Supreme Court dismisses appeal filed late due to statutory time limits and rejects request for restoration of status. The appeal was time-barred, and the request for restoration was rejected because the appeal itself was inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a traffic accident liability judgment, ruling the appeal was filed late and thus inadmissible. The appellants argued the appeal was timely, but the court found the appeal was submitted after the thirty-day deadline following the service of the lower court's decision. Since the appeal was inadmissible, the court rejected the accompanying request to restore the parties to their pre-judgment status.
Legislator headnote
AI generatedArticles 564 and 144 of the Code of Civil Procedure; An appeal filed after the statutory period is inadmissible, and a request for restoration of status cannot be granted if the appeal itself is time-barred.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1654 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1654/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Σουλτανιά, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Νικόλαο Οικονομίδη,
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Φουρτουνίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ξ. του Κ., 2) Α. Ξ. του Κ. και 3) Κ. Ξ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Γκότη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 246/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2016 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-6-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 564 ΚΠολΔ ορίζει ότι . "Αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης."Επίσης το άρθρο 144 ΚΠολΔ ορίζει ότι "Οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά το νόμο εξαιρετέα ,την ίδια ώρα τη επομένης μη εξαιρετέας ημέρας" Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα ήτοι μετά την παρέλευση των τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης .Από την παραδεκτή επισκόπηση του με αριθμ. 9047η/20-5-2016 αποδεικτικού επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Ρ. ,της αναιρεισιβαλλόμενης απόφασης που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι αποδεικνύεται ότι η απόφαση επιδόθηκε νόμιμα στο αναιρεσείον "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης" την 20-5-2016. Ως εκ τούτου καταληκτική ημέρα για την εμπρόθεσμη και νομότυπη κατάθεση της αίτησης αναιρέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως ήταν η 19-6-2016 και δοθέντος ότι συνιστούσε εξαιρετέα ημέρα ως Κυριακή ,τελευταία ημέρα καταθέσεως της ήταν η 20-6-2016 .
Επειδή όμως και αυτή ήταν εξαιρετέα ημέρα, ως εορτή του Αγίου Πνεύματος ,τελευταία ημέρα καταθέσεως ήταν η επομένη δηλ η 21-6-2016.Επομένως εφόσον η κρινόμενη αναίρεση ασκήθηκε την 21-6-2016 με κατάθεση της στη γραμματεία του Εφετείου Λάρισας ασκήθηκε εμπρόθεσμα και επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσίβλητοι με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους περί εκπροθέσμου ασκήσεως της αναίρεσης απορριπτέα κρίνονται ως αβάσιμα.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών υπ' αριθ. 62/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας , η οποία αφού συνεκδίκασε την έφεση του εναγομένου Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης και τους πρόσθετους λόγους κατά της υπ' αριθμ.246/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος , δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης στους ενάγοντες λόγω του τραυματισμού τους στο τροχαίο ατύχημα που αναφέρουν στην αγωγή Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα όπως αναφέρεται και παραπάνω (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των άρθρων 2 παρ. 2, 13 παρ. 2, 25, 26 παρ. 1 του ν. 489/76, του άρθρου 2 περ. Δ και του παραρτήματος II περ. 3 της από 12 Δεκεμβρίου 1973 συμπληρωματικής συμφωνίας μεταξύ εθνικών γραφείων για την εφαρμογή της οδηγίας της 24ης Απριλίου 1972 και της υπ` αριθ. 88/367 απόφασης της Επιτροπής της ΕΟΚ (ήδη EE), που νόμιμα δημοσιεύθηκε στην επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σαφώς συνάγεται, ότι, για να θεμελιωθεί ευθύνη του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης (Γ.Δ.Α.) προς αποζημίωση του ζημιωθέντος από αυτοκινητικό ατύχημα απαιτείται να συντρέχει μία τουλάχιστον από τις παρακάτω προϋποθέσεις α) να πρόκειται για ζημιογόνο αυτοκίνητο που έχει τόπο συνήθους στάθμευσης χώρα το εθνικό γραφείο της οποίας να έχει καταρτίσει με το Γ.Δ.Α.
τη σύμβαση ενιαίου τύπου του άρθρου 29 παρ. 1 του ν. 489/76. Δηλαδή, απαιτείται το αλλοδαπό αυτοκίνητο να είναι εφοδιασμένο με πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα) σε ισχύ ή β) να πρόκειται για αυτοκίνητο κατά την είσοδο του οποίου στην Ελλάδα, κατά το μετά την 1-7-1988 χρονικό διάστημα δεν ενεργήθηκε έλεγχος ασφαλιστικής κάλυψης, οπότε το αλλοδαπό αυτοκίνητο δεν χρειάζεται να είναι εφοδιασμένο με πράσινη κάρτα, ούτε να είναι ασφαλισμένο.
Η ευθύνη του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης είναι ανεξάρτητη από το εάν το ζημιογόνο όχημα είναι ασφαλισμένο ή ανασφάλιστο, εφοδιασμένο ή μη με πράσινη κάρτα, αρκεί ο τόπος συνήθους στάθμευσης του οχήματος να είναι χώρα της Ε.Ε. Τόπος συνήθους στάθμευσης του αυτοκινήτου είναι το έδαφος του κράτους του οποίου το όχημα φέρει πινακίδα κυκλοφορίας (άρθρο 1 περ.
