1655/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1655/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α)Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1655 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1655/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Τ. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Χριστοφορίδη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2966/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαΐου 2015 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 4 Δεκεμβρίου 2015 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης και οι επ’ αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3943/31-3-2011, με το οποίο αντικατεστάθη η παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως τούτο ίσχυε μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 34 του ν. 3220/2004,η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004: "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε ει -δους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.
Χρόνος τελέσεως του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων.
Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό". Ήδη η, άνω διάταξη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 4321/2015 (ΦΕΚ Α 32/ 21.3.2015) ως εξής: "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α)Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.
Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν.4337/2015, τα ποσά των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 1 του ως άνω άρθρου αναπροσαρμόσθηκαν σε 100 000 και 200000 Ευρώ αντιστοίχως. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων.
Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό." Συνεπώς η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με τις ανωτέρω ποινές φυλακίσεως, με την ρύθμιση δε αυτή: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται ενιαίως ως προς το χρόνο διαπράξεως του ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.
Περαιτέρω, κατά τη σαφή αυτή διατύπωση του άρθρου 25,για κάθε πίνακα χρεών ο οποίος υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακος.
Δεν πρόκειται δηλαδή, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί, πλέον, ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακος και δη με χρόνο τελέσεως τη συμπλήρωση τετραμήνου από του χρόνου καταβολής αυτών.
Με τη ρύθμιση αυτή η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά τη μορφή ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, αφού ενδέχεται πλέον να θεμελιώνεται η ποινική ευθύνη, στην περίπτωση που το μη καταβληθέν ποσό ξεπερνά το ελάχιστο όριο (ήδη των 50.000 ευρώ), ή, μετά από επανειλημμένη μη καταβολή χρεών, συνολικού ποσού ανωτέρου των 50.000 ευρώ, χωρίς όμως τη συνδρομή του στοιχείου της καθ’ έξη ή κατ’ επάγγελμα τελέσεως στη νομοτυπική μορφή που χαρακτηρίζει τα αθροιστικά εγκλήματα, γι’ αυτό και γίνεται λόγος περί ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος.
Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 25 παρ. 2 Ν. 1882/1990: "Στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου β) ... Για περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, στους διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν, αδιάφορα από το λόγο ελλείψεως τους ή όταν απουσιάζουν αυτοί από την έδρα της εταιρίας, χωρίς να είναι γνωστό στη δημόσια οικονομική υπηρεσία ή στο τελωνείο όπου είναι βεβαιωμένα τα χρέη που ευρίσκονται, σε κάθε εταίρο, σωρευτικά ή μη" και κατά την παρ. 3 αυτού του άρθρου, "Πα τα πρόσωπα, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή, με οιονδήποτε τρόπο ή για οιανδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή ...".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι προσδιορίζονται οι εκπρόσωποι του νομικού προσώπου της ΕΠΕ που υπέχουν ευθύνη για την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο που ήσαν βεβαιωμένα ή γεννήθηκαν κατά τον χρόνο που αυτοί είχαν την ιδιότητα αυτή, ανεξαρτήτως αν μεταγενεστέρως απέβαλαν την ιδιότητα αυτή. Τέλος, η ποινική δίωξη σε περίπτωση νομικών προσώπων, όπως εν προκειμένω, ασκείται κατά των εκπροσωπούντων αυτά αναλόγως της νομικής φύσεως τους, προκειμένου δε περί ΕΠΕ σε βάρος του έχοντος την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας.
Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ανωτέρω εγκλήματος, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., είναι : 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί, και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του σε δόσεις χρέους ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του, οπότε συνάγεται και προσδιορίζεται και ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος.
Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενό τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους onoίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η κατά τα άνω αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνο στη απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή την αθωωτική απόφαση, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή εάν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ανέλεγκτη ή ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε όπως και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητος για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Επίσης, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ ΚΠοινΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικό που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που συνιστά λόγο αναιρέσεως, κατ’ αρθρ. 510 παρ.1 στοιχείο Ε’ του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Περαιτέρω, ο δόλος, κατ’ άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συνθέτουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, καταφάσκεται από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και εξ αυτού του λόγου δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός από την κυρία επί της ενοχής, στην οποία εμπεριέχεται και η αφορώσα στο δόλο.
Το στοιχείο του δόλου χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας μόνον όταν για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αξιώνονται πρόσθετοι στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως).Το έγκλημα, όμως, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, με βάση τη νομοτυπική του μορφή και ειδικότερα την υποκειμενική του υπόσταση, δεν υπάγεται στις τελευταίες περιπτώσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη, με αριθμό 2966/2014 απόφαση του, καταδίκασε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, με την συνδρομή ελαφρυντικής περιστάσεως, σε ποινή φυλακίσεως ενός [1] έτους, με αναστολή, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεχόμενο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, ότι από τα αποδεικτικό μέσα που κατ’ είδος αναφέρει απεδείχθησαν, αναιρετικώς ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από 1/8/10 έως 1/3/12, ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του ομορρύθμου μέλους της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
ΕΕ", εδρεύουσα στους ..., με αντικείμενο εργασιών το εμπόριο φωτιστικών στην ημεδαπή και αλλοδαπή αγορά, καθυστέρησε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, ηθελημένα, με πρόθεση και με γνώση των χρεών της άνω εταιρείας που είχαν βεβαιωθεί στη Δ.Ο.Υ ... Θεσσαλονίκης, ανερχομένων σε 221.819,05 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του ενσωματωμένου στο διατακτικό της παρούσας απόφασης πίνακα χρεών ήτοι τις 16-3-2013, να καταβάλει, το ως άνω συνολικό χρέος, που αναφέρεται στον εν λόγω πίνακα, στον οποίο αναλυτικά αναφέρονται τα επιμέρους χρέη και δη κατά αριθμό, ημερομηνία βεβαίωσης, οικονομικό έτος, είδος φόρου, έτους γενέσεως του, ανάλυση του ποσού και ύψος αυτού, τρόπο πληρωμής, αριθμό των ληξιπρόθεσμων δόσεων και ημερομηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης.
Εξάλλου, ο κατηγορούμενος ουδόλως αμφισβήτησε την ιδιότητα του ομορρύθμου μέλους της άνω ετερόρρυθμης εταιρείας κατά το χρόνο γενέσεως και βεβαιώσεως των επίμαχων χρεών και κατά συνέπεια σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, είναι αυτουργός του ως άνω εγκλήματος της μη καταβολής προαναφερόμενων χρεών προς το Δημόσιο που έχουν βεβαιωθεί σε βάρος της άνω ετερόρρυθμης εταιρείας, καθόσον από την άνω την νομική του θέση στην ετερόρρυθμη εταιρεία, προκύπτει η υποχρέωση του να καταβάλλει το εταιρικό χρέος, όπως τούτο ρητά ορίζεται στο άρθρο 25 παρ. 2 του Ν. 1882/19,90 και εντεύθεν η ποινική του ευθύνη. (βλ και Απ 933/2013, ΑΠ 896/2013, δημ.Νόμος).
Συνακόλουθα τούτων, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος ως ομόρρυθμο μέλος της άνω ετερόρρυθμης εταιρείας για την αξιόποινη πράξη, της μη καταβολής προς το Δημόσιο του αθροίσματος των χρεών της τελευταίας, που αναγράφεται στον ενσωματωμένο στο διατακτικό της παρούσας πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ ...
