Legislator Case Law & Legislation
1655/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance company for procedural error regarding limitation periods in car accident liability case.

Case Number 1655/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal filed by the heirs of a car accident victim against an insurance company. The lower court incorrectly rejected the heirs' claim for subrogation due to the expiration of the limitation period against the other drivers. The Court ruled that the limitation period for subrogation claims is twenty years under the Civil Code, not the shorter period applicable to torts, and that the prior judgment between the victim and other parties did not bar the heirs' claim. Consequently, the appeal was granted, the lower decision was annulled, and the case was remitted for retrial with the insurance company ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 225 and 556(1) of the Code of Civil Procedure; Article 927 of the Civil Code: The right of subrogation is not subject to the short limitation period for torts but to the general twenty-year limitation period, and a prior judgment between the victim and other tortfeasors does not preclude a successor's claim against the insurer.

Keywords

AI generated
subrogation right limitation period civil code insurance liability car accident successor heir procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 225 of the Code of Civil Procedure
Article 556(1) of the Code of Civil Procedure
Article 927 of the Civil Code
Article 249 of the Civil Code
Article 10(2) of Law 489/1976
Article 937 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 12(2) of Law 4055/2012

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1655 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1655/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Χ. Γ. του Α., 2) Φ. συζ. Χ. Γ., το γένος Γ. Π. και 3) Α. Γ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Καψάλη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης - καθ' ου η κλήση: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δομάζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2007 αγωγή της ετερόρρυθμης εταιρείας "... ΕΕ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4730/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4147/2010 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-3-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 20-12-2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Βασιλείου Λαμπρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 30-3-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4147/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 15-9-2016 κλήση των καλούντων αναιρεσειόντων επαναφέρεται για να συζητηθεί η κρινόμενη από 30-3-2012 (αρ.κατ. …/2012) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αρ. 4147/2010 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από την ασφάλιση αυτού (αρ. 681Α ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 225 ΚΠολΔ η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα. Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος δεν επιφέρει καμιά μεταβολή στη δίκη ... (ΑΠ 1644/2007).

Περαιτέρω, το άρθρο 556 παρ.1 ΚΠολΔ ορίζει ότι <δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, ... οι καθολικοί και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής ... >.Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 225 και 556 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο ειδικός διάδοχος ,αρκεί να έχει αποκτήσει την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση, και αναφορικά με το δικονομικό ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης των αναιρεσειόντων, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, στις 30-11-2010, δηλαδή πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 30-3-2012, με την κατάθεσή της (αρ. 495 παρ.1 ΚΠολΔ) στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, καταρτίστηκε Σύμβαση εκχώρησης απαίτησης και άφεσης χρέους μεταξύ των αναιρεσειόντων - συγγενών του θανατωθέντος στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, συνεπιβάτη του ζημιογόνου Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου και της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ... EE (αρχικής εξ αναγωγής ενάγουσας - κυρίας του επίσης ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου), ότι οι αναιρεσείοντες - συγγενείς, με βάση την τελεσίδικη υπ'αρ. 218/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είχαν εναντίον της ως άνω ετερόρρυθμης εταιρείας, κυρίας του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου, απαίτηση από αδικοπραξία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και ότι με την ανωτέρω σύμβαση εκχώρησης η ως άνω ετερόρρυθμη εταιρεία έχοντας και αυτή αξιώσεις εξ αναγωγής σε βάρος των εξ αναγωγής εναγομένων, οδηγού του επίσης ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου και της ασφαλιστικής αυτού εταιρείας και ήδη αναιρεσίβλητης, οι οποίες (αξιώσεις σε βάρος των εξ αναγωγής εναγομένων) απέρρεαν από την υπ'αρ. 4330/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την κατ'έφεση αυτής εκδοθείσα υπ'αρ. 4147/2010 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (προσβαλλόμενη), εκχώρησε στους αναιρεσείοντες - συγγενείς, τις ανωτέρω εξ αναγωγής αξιώσεις της, ότι η εκχώρηση αυτή, κατά τα συμφωνημένα στη σύμβαση εκχώρησης, αναγγέλθηκε νόμιμα στην εξ αναγωγής εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, η οποία, ας σημειωθεί, δεν αμφισβητεί τη σύμβαση εκχώρησης.

