμβαδού 75 τ.μ. έκαστος, που βρίσκονται στο νότιο τμήμα του τρίτου ορόφου αποτελούσαν δώμα της οικοδομής και κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους αυτής, στους οποίους δεν παραχωρήθηκε δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως σε οποιονδήποτε συνιδιοκτήτη και ιδίως σε κάποιον από τους ιδιοκτήτες των οριζοντίων ιδιοκτησιών του τρίτου ορόφου, ο δε...
εναγόμενος αυθαιρέτως προέβη στην τροποποίηση της συστατικής πράξεώς της με το συμβόλαιο του έτους 2014 και αύξησε τους χώρους των οριζοντίων ιδιοκτησιών κατά 39,37 τ.μ. Ούτε αποτελούσαν εξώστη των διαμερισμάτων του τρίτου ορόφου, αφού στην κάτοψη του ορόφου δεν εμφανίζεται τρόπος προσβάσεως σε αυτούς από τα διαμερίσματα και στη συστατική πράξη τα διαμερίσματα συνορεύουν με κοινόχρηστους χώρους, ενώ, εάν αποτελούσαν εξώστη των διαμερισμάτων, δεν θα γινόταν τέτοια μνεία στην περιγραφή των ορίων και τα μικτά τετραγωνικά μέτρα εκάστου διαμερίσματος θα ήταν αυξημένα.
Οι ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις της συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και του κανονισμού της πολυκατοικίας, ως προς τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους και τη μη παραχώρηση δικαιώματος αποκλειστικής χρήσεως σε κάποιον από αυτούς, ουδέποτε τροποποιήθηκαν ή καταργήθηκαν συμβολαιογραφικώς με ομόφωνη απόφαση των συνιδιοκτητών, ωστόσο οι τελευταίοι δεν είχαν πρόσβαση στους ακάλυπτους χώρους του τρίτου ορόφου, διότι δεν υπήρχε θύρα επικοινωνίας με αυτούς, ούτε μέσω του κοινόχρηστου διαδρόμου.
Η κατασκευαστική ιδιορρυθμία, λόγω της οποίας οι συνιδιοκτήτες της οικοδομής, περιλαμβανομένων των κυρίων των διαμερισμάτων με αριθμ. .. και …, δεν είχαν πρόσβαση σε αυτούς τους χώρους, οδηγούσε μεν σε πρακτική αδυναμία χρήσεώς τους, πλην όμως αυτή η αδυναμία δεν είναι δυνατό να υποκαταστήσει την έλλειψη συμβολαιογραφικού εγγράφου, με το οποίο θα ήταν δυνατή η αποκλειστική παραχώρηση της χρήσεώς τους στους κυρίους των διαμερισμάτων με αριθμ.
… και … και επομένως δεν αρκεί για την παραχώρηση αυτής στον εναγόμενο. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν πρόκειται για δωματοταράτσα αλλά για δωματόροφο... είναι αδιάφορος, διότι, σε κάθε περίπτωση, οι συγκεκριμένοι χώροι δεν αποτελούσαν χώρο των οριζοντίων ιδιοκτησιών του, αφού περιγράφονται ως κοινόχρηστοι και δεν είχε πρόσβαση σε αυτούς.
Είναι επίσης αδιάφορο το γεγονός ότι άνωθεν του τρίτου ορόφου υφίσταται δώμα που είναι ακάλυπτο και έχει χρησιμοποιηθεί από συνιδιοκτήτες για τοποθέτηση κεραιών και ηλιακών θερμοσιφώνων, αφού τόσο ο Ν. 3741/1929, όσο και ο κανονισμός της πολυκατοικίας δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να υπάρχει όχι μόνο ένα δώμα, αλλά περισσότερα.
