Legislator Case Law & Legislation
1654/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision regarding custody of movable property and evidence evaluation.

Case Number 1654/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision concerning the custody of movable property. The appellant argued that the appellate court erred in fact-finding by ignoring witness testimony and documentary evidence submitted by the respondent. The court held that the appellate court had properly considered all legally submitted evidence and provided sufficient reasoning for its findings, rendering the appeal grounds invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal for direct violation of substantive law or lack of legal basis when the lower court has considered all evidence and provided adequate reasoning for its factual findings.

Keywords

AI generated
appeal grounds substantive law violation lack of legal basis evidence evaluation factual findings custody of movable property appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339 and 340 of the Code of Civil Procedure
Article 93 of the Constitution

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1654 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1654/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β.Τ., προσωρινώς διαμενούσης εις ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βλουτόγλου.

Της αναιρεσιβλήτου: Χ. θυγ. Ν.Μ., συζύγου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φαρμάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Μαΐου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6419/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 6780/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Απριλίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 7 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 38/2008, ΑΠ 1218/2007, ΑΠ 1325/2007, ΑΠ 1911/2007).

Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 30/1997, Ολ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/2008, ΑΠ 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 822, 826, 827 και 829 ΑΚ, προκύπτει ότι στη σύμβαση παρακαταθήκης ο ένας από τους συμβαλλόμενους (θεματοφύλακας) παραλαμβάνει από τον άλλο (παρακαταθέτη) κινητό πράγμα για να το φυλάει με την υποχρέωση να το αποδώσει όταν ζητηθεί από τον παρακαταθέτη, στον τόπο που έχει συμφωνηθεί.

Αν ο θεματοφύλακας δεν αποδίδει αυτούσιο το πράγμα που παρέλαβε προς φύλαξη, έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει τον παρακαταθέτη, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 335 ΑΚ, καταβάλλοντας την αξία του πράγματος, επερχόμενης έτσι αλλοιώσεως του αντικειμένου της ενοχής. Στην περίπτωση κατά την οποία ο παρακαταθέτης επιδιώκει αποζημίωση επειδή ο θεματοφύλακας δεν αποδίδει αυτούσιο το πράγμα, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση παρακαταθήκης, το κινητό πράγμα που παρέδωσε προς φύλαξη και την αξία του, ο δε θεματοφύλακας, αν επιθυμεί την απαλλαγή του από τη σχετική ευθύνη αποζημιώσεως, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι συντρέχει ανυπαίτια αδυναμία του αποδόσεως του πράγματος, κατ' άρθρο 336 ΑΚ ( ΑΠ 1361/1991, ΑΠ 685/1974).

Παράλληλα με την αξίωση αυτή αποζημιώσεως έχει ο παρακαταθέτης και αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία (άρθρο 914 ΑΚ) αν συντρέχουν οι όροι της τελευταίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 825 ΑΚ, ο θεματοφύλακας που κατέθεσε το πράγμα σε τρίτον ευθύνεται έναντι του παρακαταθέτη, αν το έκανε χωρίς δικαίωμα, για κάθε πταίσμα του τρίτου, μπορεί δε ο παρακαταθέτης να ασκήσει απευθείας κατά του τρίτου τις αγωγές που έχει εναντίον του θεματοφύλακα.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, βάσει των αποδεικτικών μέσων που συνεκτίμησε και αναφέρονται σ' αυτήν, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα εξής: Η πρώτη εναγομένη (πρόκειται για την Ε.Μ. που δεν είναι ήδη διάδικος) εργαζόταν για πολλά χρόνια ως οικονόμος αρχικά στην οικία των γονέων της ενάγουσας και στη συνέχεια στο σπίτι της τελευταίας, μετά το γάμο της.

Η ενάγουσα, που εκείνη την περίοδο ασχολείτο με επιχειρήσεις είχε συστήσει την εταιρία με την επωνυμία "... ΕΠΕ" μεταξύ των Δ.Β., Β.Π. και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εμπορική Εταιρεία Ν.Τ. Α.Ε.", δικών της στην πραγματικότητα συμφερόντων, στην οποία, μετά την τροποποίηση που έγινε με το .../1990 συμβολαιογραφικό έγγραφο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ουρανίας Κωνσταντινοπούλου, ορίστηκε διαχειρίστρια η δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη).

Επειδή η ενάγουσα αντιμετώπιζε μεγάλες οικονομικές δυσκολίες και πληροφορήθηκε ότι επρόκειτο να διαταχθεί η απαγόρευση εξόδου της από τη χώρα, ανεχώρησε εκτάκτως τον Απρίλιο του έτους 1987 για το Λονδίνο όπου βρισκόταν ο σύζυγος της, χωρίς να μεριμνήσει να τακτοποιήσει τις οικονομικές της εκκρεμότητες.

Το προηγούμενο της αναχώρησης της για την Αγγλία βράδυ, μάζεψε όλα τα προσωπικά της αντικείμενα και κοσμήματα και συσκευασμένα σε πακέτα τα παρέδωσε προς φύλαξη, χωρίς αμοιβή, στην πρώτη εναγομένη Ε.Μ., διότι μαζί της συνδεόταν συναισθηματικά και της είχε μεγάλη εμπιστοσύνη, με τη συμφωνία να της τα επιστρέψει μόλις γυρίσει πίσω στην Ελλάδα.