Επομένως, οι αναιρεσείοντες -εκδοχείς, που κατέστησαν ειδικοί διάδοχοι της αρχικής εξ αναγωγής ενάγουσας, ετερόρρυθμης εταιρείας, μετά την άσκηση της αναγωγής και πριν από την άσκηση της αναίρεσης, νομιμοποιούνται ενεργητικά να συνεχίσουν ατομικά τη δίκη της αναγωγής, η οποία επομένως δεν διακόπηκε βιαίως.

Εξάλλου, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ ιδίαν λόγων αυτής (αρ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 927 ΑΚ, εκείνος που κατά το άρθρο 926 του ίδιου Κώδικα κατέβαλε την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Το δικαστήριο προσδιορίζει το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης ανάλογα με το βαθμό του πταίσματος του καθενός. Αν δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο βαθμός αυτός, η ζημία κατανέμεται μεταξύ όλων σε ίσα μέρη.

Η αναγνωριζόμενη από το πιο πάνω άρθρο αξίωση αναγωγής πηγάζει από την εσωτερική σχέση των περισσότερων συνυποχρέων. Είναι ίδια και αυτοτελής και στηρίζεται απευθείας στο νόμο, δηλαδή στο άρθρο 927 ΑΚ. Δεν είναι αξίωση από αδικοπραξία. Η αξίωση αυτή έχει ως προϋπόθεση, αφ' ενός την ύπαρξη περισσότερων συνυποχρέων σε αποζημίωση κατά το άρθρο 926 ΑΚ και αφετέρου την καταβολή από έναν από αυτούς στον τρίτο ζημιωθέντα ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης.

Εξ άλλου, τέτοιο δικαίωμα αναγωγής αναγνωρίζεται και από τα άρθρα 8 και 9 του ν. ΓΠΝ/1911, όταν η αξίωση αποζημιώσεως του θύματος στηρίζεται στο νόμο ή και στον νόμο αυτόν. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 926 ΑΚ, καθορίζονται στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων.

Οι περιπτώσεις αυτές είναι τρεις α) κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων, β) παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων προσώπων και γ) περιπτώσεις διαζευκτικής αιτιότητας. Στην πρώτη περίπτωση, η ζημία προέρχεται από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ο όρος κοινή πράξη λαμβάνεται με την ευρεία έννοια της αιτιώδους συμπράξεως ή συμμετοχής - με οποιαδήποτε μορφή - στην αδικοπραξία και ειδικότερα, είτε στην τέλεση της πράξεως, είτε στην επαγωγή της ζημίας.

Έτσι εμπίπτει στην έννοια αυτή μεταξύ άλλων, και η μορφή συμμετοχής της παραυτουργίας, δηλαδή, η περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα πραγματώνουν με τη συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμία συνεννόηση. Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν από τη σύγκρουση δύο αυτοκινήτων, η οποία οφείλεται σε συνυπαιτιότητα και των δύο οδηγών, τραυματίζεται τρίτο πρόσωπο.

Στη δεύτερη περίπτωση της παράλληλης ευθύνης, περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται από το νόμο αυτοτελώς το καθένα, για την αποκατάσταση της ίδιας ζημίας. Η περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρχει στο πεδίο της αντικειμενικής, αλλά και της υποκειμενικής ευθύνης. Περισσότεροι αντικειμενικά ευθυνόμενοι, είναι μεταξύ άλλων, ο οδηγός, ο κάτοχος και ο ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, καθώς και ο ασφαλιστής μέχρι το ποσό του ασφαλίσματος για τη ζημία που προξένησε σε τρίτους το ασφαλισμένο αυτοκίνητο (άρθρ. 4, 9 ν.

ΓΠΝ/1911, 10 παρ. 1 ν. 489/1979). Στην τρίτη περίπτωση η ζημία προήλθε από ανεξάρτητες πράξεις ή παραλείψεις περισσότερων προσώπων, οι οποίες αποτελούν όλες δυνατούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποια συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε πράγματι τη ζημία. Όταν συντρέχει μια από τις πιο πάνω τρεις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 926 ΑΚ, θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ.

Προϋπόθεση όμως της εις ολόκληρον ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή από τον ζημιωθέντα περισσότερων προσώπων, φερόμενων ως συνοφειλετών, αλλά η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά. Εξ άλλου, στην περίπτωση που ενάγονται περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν να αντιδικούν μεταξύ τους, ούτε ως προς την ύπαρξη, ούτε ως προς την έκταση της ευθύνης τους.

