Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as facts were not properly raised in lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of First Instance's decision regarding adverse possession. The appellants argued the lower court failed to fully utilize an admission made by the respondent, but the Court found this argument inadmissible. The Court ruled that the appellants did not demonstrate the admission was raised in the lower court proceedings, failing to meet the strict requirements for raising new grounds on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) No. 1, 562(2) K.P.D.: An appeal ground is inadmissible if it relies on an assertion not lawfully proposed in the court of first instance, unless it concerns a non-proposable violation, a self-evident error, or public order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1655 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1655/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ομόρρυθμου εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", η οποία εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ... ατομικά και ως ομόρρυθμο μέλος της ως άνω εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" και 3. ..., ατομικά και ως ομόρρυθμο μέλος της ως άνω εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Γιαννατσή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Κιμπεζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α. με την από 29-4-2004 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας και β. με την από 10-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4589/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4831/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-11-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 28-1-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού, Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για τη κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει το χρόνο τη δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1052 ΑΚ), εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικό ή ειδικό διάδοχος αυτού.
Νομέας δε, κατά το άρθρο 924 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις επ αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Τέλος, κατά την έννοια του αριθ. 19 του ίδιου, ως άνω, άρθρου, ανεπαρκείς αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εν προκειμένω με την προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : "Με το ... συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Λαυρίου Ιωάννη Ρώμα, που μεταγράφηκε, περιήλθε στη Ι1 αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ...και τέμνεται σε δύο άνισα μέρη από αγροτική οδό.
Το πρώτο τμήμα του αγροτεμαχίου, που ενδιαφέρει για την προκείμενη διαφορά, έχει εμβαδόν 1178,83 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησίες ... και ..., νότια με ιδιοκτησία ..., ανατολικά με ιδιοκτησία ... και δυτικά με αγροτική οδό. Η εν λόγω Ι1 το έτος 1967 μεταβίβασε τη νομή του στον Δ1. Από τότε ο τελευταίος κατέχει και νέμεται το ως άνω ακίνητο ασκώντας σε αυτό τις πράξεις νομής, που προσιδιάζουν στη φύση του και ειδικότερα το επισκεπτόταν τακτικά, το επέβλεπε, το προστάτευε από καταπατήσεις τρίτων και διέθετε το χώμα του για καλλιέργειες κήπων χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα και ιδιαίτερα από τους εναγομένους.
Το έτος 1980, όταν οι εναγόμενοι αφαίρεσαν χώμα από το ακίνητο χωρίς την άδεια του, διαμαρτυρήθηκε προς αυτούς και τους κάλεσε να αποκαταστήσουν τη μορφή του ακινήτου στην προηγούμενη κατάσταση. Οι τελευταίοι τον αποζημίωσαν με ποσό 40.000 δραχμών και επιπρόσθετα έλαβαν την άδεια εξορύξεως χώματος για ένα χρόνο.
Από το έτος 1982 το ακίνητο χρησιμοποιόταν ως χωματερή και με τη δική του σύμφωνη γνώμη. Το έτος 1999 μεταβίβασε και παρέδωσε τη νομή του ακινήτου αυτού στον ενάγοντα. Ο τελευταίος συνέχισε την άσκηση των ίδιων ως άνω πράξεων νομής, όπως και οι δικαιοπάροχοί του, χωρίς, ομοίως, να ενοχληθεί από κανένα ούτε και από τους εναγομένους.
Τον Οκτώβριο του έτους 2002, επειδή είχε την πρόθεση να πωλήσει το ακίνητο μαζί με τα όμορα των ... και ...και ..., ανέθεσαν από κοινού στο ...., εργολάβο χωματουργικών εργασιών, τον καθαρισμό και την επιχωμάτωση του. Οι ως άνω εργασίες ολοκληρώθηκαν το Μάρτιο του έτους 2003. Όμως τον Ιούλιο του έτους 2003 διαπίστωσε ότι οι εναγόμενοι είχαν καταλάβει παράνομα και κατείχαν εδαφική έκταση 125 τ.μ.
από το πιο πάνω αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη δυτική πλευρά του και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία ... και ..., νότια με ιδιοκτησία ... και ανατολικά και δυτικά με το υπόλοιπο αγροτεμάχιο. Στην ως άνω εδαφική έκταση των 125 τ.μ. τοποθέτησαν τέσσερις "καρότσες" φορτηγών αυτοκινήτων. Για την προσωρινή δε προστασία της νομής του άσκησε κατά της ενάγουσας της πρώτης αγωγής αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, η οποία έγινε δεκτή με την 107/2004 απόφαση εκείνου του Δικαστηρίου.
