Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as the contested claim was raised in the appellate court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred in rejecting a claim regarding the defendant's local jurisdiction based on assets in the region, asserting this argument was never properly raised before the first-instance court. The court ruled that since the argument was validly presented at the appellate level, it did not constitute a new issue requiring Supreme Court review, and thus the appeal was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 562(2) and 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it relies on a claim not raised or improperly raised before the court of first instance, unless it concerns a public order violation, a defect inherent in the decision itself, or public order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1654 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1654/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Αυγερινό.
Της αναιρεσίβλητης: "Εταιρείας Ζημενς ΑΕ" που εδρεύει στην Βιέννη της Αυστρίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Παπαρσενίου .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5058/1998 του ίδιου Δικαστηρίου 5635/2001 μη οριστική και 6553/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 25-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 15-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 45, 46 εδ. α', 221 παρ. 1 εδ. β' και 216 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, η πρώτη των οποίων εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση λόγω του χρόνου κατάθεσης της αγωγής (23.04.1996) πριν δηλαδή την επικύρωση των Διεθνών Συμβάσεων των Βρυξελλών και του Λουγκάνο, για την διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η πρώτη των οποίων κυρώθηκε από την Ελλάδα, μετά την προσχώρηση και της Αυστρίας με το ν. 2727/1999 και η δεύτερη από την Ελλάδα με το ν. 2460/97, προκύπτουν τα εξής:
α) στη δικαιοδοσία των ημεδαπών πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται και οι αλλοδαποί, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εφόσον υπάρχει τοπική αρμοδιότητα ημεδαπού δικαστηρίου, σύμφωνα με τις περί ειδικών δωσιδικιών διατάξεις των άρθρων 22 έως 40 ιδίου κώδικα, η ύπαρξη της οποίας κρίνεται κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής, η οποία συνεπάγεται την επιλογή μεταξύ των περισσοτέρων κατά τόπο αρμοδίων δικαστηρίων και το αμετάβλητο της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η αγωγή β) στο δικόγραφο της αγωγής ο ενάγων πρέπει να αναφέρει, εκτός των άλλων, και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου και επομένως δημιουργούν βάση διεθνούς δικαιοδοσίας, αποτελούν δε για το λόγο αυτό "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αφού τείνουν στη θεμελίωση του δικονομικού δικαιώματος της παροχής έννομης προστασίας από το δικαστήριο ενώπιον του οποίου, κατ' επιλογή του ενάγοντος, ασκήθηκε η αγωγή γ) η τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, και κατ' ακολουθίαν η θεμελίωση διεθνούς δικαιοδοσίας, ναι μεν εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, όμως οι σχετικές διατάξεις δεν είναι δημοσίας τάξεως.
Από αυτά συνάγεται περαιτέρω, ότι για να είναι παραδεκτός λόγος αναίρεσης, διότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος δεχόμενο ότι στερείται δικαιοδοσίας, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή τα θεμελιούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, τα οποία ο ενάγων επικαλέστηκε με το δικόγραφο της αγωγής του για τη θεμελίωση βάσης διεθνούς δικαιοδοσίας και αν η υπόθεση διήλθε και δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος επαναφοράς στο εφετείο του σχετικού ισχυρισμού, ώστε από αυτό να είναι δυνατό να κριθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός ήταν νόμιμος και προβλήθηκε παραδεκτώς.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 522, 527 και 269 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο εφετείο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους παραδεκτώς ασκηθέντες προσθέτους λόγους, νέοι δε ισχυρισμοί του εκκαλούντος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως, ακόμη και αν γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για να είναι παραδεκτοί πρέπει να προτείνονται με την έφεση και τους προσθέτους λόγους αυτής και όχι με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση της έφεσης, όταν οι πρόσθετοι λόγοι ασκούνται παραδεκτώς μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει, κατ' εκτίμηση, στο εφετείο την αιτίαση, ότι με το να απορρίψει την έφεση του, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του κατά της ήδη αναιρεσίβλητης αλλοδαπής εταιρίας, δεχόμενο ότι στερείται διεθνούς δικαιοδοσίας, δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες με τις προτάσεις του στο εφετείο, κατά τη συζήτηση της έφεσης, ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς του προς θεμελίωση κατά τόπο αρμοδιότητας και επομένως διεθνούς δικαιοδοσίας και συγκεκριμένα α) το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου παρέστη η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη χωρίς να προτείνει ένσταση ελλείψεως κατά τόπο αρμοδιότητας, έγινε αρμόδιο προς εκδίκαση της αγωγής του, σύμφωνα με το άρθρο 42 ΚΠολΔ (2ος λόγος) και β) ότι δεν έλαβε υπόψη επίσης τον ισχυρισμό του, ότι συνεπεία της ως άνω μη προβολής ενστάσεως αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από την παρασταθείσα εναγομένη το δικαστήριο έγινε κατά τόπο αρμόδιο και επομένως θεμελιώθηκε διεθνής δικαιοδοσία προς εκδίκαση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 18 της Διεθνούς Συμβάσεως των Βρυξελλών (3ος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, προκύπτει, ότι αυτός δεν προέβαλε τους ισχυρισμούς αυτούς με λόγους έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Τους ισχυρισμούς δε αυτούς, που κατά τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα προέκυψαν κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, μπορούσε και όφειλε να προβάλει παραδεκτώς με λόγο έφεσης και όχι με τις προτάσεις του.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και της έφεσης του αναιρεσείοντος προκύπτει, ότι αυτός προς θεμελίωση τοπικής αρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου και εντεύθεν διεθνούς δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της αγωγής του κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, εδρεύουσας στην Αυστρία ανώνυμης εταιρίας, εκθέτει στην αγωγή του, ότι το έτος 1942, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής κατοχής της χώρας από τα γερμανοϊταλικά στρατεύματα, χωρίς να έχει οποιαδήποτε αντιστασιακή δραστηριότητα, συνελήφθη από τον άμαχο πληθυσμό από τα γερμανικά στρατεύματα και μεταφέρθηκε στην Αυστρία, όπου με τη συνεργασία και των κρατικών οργάνων του Αυστριακού κράτους (στρατιωτικών δυνάμεων) παραδόθηκε σε όργανα (υπαλλήλους) της εναγομένης και υπό την φύλαξη αυστριακών στρατιωτών, διατέθηκε στην εναγομένη εταιρία για παροχή επίπονης, χωρίς αμοιβή, καταναγκαστικής εργασίας στο εργοστάσιο αυτής, την οποία παρείχε, με τις προαναφερόμενες συνθήκες μέχρι τον Απρίλιο 1945, οπότε τα ρωσικά στρατεύματα κατέλαβαν την Βιέννη και μαζί με άλλους αιχμαλώτους, που παρείχαν την ίδια καταναγκαστική εργασία στο εργοστάσιο της εναγομένης, απελευθερώθηκε και επέστρεψε στην Ελλάδα.
Περαιτέρω, προς θεμελίωση της ευθύνης της εναγομένης εταιρίας, εκθέτει στην αγωγή του, ότι η εναγομένη δια των προστηθέντων οργάνων και υπαλλήλων της, μολονότι εγνώριζε ότι είχε συλληφθεί και απαχθεί κατά τον παραπάνω τρόπο, και τελούσε σε κατάσταση ομηρίας, δέχτηκε να τον χρησιμοποιήσει παράνομα για τη παροχή της εργασίας του, στο εργοστάσιο αυτής στην Αυστρία, το οποίο εξυπηρετούσε τις πολεμικές ανάγκες του Γερμανικού και Αυστριακού κράτους.
Με την έφεση του κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας, διότι κρίθηκε ότι η φερομένη ως τελεσθείσα αδικοπραξία της εναγομένης εταιρίας τελέστηκε στο έδαφος της Αυστρίας, ο ενάγων προς θεμελίωση τοπικής αρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προέβαλε το πρώτο τον ισχυρισμό, ότι η απαγωγή του από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής και η εν συνεχεία παράδοση του στα αυστριακά στρατεύματα και η υπ' αυτών διάθεση του και καταναγκαστική παροχή της εργασίας του στο εργοστάσιο της εναγομένης έγιναν από κοινού από τους εκπροσώπους των άνω κρατών και της εναγομένης αυστριακής εταιρίας, με σκοπό να τον χρησιμοποιήσουν για παροχή εργασίας στο εργοστάσιο της εναγομένης, το οποίο είχε διατεθεί στα κράτη αυτά για την παραγωγή πολεμικού υλικού που απαιτούσε η διεξαγωγή του πολέμου.
Τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος, που προβλήθηκε για τη θεμελίωση διεθνούς δικαιοδοσίας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προς εκδίκαση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 35 ΚΠολΔ (δωσιδικία του ποινικού αδικήματος) το εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτο, διότι ο ενάγων και εκκαλών ήδη δε αναιρεσείων, απαραδέκτως το πρώτο προέβαλε τον ισχυρισμό αυτόν στο εφετείο.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν εκήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 πλημμέλεια, όπως αιτιάται με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων και επομένως ο λόγος αυτός κατά το οικείο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου (ο αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος) διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: το αγωγικό δικόγραφο ρητώς διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, αφενός μεν συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση σειράς αξιοποίνων πράξεων, αφετέρου δε αποτελούν ένα ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο, υπό την έννοια ότι κάθε προηγούμενο αδίκημα αποσκοπεί στην διευκόλυνση διάπραξης του επομένου και όλα μαζί αποβλέπουν στον τελικό εγκληματικό σκοπό, που είναι η βιαία καθυποχρέωση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος σε παροχή αναγκαστικής εργασίας στην αναιρεσίβλητη εταιρία για εξυπηρέτηση των πολεμικών σχεδιασμών συγκεκριμένων εμπολέμων χωρών.