Δεδομένου μάλιστα ότι η οικοδομή ανήκε αρχικώς στην οικογένεια του εναγομένου και μεταγενέστερα μεταβιβάστηκαν κάποιες οριζόντιες ιδιοκτησίες σε τρίτους, εάν ο πατέρας του εναγομένου, ενεργώντας ατομικώς και ως εκπρόσωπος των ανηλίκων τέκνων του, επιθυμούσε να καταστούν οι χώροι αυτοί μέρος των οριζοντίων ιδιοκτησιών 9 και 10, αφενός θα είχε μεριμνήσει να υφίσταται πρόσβαση στους χώρους αυτούς απευθείας από τα αντίστοιχα διαμερίσματα και αφετέρου θα αύξανε τα μικτά τετραγωνικά μέτρα εκάστου διαμερίσματος.
Όταν κατοικήθηκε η οικοδομή, ο Θ. Ξ., πατέρας του εναγομένου, ο οποίος διαχειριζόταν την οικοδομή και ήταν μαζί με τα ανήλικα τότε τέκνα του ιδιοκτήτης των περισσοτέρων οριζοντίων ιδιοκτησιών, άνοιξε θύρα στον κοινόκτητο και κοινόχρηστο διάδρομο του τρίτου ορόφου κατά παράβαση της οικοδομικής αδείας με σκοπό την επικοινωνία του διαδρόμου με τον κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο νοτίως της πρώην ιδιοκτησίας με αριθμό 10 και κατείχε το κλειδί αυτής, ισχυριζόμενος ότι αυτό υπαγορευόταν από λόγους ασφάλειας, εφόσον το δώμα βρισκόταν πλησίον του διαμερίσματός του.
Στην οικοδομή επικρατούσε η άποψη ότι όλοι μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στο δώμα πλην όμως τελικά αυτό έμεινε αχρησιμοποίητο από πολλά έτη. Εκτός από τη θύρα ο πατέρας του εναγομένου κατασκεύασε μία αποθήκη επί του κοινοχρήστου χώρου που εφάπτεται του με αριθμό … διαμερίσματος, διαστάσεων 4,4 χ 5,20 μ. και εμβαδού 22,88 τ.μ., στην οποία η πρόσβαση γινόταν μέσω της θύρας που διανοίχθηκε στον κοινόχρηστο διάδρομο.
Το έτος 2010 ο εναγόμενος κατεδάφισε τον δυτικό τοίχο της ως άνω αποθήκης, έκτισε νέο τοίχο σε επαφή με τον τοίχο του κλιμακοστασίου και ενσωμάτωσε λωρίδα, μήκους 5,20 μέτρων και πλάτους 1,20 μέτρων, δηλαδή επιφάνεια 6,24 τ.μ. στην ως άνω αποθήκη, η οποία είχε πλέον διαστάσεις 5,20 χ 5,60 μ. και εμβαδόν 29,12 τ.μ. Επίσης, έκτισε με τοιχοποιία την παλαιότερα διανοιχθείσα θύρα, η οποία ένωνε τον κοινόχρηστο διάδρομο του τρίτου ορόφου με το δώμα.
Έτσι, πλέον κατέστη αδύνατη η πρόσβαση από τον κοινόχρηστο διάδρομο του τρίτου ορόφου στο δώμα και αναιρέθηκε εν τοις πράγμασι ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του. Το μήνα Απρίλιο του έτους 2011 ο εναγόμενος κατέλαβε και έκτισε τμήμα του κοινόχρηστου διαδρόμου του τρίτου ορόφου, μήκους 2 μέτρων και πλάτους 1,80 μέτρων, δηλαδή επιφάνειας 3,60 τ.μ., με σκοπό την πληρέστερη συνένωση των δύο διαμερισμάτων με τη δημιουργία ενιαίας εισόδου.
Έτσι, το τμήμα αυτό του διαδρόμου αφαιρέθηκε από την κοινή χρήση. Συνένωσε απευθείας με τη διάνοιξη νέας θύρας την ενιαία πλέον ιδιοκτησία του με το αυθαίρετο δωμάτιο που βρίσκεται στο κοινόχρηστο δώμα. Μετά από καταγγελία της ενάγουσας συντάχθηκε η 5/5.3.2014 έκθεση αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής και υπολογισμού προστίμων της Διεύθυνσης Δόμησης του Δήμου …, όπου διαπιστώνονται οι άνω αυθαίρετες κατασκευές και μεταβολές.
