Legislator Case Law & Legislation
1654/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of evidence and procedural error regarding statute of limitations. Appeal rejected due to insufficient grounds.

Case Number 1654/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a final judgment of the Piraeus Court of Appeal. The appellants argued that the lower court accepted facts without evidence and failed to consider the statute of limitations after the second appellant reached adulthood. The court rejected these claims, finding the appellate court had properly relied on witness testimony and documentary evidence to establish the timeline of the statute of limitations. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was returned to the state, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the acceptance of unproven facts or failure to consider a statute of limitations is inadmissible if the lower court's decision is supported by valid evidence and logical reasoning.

Keywords

AI generated
statute of limitations appeal admissibility unproven facts evidence standard legal costs civil procedure statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 260 and following of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1027/2022
Supreme Court Case 1020/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1654 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1654/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Κ., 2) Π. Π. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τρανταλίδη και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ο. Μ. του Λ., κατοίκου ..., ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου της Εταιρείας με την επωνυμία "HONDURAS MARITIME INSPECTION", που εδρεύει στην Ονδούρα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κοννίδα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5032/2011 μη οριστική και 4822/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 212/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/4/2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 25-4-2019 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθ. 212/2017 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Περαιώς, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα προ πάσης επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στις 27-4-2017, ενώ η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς στις 25-4-2019 και έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 ΚΠολΔ).

Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Η αίτηση αναίρεσης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι νυν αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σε βάρος της εταιρίας "Honduras Maritime Inspection" και του νυν αναιρεσιβλήτου την από 17-3-2010 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν νομιμοτόκως στην μεν 1η ενάγουσα (1η αναιρεσείουσα) το ποσό των 833.600 ευρώ στον δε 2ο ενάγοντα (2ο αναιρεσείοντα) το ποσό των 332.000 ευρώ.

Με την υπ' αριθ. 5032/2011 εν μέρει οριστική απόφαση απόφαση του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη λόγω παραγραφής της εις βάρος της αξίωσης, ενώ ως προς τον δεύτερο εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) αναβλήθηκε η συζήτηση κατ' άρθ. 250 ΚΠολΔ εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η σε βάρος του ποινική διαδικασία για τις πράξεις που παραπέμφθηκε με το υπ' αριθ. 161/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά.

Η ως άνω απόφαση (5032/2011) κατέστη αμετάκλητη λόγω μη ασκήσεως κατ' αυτής ενδίκων μέσων (βλ. το προσκ. υπ' αριθ. 970/2022 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Πειραιά). Με την υπ' αριθ. 160...244/2011 απόφαση του ΜΟΔ Πειραιώς, η οποία κατέστη αμετάκλητη, έπαυσε οριστικά η κατά του νυν αναιρεσιβλήτου ποινική δίωξη για την πράξη του άρθ. 278 ΠΚ [πρόκληση ναυαγίου από (ενσυνείδητη) αμέλεια κατ' επιτρεπτή μετατροπή της κατηγορίας] λόγω παραγραφής.

Με την υπ' αριθ. 4822/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά απορρίφθηκε η αγωγή κατά του αναιρεσιβλήτου λόγω παραγραφής της κατ' αυτού αξίωσης. Ασκήθηκε έφεση από τους ενάγοντες, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ι.Το άρθρο 937 ΑΚ ορίζει ότι "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη.

Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης". Η δεύτερη παράγραφος της παραπάνω διατάξεως υπαγορεύθηκε για τον λόγο ότι δεν θα ήταν δικαιολογημένη η κατάλυση μέσω της παραγραφής της αστικής προς αποζημίωση απαιτήσεως, ενόσω ο δράστης της αδικοπραξίας θα ήταν ακόμη εκτεθειμένος στην, βαρύτερα πλήττουσα αυτόν, ποινική δίωξη και στην εν συνεχεία καταδίκη.

Για την εφαρμογή της παρ. 2 του παραπάνω άρθρου πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις: 1) η αδικοπραξία πρέπει ν' αποτελεί συνάμα κολάσιμη κατά τον ποινικό νόμο πράξη. Δεν αποτελεί όμως προϋπόθεση η προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως και η τιμωρία του δράστη. Αν δεν έχει προηγηθεί άσκηση ποινικής διώξεως, το πολιτικό δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημιώσεως ερευνά τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων της κολάσιμης πράξεως, και 2) η ποινική αξίωση της πολιτείας για την τιμωρία της αξιόποινης πράξεως πρέπει να υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή.

Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξεως είναι ή όχι μακρότερη από την αστική παραγραφή της απαιτήσεως από την αδικοπραξία θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξεως ως κακουργήματος, πλημμελήματος (ή πταίσματος) και η προβλεπόμενη στον ποινικό νόμο, αναλόγως, ποινική παραγραφή, όπως αυτή, ως προς τη διάρκειά της, καθορίζεται στο άρθρο 111 του ΠΚ ή σε διάταξη άλλου, ειδικού, ποινικού νόμου, η οποία προκειμένου περί πλημμελημάτων ανέρχεται σε πέντε (5) έτη και σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ αρχίζει από τον χρόνο κατά τον οποίον ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από την αφετηρία της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 937 ΑΚ.

Εξάλλου για τη διακρίβωση αν, προκειμένου περί πλημμελημάτων, είναι ή όχι μακρότερη η ποινική παραγραφή σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν συνυπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ. 3 του άρθρου 113 ΠΚ μέγιστο διάστημα της αναστολής, κατά το οποίο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και το οποίο ανέρχεται σε τρία (3) έτη.

Και αυτό για τους παρακάτω λόγους: Η αναστολή της ποινικής παραγραφής προϋποθέτει έναρξη της κύριας διαδικασίας, η οποία εκ των προτέρων δεν είναι γνωστό πότε θα επέλθει και δεν χωρεί αυτοδικαίως εκ του νόμου. Εξάλλου η ασφάλεια δικαίου ως έκφανση της αρχής του κράτους δικαίου επιβάλλει να είναι από την αρχή προσδιορισμένη η διάρκεια της παραγραφής.

Την αρχή όμως αυτή δεν ικανοποιεί η άποψη περί συνυπολογισμού στη βασική (in abstracto) πενταετή ποινική παραγραφή και της τριετίας της αναστολής. Πέραν τούτων ο συνυπολογισμός της τριετίας της ποινικής αναστολής προκαλεί και σύγχυση με τη διακοπή και την αναστολή της αστικής παραγραφής της απαιτήσεως αποζημιώσεως, όπως οι θεσμοί αυτοί ρυθμίζονται στα άρθρα 255 επ.

και 260 επ. του ΑΚ. Τούτο γιατί θα προκληθεί το φαινόμενο στην αστική παραγραφή να εφαρμόζονται παράλληλα τόσο η ποινική αναστολή όσο και η αναστολή-διακοπή της παραγραφής του ΑΚ. Τόσο η ποινική όσο και η αστική παραγραφή αποτελούν σύστημα κανόνων δικαίου, στο οποίο οι πράξεις που επιφέρουν διακοπή ή αναστολή της παραγραφής κρίνονται αυτόνομα στα πλαίσια καθενός από τα συστήματα αυτά.

Επομένως, ο νομοθέτης της παρ. 2 του άρθρου 937 ΑΚ, αναφερόμενος στη μακρότερη ποινική παραγραφή προδήλως αποβλέπει στην προβλεπόμενη in abstracto ποινική παραγραφή άνευ συνυπολογισμού σ' αυτή και του διαστήματος της αναστολής (ΟλΑΠ 21/2003 ΕλλΔνη 2003, 946). Οταν, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, μεταβάλλεται από το δικαστήριο ο χαρακτήρας της πράξεως που εκδικάζεται από κακούργημα σε πλημμέλημα και ως εκ τούτου σμικρύνεται ο χρόνος της παραγραφής της, έπεται ότι αυτή είναι πλημμέλημα αφότου τελέσθηκε και ότι έκτοτε υπόκειται στην παραγραφή, ως και στις προϋποθέσεις και το χρόνο διάρκειας της προθεσμίας της αναστολής αυτής που ισχύουν για τα πλημμελήματα (ΑΠ 1628/2002 ΠΟΙΝΛΟΓ 2002/1823).