Ρητώς επίσης αναφέρεται στην αγωγή ότι όλοι οι αρχικώς εναγόμενοι - στους οποίους περιλαμβάνεται και η αναιρεσίβλητη εταιρία - "είναι για όλα τα παραπάνω συνυπαίτιοι", πράγμα που προφανώς σημαίνει ότι αποδίδεται στα όργανα των εναγομένων κοινός δόλος, ήτοι κοινή πρόθεση διάπραξης όλων των αδικημάτων που φέρονται τελεσθέντα εις βάρος του αναιρεσείοντος, αφού δεν είναι νοητή η συναιτιότητα σε τέλεση αδικήματος εξ αμελείας.
Τέλος, ρητώς ιστορείται στο ίδιο δικόγραφο ότι ένα σημαντικό μέρος των ενδίκων εγκλημάτων (και ιδίως εκείνο της αρπαγής) τελέσθηκε επί ελληνικού εδάφους. Έτσι, αφού ο δόλος (και) των οργάνων της αναιρεσιβλήτου (σε εργοστάσια της οποίας στην Αυστρία φέρεται ότι οδηγήθηκε ο αναιρεσείων και εξαναγκάσθηκε σε παροχή εργασίας τελών σε κατάσταση ομηρίας και διαρκούς κινδύνου ζωής) κάλυπτε - κατά την δέουσα εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου - το σύνολο της αδικοπρακτικής δράσης, ήτοι και εκείνης που εξελίχθηκε στην Ελλάδα (ανεξάρτητα από τον ειδικότερο νομικό χαρακτηρισμό της συμμετοχικής δράσης της αναιρεσίβλητης ως ηθικής αυτουργίας ή απλής συνεργείας), τα ελληνικά δικαστήρια έχουν τυπική αρμοδιότητα κατά το άρθρο 35 ΚΠολΔ, επομένως δε και διεθνή δικαιοδοσία κατά το άρθρο 3 § 1 ΚΠολΔ, για εκδίκαση της ένδικης διαφοράς.
Ενόψει αυτών έπρεπε, κατά την μειοψηφούσα γνώμη, να γίνει αυτός δεκτός ο λόγος αναιρέσεως.
Περαιτέρω ο αναιρεσείων με τον ίδιο, τέταρτο, λόγο, κατά το οικείο μέρος του προβάλλει την αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πράγματι όμως από τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προέβαλε με λόγο έφεσης, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής και επομένως θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 7 παρ. 1 και 8 περ.
η Π.Κ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι διατάξεις αυτές του Ποινικού Κώδικα ρυθμίζουν το εφαρμοστέο ποινικό ουσιαστικό δίκαιο, στην περίπτωση τέλεσης αξιοποίνων πράξεων από αλλοδαπούς και όχι τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Με τις παρακάτω διατάξεις του ΚΠολΔ και του ΑΚ ορίζονται τα εξής:
α) με το άρθρο 25 παρ. 2 ΚΠολΔ "Τα μη φυσικά πρόσωπα που έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι, υπάγονται στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου έχουν την έδρα τους" β) με το άρθρο 10 ΑΚ "Η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του" γ) με το άρθρο 51 ΑΚ "Το πρόσωπο έχει κατοικία τον τόπο της κύριας εγκατάστασης του.
Κανένας δεν μπορεί να έχει συγχρόνως περισσότερες από μία κατοικίες. Για τις υποθέσεις που αναφέρονται στην άσκηση του επαγγέλματος λογίζεται ως ειδική κατοικία του προσώπου ο τόπος όπου ασκεί το επάγγελμα του" δ) με το άρθρο 40 ΚΠολΔ "1. Δίκες προσώπων που δεν έχουν κατοικία στην Ελλάδα εφόσον το αντικείμενο τους είναι περιουσιακό μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου υπάρχει περιουσία του εναγομένου ή βρίσκεται το επίδικο αντικείμενο. 2.
