Legislator Case Law & Legislation
1654/2014 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on set-off claim, rejecting other grounds for appeal in commercial lease dispute.

Case Number 1654/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a commercial lease dispute. The appellant argued that the lower court incorrectly rejected a set-off claim regarding overpaid rent against a guarantee adjustment, violating specific civil code provisions. The court agreed that the lower court erred in applying the law to this specific set-off argument but dismissed the remaining appeal grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 340, 341, 342 of the Civil Code; Article 440, 442 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The court must correct lower court errors in applying set-off rules when facts justify it, while rejecting appeals based on unsupported legal violations.

Keywords

AI generated
commercial lease set-off claim guarantee adjustment overpaid rent appeal grounds civil code provisions legal error

Cited Legislation

AI generated
Article 66 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Presidential Decree 34/1995
Article 597 of the Civil Code
Articles 340 and 341 of the Civil Code
Article 342 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Articles 440 and 442 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Case 86/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1654 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1654/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και ήδη μετά την γενόμενη τροποποίηση "Κ. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." που εδρεύει στην …, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαγιάννη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Κ. Γ. του Ε., 2. Γ. Γ. του Ε., 3. Ν. Κ. του Κ. και 4. Ε. Κ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Σαλώμη Δερμάτη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/1/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1540/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5701/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-2-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 17-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή κατά τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγο και να απορριφθεί κατά τους λοιπούς λόγους η αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ.5701/2012 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 66 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δικ., το οποίο εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθ. 15 ΠΔ 34/1995), αν ο μισθωτής καθυστερήσει το μίσθωμα από δυστροπία ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να ζητήσει να του αποδοθεί το μίσθιο όσο διαρκεί η μίσθωση, και αν δεν την κατάγγειλε κατά το άρθρο 597 ΑΚ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η δυστροπία του μισθωτή, που αποτελεί προϋπόθεση της αποβολής του από το μίσθιο και στοιχείο της βάσης της σχετικής αγωγής, τεκμαίρεται από τη μη καταβολή του μισθώματος κατά την ημέρα που συμφωνήθηκε, εξαιτίας της οποίας ο μισθωτής γίνεται υπερήμερος (άρθρα 340 και 341 ΑΚ) ως οφειλέτης και χωρίς όχληση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 342 ΑΚ, η κατά τα άνω δυστροπία αίρεται, αν ο μισθωτής προβάλλει, κατ'ένσταση και αποδείξει ότι η καθυστέρηση πληρωμής του μισθώματος οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Τέτοιο γεγονός είναι κάθε εύλογη αιτία για την οποία δικαιολογείται η καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος (ΑΠ 86/2005).

Εξ' άλλου ο από το άρθρο 559 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες-εκμισθωτές-νυν αναιρεσίβλητοι, με την κρινόμενη, από 26-10-2010, αγωγή τους ζήτησαν α) να υποχρεωθεί η εναγομένη-μισθώτρια-νυν αναιρεσείουσα να αποδώσει σαυτούς το μίσθιο κατάστημα, λόγω δυστροπίας περί την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων του έτους 2010, τα οποία, σύμφωνα με τη μισθωτική σύμβαση, ήταν προκαταβλητέα, στο σύνολό τους (12 μήνες), μέχρι την 15-1-2010 και β) να υποχρεωθεί να καταβάλει τα ως άνω οφειλόμενα μισθώματα, συνολικού ποσού 53.022Ε, καθώς και την οφειλόμενη διαφορά από την αναπροσαρμογή της εγγύησης, για τα έτη 2009 και 2010, ποσού 595€ και 643€ αντίστοιχα.

Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δικάζοντας επί της εφέσεως, που ασκήθηκε από τους ενάγοντες-εκμισθωτές-νυν αναιρεσιβλήτους, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου, με την οποία απορρίφθηκε, ως κατ'ουσία αβάσιμη η αγωγή τους, δέχθηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, έκανε δεκτή την αγωγή. Με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με το να απορρίψει τον προταθέντα από την εναγομένη-μισθώτρια προς απόκρουση της έφεσης, ισχυρισμό (ένσταση) ότι η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της και με τα να δεχθεί της ύπαρξη δυστροπίας, περί την καταβολή των μισθωμάτων του έτους 2010, καθώς και την ύπαρξη επανειλημμένης δυστροπίας, λόγω καθυστέρησης καταβολής και σε προγενέστερα χρονικά διαστήματα, υπέπεσε στην πλημμέλεια, την προβλεπόμενη α) από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ., εκ του ότι, παρά το νόμο, έκρινε ως ορισμένο, τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό των εναγόντων περί υπάρξεως επανειλημμένης δυστροπίας, περί την καταβολή των μισθωμάτων, παρότι ο ισχυρισμός αυτός αναφερόταν στο δικόγραφο της έφεσης κατά τρόπο αόριστο (πρώτος λόγος) και β) από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, εκ του ότι παρεβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τα άρθρα 342, 330 και 288 Α.Κ.

Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής, ως προς το κρίσιμο, για την έκβαση των ως άνω λόγων αναίρεσης ζήτημα της ύπαρξης δυστροπίας, καθώς και επανειλημμένης δυστροπίας: Δυνάμει του από 3-9-1987 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως ο Γ. Ν., εκμίσθωσε στους Ε. Δ., Γ. Δ. και Δ. Δ. δύο ισόγεια συνεχόμενα καταστήματα τα οποία ευρίσκονται στην παραλία της Κορρησίας της νήσου Κέας Κυκλάδων, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσουν ως super-market για το χρονικό από 1-1-1988 έως 31-12-1989.

Με το ίδιο συμφωνητικό επετράπη στους μισθωτές να συστήσουν οποιασδήποτε μορφής εταιρεία και έτσι στις 25-1-1988, δυνάμει του υπό την ιδία ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού, που νόμιμα δημοσιεύθηκε, συνέστησαν την εναγομένη εταιρεία με ομόρρυθμα μέλη τους μισθωτές, η οποία και υπεισήλθε, κατά τη συμφωνία τους, στην μισθωτική σχέση, ως μισθώτρια.

Μετά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της ενδίκου μισθώσεως η εναγομένη εξακολούθησε να κάνει χρήση του μισθίου ακινήτου εν γνώσει των εκμισθωτών και χωρίς να εναντιωθούν, με αποτέλεσμα η μίσθωση να μετατραπεί σε αορίστου χρόνου (άρθρο 611 Α.Κ). Ακολούθως, ο (αρχικός) εκμισθωτής με την υπ' αριθμ. .../14-2-1991 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας-Ελένης Μάγκλαρη, υπήγαγε το παραπάνω μίσθιο ακίνητο στις διατάξεις του νόμου 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" και συνέστησε τέσσερις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι τα υπό στοιχεία Κ-1, Κ-2, Κ-3 και Κ-4 ισόγεια καταστήματα, επιφάνειας 65 τ.

μ. το καθένα και με το υπ' αριθ. .../19-2-1992 συμβόλαιο δωρεάς της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου ο εκμισθωτής αυτός μεταβίβασε την -ψιλή κυριότητα των ως άνω καταστημάτων στους ενάγοντες παρακρατώντας για τον εαυτό του, και μετά το θάνατο του για τη σύζυγο του Ε. και μετά το θάνατο της για τις θυγατέρες του Φ. συζ.

Ε. Γ. και Μ. συζ. Κ. Κ., την επικαρπία. Η σύζυγος και οι θυγατέρες του αρχικού εκμισθωτή δεν αποδέχθηκαν την προς αυτές γενόμενη δωρεά, όπως δήλωσαν με την υπ'αριθ. .../2002 πράξη της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, και μετά το θάνατο του στις 19-7-1992 κατέστησαν οι ενάγοντες κύριοι των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών με την αυτοδίκαιη συνένωση της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα, υπεισερχόμενοι στην μισθωτική σχέση ως εκμισθωτές, στη θέση του δικαιοπαρόχου τους κατά ποσοστό συγκυριότητας 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος.

Στη συνέχεια με το από 4-4-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό οι ενάγοντες, από κοινού με την εναγομένη, παρέτειναν την ένδικη μίσθωση για δώδεκα έτη, ήτοι από 1-1-2004 έως 31-12-2016, με τους ίδιους όρους της παλαιάς μισθώσεως, καθορίζοντας το μίσθωμα σε 2.905,00€ για το έτος 2004, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 8% ετησίως πλέον τέλους χαρτοσήμου από 1,8%, προκαταβαλλόμενα όλα τα μισθώματα μέχρι την 15η Ιανουαρίου κάθε έτους σε κάθε ενάγοντα ανάλογα με το ποσοστό συγκυριότητας τους επί του μισθίου ακινήτου.

Με το ίδιο συμφωνητικό συμφωνήθηκε επίσης η εκτέλεση από τους ενάγοντες - εκμισθωτές μετά από σχετική άδεια του αρμόδιου Πολεοδομικού Γραφείου, με δαπάνες τους και με συμμετοχή της εναγομένης, εργασιών διαμορφώσεως του εξωτερικού χώρου του μισθίου. Η εναγομένη προκειμένου να μεταστεγασθεί η επιχείρηση της για το χρονικό διάστημα των επισκευών, με το από 16-2-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσε από την Φ.