Από τις ίδιες διατάξεις του νόμου σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το βάρος απόδειξης ότι ο δικαιούχος της αποζημίωσης γνώριζε από ορισμένο χρονικό σημείο τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση φέρει εκείνος που επικαλείται πενταετή παραγραφή της αξίωσης, δηλαδή ο εναγόμενος, ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος ότι έλαβε γνώση του υπαιτίου σε αποζημίωση σε μεταγενέστερο χρόνο, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης παραγραφής και όχι αντένσταση κατ' αυτής (ΑΠ 737/2012, ΑΠ 141/2007).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθ. 937 παρ.1 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 ΑΚ, προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημίωσης για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης, που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.

Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται ειδικότερα η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 1025/2017, ΑΠ 1158/2017).

Επιπλέον δε, προκειμένου να αρχίσει η διαδρομή της ανωτέρω προθεσμίας παραγραφής απαιτείται και θετική γνώση του προς αποζημίωση υπόχρεου, ήτοι ορισμένου προσώπου κατά του οποίου ο παθών βάσει γνωστών συγκεκριμένων εις αυτόν πραγματικών περιστατικών δύναται να εγείρει ορισμένη αγωγή κατά συγκεκριμένων προσώπων με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας και δεν αρκούν απλές εικασίες ή υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια (ΑΠ 1423/2019, ΑΠ 659/2018, ΑΠ 866/2017, ΑΠ 1787/2014, ΑΠ 711/2011).

Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως (ΑΠ 866/2017). Αν δεν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί (ΑΠ 41/2023, ΑΠ 1196/2023).

Κατά το άρθρο 247 ΑΚ σε παραγραφή υπόκειται η αξίωση, δηλαδή το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή μια παράλειψη. Η αναγνωριστική επομένως αγωγή, με την οποία δεν ασκείται αξίωση, δεν υπόκειται αυτή καθεαυτή σε παραγραφή, πλην όμως δεν υφίσταται έννομο συμφέρον προς έγερση αυτής κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ και γι` αυτό απορριπτέα από το λόγο αυτόν καθίσταται, αν η αντίστοιχη καταψηφιστική αγωγή, εφόσον υφίσταται τέτοια, υπέπεσε σε παραγραφή (ΑΠ 192/2008).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθ. 63 και 82 ΚΠοινΔ, όπως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το ν. 4620/2019, συνάγεται ότι εφόσον αμέσως ζημιωθείς από το έγκλημα είναι ανίκανος ή ανήλικος, η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής από τους νομίμους αντιπροσώπους αυτού γίνεται για λογαριασμό του ανηλίκου ή του ανικάνου και όχι ατομικά για τους ίδιους τους αντιπροσώπους (ΑΠ 737/1986 ΠοινΧρ 1986.732, ΑΠ 433/2003 ΠοινΔικ 2003.1085).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθ. 214 ΑΚ "Τα ελαττώματα της βούλησης, η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, καθώς και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου". Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της άμεσης αντιπροσώπευσης, οι έννομες συνέπειες της δικαιοπραξίας που καταρτίζει ο αντιπρόσωπος επέρχονται απευθείας στο πρόσωπο του αντιπροσωπευομένου.

Η δικαιοπρακτική συμπεριφορά του αντιπροσώπου ισχύει ως δικαιοπρακτική ρύθμιση του αντιπροσωπευομένου και συνεπάγεται τη δικαιοπρακτική δέσμευση του τελευταίου. Ο αντιπροσωπευόμενος καθίσταται υποκείμενο της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη δικαιοπραξία και φορέας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που πηγάζουν από αυτήν.

Προκειμένου για σύμβαση, ο αντιπροσωπευόμενος είναι εκείνος που αποκτά την ιδιότητα του αντισυμβαλλομένου. Οι μονομερείς δικαιοπραξίες που επιχειρεί ο αντιπρόσωπος ισχύουν όπως ακριβώς αν τις είχε επιχειρήσει ο αντιπροσωπευόμενος. Η διάταξη του άρθ. ΑΚ 214 εφαρμόζεται και στη νόμιμη αντιπροσώπευση, στην έννοια της οποία περιλαμβάνεται και η γονική μέριμνα, η οποία περιλαμβάνει και την εκπροσώπηση του τέκνου, δηλαδή τη νόμιμη αντιπροσώπευση αυτού σε κάθε υπόθεση, δικαιοπραξία και δίκη που αφορά το τέκνο, η οποία πηγάζει από το νόμο (1510 § 1 ΑΚ).

