Legislator Case Law & Legislation
1655/2010 AI generated

1655/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1655/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1655/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τις διατάξεις περί παραγραφής του άρθρου 40 παράγραφος 6 του Α.Ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", που ίσχυαν αρχικώς, όσο και μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965, και ήδη ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους εκ νέου με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978 "Πάσαι αϊ αξιώσεις εκ παροχών εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας παραγράφονται μετά εξ μήνας αφ' ης κατέστησαν απαιτηταί.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1655 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1655/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Πήττα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ.Δ., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Μπλέτα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 724/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-5-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 10-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις περί παραγραφής του άρθρου 40 παράγραφος 6 του Α.Ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", που ίσχυαν αρχικώς, όσο και μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965, και ήδη ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους εκ νέου με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978 "Πάσαι αϊ αξιώσεις εκ παροχών εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας παραγράφονται μετά εξ μήνας αφ' ης κατέστησαν απαιτηταί.

Απαιτητοί δόσεις συντάξεων μη εισπραχθείσαι δι' οιονδήποτε λόγον εντός έτους παραγράφονται. Η ετήσια παραγραφή άρχεται από του τέλους του μηνός ον αφορά η υπό πληρωμήν σύνταξις. Πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του Ι.Κ.Α. απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν" . Εξάλλου, με το άρθρο 90 παράγραφος 3 του Ν.2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της".

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 91 του ίδιου ως άνω Ν. 2362/1995 "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Προκειμένου, όμως, περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα Τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από της βεβαιώσεως αυτών".

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, προκειμένου περί απαιτήσεων από καθυστερούμενες αποδοχές ή από άλλες κάθε φύσεως απολαβές κατά του Ι.Κ.Α., υπαλλήλων του, με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, έχουν εφαρμογή οι προδιαληφθείσες περί παραγραφής ειδικές διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 6 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965 και 7 του Ν. 825/1978, σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α.

υπόκεινται στην πενταετή και όχι στην διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995. Και τούτο γιατί, το εν λόγω νομοθέτημα περί Δημοσίου Λογιστικού (όπως και το καταργηθέν με το άρθρο 113 αυτού Ν.Δ. 321/1969 "Κώδικας Δημόσιου Λογιστικού") ρυθμίζει την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου μόνο και δεν προβλέπει την εφαρμογή του και προκειμένου περί αξιώσεων κατά του Ι.Κ.Α.

Όπου δε ο νόμος θέλησε να εξομοιώσει το Ι.Κ.Α. με το Δημόσιο το έκανε με ρητές διατάξεις. Ενώ, εξάλλου, ο οριζόμενος χρόνος παραγραφής των δύο ετών με το άρθρο 48 παρ. 3 το Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", για τις αξιώσεις από καθυστερούμενες αποδοχές ή από κάθε άλλης φύσεως απολαβές, δεν εφαρμόζεται στο Ι.Κ.Α., γιατί με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 437/1977, το Ι.Κ.Α., ως ασφαλιστικός οργανισμός υπαγόμενος στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, εξαιρέθηκε από την εφαρμογή του ως άνω Ν.Δ. 496/1974, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.369/1976 και μεταγενέστερα.

Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσίβλητου κατά του αναίρεσε ιόντος Ι.Κ.Α. από την μη καταβολή σ' αυτόν των αποδοχών του, του χρονικού διαστήματος από 19-2-1999 έως 12-9-1999, κατά το οποίο απασχολήθηκε στο 3° Νοσοκομείο του αναίρεσε ιόντος, στην Αθήνα, ως ιατρός - αναισθησιολόγος, δυνάμει συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί παραγραφής και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986 "Τροποποιήσεις διατάξεων του Κώδικα των δικηγόρων και άλλες διατάξεις", που αποτελεί παγία ρύθμιση και δεν καταλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις, που κατά την θέση της σε ισχύ, είχε ασκηθεί ένδικο βοήθημα, ορίζεται ότι, αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 1406/1983 (περί δικαιοδοσίας των Διοικητικών Δικαστηρίων), το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται ως προς όλες τις έννομες συνέπειες ότι ασκήθηκε κατά τον χρόνο της ασκήσεως εκείνου που απορρίφθηκε.

Για την ταυτότητα του νομικού λόγου η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο όταν εκδίδεται επί της ασκηθείσης αγωγής απορριπτική απόφαση λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, αλλά και όταν ο ενάγων, αντιλαμβανόμενος ότι άσκησε την αγωγή του ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, ασκήσει νέα αγωγή ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, χωρίς να αναμένει την έκδοση αποφάσεως, αφού και με τον τρόπο αυτό πραγματώνεται ο σκοπός της παραπάνω διατάξεως, που συνίσταται στην σε σύντομο διάστημα επίλυση των εκκρεμών υποθέσεων και στην προστασία των ενδιαφερομένων, οι οποίοι με την εσφαλμένη άσκηση ενδίκου βοηθήματος ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας κινδυνεύουν να παραγραφεί η αξίωσή τους.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που έκρινε, ως Εφετείο , ότι οι αξιώσεις του αναιρεσίβλητου ιατρού, ο οποίος υπηρέτησε στο 3° Νοσοκομείο του αναίρεσε ιόντος Ι.Κ.Α., από 19-2-1999 έως 12-9-1999, για καταβολή καθυστερουμένων αποδοχών, δεν υπέκυψαν στην παραπάνω πενταετή παραγραφή, διότι η παραγραφή αυτή διακόπηκε με την εντός της προθεσμίας άσκηση αγωγής ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και την εν συνεχεία εντός της μετά την διακοπή νέας προθεσμίας άσκηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία Ειρηνοδικείου Αθηνών, δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία ή κακή εφαρμογή τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ενόψει όλων των παραπάνω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθέν, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, η οποία, όμως, πρέπει να περιορισθεί κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν.3693/1957, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 9 του Ν.Δ. 2698/1953, η νομική υπηρεσία του Ι.Κ.Α.

διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και επομένως οι διατάξεις του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 εφαρμόζονται, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου τούτου, και σε δίκες στις οποίες διάδικος είναι το Ι.Κ.Α. (ΑΠ 675/2009, 1351/1990).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-5-2007 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 724/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