Στη δίκη αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα αν εναχθούν περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν αυτοί να ζητήσουν από το δικαστήριο να τους προσδιορίσει με την απόφασή του, το βαθμό συμμετοχής τους στο ατύχημα. Αυτό θα κριθεί στα πλαίσια της δίκης αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνομένων.

Η απόφαση που εκδίδεται στη δίκη που έκρινε την αξίωση αποζημίωσης δεν αποτελεί δεδικασμένο στη δίκη που συνήθως ακολουθεί για την εξ αναγωγής αξίωση και όταν ακόμη στη δίκη αποζημίωσης ο εξ αναγωγής εναγόμενος ήταν συνεναγόμενος, διότι δεν υπάρχει ταυτότητα νομικής αιτίας, αφού η αξίωση αποζημίωσης στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ ή τον Ν.

ΓΠΝ/1911 ή άλλη διάταξη, η οποία τυχόν την καθιερώνει, ενώ η αξίωση αναγωγής στηρίζεται στο νόμο (άρθρο 927 ΑΚ),αλλά ούτε και ταυτότητα διαδίκων, αφού στη δίκη αποζημίωσης, οι συνοφειλέτες είναι απλοί ομόδικοι, ενώ στη δίκη αναγωγής οι συνοφειλέτες παρίστανται με διαφορετική ιδιότητα και είναι αντίδικοι. Συνέπεια της μη παραγωγής δεδικασμένου από την τελεσίδικη απόφαση επί της βασικής αγωγής είναι ότι το δικαστήριο που κρίνει την αγωγή εξ αναγωγής δεν είναι υποχρεωμένο να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του, το ποσό το οποίο υποχρεούνται με τη βασική αγωγή να πληρώσει στον ενάγοντα ο εναγόμενος αυτής και ενάγων επί της αναγωγής.

Έτσι, είναι δυνατό, αν η αγωγή εξ αναγωγής γίνει δεκτή, να καθορισθεί χαμηλότερο το ποσό της αποζημιώσεως το οποίο υποχρεώνεται ο εξ αναγωγής εναγόμενος να καταβάλει στον εξ αναγωγής ενάγοντα, οπότε η υπάρχουσα διαφορά θα μείνει σε βάρος του εναγομένου (στην κύρια αγωγή) και ενάγοντος (στην αγωγή εξ αναγωγής).

Δηλαδή στη δίκη αναγωγής προσδιορίζεται εκ νέου το ύψος της οφειλόμενης αποζημιώσεως το οποίο μπορεί να είναι διαφορετικό από το ύψος της αποζημιώσεως της δίκης αποζημιώσεως. Ακολούθως, με βάση το ποσό αυτό και την κατανομή των ποσοστών ευθύνης που θα καθορισθεί από το δικαστήριο θα προσδιοριστεί η οφειλή του εξ αναγωγής υποχρέου (ΑΠ 1229/2013, ΑΠ 1370/2005).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ προϋπόθεση της αναγωγής είναι ότι ο συνοφειλέτης ικανοποίησε τον ζημιωθέντα ενόλω ή εν μέρει με καταβολή, συμψηφισμό ή άλλη παροχή με απαλλακτική ενέργεια. Μπορεί όμως η αναγωγή να ασκηθεί και πριν από την καταβολή και για την περίπτωση αυτή μέσω του μηχανισμού της διάταξης του άρθρου 69 παρ.1 περ.ε' ΚΠολΔ.

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015,πρβλ. επίσης, ΑΠ 349/2014). Εξάλλου, η έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης αφορά στο ουσιαστικό απαράδεκτο και ελέγχεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, διότι νομιμοποιείται ως ενάγων ή εναγόμενος εκείνος που κατά το ουσιαστικό δίκαιο εμφανίζεται ως δικαιούχος ή υπόχρεος (ΑΠ 1097/2013,πρβλ. επίσης, ΑΠ 772/2014).

Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες - συγγενείς του θύματος .συνεπιβάτη του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, με την ιδιότητά τους ως ειδικοί διάχοχοι, με βάση την από 30-11-2010 Σύμβαση εκχώρησης, της αρχικής εξ αναγωγής ενάγουσας, κυρίας του επίσης ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ ,με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ, με τη μη εφαρμογή της, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για να εφαρμοστεί και εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης την από 14-6-2007 αγωγή εξ αναγωγής της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, κυρίας του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου κατά της 2ης εξ αναγωγής εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, που κάλυπτε την αστική ευθύνη του επίσης ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, με την οποία (αγωγή εξ αναγωγής) η αρχική ενάγουσα εξ αναγωγής ,κυρία του ΙΧΦ αυτοκινήτου, στη θέση της οποίας συνεχίζουν τη δίκη ως ειδικοί διάδοχοι αυτής οι αναιρεσείοντες, ζητούσε να προσδιοριστεί το ποσοστό της συνυπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων ζημιογόνων οχημάτων, στο θανάσιμο τραυματισμό του θύματος από την συγκλίνουσα αμέλεια αυτών, όπως το ζήτημα τούτο (περί συνυπαιτιότητας) είχε κριθεί τελεσίδικα με την υπ'αρ.218/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αρ.561 αρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει, σύμφωνα με όσα το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του , ότι σε τροχαίο δυστύχημα που συνέβη στις 23-1-1996 μεταξύ του με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Ν.

Χ. και ήταν ασφαλισμένο για την αστική του ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων στην ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία (εξ αναγωγής εναγόμενοι), το οποίο συγκρούστηκε με το με αρ.κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, κυριότητας της προαναφερόμενης ετερόρρυθμης εταιρείας (ενάγουσα εξ αναγωγής), τραυματίστηκε θανάσιμα ο συνεπιβάτης του ΙΧΕ αυτοκινήτου, Α.

Γ., ηλικίας 17 ετών, τέκνο του 1ου και της 2ης αναιρεσείουσας και αδελφός της 3ης τούτων (οικογένεια).Οι συγγενείς του θύματος άσκησαν τρεις (βασικές) αγωγές και ειδικότερα, την από 27-4-1999 (1η) αγωγή κατά του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας του ΙΧΦ αυτοκινήτου, με την επωνυμία ..., την από 30-10-1999 (2η) αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας του ΙΧΕ αυτοκινήτου, με την επωνυμία ...

ΑΕ, στη θέση της οποίας ως καθολικός διάδοχος υπεισήλθε η ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και τέλος, την από 5-2-2004 (3η) αγωγή κατά του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου. Και οι τρεις ως άνω αγωγές είχαν όμοιο περιεχόμενο και αίτημα , με τις οποίες οι συγγενείς ζητούσαν να τους καταβληθεί αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ'αρ. 4815/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε τις αγωγές της οικογένειας ως προς τις ασφαλιστικές εταιρείες των ζημιογόνων οχημάτων και ως προς τον οδηγό του ΙΧΦ αυτοκινήτου λόγω παραγραφής και ειδικότερα λόγω διετούς παραγραφής, όπως τότε ίσχυε σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 Ν489/1976 και λόγω πενταετούς παραγραφής κατά το άρθρο 937 ΑΚ.

Η απόφαση αυτή επίσης αναγνώρισε την υποχρέωση του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και της ιδιοκτήτριας του ΙΧΦ αυτοκινήτου να καταβάλουν στην οικογένεια του θύματος τα αναφερόμενα σ'αυτήν ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εκατέρωθεν εφέσεις από τους διαδίκους και εκδόθηκε η υπ'αρ. 218/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκαν συνυπαίτιοι και οι δύο οδηγοί, χωρίς να προσδιοριστεί ο βαθμός συναιτιότητας, όπως άλλωστε το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να πράξει και επικύρωσε την πρωτόδική απόφαση κατά το κεφάλαιο της απόρριψης των κυρίων αγωγών λόγω παραγραφής ως προς τις ασφαλιστικές εταιρείες των δύο ζημιογόνων οχημάτων.

Ακολούθως, η ιδιοκτήτρια του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ετερόρρυθμη εταιρεία, δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, άσκησε την ένδικη από 14-6-2007 (αρ.κατ. .../2007) αγωγή εξ αναγωγής κατά του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και της ασφαλιστικής εταιρείας του ΙΧΕ και ήδη αναιρεσίβλητη - εξ αναγωγής 2η εναγομένη. Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση της αναγωγής προκύπτει ότι η εξ αναγωγής ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρεία ισχυρίστηκε ότι με βάση την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (που είχε εκδοθεί επί των τριών κυρίων αγωγών της οικογένειας) κρίθηκε συνυπαίτιος και ο προστηθείς από αυτήν οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ο οποίος ευθύνεται σε ολόκληρο με τους εξ αναγωγής εναγομένους (οδηγό και ασφαλιστική εταιρεία του ΙΧΕ) έναντι της οικογένειας του θύματος και ότι επειδή δεν έχει προσδιοριστεί το ποσοστό συνυπαιτιότητας από το Εφετείο και συγχρόνως απειλείται εναντίον της αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει με την αναγωγή, κατ'αρ. 927 ΑΚ σε συνδ.