Οι γονείς, εφόσον ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα (ΑΚ 1510 § 1 εδ. α'), είναι νόμιμοι αντιπρόσωποι του τέκνου και άρα για οποιαδήποτε πράξη αντιπροσώπευσης απαιτείται η συμμετοχή και των δύο. Για παράδειγμα, και με την επιφύλαξη της ΑΚ 1516 § 1 αρ. 1, όταν παθών είναι ο ανήλικος, την πολιτική αγωγή γι'αυτόν ασκούν και οι δύο γονείς του από κοινού, όταν υπάρχουν, ως ασκούντες τη γονική μέριμνα και την επιμέλεια του προσώπου του [ΑΠ (ποιν) 118/2011].

ΙΙΙ.Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά αμφότερα αυτού τα σκέλη και το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 214 ΑΚ δεχόμενο εσφαλμένα ότι η γνώση του 2ου αναιρεσείοντος ως προς τη ζημιογόνο πράξη και τον υπαίτιο προς αποζημίωση καλύπτεται από τη γνώση της 1ης αναιρεσείουσας.

Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ομοίως από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 63,64 και 84 ΚΠοινΔ δεχόμενο εσφαλμένα ότι τα κρίσιμα βουλεύματα επιδίδονταν στην 1η αναιρεσείουσα λόγω της από 11-3-2002 δηλώσεως παραστάσεως πολιτικής αγωγής, χωρίς να ερευνήσει αν αυτά επιδόθηκαν ατομικά και στον 2ο αναιρεσείοντα μετά την ενηλικίωσή του.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, αναφορικά με το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "...Σε βάρος του εναγομένου και εδώ εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσιβλήτου) με την ιδιότητα του εκπροσώπου της αλλοδαπής εταιρίας "HONDURAS MARITIME INSPECTION" ασκήθηκε με την από 30-11-2001 παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς ποινική δίωξη για τις πράξεις της άμεσης συνέργειας σε πρόκληση ναυαγίου από πρόθεση εκ του οποίου προέκυψε το μεν κίνδυνος το δε θάνατος ανθρώπου και της άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο κατά συρροή, για πράξεις κακουργηματικού χαρακτήρα.

Παραγγέλθηκε δε η διενέργεια κύριας ανάκρισης από την Ανακρίτρια του Δ' Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς η οποία είχε διεξάγει την ανάκριση σε βάρος των Π. Β., Σ. Β. και Δ. Γ. διαχειριστών και νομίμων εκπροσώπων της πλοιοκτήτριας του πλοίου "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ" εταιρίας με την επωνυμία "GOLDEN DRAGON SHIPPING COMPANY S.A." με καταστατική έδρα στην Ονδούρα και πραγματική στον Πειραιά, ως αυτουργών των ίδιων πράξεων που αφορούσαν την απώλεια του πλοίου την 17-1-1998 και ενώ έπλεε υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες νοτιοδυτικά της νήσου Σαρδηνίας υπό την πλοιαρχία του οικείου των εναγόντων, συζύγου και πατέρα αυτών.

Η πρώτη ενάγουσα εμφανίστηκε στο εν λόγω ανακριτικό γραφείο και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής την 11-3-2002 σύμφωνα με το έγγραφο της Ανακρίτριας του Δ' Τμήματος που φέρει τον τίτλο ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ και στο οποίο περιγράφονται οι ενέργειές της σχετικά με την Α01/2712Α ανακριτική δικογραφία η οποία αφορά τον εναγόμενο και εισήχθη στο γραφείο της την 4-12-2001 μετά την προαναφερόμενη εισαγγελική παραγγελία.

