Legislator Case Law & Legislation
1655/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against fraud conviction due to lack of evidence regarding document reading at trial.

Case Number 1655/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for fraud, upholding the lower court's decision. The appellant argued that the trial court erred by relying on an unexamined document and failed to provide sufficient reasoning for its findings. The court ruled that while the document must be read at trial, the judgment need only identify the document's details, and the appellant's claims regarding the fire station's response were irrelevant to the fraud charge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 331, 333, 364 para. 1, 510 para. 1 lit. a, d, e of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court held that failure to read a document at trial constitutes absolute nullity, but the judgment need only identify the document's details, and appeals based on lack of reasoning or misapplication of law are inadmissible if the facts are clearly established.

Keywords

AI generated
Code of Criminal Procedure appeal admissibility unexamined document fraud conviction absolute nullity legal reasoning appellant burden

Cited Legislation

AI generated
Articles 331, 333 and 364 para. 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 510 para. 1 lit. a of the Code of Criminal Procedure
Article 583 para. 1 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1655 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1655/2006

ΤοΔικαστήριο του Αρείου ΠάγουΕ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Βαρδαβάκη και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), Φώτιο Καϋμενάκη, Πλαστήρα Αναστασάκη - Εισηγητή, Ελένη Παναγιωτάκη και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κοντογιάννη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11255/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα – κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιανουαρίου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 256/2005.

Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγον αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται δεν είναι πάντως απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε αρκεί να αναγράφονται τα στοιχεία που το προσδιορίζουν ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί σε ποιά έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου και αν αυτά έχουν πραγματικά αναγνωσθεί. Επίσης δεν βλάπτει ότι η ανάγνωση των εγγράφων προκύπτει όχι από το οικείο μέρος των πρακτικών αλλά από το σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 11255/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, η κατηγορουμένη και τώρα αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη της αξιόποινης πράξης της απάτης (την οποία κατηγορείτο ότι διέπραξε στις 26-3-1998 με την ιδιότητά της ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «...

ΑΕ» εις βάρος της εταιρείας αυτής) και της επιβλήθηκε φυλάκιση επτά (7) μηνών με τριετή αναστολή. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή της κατηγορουμένης έλαβε υπόψη του «τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριό του, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία».

Στο ίδιο σκεπτικό αναφέρεται επίσης ότι με βάση την από 26-3-1998 υπεύθυνη δήλωση την ο ποία υπέβαλε η αναιρεσείουσα με την προαναφερθείσα ιδιότητά της ως Προέδρου του Δ.Σ.της παραπάνω εταιρείας στο ΙΚΑ ότι το προσωπικό της συνέχιζε να εργάζεται και μετά την εκδήλωση της πυρκαϊάς στο κατάστημά της και τις μηνιαίες καταστάσεις που υπέβαλε σ' αυτό (ΙΚΑ), τούτο εξέδωκε εις βάρος της εταιρείας «τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο Πράξεις Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ) 73.110/1-10-1998 για το ποσό των 3.995.000 δρχ.

από το οποίο 2.290.100 δρχ. αντιστοιχεί στο επίδικο διάστημα (βλ. και την 1449/27-1-2003 βεβαίωση του ΙΚΑ), 73115/1-10-98 για το ποσό των 109.500 δρχ. από το οποίο 61.300 δρχ. αντιστοιχεί στο επίδικο χρονικό διάστημα και 74087/1-9-1999 για το ποσό των 151.500 δρχ.). Αναφέρεται δηλαδή ότι οι εν λόγω Πράξεις Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ) αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, ώστε δεν γεννάται αμφιβολία ότι αυτές, οι οποίες κατά τα λοιπά προσδιορίζονται κατά τρόπον που δεν αφήνει αμφιβολία για την ταυτότητα κάθε μιάς, αναγνώσθηκαν πράγματι, ενώ περαιτέρω η αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης ότι από το ποσό των 3.995.000 δρχ.

για το οποίο εκδόθηκε η πρώτη από αυτές, ποσό 2.2.290.100 δρχ. αντιστοιχεί στο επίδικο διάστημα, πιστοποιεί πλήρως το γεγονός αυτό, με αποτέλεσμα η περαιτέρω παραπομπή στην υπ' αριθμ.1449/27-1-2003 βεβαίωση του ΙΚΑ (με το συμπλεκτικό σύνδεσμο «και») να καθιστά περιττή την ανάγνωση του εγγράφου αυτού ως προςτο εν λόγω γεγονός.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου που δίκασε (που επισκοπούνται παραδεκτώς από το δικαστήριο τούτο για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου) η εκ μέρους της κατηγορουμένης (ήδη αναιρεσείουσας) υποβολή στις 26-3-1998 υπεύθυνης δήλωσης προς το ΙΚΑ ότι, παρά την εκδηλωθείσα πυρκαγιά στο κατάστημα της παραπάνω εταιρείας (της οποίας αυτή ήταν πρόεδρος του Δ.Σ.), το προσωπικό της εταιρείας εξακολουθεί να εργάζεται για τον καθαρισμό του, προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ...