Αν η περιουσία συνίσταται σε χρηματικές απαιτήσεις του εναγομένου εναντίον τρίτου, θεωρείται πως η περιουσία βρίσκεται στον τόπο κατοικίας του τρίτου". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης εταιρίας, κατοικία έχει την έδρα αυτού, ως έδρας νοουμένου του τόπου όπου πράγματι ασκείται η διοίκηση αυτού και όχι ο τυχόν διάφορος που κατονομάζεται απλώς ως έδρα στο καταστατικό της (Ολ.ΑΠ 2/1999).
Ως περιουσία με την έννοια του άρθρου 40 ΚΠολΔ, η ύπαρξη της οποίας θεμελιώνει τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής, και κατ'ακολουθίαν διεθνή δικαιοδοσία, νοούνται κινητά και ακίνητα πράγματα, άϋλα αγαθά και αξιώσεις έναντι τρίτων, που είναι αποτιμητά σε χρήμα. Την ύπαρξη δε περιουσίας του εναγομένου στην περιφέρεια του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η αγωγή, πρέπει να επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο ο ενάγων, καθορίζοντας τα συγκροτούντα αυτή στοιχεία, και αν αμφισβητείται από τον εναγόμενο η ύπαρξη της, να αποδεικνύει ο ενάγων, αν δε η αγωγή του απορρίφθηκε πρωτοδίκως, για έλλειψη δικαιοδοσίας, για να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης, πρέπει το σχετικό περί υπάρξεως περιουσίας ισχυρισμό να επαναφέρει με λόγο έφεσης στο εφετείο, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος προκύπτει, ότι αυτός προς θεμελίωση της αρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου άσκησε την αγωγή του (και) κατά της ήδη αναιρεσίβλητης αλλοδαπής ανώνυμης εταιρίας δεν επικαλέστηκε την ύπαρξη περιουσίας της εναγομένης αυτής στην περιφέρεια του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Το σχετικό ισχυρισμό απαραδέκτως προέβαλε αυτός το πρώτο με την έφεση του (τέταρτος λόγος) ισχυριζόμενος αορίστως ότι "προαπέδειξα ότι η εναγομένη έχει υποκαταστήματα δύο στην Αθήνα". Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο απέρριψε το λόγο έφεσης αυτού περί ιδρύσεως τοπικής αρμοδιότητας λόγω του ότι η εναγομένη έχει περιουσία στην περιφέρεια του πρωτοδικείου Αθηνών, διότι έχει δύο υποκαταστήματα, στηριζόμενος σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά το πρώτο στο δευτεροβάθμιο χωρίς επίκληση συνδρομής περιπτώσεως από το άρθρο 527 ΚΠολΔ, που δικαιολογούσε το πρώτο την προβολή αυτού στο εφετείο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επομένως το εφετείο που απέρριψε το λόγο αυτό της έφεσης ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι η ύπαρξη υποκαταστημάτων της εναγομένης στην ημεδαπή δεν θεμελιώνει κατά τόπον αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διότι η κατά την αγωγή γενεσιουργός της αιτουμένης αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ζημιογόνος συμπεριφορά της εναγομένης δεν προήλθε από τη λειτουργία και δραστηριότητα των υποκαταστημάτων της, ορθώς κατ'αποτέλεσμα έκρινε, ανεξαρτήτως εσφαλμένης αιτιολογίας.
Επομένως, εν όψει του ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης κατά το μέρος που απέρριψε το λόγο έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, ότι ιδρύεται διεθνής δικαιοδοσία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, λόγω υπάρξεως υποκαταστημάτων της εναγομένης στην περιφέρεια του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η αγωγή, δεν υπάρχει έννομο συμφέρον στο αναιρεσείοντα για να αποτραπεί δεδικασμένο, ώστε να δικαιολογείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατ' ακολουθίαν ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το οικείο μέρος του είναι απορριπτέος σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ. Ο ίδιος αυτός λόγος κατά το μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων, κατ'επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο στην αιτίαση, ότι με το να απορρίψει τον προσβληθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό του περί ιδρύσεως τοπικής αρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επομένως θεμελίωσης διεθνούς δικαιοδοσίας, χωρίς να λάβει υπόψη του τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως αποδεικτικά μέσα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι περί ιδρύσεως διεθνούς δικαιοδοσίας ισχυρισμοί του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος απορρίφθηκαν από το εφετείο, ο μεν ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 40 ΚΠολΔ (δωσιδικία της περιουσίας) ως μη νόμιμος, ο δε ερειδόμενος στο άρθρο 35 ιδίου κώδικα (δωσιδικία του ποινικού αδικήματος) ως απαράδεκτος, χωρίς να ερευνηθεί η ουσιαστική βασιμότητα αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Μαΐου 2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6.553/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