Η ίδια ενάγουσα είχε δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής και κατά την εξέταση της ως μάρτυρα, την 8-3-2000, κατά την διάρκεια της ανάκρισης που αφορούσε την Α98/1027 δικογραφία σε βάρος των νομίμων εκπροσώπων της πλοιοκτήτριας. Ακριβώς δε λόγω της άνω δήλωσής της επιδίδονταν στην ενάγουσα, όπως αποδείχθηκε, τα βουλεύματα που αναφέρονται παραπάνω αλλά και όσα εκδόθηκαν κατά την διάρκεια της ποινικής διαδικασίας σε βάρος τόσο των αυτουργών όσο και του άμεσου σύνεργού τους, του εναγόμενου.

Στη συνέχεια, μετά την ολοκλήρωση της ανακριτικής διαδικασίας, εκδόθηκε, μετά από αναίρεση του αρχικά εκδοθέντος ως παραπεμπτικού βουλεύματος με αριθμό 212/2005, το 161/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς το οποίο παρέπεμψε τους κατηγορουμένους να δικαστούν ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Πειραιώς (ΜΟΔ), οι μεν εκπρόσωποι της πλοιοκτήτριας εταιρίας για το ότι με πρόθεση προκάλεσαν τη βύθιση πλοίου, πράξη από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους και επήλθε θάνατος ανθρώπων που οφείλεται σε αμέλεια (άρθρο 277 εδ.

β και γ Π.Κ.), ο δε εναγόμενος ως απλός συνεργός στην άνω πρόκληση θανατηφόρου ναυαγίου. Μετά την ολοκλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του ΜΟΔ εκδόθηκε η με αριθμό 243/28-7-2011 απόφασή του, που έχει καταστεί αμετάκλητη, σύμφωνα με την οποία μετατράπηκε η κατηγορία σε βάρος του εναγόμενου σε παράβαση του άρθρου 278 Π.Κ., δηλαδή κρίθηκε ως απλός συνεργός σε πρόκληση ναυαγίου από αμέλεια, λόγω της από μέρους του έκδοσης, την 17-9-1997, πιστοποιητικών αξιοπλοΐας του πλοίου ώστε να καταστεί δυνατή η εκτέλεση πλόων από αυτό, αν και ήταν ακατάλληλο προς τούτο και, ενόψει του διαδραμόντος χρόνου από την τέλεση της πράξης του, (από την 17-9-1997) μέχρι την επίδοση, την 25-8-2008, κλήσης στον εναγόμενο να εμφανιστεί στο ακροατήριο του ΜΟΔ και αφού το παραπεμπτικό βούλευμα είχε ήδη καταστεί αμετάκλητο, ο οποίος ξεπερνά την πενταετία, έπαυσε την σε βάρος του ποινική δίωξη λόγω παραγραφής κατά το άρθρο 111 παρ.3 Π.Κ. (...).

Έτσι το έγκλημα το οποίο αποδόθηκε στον εναγόμενο, της απλής συνέργειας στην πρόκληση ναυαγίου (άρθρο 278 ΠΚ), όπως έκρινε αμετάκλητα το δίκασαν Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Πειραιώς, δεν φέρει χαρακτήρα κακουργήματος (όπως είχε παραπεμφθεί για να δικασθεί ο εναγόμενος ως κατηγορούμενος ενώπιον του άνω ποινικού δικαστηρίου) και ως εκ τούτου η απειλούμενη για αυτό ποινή είναι εκείνη της φυλάκισης, επομένως η πράξη του φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος και παραγράφεται σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ. 3 και 112 Π.Κ.

μετά την πάροδο πέντε ετών από την τέλεσή της.

Στην προκειμένη περίπτωση επομένως η αδικοπραξία που φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος των εναγόντων ο εναγόμενος και η οποία συνιστά συνάμα και την άνω ποινικά κολάσιμη πράξη πλημμεληματικού χαρακτήρα, έχει υποπέσει σε παραγραφή με έναρξη της προθεσμίας της από το χρόνο που αυτοί, αναμφίβολα, γνώριζαν την ζημιογόνο πράξη αλλά και τον υπαίτιό της, ο δεύτερος ως ανήλικος κατά το χρόνο αυτό εκπροσωπείτο από την ενάγουσα μητέρα του και επομένως η γνώση του για τα περιστατικά αυτά κρίνεται με βάση τη γνώση της τελευταίας (214 Α.Κ.), ο δε χρόνος αυτός, με βάση τα προαναφερόμενα, είναι, το αργότερο, η 11-3-2002 δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο η ενάγουσα δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής σε βάρος του εναγομένου ενώπιον της Ανακρίτριας που διεξήγαγε την ανάκριση για την αποδοθείσα σ'αυτόν, ως άνω, κατηγορία, μετά την από 30-11-2001 εισαγγελική παραγγελία και συμπληρώθηκε την 12-3-2007, ενώ οι ενάγοντες δεν επικαλούνται καμία πράξη διακοπτική της εν λόγω παραγραφής κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα.