αρ. 69 παρ.1 εδ.ε ΚΠολΔ, να προσδιοριστεί το ποσοστό συνυπαιτιότητας των εξ αναγωγής εναγομένων, σε ποσοστό 95% και ακολούθως οι εξ αναγωγής εναγόμενοι (πλευρά του ΙΧΕ) να της καταβάλουν το ποσό των 229608,17 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 95% του ποσού των 241692,81 ευρώ που είχε επιδικαστεί με την τελεσίδικη απόφαση επί των τριών βασικών αγωγών της οικογένειας.

Στη δίκη της αναγωγής οι εξ αναγωγής εναγόμενοι (οδηγός και ασφαλιστική εταιρεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου και ήδη (η 2η τούτων) αναιρεσίβλητη) πρόβαλαν την ένσταση διετούς - πενταετούς παραγραφής, την οποία όμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε (ορθά), ως μη νόμιμη. Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καθόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου σε ποσοστό 70% και αναγνώρισε την υποχρέωση των εξ αναγωγής εναγομένων (πλευρά ΙΧΕ), ότι έχουν υποχρέωση να καταβάλουν στην εξ αναγωγής ενάγουσα ιδιοκτήτρια του ΙΧΦ αυτοκινήτου το ποσό των 169184,96 ευρώ (δηλ. 241692,81 Χ 70%).

Κατόπιν τούτου, η εξ αναγωγής 2η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία του ΙΧΕ και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση και η εξ αναγωγής ενάγουσα, ιδιοκτήτρια του ΙΧΦ, αντέφεση με τις προτάσεις της, οι οποίες συνεκδικάστηκαν από το Εφετείο και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αρ. 4147/2010 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου-εκκαλουμένη, διακράτησε την αναγωγή την οποία στη συνέχεια απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, κρίνοντας ότι η βασική αγωγή της οικογένειας κατά της ασφαλιστικής εταιρείας του ΙΧΕ αυτοκινήτου είχε απορριφθεί τελεσίδικα ως παραγεγραμμένη και συνεπώς δεν υπάρχει πλέον αξίωση εναντίον της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη αναιρεσίβλητης.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπείται (αρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), για τις ανάγκες του μοναδικού λόγου αναίρεσης, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: ... "Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τα ποσοστά συνυπαιτιότητάς των οδηγών των ζημιογόνων οχημάτων ανέρχονται σε 95% για τον οδηγό του ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου και σε 5% για τον οδηγό του ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της. Ότι, ενόψει του ότι αυτή είναι υπόχρεη να καταβάλει στους ζημιωθέντες, με βάση την προαναφερθείσα και καταστάσα αμετάκλητη 218/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου το συνολικό ποσόν των 241.692,81 € για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, ζήτησε, όπως το αγωγικό αίτημα παραδεκτώς περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, καταχωρηθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι, συνυπαίτιος οδηγός του ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου και ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", ως καθολική διάδοχος της ασφαλίζουσας το ως άνω όχημα ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε., είναι υποχρεωμένοι να της καταβάλουν αναγωγικώς, κατ' άρθρο 927 ΑΚ, το ποσόν των 220.608,17 €, που αντιστοιχεί στο ποσοστό συνυπαιτιότητας (95%) του οδηγού του ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Μ' αυτό το περιεχόμενο, όμως, η αγωγή κατά το μέρος πού στρέφεται κατά της δεύτερης εναγομένης ελέγχεται απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. Και τούτο διότι, υπό τα εκτιθέμενα, η από 30-10-1999 αγωγή των ζημιωθέντων από το ένδικο ατύχημα συγγενών του θανόντος που στρεφόταν κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, έχει απορριφθεί ως παραγεγραμμένη, και έτσι αυτή (δεύτερη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα) δεν έχει καταστεί συνυπόχρεη με την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ιδιοκτήτρια του επίσης ζημιογόνου ... ΙΧΦ αυτοκινήτου να καταβάλει στους ζημιωθέντες ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό. Κατά συνέπεια, η δεύτερη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία, ως μη συνυπόχρεη, δεν νομιμοποιείται παθητικά στην υπό κρίση περίπτωση και η ενάγουσα δεν μπορεί να στραφεί αναγωγικώς, σύμφωνα με τα άρθρα 927 ΑΚ και 69 παρ. 1 περ.