συζ. Ε.Γ. (μητέρα του πρώτου και του δεύτερου των εναγόντων) και την Μ. συζ. Κ. Κ. (μητέρα του τρίτου και της τέταρτης των εναγόντων) ένα ακίνητο ιδιοκτησίας τους πλησίον του επιδίκου μισθίου, με σκοπό απώτερο να εξακολουθήσει να το χρησιμοποιεί και μετά τη λήξη των επισκευών ως βοηθητικό χώρο της επιχειρήσεως της.

Με το ίδιο συμφωνητικό συμφωνήθηκε επίσης να απαλλαγεί η μισθώτρια από την καταβολή μισθωμάτων των τριών πρώτων μηνών από τους τέσσερις, που θα διαρκούσαν οι επισκευές του μισθίου και συγχρόνως κατέβαλε προκαταβολικά για τα μισθώματα των επομένων εννέα (9) μηνών του έτους 2006, το ποσό των 10.000 ευρώ με την υποχρέωση να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 8.324 ευρώ μέχρι την 1-9-2006.

Επί πλέον συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που οι εργασίες στο πρώτο μίσθιο διαρκέσουν ,από υπαιτιότητα των εκμισθωτών περισσότερο από 4 μήνες, η μισθώτρια δικαιούται να παρακρατήσει τα μηνιαία μισθώματα που αντιστοιχούν στην καθυστέρηση και να τα αφαιρέσει από το υπόλοιπο της οφειλής της. Παράλληλα με νέο από 16-2-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό (διάφορο και ξεχωριστό από το προηγούμενο με την αυτή ημερομηνία) οι διάδικοι προέβησαν σε τροποποίηση του από 4-4-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, ενόψει του ότι μέχρι τότε δεν είχαν εκτελεσθεί οι συμφωνηθείσες εργασίες ανακαίνισης, ότι οι εργασίες αυτές θα αποπερατωθούν εντός 4 μηνών από την παράδοση του μισθίου από την εναγομένη κενού, η οποία συμφωνήθηκε να γίνει μέχρι την 23-2-2006.

Με το ίδιο αυτό τροποποιητικό ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι κατά τη διάρκεια των επισκευών και ανακαίνισης η εναγομένη μισθώτρια είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει κανονικά τα μηνιαία μισθώματα. Σε εκτέλεση αυτής της συμφωνίας η εναγομένη παρέδωσε το μίσθιο κενό στους ενάγοντες στις 11-3-2006 καταβάλλοντας για την συμμετοχή της στις δαπάνες επισκευών το ποσό των 29.331 ευρώ.

Οι εργασίες επισκευής του μισθίου δεν ολοκληρώθηκαν εντός του συμφωνηθέντος χρόνου των τεσσάρων μηνών αλλά τον Αύγουστο του 2007 και παραδόθηκε το μίσθιο στην εναγομένη στις 1-9-2007. Η καθυστέρηση αυτή οφειλόταν σε πταίσμα των εκμισθωτών συνιστάμενο σε πολεοδομικές παραβάσεις, εξ αιτίας των οποίων η αρμόδια Πολεοδομική Αρχή παρενέβη και διέκοψε τις εργασίες για μεγάλο χρονικό διάστημα και έτσι η εναγομένη στερήθηκε τη χρήση του μισθίου από τον Αύγουστο του 2006 έως τον Αύγουστο του 2007 και συνεπώς κατά το διάστημα αυτό δεν είχε υποχρέωση καταβολής μισθωμάτων.

Τα παραπάνω κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθ. 766/2009 απόφαση αυτού Δικαστηρίου επί προγενέστερης αγωγής των εναγόντων για καταβολή μισθωμάτων του έτους 2007, με την ίδια δε απόφαση επίσης με δύναμη δεδικασμένου κρίθηκε ότι η εναγομένη στις αρχές του έτους 2006 κατέβαλε στους ενάγοντες για τα μισθώματα του έτους αυτού το ποσό των 40.66ι ευρώ, μέρος δε του ποσού αυτού και δη ποσό 21.845,40 ευρώ καλύπτει τα μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου 2006, το 1/3 του μισθώματος Μαρτίου 2006 ποσού 1.149 ευρώ, καθώς και τα μισθώματα 4 μηνών (3.449,40 x 4) κατά το οποίο έπρεπε να ολοκληρωθούν οι εργασίες επισκευής.