Ακολούθως, ο εναγόμενος στις 11-3-2014 υπήγαγε τις ως άνω αυθαίρετες κατασκευές στις ευμενείς διατάξεις του Ν. 4178/2013, δηλώνοντας αυθαίρετη δόμηση 39,38 τ.μ., για τις οποίες υπολογίστηκε πρόστιμο, ύψους 3.714,25 ευρώ, το οποίο έχει ήδη καταβάλει. Πριν την υποβολή της αιτήσεως, στις 23-9-2012, συγκλήθηκε γενική συνέλευση, η οποία, κατά πλειοψηφία, χορήγησε στον εναγόμενο την άδεια να προβεί στην υποβολή της δηλώσεως υπαγωγής στο Ν. 4178/2013, όπως απαιτούσε η διάταξη του άρθρου 11, εφόσον επρόκειτο για κατασκευές στους κοινόχρηστους χώρους.
Στη γενική αυτή συνέλευση η ενάγουσα δεν παρείχε τη συναίνεσή της για την "τακτοποίηση" για τριάντα έτη των αυθαιρέτων κατασκευών και δεν δεσμεύεται από αυτήν. Η απόφαση αυτή της γενικής συνελεύσεως, εφόσον δεν ήταν ομόφωνη, δεν καταρτίστηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο και δεν μεταγράφηκε, δεν δεσμεύει την ενάγουσα, ούτε αναιρεί τον κοινόχρηστο χαρακτήρα των ως άνω χώρων, ούτε παραχωρεί στον εναγόμενο δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως αυτών, απλώς ήταν αναγκαία η λήψη της για να νομιμοποιηθεί ο εναγόμενος στην υποβολή της αιτήσεως, χωρίς τη συμμετοχή των υπολοίπων συνιδιοκτητών.
Η τακτοποίηση των αυθαιρέτων κατασκευών έχει ως μόνη συνέπεια την αναστολή της κατεδαφίσεώς τους για τριάντα έτη και δεν αλλοιώνει τον κοινόχρηστο χαρακτήρα τους, ούτε τους μεταβάλλει σε χώρους οριζόντιας ιδιοκτησίας ανήκουσας στον εναγόμενο ή σε χώρους στους οποίους ο εναγόμενος έχει αποκλειστική χρήση.
Ως εκ τούτου η ενάγουσα διατηρεί την αξίωσή της για άρση αυτών των κατασκευών και το αίτημά της για την καθαίρεσή τους είναι ουσιαστικά βάσιμο. Ωστόσο, ως προς το αρχικό αυθαίρετο δωμάτιο, εμβαδού 22,88 τ.μ., κρίθηκε με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία δεν προσβάλλεται ως προς αυτό το κεφάλαιο, ότι η αξίωση της ενάγουσας ασκείται καταχρηστικώς και απορρίφθηκε κατά το μέρος αυτό, καθώς και ως προς τα συναφή αιτήματα για διασφάλιση της προσβάσεως της ενάγουσας στο χώρο των 22,88 τ.μ..
Αντιθέτως είναι βάσιμα τα αιτήματα για καθαίρεση όλων των αυθαιρέτων κατασκευών που διενεργήθηκαν από το έτος 2010 και έκτοτε, η επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση με τη διάνοιξη της θύρας που προϋπήρχε, καθώς και τα αιτήματα που διασφαλίζουν την πρόσβαση της ενάγουσας στον ακάλυπτο χώρο του δώματος, εμβαδού 52,12 τ.μ. (μετά την αφαίρεση του αρχικού δωματίου, εμβαδού 22,88 τ.μ.) και στον κοινόχρηστο διάδρομο, εμβαδού 3,60 τ.μ., μεταξύ των δύο διαμερισμάτων που συνενώθηκαν.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε το ίδιο, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ο πρώτος λόγος εφέσεως, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, είναι αβάσιμος από ουσιαστική άποψη. Ο δεύτερος λόγος εφέσεως, με τον οποίο ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι υπήρχε συμφωνία της πλειοψηφίας των συνιδιοκτητών, σύμφωνα με το άρθρο 4 Ν. 3741/1929 και το άρθρο 13 του κανονισμού της πολυκατοικίας, που παρέχει στη γενική συνέλευση το δικαίωμα να αποφασίζει με πλειοψηφία 3/4 για κάθε θέμα και συγκεκριμένα η απόφαση της γενικής συνελεύσεως στις 23-9-2012 και με τη συμφωνία αυτή ρυθμίστηκε η διοίκηση του κοινού πράγματος, δηλαδή του κοινόχρηστου διαδρόμου, του δώματος και του δωματίου, κατά τις διατάξεις περί κοινωνίας, και καταλύθηκε το δικαίωμα της ενάγουσας για σύγχρηση των χώρων αυτών είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, οι διατάξεις περί κοινωνίας δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω, ενόψει των ειδικών ρυθμίσεων που περιέχει ο Ν. 3741/1929, ο οποίος απαιτεί ομόφωνη απόφαση των συνιδιοκτητών, συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή.