Τα παραδοθέντα στην πρώτη εναγομένη πολύτιμα αντικείμενα και κοσμήματα ανέρχονται σε πενήντα οκτώ (58) και αναφέρονται με λεπτομερή περιγραφή στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την έναντι ενός εκάστου αξία του σε δραχμές. Δέχθηκε περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το 1994, που η ενάγουσα επέστρεψε από την Αγγλία και ζήτησε από την πρώτη εναγομένη να της επιστρέψει τα ως άνω κοσμήματα και προσωπικά της είδη, που της είχε παραδώσει προς φύλαξη, η δεύτερη από τις εναγόμενες, θυγατέρα της πρώτης με την οποία ζούνε στο ίδιο σπίτι και η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε αναλάβει τη διαχείριση και εκπροσώπηση της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΕΠΕ", με την από 13-4-1994 εξώδικη δήλωση, ζήτησε από την ενάγουσα 1.500.000 δραχμές, που είχε καταβάλει η ίδια για λογαριασμό της παραπάνω εταιρείας της ενάγουσας προς την αρμόδια ΔΟΥ και που αφορούσε αποκλειστικά οφειλή της εταιρείας. Η ενάγουσα της απάντησε με την από 9-6-1994 εξώδικη απάντηση της και της δήλωσε ότι θα της κατέβαλε το ποσό σε συνάντηση που θα παρευρισκόταν και η μητέρα της (πρώτη εναγομένη), προκειμένου να της παρέδιδε και αυτή τα αντικείμενα που της είχε δώσει προς φύλαξη.

Έκτοτε έγιναν αρκετές συναντήσεις με την ενάγουσα και το σύζυγο της, αλλά και με άλλους τρίτους φίλους της ενάγουσας, που προσφέρθηκαν να μεσολαβήσουν για να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και να επιστραφούν τα κοσμήματα της ενάγουσας, αλλά οι εναγόμενες προφασιζόμενες την ως άνω απαίτηση της δεύτερης εναγομένης από την ενάγουσα αρνούνται την επιστροφή των κοσμημάτων.

Ότι η παράδοση προς φύλαξη των παραπάνω αντικειμένων έγινε μόνο προς την πρώτη εναγομένη, ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ενάγουσα με την από 10-10-1994 αίτηση της προς το Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου ιστορούσε ότι παρέδωσε τα ως άνω αντικείμενα προς φύλαξη στην πρώτη εναγομένη Ε.Μ. και ζητούσε να αναγνωριστεί προσωρινά νομέας αυτών.

Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε διότι δεν πιθανολογήθηκε ότι υπάρχει κατεπείγουσα περίπτωση. Σημειώνεται ότι το αίτημα της αγωγής, να αναγνωριστεί η ενάγουσα νομέας των παραπάνω κινητών πραγμάτων έχει παραγραφεί κατ' άρθρο 992 ΑΚ, δεκτής γενομένης της σχετικής ένστασης των εναγομένων. Με τα δεδομένα αυτά η αγωγή πρέπει να απορριφθεί όσον αφορά τη δεύτερη εναγομένη και να γίνει δεκτή όσον αφορά την πρώτη εξ αυτών.

Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως προς αμφότερες τις εναγόμενες, έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου, κατά τους βάσιμους σχετικούς λόγους της έφεσης, έκανε δεκτή την έφεση κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτή ως προς τη δεύτερη εναγομένη και την έκανε δεκτή ως προς την πρώτη, και υποχρέωσε αυτήν (πρώτη εναγομένη) να παραδώσει στην ενάγουσα, τα αναφερόμενα πιο πάνω και στο διατακτικό της πράγματα, άλλως και σε περίπτωση μη απόδοσης αυτών, να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 269.963,31 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία αυτών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγή.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 335, 822, 826, 827, 829 και 914 του ΑΚ και διέλαβε στην απόφαση του πλήρη και σαφή αιτιολογία, ως προς το ζήτημα της συνάψεως συμβάσεως παρακαταθήκης αποκλειστικά με την πρώτη εναγομένη όχι δε και με τη δεύτερη και ήδη αναιρεσίβλητη, αφού πράγματι, υπό τα εκτιθέμενα ανωτέρω περιστατικά, που έγιναν δεκτά ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η τελευταία δεν κατέστη θεματοφύλακας των ανωτέρω πραγμάτων, που παρέδωσε η αναιρεσείουσα στην πρώτη εναγομένη, ενώ εξ άλλου, δεν δέχτηκε το Εφετείο, ότι η πρώτη εναγομένη (θεματοφύλακας) παρέδωσε τα πράγματα στη δεύτερη εναγομένη .Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

α ^ < <-> Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 του Συντάγματος να αιτιολογεί την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, αρκούσης προς τούτο της γενικής αναφοράς του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 416/1999, ΑΠ 164/1994, ΑΠ 796/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, διότι δέχτηκε ότι δεν ήταν και η δεύτερη εναγομένη Χ.Μ. θεματοφύλακας των προαναφερόμενων κινητών πραγμάτων, χωρίς να λάβει υπόψη της, την κατάθεση του μάρτυρά της Β.Π.

ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα υπ' αριθμό 6419/2007 πρακτικά του εν λόγω Δικαστηρίου, τις υπ' αριθμούς 10569/2007, 10570/2007 και 10571/2007 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, στις οποίες περιέχονται καταθέσεις μαρτύρων της, καθώς και το από5-6-1995 έγγραφο της Δικηγόρου Αθηνών Αλεξάνδρας Πανίδου.

Όμως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όλα τα νομίμως προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και αυτά που αναφέρονται από την αναιρεσείουσα πιο πάνω, των οποίων έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση αυτών, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης και ουσιαστικής κρίσης της επίδικης διαφοράς, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ειδική μνεία και αναφορά των επικαλούμενων από την αναιρεσείουσα αποδεικτικών μέσων.

Επομένως και ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-4-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6780/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