και ..., ώστε η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αυτή υπέβαλε προς το ΙΚΑ την εν λόγω, υπεύθυνη δήλωση, δεν προκύπτει ότι στηρίχθηκε στο έγγραφο της εν λόγω δηλώσεως το οποίο δεν φέρεται πράγματι ως αναγνωσθέν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο από το ότι το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω έγγραφα που όμως δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Έτσι τα στοιχεία της απάτης ως βασικού εγκλήματος είναι: α) παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων ως αληθινών η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, β) παραπλάνηση άλλου, γ) πράξη, παράλειψη ή ανοχή που επιφέρει βλάβη, ως τέτοιας νοουμένης της χειροτέρευσης της περιουσίας ενώ μπορεί να είναι άλλος αυτός προς τον οποίο έγινε η παράσταση και άλλος ο ζημιωθείς, δ) υποκειμενική υπαιτιότητα (δόλος) και ε) αιτιώδης σύνδεσμος της βλάβης της περιουσίας με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, συνδυαζόμενο με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο (πλημμελημάτων) Αθηνών που δίκασε την έφεση της αναιρεσείουσας (και του συγκατηγορουμένης της ...), δέχθηκε μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην απόφασή του αυτή κατ' είδος αποδεικτικών μέσων τα εξής:

Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «...Α.Ε.» λειτουργούσε επιχείρηση τροφίμων (...) επί της οδού ... στο ισόγειο πολυκατοικίας. Στις 24-2-1998 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο κατάστημα αυτό, από το οποίο τούτο καταστράφηκε ολοσχερώς. Στις 26-3-1998 η εκ των κατηγορουμένων ... με την ιδιότητά της ως Προέδρου του Δ.Σ. της εταιρίας υπέβαλε στο Υποκατάστημα του ΙΚΑ Πατησίων την από 26-3-1998 Υπεύθυνη Δήλωση του Ν. 1599/1998με την οποία δήλωσε ότι το προσωπικό που εργαζόταν στο κατάστημα μέχρι την εκδήλωση της πυρκαγιάς συνεχίζει να εργάζεται ημερησίως από την επομένη της πυρκαγιάς για τον καθορισμό της επιχείρησης και μέχρι να καταστεί δυνατή η επαναλειτουργία του.

Στη συνέχεια υπέβαλε στο ΙΚΑ μηνιαίες καταστάσεις ασφαλίσεως προσωπικού, στις οποίες ανέγραφε ότι εργάστηκαν στο εν λόγω κατάστημα κατά τη χρονική περίοδο από 25-12-1998 έως 31-8-1998 η ίδια και ο συγκατηγορούμενός της ... καθ' όλο αυτό το διάστημα και ο ... μέχρι και το μήνα Μάρτιο 1998. Με βάση τις δηλώσεις και καταστάσεις αυτές το ΙΚΑ εξέδωσε εις βάρος της εταιρείας τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο Πράξεις Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ) 73110/1-10-98 για το ποσό των 3.995.000 δρχ., από το οποίο 2.290.100 δρχ.

αντιστοιχεί στο επίδικο διάστημα (βλ. και την1449/17-10-2003 βεβαίωση του ΙΚΑ), 73115/1-10-98 για το ποσό των 109.500 δρχ. από το οποίο 61.300 δρχ. αντιστοιχεί στο επίδικο χρονικό διάστημα και 74.087/1-9-1999 για το ποσό των 151.500 δρχ. Οι παραπάνω όμως παραστάσεις της κατηγορουμένης προς το ΙΚΑ ήσαν ψευδείς και αυτή το γνώριζε, καθ' όσον από την επομένη της πυρκαγιάς και μέχρι 31-8-1998 δεν εργάστηκαν στο καταστραφέν κατάστημα για τον καθαρισμό του οι κατηγορούμενοι ούτε ο ....

