1653/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1653 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1653/2025
Legislator headnote
AI generated1653/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1653 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1653/2025
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1653 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1653/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Χριστίνα Τζίμα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΟΠΩΡΟΚΗΠΕΥΤΙΚΩΝ ΚΟΥΛΟΥΡΑΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΝΕΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝ", που εδρεύει στην Κουλύρα Ημαθίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαρκούλη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντινιά Στάμου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 196/ΤΜ/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/4/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 1-4-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 196/ΤΜ/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας (δικάσαντος ως Εφετείου). Η απόφαση αυτή δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 28-2-2020 έφεση του Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΟΠΩΡΟΚΗΠΕΥΤΙΚΩΝ ΚΟΥΛΟΥΡΑΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΝΕΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝ", επικυρώνοντας την υπ' αριθ. 60/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βέροιας. Με αυτήν είχε γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος - νυν αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος-νυν αναιρεσείων συνεταιρισμός να του καταβάλει το ποσό των - 15.366,48 - ευρώ νομιμοτόκως, ως υπόλοιπο τιμήματος της μεταξύ αυτών καταρτισθείσας αγοραπωλησίας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στις 26 Μαρτίου 2021 και η αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Βέροιας την 1η Απριλίου 2021, ενώ καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (άρθρα 495 παρ. 1 και 3 Β περ. β' και 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1 του ΝΔ 3424/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 1409/1983 "Αγοραστής γεωργικών προϊόντων, όπως αυτά καθορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 22 του Ν. 992/1979 (ΦΕΚ 280 Α) "περί οργανώσεως των διοικητικών υπηρεσιών δια την εφαρμογήν της Συνθήκης Προσχωρήσεως της Ελλάδος εις τας Ευρωπαϊκός Κοινότητας και ρυθμίσεως συναφών θεσμικών και οργανωτικών θεμάτων" για μεταπώληση, εξαγωγή η βιομηχανοποίηση, που καθίσταται υπερήμερος για την καταβολή του τιμήματος, στους πωλητές παραγωγούς ή συνεταιρισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή μέχρι 500.000 δραχμές. Η ποινική δίωξη ασκείται και αυτεπαγγέλτως". Κατά το άρθρο 3 του ΝΔ 3424/1955 "Υπό την έννοια του παρόντος πωληταί αγρόται είναι και οι γεωργικοί συνεταιρισμοί οι πωλούντες τα γεωργικά ή κτηνοτροφικά προϊόντα, των μελών των, δεν είναι όμως ούτοι αγοραστοί διά τας μετά των μελών των συναλλαγάς προς τον σκοπόν διαθέσεως της παραγωγής αυτών". Με τη νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 3 του ΝΔ 3424/1955 σκοπήθηκε η αποτελεσματική προστασία των παραγωγών για είσπραξη του τιμήματος από την πώληση των προϊόντων τους από αυτούς ή τους συνεταιρισμούς, ορίσθηκε δε ρητά ότι οι συνεταιρισμοί στις συναλλαγές με τα μέλη τους προς τον σκοπό διαθέσεως των προϊόντων τους δεν θεωρούνται αγοραστές, αναφορικά με τις συνέπειες (ποινικές) που προβλέπονται για τους αγοραστές γεωργικών προϊόντων που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις τους. Έτσι, είναι όχι απλώς διαγνώσιμο, αλλά προκαθορισμένο από τον νόμο