ε` Ν. 489/76, όπως ισχύει).(ΑΠ 2141/2014).
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή, με την έννοια της ποιοτικής αοριστίας (λήψη υπόψη πραγματικών περιστατικών που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο αλλά σ` αυτό γίνεται μόνο επίκληση των στοιχείων του νόμου) ή ποσοτικής αοριστίας (λήψη υπόψη πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χωρίς αυτά να εξειδικεύονται με πληρότητα), δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ, των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, μολονότι το δικόγραφό της, σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ` ουσία εξέτασή της και έτσι παραλείπει, κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου, τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.
Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που δεν εκτίθενται σ` αυτήν ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σ` αυτήν, ενώ ο από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.(ΑΠ443/2011,ΑΠ1435/2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' και γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ.
β' , 346 και 453 § 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολομ ΑΠ23/2008).
Σημειώνεται εδώ ότι δεν πρόκειται για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (αυτές δηλαδή που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 476/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η ένδικη από 12-7-2012 αγωγή αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 9-7-2012 ένδικη αγωγή τους που στρέφεται κατά του ...(μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και κατά του Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης, εκθέτουν ότι, από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, αλλοδαπού οδηγού του με ...
ΑΗ ΙΧΦ φορτηγού αυτοκινήτου με επικαθήμενο ιδιοκτησίας της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία ET"...",
που ήταν εφοδιασμένο με την αναφερόμενη ειδικώς κατ' αριθμό πράσινη κάρτα, συνέβη τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα κατά τον τόπο, χρόνο και με τις συνθήκες που αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή, με το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων, ιδιοκτησίας του τρίτου ενάγοντα και στο οποίο συνεπέβαινε η δεύτερη ενάγουσα καθώς και τα ανήλικα Ξ.
Α. και Ξ. Α. (μη διάδικοι). Ότι εξαιτίας της σύγκρουσης των δυο οχημάτων τραυματίστηκαν ο πρώτος και η δεύτερη ενάγουσα και καταστράφηκε ολοσχερώς το ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ΗΑΤ, τύπου Seisento, κυβισμού 1108 κ.ε. και έτους κατασκευής 2002, αξίας, κατά το χρόνο του ατυχήματος 2.500 €, καθόσον το κόστος αποκαταστάσεως των υλικών ζημιών πού υπέστη υπερβαίνει την αγοραία αξία του.
Με βάση αυτό το ιστορικό, οι ενάγοντες ζήτησαν, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να τους καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας και νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 46.840 €, στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 46.840 € και στον τρίτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 4.500 € (εκ των οποίων 2.500 € αποζημίωση για την καταστροφή του ΙΧΕ αυτοκινήτου προσφέροντας αυτούσια τα υπολείμματα), ως αποζημίωση για τη θετική τους ζημία και ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης τους, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή τα κατ' ιδίαν κονδύλια και να καταδικασθούν στη δικαστική τους δαπάνη.
Το αναιρεσείον Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης παραδεκτά πρότεινε εν προκειμένω κατά την συζήτηση της έφεσης του, σύμφωνα με το άρθρο 528ΚΠολΔ όλους τους ισχυρισμούς του που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως, εφόσον άσκησε έφεση και είχε δικασθεί ερήμην στον πρώτο βαθμό. Ως προς την κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης περί ορισμένου της αγωγής επικαλείται αναιρετικά σφάλματα του άρθρου 559αριθμ 8.αριθμ 14 και αριθμ 11 ΚΠολΔ.
Συγκεκριμένα, το αντίδικο ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, διότι πλημμελώς έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη ως προς την επίκληση των στοιχείων που απαιτούνται για τη θεμελίωση ευθείας αγωγής κατά του Γραφείου τους κατά το άρθρο 31 παρ. 4, 27 παρ. 1 και 13 παρ. 1 Ν. 489/1976, δεχόμενη μάλιστα ότι το φερόμενο ως ζημιογόνο φορτηγό "ήταν εφοδιασμένο με πράσινη κάρτα σε ισχύ", απορρίπτοντας σιγή τον πάντα κατά τους ισχυρισμούς του νομίμως και παραδεκτώς προβληθέντα πρώτο λόγο εφέσεως, με τον οποίο το αντίδικο αιτούνταν την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης, καθόσον η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αόριστη, αφού οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέστηκαν τα απαιτούμενα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 27και 31 Ν. 489/1976, για την θεμελίωση ευθείας αγωγής κατά του Γραφείου τους στοιχεία και συγκεκριμένα δεν επικαλεστηκαν ότι το (φερόμενο ως) ζημιογόνο φορτηγό ήταν εφοδιασμένο με πράσινη κάρτα σε ισχύ.Ειδικότερα: 1.
Το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης ισχυρίζεται ότι για το ορισμένο ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος κατά του Γραφείου κατά τα άρθρα 27, 13 και 31 Ν. 489/1976 είναι απαραίτητη η επίκληση εκ μέρους του ζημιωθέντος (ενάγοντος) είτε ότι το (φερόμενο) ως ζημιογόνο είναι εφοδιασμένο με ισχύον πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα), είτε εφόσον δεν ενεργείται έλεγχος για την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 Ν. 489/1976, ότι το επίδικο όχημα έχει τον τόπο συνήθους στάθμευσης στο έδαφος άλλου κράτους, το Εθνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης του οποίου έχει προσυπογράψει με το αντίστοιχο Ελληνικό Γραφείο το Τμήμα III της Ενοποιημένης Συμφωνίας.