Κατά της αποφάσεως αυτής δεν άσκησε έφεση η ως άνω ηττηθείσα διάδικος. Τέλος ο ως άνω Δ1 με το ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Κερατέας Αττικής Μαρίας Μέγγουλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε την κυριότητα του ως άνω ακινήτου με δωρεά στον ενάγοντα. Με βάση τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο Δ1 έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού το κατείχε και το νεμόταν συνεχώς και χωρίς διακοπή από το έτος 1967 έως το 1999, που μεταβίβασε τη νομή του στον ενάγοντα.
Έτσι ως αληθής κύριος το μεταβίβασε κατά κυριότητα στον ενάγοντα, ο οποίος έγινε κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο. Σε κάθε περίπτωση, ο τελευταίος έγινε κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού αυτός προσμετρώντας στο δικό του χρόνο νομής (από το έτος 1999) και τον χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου του (από το έτος 1967) κατέχει και νέμεται το επίδικο συνεχώς και χωρίς διακοπή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών.
Αντίθετα από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής στο επίδικο με διάνοια κυρίου από τα όργανα της ενάγουσας-εναγομένης εταιρίας και τους ομόρρυθμους εταίρους της για χρονικό διάστημα τουλάχιστον είκοσι ετών. Όταν δε, κατά τα προαναφερόμενα, το έτος 1980 και 2003 επεχείρησαν επεμβάσεις στο επίδικο, ο ενάγων και ο δικαιοπάροχος του αμέσως διαμαρτυρήθηκαν.
Έτσι ουδέποτε απέκτησαν αυτοί κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσειόντων και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, αφενός μεν δέχθηκε, ως βάσιμη κατ' ουσία, την από 10-11-2004 διεκδικητική αγωγή του αναιρεσίβλητου για το ως άνω επίδικο ακίνητο, αφετέρου δε απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσία, την από 29-4-2004 αναγνωριστική της κυριότητας επί του ιδίου ακινήτου αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του ΑΚ, αφού με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες δέχεται ότι το επίδικο νέμονταν συνεχώς από το έτος 1967 μέχρι τον Ιούλιο του 2003 ο αναιρεσίβλητος και ο δικαιοπάροχος του Δ1 ασκώντας τις ως άνω αναφερόμενες πράξεις νομής, γι' αυτό πρέπει οι περί του αντιθέτου τέταρτος και πρώτος, αντίστοιχα, λόγοι αναίρεσης από τους αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο πόρισμά του ως προς το κατ' ουσίαν αβάσιμο της αγωγής της πρώτης αναιρεσείουσας και την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, τις ειδικώς προσδιοριζόμενες υπ' αριθ. .../2004, .../2005, ..., ...και .../31-3-2004 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Μαρκοπούλου Δήμητρας Κόλλια (οι δύο πρώτες) και Λαυρίου Μαρίας Κόλλια (οι υπόλοιπες) και όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις ως άνω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, που ρητά τις μνημονεύει, καθώς και τα ακόλουθα προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, ήτοι α) αεροφωτογραφίες των ετών 1982, 1996, 2001 από το Αρχείο του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογράφησης Ελλάδος, β) το υπ'αριθ. ...
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Δήμητρας Χαραλαμπάκη και γ) φωτογραφίες της επίδικης έκτασης.
Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός να πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Επίσης ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 306/1999 Δνη 40,1305).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ..12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, που συνίσταται στο ότι, μολονότι στην ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης περιεχόταν ομολογία της τελευταίας ότι το επίδικο ακίνητο παρέμεινε στη χρήση των αναιρέσει όντων από το έτος 1980 και συνεχώς έκτοτε, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζοντας το άρθρο 351 ΚΠολΔ δεν απέδωσε στην ως άνω δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων πλήρη απόδειξη για το ως άνω πραγματικό γεγονός, η παραδοχή του οποίου θα οδηγούσε στην απόρριψη της επί εκτάκτου χρησικτησίας ερειδομένης βάσεως της ένδικης διεκδικητικής αγωγής αυτών. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός, που στηρίζει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί, και μάλιστα νομίμως, στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ τρεις εξαιρετικές περιπτώσεις λήψεως υπόψη του λόγου αναίρεσης παρά την έλλειψη πρότασης του ισχυρισμού που τον στηρίζει στο δικαστήριο της ουσίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-11-2006 αίτηση των 1) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...ΟΕ", 2) ... και 3) ..., για αναίρεση της 4831/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