Ο τελευταίος, εξεταζόμενος ως μάρτυρας κατέθεσε κατηγορηματικά ότι ουδέποτε εργάστηκε μετά την πυρκαγιά. Η Υπηρεσία της Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων ενήργησε αυτοψία στις 30-4-1998 και στην αναγνωσθείσα 47974/12-5-98 έκθεσή της βεβαιώνει, μεταξύ άλλων, ότι «από το κάψιμο διαφόρων αντικειμένων, χαρτικών και διαφόρων προϊόντων του καταστήματος και κανένας καθαρισμός, έχει δημιουργηθεί εστία μολύνσεως και αποπνικτική ατμόσφαιρα….».

Το μόνο που έγινε ήταν η μεταφορά των μισθωμένων ψυγείων .... Η κατηγορουμένη ενήργησε ως άνω για να εξασφαλίσει γι' αυτήν και τους λοιπούς κυρίως ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και συντάξιμη υπηρεσία. Από τις ψευδείς παραστάσεις της πείσθηκαν τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ και καταλόγισαν σε βάρος της εταιρείας και επί ζημία της τις ανωτέρω εισφορές.

Με βάση τα ανωτέρω, το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την αναιρεσείουσα ένοχη απάτης και την κατεδίκασε στην ανωτέρω αναφερόμενη ποινή φυλακίσεως των επτά (7) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετίαν.

Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο που δίκασε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1ΠΚ,την οποία περαιτέρω ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Ειδικότερα όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση: α) η αναιρεσείουσα μετά την υποβολή εκ μέρους της, υπό την ιδιότητά της ως Προέδρου του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας που αναφέρθηκε, της από26-3-1998 υπεύθυνης δήλωσης προς το ΙΚΑ, ότι το προσωπικό της που εργαζόταν στο κατάστημά της (...) μέχρι την εκδήλωση της πυρκαϊάς εξακολουθεί να εργάζεται ημερησίως από της επομένης της πυρκαϊάς, υπέβαλλε μηνιαίες καταστάσεις ασφαλίσεως προσωπικού στις οποίες ανέγραφε ότι εργάστηκαν στο εν λόγω κατάστημα κατά τη χρονική περίοδο από 25-2-1998.

Προκύπτει δηλαδή ότι οι καταστάσεις αυτές πουβάλλονταν στο ΙΚΑ κατά μήνα και ότι τα άτομα που εφέροντο ως απασχολούμενα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (25-2-1998 έως 31-8-1998) ήσαν αυτή και ο συγκατηγορούμενός της ... (καθ' όλο το διάστημα αυτό) και ο ... μέχρι και του τέλους Μαρτίου 1998. Η αναφορά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης σε αριθμό τεσσάρων ατόμων, ως απασχοληθέντων (χωρίς να κατονομάζονται), οφείλεται σε προφανή παραδρομή, αφού στο σκεπτικό της γίνεται λεπτομερής, κατά τα άνω, μνεία εκάστου των απασχοληθέντνω και του αντίστοιχου διαστήματος απασχολήσεώς του.

Εξάλλου η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι δεν δικαιολογείται γιατί η απόφαση καταλήγει σε καταδικαστική κρίση, μολονότι από την από 8-10-2004 απάντηση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας προκύπτει ότι το κατάστημα ουδέποτε σφραγίστηκε, αφορά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Β) δικαιολογείται το παράνομο του περιουσιακού οφέλους ως στοιχείου της απάτης αφού με την πράξη της αυτή η αναιρεσείουσα σκοπούσε να εξασφαλίσει γι' αυτήν και τους λοιπούς ως άνω αναφερομένους κυρίως ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και συντάξιμη υπηρεσία, χωρίς για το διάστημα αυτό να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις ήτοι η πραγματική απασχόλησή των.

Υφίσταται δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ωφέλειας αυτής και της ζημίας της παραπάνω εταιρείας η οποία απορρέει από την υποχρέωσή της να καταβάλει τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές για το εν λόγω διάστημα κατά το οποίο δεν απασχολήθηκε πράγματι το προσωπικό της αυτό που όμως η αναιρεσείουσα με την εκτεθείσα ιδιότητά της ως Προέδρου του Δ.Σ.

της εταιρείας παρέστησε ψευδώς ότι εξακολουθούσε να απασχολείται, προς το σκοπό να αποκομίσει αυτή και οι ανωτέρω μνημονευόμενοι τα παράνομα περιουσιακά οφέλη που αναφέρθηκαν. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 28/20-1-2005 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11255/26-11-2004 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και,Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ΕΥΡΩ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2006. Και,

Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 4 Αυγούστου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