2. Ότι από την παράθεση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν ισχυρίζονται στο αγωγικό δικόγραφο ούτε ότι το (φερόμενο ως) όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος είχε ισχύον πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης ούτε σε ποια χώρα είχε το όχημα αυτό τον συνήθη τόπο στάθμευσης του και αν το Εθνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης της χώρας αυτής έχει προσυπογράψει με το αντίστοιχο Ελληνικό Γραφείο το Τμήμα III της Ενοποιημένης Συμφωνίας, ώστε να μην απαιτείται η ύπαρξη έγκυρης ασφαλιστικής κάλυψης, αλλά απλώς μνημόνευαν ότι το επίδικο φορτηγό ήταν εφοδιασμένο με πράσινη κάρτα αναφέροντας έναν αριθμό, χωρίς να προσδιορίζουν αν αυτή η κάρτα ήταν σε ισχύ και για ποιο χρονικό διάστημα και πάντως αν ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος.
3• Ότι δήθεν παρά τις ελλείψεις αυτές, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε πλημμελώς και υποπίπτοντας σε περισσότερα αναιρετικά σφάλματα, ότι η αγωγή είναι ορισμένη και ότι το φερόμενο ως ζημιογόνο φορτηγό ήταν εφοδιασμένο με πράσινη κάρτα σε ισχύ. Ότι με την κρίση αυτή υπέπεσε στο αναιρετικό σφάλμα του άρθρου 559 αρ• 8 ΚΠολΔ, υπό διττή μορφή, αφού του δικαστήριο αφενός μεν παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι έλαβε υπόψη του ότι το φερόμενο ως ζημιογόνο φορτηγό ήταν εφοδιασμένο με πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα) "σε ισχύ" παρά το ότι κάτι τέτοιο δεν προτάθηκε, αφετέρου δε δεν έλαβε υπόψη του και τον νομίμως και παραδεκτώς προβληθέντα πρώτο λόγο της έφεσης του με τον οποίο ρητώς επισημαίνονταν ότι οι αντίδικοι του ενάγοντες δεν πρότειναν κατά τρόπο παραδεκτό και ορισμένο το στοιχείο της ύπαρξης πράσινης κάρτας σε ισχύ στο ζημιογόνο φορτηγό.
4• Επίσης, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι με την ίδια κρίση, ότι δηλαδή η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και ότι το φερόμενο ως ζημιογόνο φορτηγό ήταν εφοδιασμένο με πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης , η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε και στο αναιρετικό σφάλμα του άρθρου 559 αρ• 14 ΚΠολΔ, αφού το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο, καθόσον θεμελιωτικό στοιχείο της ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος κατά αυτού( Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης ) ήταν να αναφέρεται ότι το ζημιογόνο φορτηγό ήταν εφοδιασμένο με πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης σε ισχύ κατά το χρόνο του ατυχήματος, ισχυρισμός που δεν προβλήθηκε εν προκειμένω με το αγωγικό δικόγραφο.
5• Περαιτέρω, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι σε κάθε περίπτωση η συγκεκριμένη κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης υπέπεσε και στο αναιρετικό σφάλμα του άρθρου 559 αριθμ 11 ΚΠολΔ, αφού το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη του για την απόδειξη ισχυρισμού περί ύπαρξης ισχυρού πιστοποιητικού διεθνούς ασφάλισης του φερόμενου ως ζημιογόνου φορτηγού την πράσινη κάρτα του φορτηγού, η οποία όμως κατά τους ισχυρισμούς του δεν προσκομίστηκε με νόμιμη επίκληση από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους.
Σχετικά με τους λόγους αυτούς πρέπει να αναφερθούν τα εξής .Όπως εμφαίνεται από το κείμενο της αγωγής (αριθμός πράξης κατάθεσης 528/2012) ρητά γίνεται επίκληση και αναφέρεται ο αριθμός της ΠΡΑΣΙΝΗΣ ΚΑΡΤΑΣ που έφερε κατά το χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας Υ...37 ΑΗ ΙΧΦ φορτηγό αυτοκίνητο με επικαθήμενο, ιδιοκτησίας αλλοδαπής μεταφορικής εταιρείας με την επωνυμία ET"...", ", (
Αριθμός Κάρτας ...). Ειδικότερα στην κριθείσα αγωγή αναγράφονται αυτολεξεί τα εξής :"Την 30η Απριλίου έτους 2012 και περί ώρα Ι2.40πμ στην ΠΕΟ Λάρισας - Βόλου, στο ύψος της διασταύρωσης της Εθνικής Οδού Λάρισας-Βόλου με την Επαρχιακή Οδό Αχιλλείου-Κιλελέρ, ο 1ος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. Υ...37 ΑΗ ΙΧΦ φορτηγό αυτοκίνητο με επικαθήμενο, ιδιοκτησίας αλλοδαπής μεταφορικής εταιρείας με την επωνυμία ET"...", εφοδιασμένο με ΠΡΑΣΙΝΗ ΚΑΡΤΑ (
Αριθμός Κάρτας ...). θα προσαχθεί η έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Λάρισας που το διαπιστώνει)...,Από τα παραπάνω αποδεικνύεται πλήρως ότι για την θεμελίωση της υπ' αριθμ. 528/2012 αγωγής αποζημίωσης από τροχαίο ατύχημα, κατά του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Μον, Πρωτ. Λάρισας, οι ενάγοντες ορθώς και νομίμως επικαλέστηκαν την πράσινη κάρτα και τον αριθμό αυτής, με την οποία πράσινη κάρτα, τόνισαν στην ένδικη αγωγή ότι ήτο εφοδιασμένο το ζημιογόνο όχημα, κατά το χρόνο του ατυχήματος. Αρκούσε δε η επίκληση του στοιχείου αυτού για τη θεμελίωση της αγωγής, περαν δε αυτού την ισχύ αυτής κατά το χρόνο του ατυχήματος την διαπίστωσαν και οι αστυνομικοί του τμήματος Τροχαίας Λαρίσης που συνέταξαν την έκθεση αυτοψίας και αντίγραφο αυτής συμπεριέλαβαν στην προανακριτική δικογραφία".