Η δε περαίωση της διαδικασίας υπαγωγής στο Ν. 4178/2013 με την τακτοποίηση των αυθαιρέτων κατασκευών, δεν ανατρέπει ομοίως τον κοινόχρηστο και κοινόκτητο χαρακτήρα των ως άνω μερών, αλλά έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της κατεδαφίσεώς τους και δεν θεμελιώνει ένσταση καταλυτική του δικαιώματος της ενάγουσας, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος...].
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την από 21-7-2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 97/11-6-2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης που είχε κρίνει ομοίως, δεχόμενο, κατά ένα μέρος, την ένδικη, από 8-1-2015, αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 4 παρ. 1 και 13 του ν. 3741/ 1929, καθώς και εκείνες των άρθρων 24 ν. 4014/2011 και 8 και 11 του ν. 4178/2013 (που αναφέρονται στη νομιμοποίηση των αυθαίρετων κατασκευών), ούτε εκ πλαγίου, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι η απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, στις 23-9-2012, που λήφθηκε κατά πλειοψηφία, χωρίς μάλιστα να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να μεταγραφεί, α) δεν δεσμεύει την αναιρεσίβλητη - συνιδιοκτήτρια που διαφώνησε (μειοψήφησε), β) δεν αναιρεί τον κοινόχρηστο χώρο των επίμαχων χώρων και γ) δεν παραχωρείται νόμιμα με αυτήν στον αναιρεσείοντα δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης των πιο πάνω κοινόχρηστων χώρων.
Και τούτο, διότι, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, αφού στον οικείο κανονισμό οι χώροι αυτοί, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (στο 9ο φύλλο αυτής), προσδιορίζονται ως κοινόχρηστοι, χωρίς να έχει παραχωρηθεί στον αναιρεσείοντα, με συμφωνία όλων των μέχρι τότε συνιδιοκτητών, που να έχει περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να έχει υποβληθεί σε μεταγραφή, δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης τους, ενδεχόμενη τροποποίηση, από την πλειοψηφία της γενικής συνέλευσης, του κανονισμού, ως προς το δικαίωμα σύγχρησης των κοινόχρηστων αυτών χώρων από όλους τους συνιδιοκτήτες, δεν μπορεί να θίξει το δικαίωμα της συνιδιοκτήτριας - αναιρεσίβλητης που μειοψήφησε, η οποία από το νόμο και τον κανονισμό έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση των χώρων αυτών.
Τέτοια τροποποίηση, ως προς τον αποκλεισμό της σύγχρησης από όλους τους συνιδιοκτήτες και την παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης των κοινόχρηστων χώρων στον αναιρεσείοντα, μπορεί να γίνει μόνο με τη συναίνεση όλων των αρχικών συμβαλλομένων ή των μετέπειτα συνιδιοκτητών της οικοδομής και αφού η σχετική συμφωνία τους περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού ελέγχου και υποβληθεί σε μεταγραφή.