Λόγω της παραδόσεως του μισθίου στις 1-9-2007 κρίθηκε επίσης ότι η εναγόμενη οφείλει τα μισθώματα των μηνών Σεπτεμβρίου μέχρι Δεκεμβρίου 2007 συνολικού ποσού 14.030,50 ευρώ, η οφειλή όμως αυτή καλύπτεται πλήρως από το ποσό των 18.815,60 ευρώ που η ίδια κατέβαλε κατά τα άνω χρονικά διαστήματα που δεν έκανε χρήση του μισθίου και ότι τα κατέβαλε αχρεωστήτως.

Από το εν λόγω δεδικασμένο, ως προς την ανυπαρξία δυστροπίας της εναγομένης σχετικά με την καταβολή μισθωμάτων του έτους 2007 δεσμεύεται το παρόν Δικαστήριο κατά το μέρος που φέρεται η υπόθεση προς κρίση για το ίδιο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η καταβολή των μισθωμάτων του έτους 2004 έγινε στις 4-4-2004, αφού τότε υπογράφηκε το από 4-4-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων που παραπάνω αναφέρθηκε, με το οποίο παρατάθηκε η χρονική διάρκεια της μισθώσεως και τότε καθορίσθηκε το ποσό του μισθώματος για το έτος αυτό στο ποσό των 2.905 ευρώ, καθώς και το ποσοστό της ετήσιας αναπροσαρμογής του μισθώματος, όπως προκύπτει από τον όρο 2 του εν λόγω συμφωνητικού, καταβλήθηκαν δε και δύο μισθώματα ως εγγύηση για την σωστή τήρηση και εκπλήρωση των όρων, του μισθωτηρίου αυτού, και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για καθυστέρηση καταβολής μισθώματος για το έτος αυτό.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι με το ίδιο μισθωτήριο και δη με τον όρο 18 αυτού συμφωνήθηκε άσκηση εκ μέρους της εναγομένης αγωγής περί αναπροσαρμογής του μισθώματος, της οποίας το αποτέλεσμα ήταν αβέβαιο, δικαιολογούσε την καθυστέρηση καταβολής των μισθωμάτων, αλλά ούτε και την αυτόβουλη και αυθαίρετη μείωση αυτού, η οποία καθυστέρηση δε, επαναλήφθηκε και κατά το έτος 2010 καθόσον και τα μισθώματα του έτους αυτού καταβλήθηκαν εκπρόθεσμα στις 28-1-2010, ως προς τα οποία εχώρησε παραίτηση κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Συνεπώς εχώρησε επανειλημμένη δυστροπία της εναγομένης, αφού υπαίτια καθυστέρησε σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις την καταβολή των μισθωμάτων, κατά τρόπο που δηλώνει εμμονή στη μη εμπρόθεσμη εκπλήρωση της υποχρεώσεως της. Η καθυστέρηση δε δεν αίρεται από το γεγονός ότι μετά την προθεσμία, κατά την οποία ήταν κανονικά καταβλητέο το μίσθωμα, εξοφλήθηκε, διότι πράγματι η καθυστερημένη καταβολή του, συνεπάγεται μεν απόσβεση της ενοχής και παύση της υπερημερίας της οφειλέτιδας μισθώτριας, δεν ανατρέπει όμως την κατάσταση που δημιουργήθηκε (με την υπερημερία της), ούτε καταλύει το λόγο απόδοσης του μισθίου που με την καθυστέρηση γεννήθηκε.

Και υπό τις παραδοχές αυτές, έκανε δεκτή την ασκηθείσα από τους ενάγοντες-εκκαλούντες-εκμισθωτές έφεση, όπως προαναφέρθηκε και εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εδίκασε και πάλι την αγωγή και έκανε δεκτή αυτή, ως κατ'ουσία βάσιμη. Με το να κρίνει έτι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 342, 330 και 288 ΑΚ, 661 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος ως προς τις προϋποθέσεις της δυστροπίας είναι ουσιαστικού δικαίου, και οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος και τέταρτος από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, δοθέντος ότι τα γενόμενα δεκτά, ως πλήρως αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων παραδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων.