Συνεπώς το Μονομελές Εφετείο Λάρισας που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος , συνιστάμενο στους αναφερόμενους παραπάνω λόγους , τον οποίο είχε παραδεκτά προβάλλει ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου σύμφωνα με το άρθρο 528 ΚΠολΔ προς απόκρουση της αγωγής το εκκαλούν με σχετικό λόγο έφεσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπομένη από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθόσον έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που εκτίθενται σ` αυτήν, απορρίπτοντας ταυτόχρονα τον περί αοριστίας για τη συγκεκριμένη αιτία ,πρώτο λόγο της έφεσης .
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος από τους αναφερόμενους στα σφάλματα της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την κρίση της περί ορισμένου της αγωγής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος Ούτε όμως υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπομένη, από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, καθόσον έκρινε ότι υπήρχε επαρκής έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, όπως το περιεχόμενο της αίτησης αναφέρεται παραπάνω ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αναφερόμενους στα σφάλματα της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την κρίση της περί ορισμένου της αγωγής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, από τους αναφερόμενους στα σφάλματα της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την κρίση της περί ορισμένου της αγωγής ,αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά βάσιμη, λαμβάνοντας υπόψη έγγραφα, και ειδικότερα την πράσινη κάρτα του φορτηγού των οποίων δεν είχε γίνει σαφής και ορισμένη επίκληση.
Όπως προκύπτει από τις προτάσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου και οι οποίες παραδεκτά επισκοπούνται (ΚΠολΔ 561 § 2), οι αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν μεταξύ των άλλων εγγράφων την ΠΡΑΣΙΝΗ ΚΑΡΤΑ (
Αριθμός Κάρτας ...) του ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου ως σχετικό 3α.. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αναφερόμενους στα σφάλματα της προσβαλλομένης απόφασης,με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα , είναι απορριπτέος ως αβάσιμος Περαιτέρω με την δεύτερη ενότητα των λόγων αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικά σφάλματα ως προς την κρίση και τις αιτιολογίες της περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του φορτηγού και την απόρριψη της επικουρικής ένστασης του περί συνυπαιτιότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και την έκταση των ζημιών τους .
Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.
ΑΠ10/2005). Για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.
Α.Π. 2/2008, ΑΠ 542/2018 Α.Π. 115/2010) Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: " Αποδείχθηκε ότι από την προπεριγραφόμενη σύγκρουση τραυματίστηκαν ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου πρώτος ενάγων και η συνεπιβαίνουσα στο πίσω κάθισμα, δεύτερη ενάγουσα, χωρίς να έχουν προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας.
Τούτο προκύπτει τόσο από την κατάθεση του ανηλίκου ενώπιον των προανακριτικών αρχών, συνοδηγό του ζημιωθέντος αυτοκινήτου, ο οποίος κατέθεσε ότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας σε συνδυασμό με τη θέση που βρέθηκαν οι παθόντες μετά το ατύχημα και ειδικότερα ο πρώτος ενάγων πεσμένος κάτω ανάμεσα στη θέση του οδηγού και το τιμόνι ενώ η δεύτερη ενάγουσα πεσμένη ανάμεσα από τα μπροστινά και τα πίσω καθίσματα.
Αμέσως μετά τον τραυματισμό τους οι δυο πρώτοι ενάγοντες μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας όπου διαπιστώθηκε ότι ο πρώτος ενάγων υπέστη πολλαπλά κατάγματα πλευρών τα οποία αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά, παρέμεινε δε νοσηλευόμενος έως 9.5.2012. Η δεύτερη ενάγουσα διαπιστώθηκε ότι υπέστη πολλαπλά κατάγματα μη καθορισμένα, κάταγμα υπεκονδύλο μοιριαίου, κάταγμα διαφύσης κνήμης και συνδεσμική κάκωση κατ' αγκώνα άρθρωσης.
Υποβλήθηκε σε οrif κατάγματος μοιριαίου, ενδομυελική ήλωση κατάγματος κνήμης τοποθετήθηκε γυψονάρθηκας στον αγκώνα, παρέμεινε νοσηλευόμενη έως 16.5.2012 οπότε και εξήλθε. Οι ανωτέρω κακώσεις δεν συνδέονται αιτιωδώς με την μη πρόσδεσή τους με ζώνη ασφάλειας διότι η σύγκρουση ήταν σφοδρή και το αμάξωμα του αυτοκινήτου υπέστη εκτεταμένες υλικές ζημίες και το εμπρόσθιο τμήμα στρεβλώθηκε και συμπιέστηκε προς το μέρος του οδηγού αυτού και της συνοδηγού που καθόταν πίσω από αυτόν.