Θεσσαλονίκης, ανερχόμενου στο ποσό των 221.819,05 Ευρώ, συγκείμενου από τα αναγραφόμενα στον εν λόγω πίνακα επιμέρους χρέη, με την επισήμανση ότι, το εν λόγω έγκλημα, που κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη έχει τη μορφή ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, συνιστά ένα και μόνο έγκλημα και εντεύθεν έπεται ότι τα αναφερόμενα στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης περί του ότι το εν λόγω έγκλημα τελέστηκε κατ’ εξακολούθηση, έχουν την έννοια ότι η ως άνω συνολική οφειλή σύγκειται από περισσότερα χρέη που εμπίπτουν στο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα και όχι την έννοια της κατ’ εξακολούθηση τελέσεως περισσοτέρων πράξεων του άρθρου 98 του ΠΚ, αφού, ως προελέχθη στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η τέλεση του εγκλήματος τούτου υπό την ισχύ του ν. 3220/2004 συνιστά μια πράξη και όχι έγκλημα κατ’ εξακολούθηση. (ΑΠ 933/2013, δημ.Νόμος).
Επομένως, ο περί του αντιθέτου αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί του ότι αποδίδεται σ’ αυτόν η ως άνω πράξη ως τελεσθείσα κατ’ εξακολούθηση, ελέγχεται ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Εξάλλου, ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εφαρμογής του ευμενέστερου γι’ αυτόν Ν. 3220/2004, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της πρωτόδικης υπ’ αριθμ. 8895/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο εκκαλών - κατηγορούμενος κηρύχτηκε ένοχος για την ένδικη πράξη με βάση τις διατάξεις του ν. 3220/2004, τις οποίες και το Εφετείο τούτο εφαρμόζει και όχι εκείνες του ν. 3943/2011, ως αβασίμως διατείνεται.
Τέλος ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου περί του ότι δεν στοιχειοθετείται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, διότι εξαιτίας της οικονομικής αδυναμίας του δεν κατέβαλε το άθροισμα των χρεών της προαναφερόμενης εταιρείας στην ως άνω Δ.Ο.Υ, που σημειωτέον συνιστά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και όχι αυτοτελή ισχυρισμό ως εσφαλμένως υπολαμβάνεται από τον κατηγορούμενο, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο δεν απαιτείται κατά το νόμο συνδρομή κακοβουλίας, ενώ είναι άνευ σημασίας, η οικονομική αδυναμία του υπόχρεου προς καταβολή κατηγορουμένου.
Ενόψει τούτων, οι υπό στοιχείο Ι και. II ισχυρισμοί του κατηγορούμενου που υποβλήθηκαν προφορικά και εγγράφως υπό του συνηγόρου του που τον εκπροσωπεί στην παρούσα κατ’ έφεση δίκη, πρέπει να απορριφθούν.
Ακολούθως, κηρύξε κατηγορούμενο Ν. Τ. του Η. ένοχο του ότι: Στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 1/8/10 έως 1/3/12, πραγμάτωσε έγκλημα (πλημμέλημα), που, υπό την ισχύ του ν. 3220/2004 συνιστά μια πράξη και όχι έγκλημα κατ" εξακολούθηση και τιμωρείται κατά το νόμο με πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή και συγκεκριμένα: καθυστέρησε να καταβάλλει βεβαιωμένα στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) χρέη προς το Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000,00 ευρώ) και ειδικότερα κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, όπως περιγράφεται αναλυτικά στον κάτωθι συνημμένο πίνακα χρεών, ως ομόρρυθμο μέλος της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ" με εταιρικό Α.Φ.Μ. ... και έδρα τους ..., καθυστέρησε να καταβάλλει χρέη προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένα στη Δ.Ο.Υ ... Θεσσαλονίκης, συνολικού ποσού διακοσίων είκοσι μίας χιλιάδων οκτακοσίων δέκα εννέα ευρώ και πέντε λεπτών (221.819,05 ευρώ), συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι και τις 16-3-2013 (ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών), για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, σύμφωνα με το παρακάτω συνημμένο πίνακα χρεών:
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, την επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των όρθρων των ποινικών νόμων που εφήρμοσε και δη των άρθρων 1,12, 14,18,26 παρ. 1 α’ ,27 παρ. 1, 51, 53, 63, 79 ΠΚ και 25 παρ.1 στοιχ.