Επομένως αβάσιμα ισχυρίζονται με τους λόγους της έφεσης ότι η γνώση τους για τον εναγόμενο, ως υπαίτιο της σε βάρος τους αδικοπραξίας, προέκυψε από την επίδοση σ' αυτούς του 161/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος, την 1-6-2007, αφού είχε προηγηθεί η άνω από 11-3-2002 δήλωση, για αυτό το λόγο, άλλωστε, είχαν επιδοθεί σ' αυτούς και τα προηγηθέντα βουλεύματα με αριθμό 212/2005 αλλά και το 72/2005 παρεμπίπτον βούλευμα του ίδιου πάντα Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο διέταξε την κλήτευση και των πολιτικώς εναγόντων προκειμένου να λάβουν γνώση ορισμένων εγγράφων και να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους.

Όπως αποδεικνύεται από την επισκόπηση των εγγράφων που προσκομίζουν αμφότερα τα διάδικα μέρη, η ενάγουσα ήταν ενήμερη της πορείας της ανακριτικής διαδικασίας τόσο σε βάρος των πλοιοκτητών όσο και σε βάρος του εναγόμενου καθώς την 11-6-1998 εμφανίστηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς όπου κατόπιν αιτήματος του Δημητρίου Γιαστικλή συντάχθηκε η 2564/1998 ένορκη βεβαίωσή της, στην οποία βεβαιώνει ότι ο σύζυγός της εργαζόταν για πολλά χρόνια στους πλοιοκτήτες, ότι ήταν ευχαριστημένος από τη συνεργασία του μαζί τους και ότι ουδέποτε δυσανασχέτησε ή εξέφρασε παράπονο για την κατάσταση του πλοίου "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ", αντίθετα επαινούσε την καλή κατάσταση στην οποία βρισκόταν αυτό.

Την 26-8-1998 κατέθεσε ενόρκως στην Πταισματοδίκη Αθηνών ότι ο σύζυγός της ουδέποτε της ανέφερε ότι το πλοίο είχε προβλήματα ακόμα και κατά την επικοινωνία τους πριν τον απόπλου του για την Ιταλία οπότε και βυθίστηκε, ενώ σε σχετική ερώτηση της απάντησε ότι όλα έβαιναν καλώς. Στη συνέχεια και μετά την ποινική δίωξη των πλοιοκτητών και του εναγόμενου προέβη αντίστοιχα σε δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής την 8-3-2000 κατά την ανωμοτί εξέτασή της ενώπιον της Δ' Ανακρίτριας Πειραιώς σε βάρος των πρώτων και την 11-3-2002 βάρος του δεύτερου.

Δεν προσκομίζεται η κατάθεσή της ως πολιτικώς ενάγουσας ενώπιον της Ανακρίτριας κατά την εν λόγω τελευταία δήλωσή της, ωστόσο η κατάθεσή της αυτή συνεκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κατά την έκδοση του 1309/2002 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, όπως βεβαιώνεται τόσο στην εισαγγελική πρόταση που εμπεριέχεται σ' αυτό όσο και στο σκεπτικό του βουλεύματος, το οποίο παρέπεμψε τον εναγόμενο να δικαστεί για άμεση συνέργεια σε πρόκληση ναυαγίου από πρόθεση εκ του οποίου επήλθε από αμέλεια θάνατος ανθρώπων και για άμεση συνέργεια σε ανθρωποκτονία κατά συρροή με ενδεχόμενο δόλο, για πράξεις τελεσθείσες στον Πειραιά την 18-9-1997 με την από μέρους του έκδοση ψευδών πιστοποιητικών αξιοπλοΐας του πλοίου.