Τα τραύματα στα πλευρά του και τα κατάγματα στα πόδια και τον αγκώνα της δεύτερης ενάγουσας προκλήθηκαν από την αναπότρεπτη πρόσκρουση του σώματός τους πάνω σε σταθερά σημεία του αυτοκινήτου..." Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης της δεύτερης ενότητας που αφορά αναιρετικά σφάλματα ως προς την κρίση και τις αιτιολογίες της απόφασης περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του φορτηγού και την απόρριψη της επικουρικής ένστασης περί συνυπαιτιότητας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και την έκταση των ζημιών τους , αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των κανόνων δικαίου των άρθρων 914,932,300,330 ΑΚ και 12παρ. 5 ΚΟΚ, καθόσον σύμφωνα με αυτά η χρήση ζώνης ασφαλείας περιορίζει κατά πολύ τις κακώσεις και τους βαρείς τραυματισμούς που προέρχονται από τροχαία ατυχήματα Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως, απαράδεκτος και απορριπτέος διότι, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με αυτόν, η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ο οποίος άλλωστε δεν αναφέρεται) αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Άλλωστε σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω το Δικαστήριο αιτιολογεί πλήρως για ποιο λόγο στη συγκεκριμένη περίπτωση οι τραυματισμοί των εναγόντων δεν συνδέονται αιτιωδώς με τη μη πρόσδεση τους με ζώνη ασφαλείας και απορρίπτει ως ουσία αβάσιμη τη ένσταση συντρέχοντος πταίσματος αυτών στην έκταση του τραυματισμού τους για το λόγο ότι δεν ήταν δεμένοι με τη ζώνη ασφαλείας .
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος( ΑΠ 213/2017).
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τα ζητήματα των συνθηκών του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο οχημάτων, ήδη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που είχαν εμπλοκή σε αυτό: "Στις 30.4.2012 και περί ώρα 12.40 ο πρώτος ενάγων Α.
Ξ. οδηγούσε το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του τρίτου ενάγοντα γιού του, στο οποίο συνεπέβαινε η δεύτερη ενάγουσα Α. Ξ., σύζυγός του, καθήμενη στο κάθισμα πίσω από αυτόν, ο ανήλικος (γεννηθείς το έτος 1999) εγγονός τους Α. Ξ. στη θέση του συνοδηγού και η ανήλικη (γεννηθείσα το έτος 2001) εγγονή τους Α.
Ξ. στη θέση πίσω από τον συνοδηγό αδελφό της, επί της Εθνικής ... με κατεύθυνση από Κιλερέρ προς Αχίλλειο με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 45 χλμ. Η οδός αυτή που είναι διπλής κατεύθυνσης με πλάτος οδοστρώματος 7,50 τμ και μια λωρίδα ανά κατεύθυνση και χωρίζονται με διπλή διαχωριστική γραμμή, διασταυρώνεται με την Παλαιό Εθνική Οδό Λάρισας- Βόλου η οποία επίσης είναι διπλής κατεύθυνσης με πλάτος οδοστρώματος 7,50 τμ, μια λωρίδα ανά κατεύθυνση και διπλή διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους.
Κατά την ως άνω ημεροχρονολογία επικρατούσαν πολύ καλές καιρικές συνθήκες καθότι ήταν καλοκαιρία, η κατάσταση και των δυο αυτών οδών που είναι ασφαλτοστρωμένοι, ήταν ξηρά, η ορατότητα των οδηγών δεν περιορίζονταν από οποιαδήποτε τεχνικό ή φυσικό εμπόδιο ενώ και οι δυο οδοί κατά το κρίσιμο σημείο που έλαβε χώρα το ατύχημα είναι σε μεγάλη έκταση ευθεία.
Στο σημείο της διασταυρώσεως η προτεραιότητα ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες που βρίσκονταν σε λειτουργία. Το όριο ταχύτητας στην ΠΕΟ ορίζεται με πινακίδα Ρ-32 σε 70 χλμ/ώρα ενώ στην ΕΟ η ταχύτητα δεν ορίζεται και επομένως ισχύουν τα οριζόμενα από τον ΚΟΚ (αρθ. 20 δηλ 90χλμ/ώρα). Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο ο βουλγαρικής υπηκοότητας ... (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), οδηγώντας το με ...
ΑΗ ΔΧΦ αυτοκίνητο με το με ... ΕΕ επικαθήμενο (αρθωτό όχημα), ιδιοκτησίας της εταιρίας ET"...", εφοδιασμένο με ΠΡΑΣΙΝΗ ΚΑΡΤΑ σε ισχύ (
Αριθμός Κάρτας ...), κινούνταν στην προπεριγραφόμενη ΠΕΟ με κατεύθυνση από Λάρισα προς Βόλο. Ο οδηγός του φορτηγού όταν έφτασε στο ύψος της συμβολής με την ως ΕΟ δεν διέκοψε την πορεία του αν και ο φωτεινός σηματοδότης ήταν ερυθρός αλλά συνέχισε και παρεμβλήθηκε στην πορεία του κανονικώς κινούμενου επί της ΕΟ οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων και ο οποίος μετά από αποτυχημένη προσπάθεια να αποφύγει τη σύγκρουση στρίβοντας αριστερά προσέκρουσε με το εμπρόσθιο μέρος του σχήματός του στην εμπρόσθια αριστερή γωνία του τράκτορα.