ε ΚΠολΔ, κατ' αυτής (πρβλ. Εφ.Δωδ. 1/2008 δημ. ΝΟΜΟΣ). Είναι δε άλλο το ζήτημα της άσκησης ευθείας ή πλαγιαστικής εκ μέρους του δανειστή αγωγής για το δικαίωμα του συνυπόχρεου συνυπαίτιου οδηγού του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, πρώτου εναγομένου, κατά της ασφαλιστικής του εταιρίας (δεύτερης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας) προς κάλυψη, με βάση πλέον την ασφαλιστική σύμβαση, μέρους (ανάλογα με το οριζόμενο ποσοστό συνυπαιτιότητας) της ζημίας του τρίτου ..." Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 927 ΑΚ και εσφαλμένα επίσης υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό αυτής, διότι η αξίωση εξ αναγωγής, που ασκήθηκε με την ένδικη αναγωγή δεν είναι αξίωση αποζημίωσης, αλλά μια αυτοτελής αξίωση που στηρίζεται απευθείας στον νόμο, δηλαδή στην ανωτέρω ουσιαστική διάταξη του αρ. 927 ΑΚ και υπόκειται στην κοινή παραγραφή των είκοσι ετών του άρθρου 249 ΑΚ και όχι στην σύντομη παραγραφή του άρθρου 10 παρ.2 Ν 489/1976 και άρ.937 ΑΚ, διότι δεν είναι αδικοπραξία.

Στην προκειμένη υπόθεση με την 2η βασική αγωγή της οικογένειας του θύματος κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας του ΙΧΕ αυτοκινήτου και την τελεσίδικη επ'αυτής (και των άλλων δύο βασικών αγωγών της οικογένειας) υπ'αρ. 218/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, παρήχθη δεδικασμένο μόνον στην μεταξύ των τότε αντιδικούντων βασική σχέση, δηλαδή μεταξύ της οικογένειας του θύματος ως βασικής ενάγουσας και των λοιπών συνυποχρέων, δύο οδηγών και δύο ασφαλιστικών εταιρειών των ζημιογόνων οχημάτων και της κυρίας του ΙΧΦ.

Εξάλλου, μεταξύ των πλειόνων ενεχομένων στο δυστύχημα, ως απλών ομοδίκων εναγομένων, και ειδικότερα μεταξύ της κυρίας του ΙΧΦ αυτοκινήτου, στη θέση της οποίας υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες - οικογένεια με βάση τη Σύμβαση εκχώρησης και της ασφαλιστικής εταιρείας του ΙΧΕ αυτοκινήτου δημιουργείται δεδικασμένο, το πρώτον με την αναγωγή, δηλαδή με την ένδικη αγωγή εξ αναγωγής, όπου οι μεταξύ τους προσωπικές σχέσεις και υποχρεώσεις κρίνονται κατ'αντιδικία και όπου οι μεν αναιρεσείοντες παρίστανται όχι ως ενάγοντες της βασικής αγωγής, αλλά ως ειδικοί διάδοχοι της κυρίας του ΙΧΦ αυτοκινήτου (εξ αναγωγής ενάγοντες), δηλαδή με διαφορετική ταυτότητα διαδίκου.

Επομένως, το εφετείο που απέρριψε την αναγωγή ως παθητικά ανομιμοποίητη, λόγω παραγραφής της βασικής αγωγής της οικογένειας του θύματος έναντι της ήδη αναιρεσίβλητης, παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρ. 927 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ.

Κατόπιν τούτου ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (αρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται διότι, κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης (30-3-2012) δεν ίσχυε η διάταξη του άρθρου 495 παρ.4 εδ.ε ΚΠολΔ, η οποία τέθηκε σε ισχύ από 2-4-2012 (βλ.άρ. 12 παρ.2 Ν.4055/2012 σε συνδ. 113 του ίδιου νόμου). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της (αρ. 176,183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αλλά δεν κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αρ. 4147/2010 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. ΚΑΙ

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