δ’ , Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997, 19 παρ. 2 Ν. 2948/2001, άρθρο 34 παρ.1 Ν. 3220/2004, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 3943/2011.Ειδικότερα, αναφέρει την αρχή που προέβη στην βεβαίωση των χρεών, το είδος αυτών, το ύψος τους (221819,05 ευρώ), τον τρόπο πληρωμής τους που με σαφήνεια προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και από τον συνημμένο στο διατακτικό πίνακα χρεών, τον χρόνο καταβολής τους, δηλαδή τον χρόνο κατά τον οποίο ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαιώσεως τους, έπρεπε να καταβληθούν και την καθυστέρηση της καταβολής τους με πρόθεση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, αφ’ ότου κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, κατά την λεπτομερή αναφορά του συνημμένου εις το διατακτικό πίνακα χρεών που συνοδεύει την μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ....-Θεσσαλονίκης, χωρίς, μετά ταύτα, το γεγονός ότι στο σκεπτικό γίνεται παραπομπή στο διατακτικό να συνιστά έλλειψη αιτιολογίας.
Ειδικότερα από τις άνω αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, σαφώς προκύπτει ότι τούτο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη ότι ο ήδη αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του ομόρρυθμου εταίρου της άνω εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε" κατά τους χρόνους που γεννήθηκε κάθε χρέος. Η αιτίαση ότι εξαιτίας της οικονομικής του αδυναμίας αποκλείεται η υποκειμενική θεμελίωση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 είναι απορριπτέα, διότι για την θεμελίωση αυτή δεν απαιτείται κακοβουλία, ενώ η οικονομική αδυναμία του κατηγορουμένου [που στην ουσία αρνείται την κατηγορία] είναι άνευ σημασίας.
Η αιτίαση ότι εσφαλμένως το δικαστήριο εφάρμοσε αναδρομικά δυσμενέστερο ποινικό νόμο [3943/2011], είναι απορριπτέα, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως [σελ.23] το δικαστήριο εφάρμοσε για το σύνολο των χρεών του πίνακος τα προβλεπόμενα στο άρθρο 25 Ν. 1882/1990, όπως ίσχυαν με τον προηγούμενο τροποποιητικό Ν.3220/2004 και όχι με τον προαναφερθέντα Ν.3943/ 2011.Η αιτίαση ότι δεν θεμελιώνεται αντικειμενικώς το ως άνω έγκλημα, καθόσον αφορά ορισμένα εκ των χρεών του πίνακος που ήταν μικρότερα των 50000 Ευρώ, είναι απορριπτέα, διότι το δικαστήριο ορθώς δέχθηκε [σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη] ότι το έγκλημα αυτό δεν είναι κατ’ εξακολούθηση, αλλά ένα αθροιστικό των χρεών του πίνακος και συνεπώς το άθροισμα αυτό κρίνεται αν υπερβαίνει τα κατά Νόμο οριζόμενα ποσοτικά όρια, ώστε να καταστεί αξιόποινο.
Τέλος, η αιτίαση ότι πρέπει να εφαρμοσθεί ο μετά την δημοσίευση της αποφάσεως επιεικέστερος Ν.4337/2015 [που αύξησε τα ποινικώς κολάσιμα ποσοτικά όρια των χρεών σε 100 000 και 200000 Ευρώ] και να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος αθώος, είναι απορριπτέα, διότι αυτός κηρύχθηκε ένοχος για αθροιστικό χρέος 221819,05 Ευρώ, που σαφώς υπερβαίνει το ποσό των 200000 Ευρώ, το οποίο καθόρισε ο ως άνω Νόμος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ , Ε’ ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως [της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής] με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη για έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 25 Ν 1882/1990 και 98 ΠΚ., είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να κατά -δικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-5-2015 αίτηση του Τ. Ν. του Η., για αναίρεση της με αριθμό 2966/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