Από τη σύγκρουση αυτή, τα οχήματα υπέστησαν ζημίες εκ των οποίων σοβαρές υλικές ζημίες υπέστη το ΙΧΕ ενώ ο οδηγός αυτού και οι συνεπιβαίνοντες, η δεύτερη ενάγουσα σύζυγός του και ο ανήλικος εγγονός του (μη διάδικος) τραυματίστηκαν. Η, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, σύγκρουση των οχημάτων και το εξ αυτής ως άνω επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού και δη σε αμέλεια αυτού.
Αυτή συνίστατο στο ότι, οδηγούσε το όχημά του, υπό τις προαναφερόμενες επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας, χωρίς να καταβάλει την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού και να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή στην οδήγηση και στον έμπροσθεν αυτού χώρο, όπως ήταν υποχρεωμένος ως συνετός οδηγός κατά το άρθρο 12 παρ. 1 ΚΟΚ, και δεν συμμορφώθηκε προς τους οριζόμενους από το άρθρο 6 παρ. 1 και 26 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ) κανόνες οδήγησης για την περίπτωση που η κυκλοφορία ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, ώστε να σταματήσει το όχημά του προ του σηματοδότη του οποίου η ένδειξη ήταν ερυθρό σταθερό φως και μάλιστα σε σημείο που να είναι σ' αυτόν ευχερώς ορατή η σηματοδότηση, επιπροσθέτως δε να παραμείνει σε στάση μέχρις ότου ανάψει πράσινο φως, προκειμένου να αποφύγει τυχόν ατύχημα.
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πρώτος ενάγων αιφνιδιαζόμενος από την απρόσμενη κίνηση του φορτηγού, που είχε καταλάβει εξ ολοκλήρου το ρεύμα πορείας του επί της διασταυρώσεως, και προς αποφυγή της συγκρούσεως με αυτό, επιχείρησε αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό πλην όμως, μη έχοντας την απαιτούμενη χρονική δυνατότητα λόγω της πολύ μικρής απόστασης που είχαν τα δύο οχήματα, η εν λόγω προσπάθεια ήταν ατελέσφορη και επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στην πρόσθια δεξιά γωνία του τράκτορα.
Η κρίση του Δικαστηρίου αυτού, διαμορφώθηκε από τις καταθέσεις όλων των επιβαινόντων στο ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγού, συνεπιβαίνουσας και ανηλίκου συνοδηγού οι οποίοι κατέθεσαν ότι ο σηματοδότης από την πλευρά τους είχε την ένδειξη σταθερού πράσινου χρώματος. Η κατάθεση αυτή, δεν αναιρείται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ενώ τα ως άνω γεγονότα, ως προς την κατεύθυνση των οχημάτων, τον προς τα αριστερά ελιγμό του ΙΧΕ, τον αποφευκτικό ελιγμό που προέβη ο ενάγων, και τις συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων, επιβεβαιώνεται και από την με ημερομηνία 30.4.2012 έκθεση αυτοψίας του ΤΤ Λάρισας, που συντάχθηκε αμέσως μετά το ατύχημα.
Ας σημειωθεί δε ότι, το εναγόμενο δεν πρότεινε στην παρούσα δίκη την εξέταση μάρτυρα, προς απόδειξη των αντιθέτων προβαλλομένων ισχυρισμών του, αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ως άνω σύγκρουση των επίδικων οχημάτων. Προσκόμισε μόνον το σύνολο της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας και εστιάστηκε στην κατάθεση του οδηγού του ΔΧΦ ο οποίος κατέθεσε ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων, την ίδια ημέρα που έλαβε χώρα το ατύχημα, ότι είχε σταματήσει το όχημά του προ του ερυθρού σηματοδότη τον ευρισκόμενο στην πορεία του και όταν άναψε πράσινο φώς ξεκίνησε και τότε, όπως ισχυρίστηκε, ήρθε από αριστερά από το Κιλερέρ το ΙΧΕ αυτοκίνητο το οδηγούμενο από τον πρώτο ενάγοντα.
Η κατάθεση αυτή δεν ενισχύεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και κρίνεται μη πειστική. Ούτε ενισχύεται από την 20.11.2014 τεχνική έκθεση του Γ. Τ. που προσκομίζει και επικαλείται το εκκαλούν. Με την τεχνική αυτή έκθεση υποστηρίζεται ότι από τον ταχογράφο προκύπτει ότι κατά το χρόνο πρόκλησης του ατυχήματος το ΔΧΦ κινούνταν με 11-12 χλ/ώρα Όμως από τον ταχογράφο, ο οποίος κατασχέθηκε μετά το ατύχημα και αντίγραφο του οποίου περιλαμβάνεται στην ποινική δικογραφία, προκύπτει ότι το τελευταίο πεντάλεπτο πριν από το ατύχημα το φορτηγό κινούνταν με ταχύτητα 80 χλ/ωρα η οποία μηδενίστηκε στο σημείο της σύγκρουσης μετά από τροχοπέδηση μήκους 5,80 μέτρων.