Εξάλλου, η νομιμοποίηση των αυθαίρετων κατασκευών του αναιρεσείοντος αφορά αποκλειστικά σε πολεοδομικής φύσης νομοθετικές ρυθμίσεις και δεν ασκεί νομική επιρροή στις αστικές αξιώσεις της συνιδιοκτήτριας - αναιρεσίβλητης που απορρέουν από το απόλυτο δικαίωμα της ιδιοκτησίας της, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1000, 1002, 1117 ΑΚ και του ν. 3741/1929, καθόσον η απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, να ενεργεί κατασκευές στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής που είναι αντίθετες στο ν. 3741/1929, στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό (όταν υπάρχει), δεν αίρεται από την κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις νομιμοποίηση των κατασκευών και ούτε "νομιμοποιούνται" οι κατασκευές αυτές έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, όταν με αυτές βλάπτονται τα δικαιώματα των τελευταίων (ΑΠ 1300/2014).
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι συναφείς, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αναίρεσης (από τον αριθμό 1), πρώτος (από τον αριθμό 19) και δεύτερος (από τον αριθμό 1) πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, ισχυριζόμενος, κατ' εκτίμηση όσων προβάλλει με τους λόγους αυτούς, αντίστοιχα, ότι 1) ο κανονισμός, με το άρθρο 13, επιτρέπει στη γενική συνέλευση, αν έχει απαρτία των 3/4, με απλή πλειοψηφία των παρόντων συνιδιοκτητών να παραχωρήσει την αποκλειστική χρήση κοινόχρηστου χώρου σε οποιονδήποτε οροφοκτήτη, άρα και των επίμαχων χώρων στον αναιρεσείοντα, όπως και έγινε, χωρίς να απαιτείται ομόφωνη απόφαση, συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, 2) δεν αναφέρεται στην εφετειακή απόφαση το σχετικό άρθρο του κανονισμού που παρέχει στην πλειοψηφία των συνιδιοκτητών την εξουσία να λαμβάνουν αποφάσεις και, εν πάση περιπτώσει, δεν διευκρινίζεται αν η απόφαση της γενικής συνέλευσης αφορά τη συντήρηση, βελτίωση και χρήση των κοινών μερών της οικοδομής, καθώς και το κοινό συμφέρον όλων των συνιδιοκτητών και 3) οι διατάξεις των άρθρων 24 ν. 4014/2011, 8 και 11 ν. 4178/2013, με τις οποίες επιτρέπεται η τακτοποίηση των αυθαίρετων κατασκευών (και) επί κοινόχρηστων χώρων ακινήτου και η αναστολή κατεδάφισής τους, υπερισχύουν κάθε αντίθετης, παλαιότερης και γενικής, διάταξης και ιδίως των διατάξεων του ν. 3741/1929 και, ως εκ τούτου, η αξίωση της αναιρεσίβλητης για άρση των αυθαίρετων κατασκευών και καθαίρεσή τους δεν είναι βάσιμη.
Οι ίδιοι λόγοι, που ιδρύονται μόνο σε περίπτωση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά το μέρος που αφορούν παραβίαση του άρθρου 13 του κανονισμού, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στον κανονισμό της οικοδομής, ο οποίος όμως δεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όπως έχει προεκτεθεί, στην οικεία νομική σκέψη.
Συμψηφισμός είναι η απόσβεση αμοιβαίων απαιτήσεων δύo προσώπων που επέρχεται με το συνυπολογισμό τους. Τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ που ρυθμίζουν το συμψηφισμό ορίζουν, το μεν πρώτο, ότι "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", το δε δεύτερο, ότι "Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο.
Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν.
Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό. Με την πρότασή του επέρχεται απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.
Οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, δηλαδή να έχει επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής της, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, γίνεται όμως δεκτό ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση (ΑΠ 450/2013), να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές.
Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 Α.Κ.).
Πρόταση συμψηφισμού που γίνεται πριν από τη δίκη ή κατά τη διάρκειά της με εξώδικη δήλωση προς τον αντίδικο εκείνου που προτείνει το συμψηφισμό επιφέρει την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν. Mεταγενέστερη σε δίκη επίκληση του εξώδικου συμψηφισμού δεν αποτελεί προβολή της ομώνυμης ένστασης αλλά διαδικαστική πράξη, με την οποία ανακοινώνεται στο δικαστήριο ότι η επίδικη απαίτηση έχει αποσβεστεί.