Περαιτέρω, από, τα παραδεκτώς, κατ'άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. επισκοπούμενα δικόγραφα της έφεσης και των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων των εκκαλούντων-εναγόντων-νυν αναιρεσιβλήτων-εκμισθωτών, προκύπτει ότι αυτοί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προβάλλουν, με λόγο έφεσης, όπως παραδεκτώς συμπληρώνεται με τις προτάσεις, τον ισχυρισμό τους περί επανειλημμένης δυστροπίας της εναγομένης-εφεσιβλήτου-νυν αναιρεσιβλήτου-μισθώτριας (σελίδες 6 και 7 των προτάσεων). Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της, παρά το νόμο, μη κήρυξης απαραδέκτου, ως αορίστου, του επαναφερθέντος με λόγο έφεσης ουσιώδους ισχυρισμού των εκκαλούντων-εναγόντων, περί υπάρξεως επανειλημμένης δυστροπίας της εναγομένης-εφεσιβλήτου και κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ. Ολ. 17/1995, ΑΠ. 763/2008), ειδικώς μάλιστα εάν οι συνέπειες για τον υπόχρεο είναι επαχθείς, σε σύγκριση με την ικανοποίηση του δικαιώματος του δικαιούχου. Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, έχει εφαρμογή και στην περίπτωση που ο εκμισθωτής, με την αγωγή του, αξιώνει την απόδοση του μισθίου, λόγω δυστροπίας, κατά το άρθρο 66 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει, ως αβάσιμη την προταθείσα από την εναγομένη-εφεσίβλητη-νυν αναιρεσείουσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, για απόδοση του μισθίου ακινήτου, υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, της ευθείας και εκ πλαγίου (λόγω ελλείψεως αιτιολογίας) παραβίασης του άρθρου 281ΑΚ.

Το Εφετείο, ως προς το ζήτημα αυτό δέχθηκε ότι "κατόπιν αυτών, (δηλαδή των παραδοχών που ήδη προαναφέρθηκαν) δεν ασκείται καταχρηστικά η αξίωση των εναγόντων να ζητήσουν την απόδοση της χρήσεως του μισθίου και μάλιστα κατά τρόπο που να υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών".

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., ενώ, εξ άλλου, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω εφαρμοσθείσας διάταξης. Επομένως, δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως νόμω αβάσιμη την προταθείσα από την εναγομένη-εφεσίβλητη-νυν αναιρεσείουσα ένσταση, περί συμψηφισμού των δύο αιτουμένων με την αγωγή κονδυλίων, για οφειλόμενη διαφορά της αναπροσαρμογής της εγγύησης (ποσού 595,38€ για το έτος 2009 και 642,03€ για το έτος 2010) με το καταβληθέν προς τους εκμισθωτές ποσό των 4.785€, το οποίο, σύμφωνα με τις αιτιάσεις του προκείμενου λόγου αναίρεσης έχει κριθεί, με ισχύ δεδικασμένου, με την υπ' αριθμ. 766/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ότι καταβλήθηκε αχρεωστήτως (επί πλέον του ποσού των οφειλομένων μισθωμάτων), παρεβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθ. 440 και 442 Α.Κ.

Την απορριπτική επί της ενστάσεως συμψηφισμού κρίση της στήριζε η προσβαλλόμενη απόφαση στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων παραδοχή της ότι κατά τον σχετικό δεύτερο όρο της συμβάσεως μισθώσεως δεν μπορεί να προταθεί συμψηφισμός μισθωμάτων με οφειλή από εγγύηση που δόθηκε για την πιστή τήρηση των όρων αυτής, εφόσον δεν καθίσταται απαιτητή ενόσω διαρκεί η μίσθωση.

Κατά τις παραδοχές της όμως δεν πρόκειται περί ενστάσεως συμψηφισμού της προς απόδοση εγγυοδοσίας με οφειλόμενα μισθώματα αλλά αντιθέτως περί ενστάσεως συμψηφισμού αχρεωστήτως καταβληθέντων μισθωμάτων προς οφειλόμενη αναπροσαρμογή της συνομολογηθείσης εγγυοδοσίας, η οποία βασίμως προτάθηκε και κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 440 επ.

ΑΚ απορρίφθηκε. Πρέπει, επομένως κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως να αναιρεθεί κατά το πληττόμενο δι' αυτού κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλλει συμμέτρως στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους το ποσό των 1238,4 ευρώ, χωρίς να χρήζει κατά τούτο περαιτέρω ερεύνης η υπόθεση και εντεύθεν παραπομπής της στο Δικαστήριο της ουσίας.

Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία κατανέμει κατά τον λόγο της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων μερών και προσδιορίζει στο ποσό των 1.300,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183, 178 παρ. 1). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5701/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στην υποχρέωση της αναιρεσείουσας-εναγομένης να καταβάλει συμμέτρως στους αναιρεσίβλητους-ενάγοντες το ποσό των 1238,4 ευρώ.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την με αριθμό κατάθ. 80/2013 αίτηση της εταιρείας "Αφοί Δ. και Σία Ο.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5701/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300,00) ευρώ.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου (13377999 διπλότυπο σειρά VI της ΙΓ' ΔΟΥ Αθηνών).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