Επομένως ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το φορτηγό είχε σταματήσει προ του ερυθρού σηματοδότη που βρίσκονταν στην πορεία του και ότι ξεκίνησε όταν μετατράπηκε σε πράσινο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Τούτο επιβεβαιώνεται από τις προαναφερόμενες συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων, που κατά τα προειρημένα ,είναι η εμπρόσθια αριστερή γωνία του οχήματος του φορτηγού και η εμπρόσθια αριστερή γωνία του οχήματος του 1ΧΕ.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, ουδόλως αποδείχθηκε ότι, βαρύνει τον πρώτο ενάγοντα, οδηγό του !ΧΕ, οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά περί την οδήγηση. Όπως προαναφέρθηκε, αυτός , οδηγούσε το 1ΧΕ με επιμέλεια και προσοχή, επιδεικνύοντας την προσήκουσα κατά την οδήγηση προσοχή, εντός του ρεύματος πορείας του και με την ενδεδειγμένη για τις ως άνω επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας ταχύτητα, μη υπερβαίνουσα 50 χ/ω και όταν αντιλήφθηκε την κίνηση του φορτηγού που του απέκλειε κάθετα τη διέλευσή του, προσπάθησε, να αποφύγει τη σύγκρουση με τον προς τα δεξιά ελιγμό, πλην όμως, υπό τις ως άνω εκτιθέμενες περιστάσεις και συνθήκες, όπως θα συνέβαινε και για τον μέσο συνετό και ευσυνείδητο οδηγό αυτοκινήτου, ήταν εξ αντικειμένου αναποτελεσματική η ως άνω ενέργεια, λόγω της μικρής απόστασης των δύο οχημάτων και της έλλειψης του αναγκαίου προς τούτο χρόνου.
Συνακόλουθα τούτων, εφόσον αποδείχθηκε ότι, αποκλειστικός υπαίτιος της γενόμενης σύγκρουσης και του εξ αυτής ζημιογόνου αποτελέσματος, ήτοι της πρόκλησης σωματικών βλαβών στους επιβαίνοντες του ΙΧΕ και υλικών ζημιών στο εμπλεκόμενο όχημα που οδηγούσε ο πρώτος ενάγοντας, ήταν ο προαναφερόμενος οδηγός του φορτηγού (τράκτορα) ο οποίος οδηγώντας τούτο, δεν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτείται γενικώς στην οδήγηση οχημάτων και ειδικώς δεν συμμορφώθηκε προς τους κανόνες του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, παραβαίνοντας τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 26 του Ν 2696/1999 (ΚΟΚ), οι εν λόγω δε παραβάσεις τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το ως άνω ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Συνεπώς είναι απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη, η προβαλλόμενη από το εναγόμενο ένσταση συνυπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος...". Στην ερευνόμενη περίπτωση με τον δεύτερο και τρίτο λόγο της δεύτερης ενότητας αποδίδονται στην προσαβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559αριθ. 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τυγχάνει αναιρετέα κατ' άρθρον 559 αρ. 19 ΚΠολΔ,1) διότι δεν έχει νόμιμη βάση και έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ως προς το ζήτημα αν ο πρώτος των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων βαρύνεται με συνυπαιτιότητα για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, διότι δεν προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό, ισχυρισμό που πρότεινε με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και 2) διότι δεν έχει νόμιμη βάση και έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ως προς την ταχύτητα με την οποία κινούταν το φερόμενο ως ζημιογόνο φορτηγό όχημα κατά τον χρόνο της σύγκρουσης.
Με βάση τα προαναφερόμενα οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και, ειδικά, την υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ... του με ... ΑΗ ΔΧΦ αυτοκινήτου με το με ... ΕΕ επικαθήμενο (αρθωτό όχημα), ιδιοκτησίας της εταιρίας ET"...", εφοδιασμένου με ΠΡΑΣΙΝΗ ΚΑΡΤΑ σε ισχύ (
Αριθμός Κάρτας ...),και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του ως άνω οδηγού και του επελθόντος αποτελέσματος, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, στην πληττόμενη απόφαση περιλαμβάνονται παραδοχές για την υπαιτιότητα του οδηγού αυτού στην πρόκληση του ατυχήματος, όπως αυτές προπαρατέθηκαν, ενώ οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον παραπάνω αντιφάσεις και ελλείψεις της αιτιολογίας ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού υλικού που σαφώς και επαρκώς εκτίθεται στην απόφαση.
Ειδικότερα στην πληττόμενη απόφαση μνημονεύεται ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων , οδηγός του οχήματος που επέπεσε στο ζημιογόνο φορτηγό ,προσπάθησε να αποφύγει την σύγκρουση με τον προς τα δεξιά ελιγμό ήταν όμως αναποτελεσματική εξ αντικειμένου η εν λόγω ενέργεια του λόγω της μικρής απόστασης των δύο οχημάτων και της έλλειψης του αναγκαίου προς τούτο χρόνου.