Ουσιαστικά πρόκειται για ένσταση εξόφλησης της επίδικης απαίτησης που επήλθε με το συμψηφισμό, η οποία αντιμετωπίζεται όπως οι κοινές ενστάσεις του δικονομικού δικαίου και δεν απολαύει την ιδιαίτερη δικονομική μεταχείριση της ένστασης συμψηφισμού (άρθρ. 442 ΑΚ), ούτε επιφέρει τα άλλα αποτελέσματα (άρθρ. 221 παρ. 2 ΚΠολΔ) που ο νόμος αναγνωρίζει στην τελευταία (ΑΠ 132/2017, ΑΠ 486/2016, ΑΠ 1460/2012).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 932, 57, 59 και 299 του ΑΚ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας ή προσβολής στην προσωπικότητα, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της ασφαλιστικής εταιρείας, αν αυτή ενάγεται, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1361/2013).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ Ολομ., 10/2017, 9/2015). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε, περαιτέρω, και τα ακόλουθα: [...Με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο εκκαλών ασκεί πρόσθετο λόγο εφέσεως με το εξής περιεχόμενο:
Ο ίδιος υποχρεώθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση να καταβάλει στην ενάγουσα - εφεσίβλητη το ποσό των 5.817,39 ευρώ, ενώ κηρύχθηκε η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή για το ποσό των 3.000 ευρώ, η ενάγουσα δε επέσπευσε σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση και προέβη στην κατάσχεση του διαμερίσματός του υπό στοιχείο 9 που βρίσκεται στον τρίτο όροφο της επίδικης οικοδομής, καθαρής επιφάνειας 185,45 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 172.000 ευρώ και πραγματικής 227.370 ευρώ, που αποτελεί την κύρια κατοικία του ιδίου και της οικογένειάς του.
Ότι η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της κατοικίας του, η οποία είναι πολλαπλάσιας αξίας από την απαίτηση, ενώ ο ίδιος διαθέτει δύο καταστήματα, αξίας 90.057 και 51.183 ευρώ, αντίστοιχα, που υπερκαλύπτουν την αξίωση της ενάγουσας, γίνεται καταχρηστικώς από την τελευταία, για το λόγο δε αυτό ανεστάλη η αναγκαστική εκτέλεση με την 26/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης και αναμένεται η έκδοση της αποφάσεως επί της ασκηθείσας ανακοπής του.
Περαιτέρω η ενάγουσα υπέβαλε σε βάρος του τη με αριθμό πρωτοκόλλου 91.../31-1-2013 καταγγελία στη Διεύθυνση Δομήσεως του Δήμου … και συντάχθηκε η με αριθμό …/5-3-2014 έκθεση αυτοψίας, που διαπίστωσε αυθαίρετες κατασκευές, τις οποίες, με αίτησή του, υπήγαγε στις διατάξεις του Ν. 4178/2013, αλλά η ενάγουσα κατέθεσε προσφυγή και ισχυρίστηκε ψευδώς ότι οι αυθαίρετες εργασίες ολοκληρώθηκαν το Νοέμβριο του 2011, προκειμένου να εμποδίσει την υπαγωγή των αυθαιρέτων κατασκευών στις διατάξεις του Ν. 4178/2013 και να προκαλέσει την ποινική του δίωξη για τα αδικήματα των άρθρων 17 Ν. 1337/1983, 8 Ν. 1599/1986, 220 και 386 ΠΚ, ενώ το αληθές είναι ότι ολοκληρώθηκαν στις αρχές του 2011, όπως αποδεικνύεται από έγγραφα και φωτογραφίες και το γνώριζε η ενάγουσα.
