Legislator Case Law & Legislation
1654/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank's property transfers due to insufficient reasoning on intent to harm.

Case Number 1654/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to annul property transfers made by a bank. The appellants argued the transfers were fraudulent, while the lower court found them valid based on insufficient evidence of intent to harm. The court ruled that the lower court's reasoning regarding the debtor's knowledge of the account balance was contradictory and failed to establish the necessary intent at the specific time of transfer, necessitating a retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939 et seq. of the Civil Code; Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure: A lower court's decision to annul property transfers based on insufficient and contradictory reasoning regarding the debtor's intent to harm is voidable, requiring the case to be remitted for retrial.

Keywords

AI generated
intent to harm property transfers bank fraud intent knowledge contradictory reasoning remittal for retrial annulment of acts

Cited Legislation

AI generated
Articles 939 et seq. of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 111 of the Code of Civil Procedure
Articles 47 et seq. of the Law of 17 July/13 August 1923
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1654 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1654/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4, 5) Χ5 και της συζύγου του Χ6, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους Χ7, 6) Χ8 και της συζύγου του Χ8, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους Χ9, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Θάνο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ" ως οιονεί καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της τέως τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", νόμιμα εκπροσωπουμένης η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Παπαδημητρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/7/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3012/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8074/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/5/2007 αίτησή τους και τους από 17/7/2001 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 14/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 939 επ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 Α. Κ., 699 Εμπ. Ν, 112 ΕισΝΑΚ, και 64-67 του ν. δ. της 17/7-13/8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι δικαιούται να ζητήσει τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής, κατά την έννοια του άρθρου 939 Α. Κ., δικαιοπραξίας κάθε δανειστής του οποίου η απαίτηση είναι, κατά το χρόνο που επιχειρήθηκε η απαλλοτρίωση, γεγενημένη, έστω και αν τελεί υπό προθεσμία ή είναι αιρετική ή ανεκκαθάριστη, εφόσον ο οφειλέτης αποσκοπούσε στη ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης αυτής, αρκεί αυτή να καταστεί ορισμένη, απαιτητή και ληξιπρόθεσμη έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής.

Με τη σύμβαση δε του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, και ακολούθως καταβάλλει τμηματικά, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της συμβάσεως, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων.

Στην έννομη αυτή σχέση οι αμοιβαίες αποστολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως από το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση εκατέρου, η οποία συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του.

Επομένως τα παραγωγικά της απαιτήσεως περιστατικά, ιδίως η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεστεί, ώστε η απαίτηση είναι γεγενημένη, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσόν εκκαθαρισμένη. Επομένως η τράπεζα είναι, και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, έχει άρα το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, έστω και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί αυτό να γίνει έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής.

Διάφορη εκδοχή θα κατέληγε στο άτοπο να δύναται ο πιστούχος, παρόλο που γνωρίζει σε δεδομένη στιγμή την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεως και χρεώσεως, να προβαίνει χωρίς κύρωση και χωρίς τον κίνδυνο διαρρήξεως, σε απαλλοτρίωση περιουσιακών του στοιχείων πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939 και 941 § 1 ΑΚ προκύπτει ότι η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως του οφειλέτη χωρεί μόνον αν έγινε με πρόθεση βλάβης του δανειστή, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή.

Η πρόθεση βλάβης πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που γίνεται η απαλλοτρίωση. Στην περίπτωση που ο οφειλέτης ενέχεται από σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, για τη διάγνωση του ζητήματος της προθέσεως βλάβης, ενδιαφέρει το πραγματικό ζήτημα της γνώσεως που έχει ο οφειλέτης περί της υπάρξεως παθητικού υπολοίπου του λογαριασμού, κατά τη χρονική στιγμή της απαλλοτριώσεως, καθώς και του ύψους του, αφού από αυτό θα κριθούν οι παραστάσεις του για την κατά τα άνω οικονομική του κατάσταση.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Με τη ..... σύμβαση πιστώσεως ανοικτού (αλληλοχρέου) λογαριασμού η "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε η ενάγουσα, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, χορήγησε στην εταιρεία "ΕΚΚΕΝΤΡΟΣ Α.

Τ. Ε." πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ποσού 100.000.000 δραχμών. Ακολούθως με την από 29-4-1999 πρόσθετη πράξη, η οποία συμφωνήθηκε ρητά, ότι αποτελεί ένα ενιαίο και αδιαίρετο όλο με την αρχική σύμβαση, η πίστωση αυξήθηκε κατά 50.000.000 δραχμές και έτσι το συνολικό ύψος της ανήλθε σε 150.000.000 δραχμές. Ο πρώτος των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων εγγυήθηκε εγγράφως με την από 29-4-1999 αυτοτελή σύμβαση εγγυήσεως προς την ενάγουσα για ολόκληρο το ποσό της πιστώσεως, πλέον τόκων και εξόδων, ευθυνόμενος αλληλεγγύως εις ολόκληρον με την πιστούχο εταιρεία και ως αυτοφειλέτης.