Βέβαια σε κάποιο άλλο σημείο της απόφασης αναφέρεται ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά . Από όλα τα παραπάνω όμως καθίσταται εναργέστατο πως ουδεμία επίδραση στην κρίση περί αποκλειστικής υπαιτιότητας ασκεί στην κρινόμενη υπόθεση αν ο αποφευκτικός ελιγμός του οχήματος, που οδηγούσε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων έγινε προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά, καθώς άλλη ήταν η ζημιογόνος αιτία του ατυχήματος, ήτοι η παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη από μέρους του ΔΧΦ οχήματος και η πρόσκρουση στο ΙΧΕ όχημα, περί αυτών δε περιλαμβάνονται επαρκείς παραδοχές στην προσβαλλομένη απόφαση.
Ως προς την ταχύτητα με την οποία κινούταν το φερόμενο ως ζημιογόνο φορτηγό όχημα κατά τον χρόνο της σύγκρουσης η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιλαμβάνει πλήρη και ενδελεχή αιτιολογία στο σκεπτικό της και δεν προβαίνει σε αυθαίρετη ερμηνεία του ταχογράφου του ζημιογόνου οχήματος και μάλιστα αιτιολογεί για ποιο λόγο δεν είναι πειστική η σχετική έκθεση του Γ.
Τ. που προσκόμισε το εκκαλούν και στην οποία αναφέρεται διαφορετικό συμπέρασμα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι` αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ( AΠ 232/2018, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της δεύτερης ενότητας αποδίδονται στην προσαβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559αριθ. 10 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι από τον ταχογράφο του φορτηγού προκύπτει ότι το φορτηγό κινούνταν το τελευταίο πεντάλεπτο πριν το ατύχημα με ταχύτητα 80 χιλ την ώρα,η οποία μηδενίστηκε στο σημείο της σύγκρουσης μετά από τροχοπέδηση μήκους 5,80 μέτρων.Με βάση τα προεκτεθέντα και τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με την ταχύτητα του ως άνω φορτηγού έλαβε υπόψη του κατά την προσβαλλομένη απόφαση τα αναγραφόμενα σε αυτήν αποδεικτικά μέσα (Ανωμοτί κατάθεση του τρίτου ενάγοντα, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εκτιμώμενη ανάλογα με τον τρόπο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας του- σημειωτέον οι διάδικοι κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δεν πρότειναν την εξέταση μαρτύρων-καθώς και από όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και αυτά της ποινικής προδικασίας σχετικά με το ένδικο ατύχημα, την από 30.4.2012 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του ΤΤ Λάρισας και το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα, και από τις φωτοτυπίες των φωτογραφιών, που απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος και τα οχήματα μετά το ατύχημα και τα οποία, έγγραφα, εκτιμώνται είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ,προς απόδειξη όλων των πραγματικών γεγονότων ανεξάρτητα από ποιόν έχουν προσκομιστεί αφού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 346 ΚΠολΔ, καθιερώνεται η αρχή της κοινότητας των αποδεικτικών μέσων) και ως εκ τούτου ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος .
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό, το οποίο αφηρημένα λαμβανόμενο οδηγεί, κατά το νόμο, στη γέννηση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την αντένσταση (Ολ.ΑΠ 25/2003), ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση της αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 1740/2012).
Έτσι "πράγματα" υπό την παραπάνω έννοια δεν αποτελούν, μεταξύ άλλων, τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 832/2011), εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 139/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με το τέταρτο λόγο της δεύτερης ενότητας με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της την παραδοχή ότι "από τον ταχογράφο του φορτηγού προκύπτει ότι το τελευταίο πεντάλεπτο πριν το ατύχημα το φορτηγό κινούνταν με ταχύτητα 80 χιλιόμετρα η οποία μηδενίστηκε στο σημείο της σύγκρουσης μετά από τροχοπέδηση μήκους 5,80 μέτρων αν και οι αναιρεσίβλητοι ουδέποτε ισχυρίστηκαν κάτι τέτοιο τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι αναφερόμενες αιτιάσεις δεν αφορούν σε "πράγματα" κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια αλλά σε περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, αναφορικά με τα επικαλούμενα από τους αναιρεσίβλητους , με την ένδικη αγωγή περί αποκλειστικής υπαιτιότητας στο τροχαίο ατύχημα που αναφέρεται σ' αυτή του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος .Κατ` ακολουθίαν τούτων μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης..
Από τις διατάξεις του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο ' Αρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκουσίας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία, με την επικύρωσή της από το Εφετείο, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση (Ολ. Α.Π. 11/2007, 22/2006, Α.Π. 591/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι σε επιστροφή των ποσών που αναφέρει ειδικότερα και που κατέβαλε σ` αυτούς, σε εκουσία εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Μετά όμως την απόρριψη του συνόλου των λόγων αναίρεσης δεν συντρέχει λόγος έρευνας της συγκεκριμένης αίτησης και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί . Τέλος πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Επίσης , πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα),ήτοι του παραβόλου ποσού τριακοσίων ευρώ εκδοθέντος σχετικά του υπ' αριθμ 4794/21-6-2016 διπλότυπου είσπραξης της Β ΔΟΥ Λάρισας .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 17/2016 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ` αριθμ. 62/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση που υπέβαλε το αναιρεσείον με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, ήτοι ήτοι του παραβόλου ποσού τριακοσίων ευρώ εκδοθέντος σχετικά του υπ' αριθμ 4794/21-6-2016 διπλότυπου είσπραξης της Β ΔΟΥ Λάρισας .
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