Στη συνέχεια την 1-3-2005 εκδόθηκε το 72/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς μετά την άσκηση έφεσης μεταξύ άλλων και κατά του ανωτέρω (1309/2002) βουλεύματος, το οποίο, συνεκτιμώντας και αυτό τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, παρέπεμψε τον εναγόμενο να δικαστεί για απλή συνέργεια στην πρόκληση ναυαγίου με κίνδυνο ανθρώπινης ζωής και στην ανθρωποκτονία κατά συρροή, πράξεις τελεσθείσες με ενδεχόμενο δόλο και διέταξε τέλος την αυτεπάγγελτη κλήτευση όλων των διαδίκων και της πολιτικώς ενάγουσας Α.

χήρας Κ. Π. προκειμένου να λάβουν γνώση των εγγράφων που προσκόμισε ο εκ των κατηγορουμένων Σ. Β. και να υποβάλουν τυχόν παρατηρήσεις τους μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από την επίδοση του βουλεύματος, το οποίο, όπως ήδη αναφέρεται εκδόθηκε την 1-3- 2005 και από τα στοιχεία της δικογραφίας αποδεικνύεται ότι επιδόθηκε στους διαδίκους εντός του ίδιου μήνα.

Συνεπώς, με βάση όσα προεκτέθηκαν, όλως αβάσιμα ισχυρίζονται, οι ήδη εκκαλούντες - ενάγοντες ότι δεν γνώριζαν πριν την επίδοση των άνω βουλευμάτων με αριθμούς 161/2007 και 212/2005 ότι ο ήδη εφεσίβλητος - ήταν υπαίτιος της σε βάρος τους αδικοπραξίας, αφού το γεγονός τούτο, είχαν πληροφορηθεί, ασφαλώς, ήδη, από την 11-3-2002 χρόνο κατά τον οποίο η πρώτη εξ αυτών δήλωσε (ατομικά και ως εκπροσωπούσα τον ανήλικο, τότε, υιό της) παράσταση πολιτικής αγωγής σε βάρος του εναγόμενου, για την υπόψη εις βάρος τους αδικοπραξία, και από τον οποίον αφετηριάζεται η πενταετής (και όχι εικοσαετής) παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων, που, ως ανεφέρθη, συμπληρώθηκε την 12-03-2007, δηλαδή πολύ πριν την άσκηση της υπόψη αγωγής, την 23-04-2010.

Η δε αναφερόμενη στην διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 937 Α.Κ. μακρότερη ποινική παραγραφή αποβλέπει στην προβλεπόμενη in abstracto ποινική παραγραφή χωρίς να συνυπολογίζεται σ' αυτήν και το διάστημα της αναστολής (ΟλΑΠ 21/2003)...". Κατόπιν τούτου το Εφετείο απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους επικυρώνοντας την πρωτόδικη υπ' αριθ. 4822/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο ήτοι ότι: η πρώτη αναιρεσείουσα εμφανίστηκε ενώπιον της Ανακρίτριας και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής στις 11-3-2002, ενώ είχε ήδη δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής και κατά την εξέτασή της ως μάρτυρας στις 8-3-2000 κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως σε βάρος των νόμιμων εκπροσώπων της πλοιοκτήτριας και γι' αυτό τον λόγο επιδίδοντο σ' αυτήν τα βουλεύματα που εκδίδοντο σε βάρος τόσο των αυτουργών, όσο και του απλού συνεργού τους, αναιρεσίβλητου, ότι η αδικοπραξία, την οποία τέλεσε ο αναιρεσίβλητος σε βάρος των αναιρεσειόντων, που συνιστά συγχρόνως και την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας στην πρόκληση ναυαγίου από αμέλεια, έχει υποπέσει σε παραγραφή, με έναρξη της προθεσμίας της από τον χρόνο που οι αναιρεσείοντες γνώριζαν την ως άνω ζημιογόνο πράξη και τον υπαίτιο αυτής, ο δεύτερος δε αναιρεσείων ως ανήλικος εκπροσωπείτο από την πρώτη αναιρεσείουσα μητέρα του και επομένως η γνώση του για τα περιστατικά αυτά κρίνεται με βάση τη γνώση της τελευταίας, ο χρόνος δε αυτός είναι η 11-3-2002, κατά τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής σε βάρος του αναιρεσιβλήτου και συμπληρώθηκε στις 12-3-2007, πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής, ενώ οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται καμία πράξη διακοπτική της παραγραφής, μολονότι είχαν επιδοθεί σ' αυτούς τα υπ' αριθ. 212/2005 και 72/2005 βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 214 ΑΚ, 63,64 και 84 ΚΠοινΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, απορριπτομένων ως αβασίμων των ενάντια υποστηριζόντων πρώτου και δευτέρου λόγων αναίρεσης.

Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος κατά το σκέλος που αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αριθ. 8, 10, 11, 13, 17 και 19 είναι παντελώς αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζεται σε τι συνίστανται οι αποδιδόμενες με τις ανωτέρω διατάξεις πλημμέλειες. Τέλος, ο ως άνω λόγος, κατά το σκέλος που αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια για παράβαση του άρθ. 155 παρ.1 ΚΠοινΔ είναι απαράδεκτος, καθόσον η εν λόγω διάταξη είναι δικονομικού δικαίου και δεν ελέγχεται αναιρετικά με τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, με το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα την κατάθεση της 1ης αναιρεσείουσας ως πολιτικώς ενάγουσας ενώπιον της Ανακρίτριας, Πειραιώς. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν υπαίτιος της σε βάρος τους αδικοπραξίας από τις 11-3-2002, χρόνο κατά τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα δήλωσε (ατομικά και ως εκπροσωπούσα τον ανήλικο τότε υιό της δεύτερο αναιρεσείοντα) παράσταση πολιτικής αγωγής σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τα νομίμως προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως έγγραφα των διαδίκων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα υπ' αριθ. 1309/2002 και 72/2005 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς και Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, αντίστοιχα, τα οποία, συνεκτιμώντας την από 11-3-2002 κατάθεση της 1ης αναιρεσείουσας ως πολιτικώς ενάγουσας μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, παρέπεμψαν τον αναιρεσίβλητο να δικασθεί για απλή συνέργεια στην πρόκληση ναυαγίου με κίνδυνο ανθρώπινης ζωής και στην ανθρωποκτονία κατά συρροή.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η γνώση τους για τον αναιρεσίβλητο ως υπαίτιο της σε βάρος τους αδικοπραξίας άρχισε από την επίδοση του 161/2007 βουλεύματος.

Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε ως αβάσιμο για το λόγο ότι είχε προηγηθεί η από 11-3-2002 δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής της πρώτης αναιρεσείουσας, ατομικά και ως εκπροσωπούσας τον ανήλικο τότε 2ο αναιρεσείοντα, στους οποίους είχαν επιδοθεί και τα προηγηθέντα βουλεύματα με αριθμό 212/2005 και 72/2005 παρεμπίπτον βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο διέταξε την κλήτευση και των πολιτικώς εναγόντων προκειμένου να λάβουν γνώση ορισμένων εγγράφων και να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1020/2019).

Εν προκειμένω με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την παράβαση εκ του αριθ. 10 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα ότι ο 2ος αναιρεσείων μετά την ενηλικίωσή του έλαβε γνώση των εκδοθέντων υπ' αριθ. 72/2005, 212/2005 και 161/2007 βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αφού έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και το σύνολο των εγγράφων που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθ. 260 επ. ΑΚ μη λαμβάνοντας υπόψη το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός της ενηλικίωσης του 2ου αναιρεσείοντος. Ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η παραγραφή της ένδικης αξιώσεως άρχισε την 11-3-2002, χρόνο κατά τον οποίο η 1η αναιρεσείουσα δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής σε βάρος του αναιρεσιβλήτου (ατομικά και ως εκπροσωπούσα τον ανήλικο τότε 2ο αναιρεσείοντα) και συμπληρώθηκε την 12-3-2007 σε χρόνο προγενέστερο της ένδικης αγωγής (23-4-2010), καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλέστηκαν καμία πράξη διακοπτική της παραγραφής κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα. Μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί αυτή, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις με το σχετικό αίτημα (άρθ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-4-2019 αίτηση των Α. Π. και Π. Π. για την αναίρεση της υπ' αριθ. 212/2017 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Περαιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