Επίσης αυτή κατέθεσε τη με αριθμό Β2013/…./1-11-2013 αίτηση - έγκληση και σχηματίστηκε σε βάρος του ποινική δικογραφία, για τα ως άνω αδικήματα, που τέθηκε στο αρχείο ως αβάσιμη, κατά το άρθρο 43 ΚΠΔ. Ότι με την ως άνω προσφυγή της που περιείχε συκοφαντικά γεγονότα σε βάρος του, ο ίδιος προσβλήθηκε στην τιμή και την υπόληψή του και έχει αξίωση σε βάρος της για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 10.000 ευρώ, την οποία πρότεινε σε συμψηφισμό με τη ληξιπρόθεσμη απαίτηση της ενάγουσας, ύψους 3.000 ευρώ, με την από 14-7-2015 εξώδικη δήλωση και επήλθε αντίστοιχη απόσβεση της απαιτήσεως αυτής.
Ενόψει των ανωτέρω προβάλλει ένσταση εξοφλήσεως ως προς το ποσό των 3.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός παραδεκτώς προβάλλεται με τις προτάσεις που κατέθεσε ο εκκαλών, διότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 654 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται και με τις προτάσεις.
Ο ισχυρισμός, που προβάλλει ο εκκαλών-εναγόμενος, αποτελεί ένσταση εξοφλήσεως, αφού επικαλείται συμψηφισμό που έλαβε χώρα εξωδίκως και όχι ένσταση συμψηφισμού κατά επίδικης απαιτήσεως, κατά το άρθρο 442 ΚΠολΔ, ώστε να απολαμβάνει την ιδιαίτερη μεταχείριση της τελευταίας... Προτείνεται δε παραδεκτώς κατά το άρθρο 527 περ. 2 ΚΠολΔ, αφού γεννήθηκε μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Ωστόσο είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι η αξίωση που πρότεινε σε συμψηφισμό ο εναγόμενος, προς απόσβεση της επίδικης απαιτήσεως κατά το μέρος που κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή, δεν είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη, αφού και αληθή υποτιθέμενα τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ότι προκάλεσαν προσβολή στην τιμή και την υπόληψή του, δεν συνεπάγονται τη γέννηση της αξιώσεως που πρότεινε σε συμψηφισμό, δεδομένου ότι η κρίση εάν αυτός που προσβλήθηκε στην προσωπικότητά του υπέστη ηθική βλάβη και ποίο είναι το εύλογο ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως που πρέπει να του επιδικαστεί στην περίπτωση αυτή ανήκει στο δικαστήριο που θα κρίνει την αξίωση και όχι στον προσβληθέντα, σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 932 ΑΚ...].
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αν και με διαφορετική, κατά ένα μέρος, αιτιολογία, που υποκαθίσταται με την παρούσα (άρθρ. 578 ΚΠολΔ), ορθά, κατ' αποτέλεσμα, αποφάνθηκε και δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 416, 440 και 441 ΑΚ, αφού δέχεται, κατ' εκτίμηση των σχετικών παραδοχών του, ότι η (αντ)απαίτηση, την οποία ο αναιρεσείων, εξώδικα στις 14-7-2015 και μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρότεινε σε συμψηφισμό με την επίδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης για να επέλθει με τον τρόπο αυτόν εξόφληση της τελευταίας, δεν είναι, τουλάχιστον, ληξιπρόθεσμη, δεδομένου ότι, σε περίπτωση που ο αναιρεσείων έχει υποστεί, όπως ισχυρίζεται, προσβολή της προσωπικότητάς του από την επικαλούμενη παράνομη και υπαίτια πράξη της αναιρεσίβλητης, το ύψος του επιδικαστέου ποσού της χρηματικής ικανοποίησης για την αιτία αυτή θα υπολογιστεί από το αρμόδιο δικαστήριο με βάση τις αρχές της εύλογης αποζημίωσης, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην παρούσα μείζονα σκέψη κριτήρια για τον καθορισμό αυτού.
Κατά συνέπεια, είναι αλυσιτελής ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένστασή του αυτή, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη νομική θεμελίωσή της, ήτοι εσφαλμένα απαίτησε η (αντ)απαίτησή του που πρότεινε σε συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ.1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 12 Ιουνίου 2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ..3/12-6-2017 αίτηση και τους από 27 Αυγούστου 2018 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης …1/27-8-2018) πρόσθετους λόγους αυτής του Ν. Θ. Ξ. για αναίρεση της 24/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Απορρίπτει αυτά.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