Στις 30-6-2000 η πιστούχος, δια του νομίμου εκπροσώπου της, έλαβε πλήρη γνώση της μέχρι τότε οφειλής της, ανερχομένης σε 124.711.187 δραχμές, την οποία και αναγνώρισε με τα ..... και .... έγγραφά της. Σύμφωνα με όρο της συμβάσεως εγγυήσεως ο πρώτος εναγόμενος εγγυητής δήλωσε ανεπιφυλάκτως, ότι κάθε αναγνώριση της οφειλής από την πιστούχο εταιρεία υποχρεώνει και αυτόν, ως εγγυητή.

Στη συνέχεια η πιστούχος δεν εξεπλήρωσε τις αναληφθείσες από την ως άνω σύμβαση υποχρεώσεις της και στις 4-5-2001 η ενάγουσα, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση, προέβη στο κλείσιμο του λογαριασμού, κατά το οποίο προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 102.902.057 δραχμών. Στη συνέχεια, ύστερα από την από 1-6-2001 αίτηση της ενάγουσας, εκδόθηκε σε βάρος τόσο της πρωτοφειλέτριας όσο και των εγγυητών, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εναγόμενος, η 3373/2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε ο πρώτος εναγόμενος και οι λοιποί συνοφειλέτες, εις ολόκληρο καθένας, να καταβάλουν στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό με το νόμιμο τόκο υπερημερίας.

Ο πρώτος εναγόμενος στις 27-7-2000, ενεργώντας με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, δυνάμει του ..... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Πολυξένης Κουλάκογλου, που μεταγράφτηκε νόμιμα, προς τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, ενήλικα τέκνα του, καθώς και προς τις τρεις εναγόμενες ανήλικες θυγατέρες του, κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην απόφαση ακίνητα.

Περαιτέρω, το Εφετείο, ως περιστάσεις ενδεικτικές της γνώσεως εκ μέρους του πρώτου εναγομένου του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και, συνακολούθως, της προθέσεώς του να βλάψει την ενάγουσα αναφέρει ειδικότερα: α) Τον όρο της συμβάσεως εγγυήσεως κατά τον οποίο κάθε αναγνώριση της οφειλής από την πιστούχο υποχρεώνει και τον εγγυητή, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είχε γίνει τέτοια αναγνώριση από την πιστούχο στις 30/6/2000 και β) το ότι ο πρώτος εναγόμενος, κατά το Μάρτιο του έτους 2000 είχε ενημερωθεί για το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω παραδοχών το Εφετείο έκρινε ότι είναι διαρρηκτέες οι ως άνω απαλλοτριωτικές πράξεις και ότι η σχετική αγωγή, ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν, έπρεπε να γίνει δεκτή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο: α) Μη απαιτώντας ως προϋπόθεση της γενέσεως του επίδικου δικαιώματος διαρρήξεως την ύπαρξη συγκεκριμένου χρεωστικού υπολοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού για τον οποίο πρόκειται, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος αυτού και, συνεπώς, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 939 επ.

ΑΚ, 111 Εις. Ν. Α.Κ., και 47 επ. ν.δ. 17.7/13.8.1923. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι αντίθετοι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως και β) υπέπεσε αντιθέτως, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19, αφού στέρησε την απόφασή του της νόμιμης βάσεως, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της προθέσεως βλάβης.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως (27.7.2000) προέβη στις επίδικες μεταβιβάσεις ακινήτων με πρόθεση βλάβης της ενάγουσας, την απαιτούμενη για την κατάφαση της προθέσεως αυτής γνώση του υπολοίπου του αλληλοχρέου λογαριασμού αναφέρει αποκλειστικώς, αφενός σε γεγονός ανεπιτήδειο για τη δικαιολόγηση πραγματικής γνώσεως, ήτοι στον προαναφερθέντα όρο της συμβάσεως εγγυήσεως, καθώς και στο γεγονός της αναγνωρίσεως του υπολοίπου εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας (πιστούχου), και αφετέρου σε γεγονός που συνέβη τον Μάρτιο του 2000, που απέχει δηλαδή κατά τέσσερις περίπου μήνες από τον κρίσιμο χρόνο (27.7.2000), έτσι ώστε να καταλείπονται αμφιβολίες αν το δικαστήριο δέχθηκε ή όχι τη συνδρομή του στοιχείου της προθέσεως βλάβης κατά τον χρόνο αυτό (27.7.2000).

Λόγω δε της κατά τα άνω ανεπάρκειας και αντιφατικότητας δεν καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ορθής υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους αναφερόμενους στη μείζονα σκέψη εφαρμοστέους ουσιαστικού δικαίου κανόνες, ο δε σχετικός δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι βάσιμος.

Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ακροατήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8074/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