ότι ο συνεταιρισμός ενεργεί στο όνομα των μελών του για τη διάθεση των προϊόντων της αγροτικής τους παραγωγής, είναι δε αδιάφορο το αν η σχετική για αυτό γνώση του αγοραστή στηρίζεται σε ρητή δήλωση του αντιπροσώπου ή συνάγεται από τη γνώση αυτού τούτου του νόμου ή από τις περιστάσεις. Ούτε επίσης, ασκεί καμία επίδραση η άγνοια του αγοραστή για το πρόσωπο του αντιπροσωπευομένου, αφού αυτό δεν είναι ανάγκη να είναι ορισμένο ή γνωστό, κατά το χρόνο που καταρτίζεται η δικαιοπραξία, ούτε καν στον ίδιο τον αντιπρόσωπο. Έτσι, ο τελευταίος μπορεί να ενεργήσει και επ' ονόματι προσώπου αορίστου ή που θα κατονομασθεί αργότερα, χωρίς τούτο να εμποδίζει την άμεση ενέργεια της δικαιοπραξίας. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τη ρύθμιση του άρθρου 3 του ΝΔ 3424/1955. Ο δια της ανωτέρω διατάξεως χαρακτηρισμός των συνεταιρισμών ως πωλητών των αγροτικών προϊόντων των μελών τους θα ήταν εντελώς περιττός, αν η σχέση αντιπροσώπευσης ήταν έμμεση, αφού τότε τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας παράγονται πάντοτε στο πρόσωπο του αντιπροσώπου. Αντίθετα, ο χαρακτηρισμός αυτός αποκτά νόημα μόνο στην άμεση αντιπροσώπευση, όπου ο συνεταιρισμός, αφού δεν είναι συμβαλλόμενος, δεν μπορεί να ασκήσει τις εκ της συμβάσεως αξιώσεις των μελών του. Για να παρακαμφθεί δε η αδυναμία αυτή και καταστεί έτσι δυνατόν να αναλάβουν οι συνεταιρισμοί το βάρος ενός δικαστικού αγώνα προς όφελος των μελών τους, η προεκτεθείσα διάταξη τους αποκαθιστά σε θέση μη δικαιούχου και μη υποχρέου διαδίκου, χαρακτηρίζοντας και αυτούς ως πωλητές (ΑΠ 1382/2022, ΑΠ 647/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., που αναφέρεται στους λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, και ειδικότερα κατά τη διάταξη υπ' αριθ.1 αυτού που ταυτίζεται μ' αυτή του άρθρου 559 αριθ. 1 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 265/2023).
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι παραβιάσθηκε η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ, λόγω εσφαλμένου νομικού χαρακτηρισμού της επίδικης έννομης σχέσης ως σύμβασης πώλησης, δηλαδή εφαρμόσθηκε η παραπάνω διάταξη, μολονότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της καθόσον η σχέση, που συνέδεε τους διαδίκους, κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ήταν αυτή της πωλήσεως αλλά η συνεταιριστική σχέση, στο πλαίσιο της οποίας ο αναιρεσείων ενήργησε διαμεσολαβητικά στις συναλλαγές του μέλους του με τον τρίτο αγοραστή των αγροτικών προϊόντων.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας δέχθηκε τα ακόλουθα: ".... η ένδικη αγωγή, δυνάμει της οποίας ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, το ποσό των 15.366,48 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τίμημα των αγροτικών προϊόντων που πώλησε και παρέδωσε στον τελευταίο, νομιμοτόκως από την επομένη της δήλης ημέρας πληρωμής, ήτοι της 31ης -12-2013 έως την εξόφληση, βρίσκει σαφώς νόμιμο έρεισμα, στις διατάξεις των άρθρων 513 επ., 341, 345, ΑΚ, και 907, 908, 176 ΚΠολΔ, καθόσον περιέχει τα στοιχεία που συνθέτουν τη βάση της αγωγής πώλησης, ήτοι την πώληση και παράδοση των αγροτικών προϊόντων στον εναγόμενο συνεταιρισμό για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό και το συμφωνηθέν τίμημα.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής θεμελιώνεται νόμιμα αγωγή περί πωλήσεως δεν έσφαλε, αλλά ορθά τις προαναφερθείσες διατάξεις ερμήνευσε εφάρμοσε και τα περί του αντιθέτου, ισχυριζόμενα από τον εναγόμενο με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσης πρέπει να απορριφθούν. Από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Ο ενάγων τυγχάνει παραγωγός αγροτικών προϊόντων και δυνάμει της με αριθμό ...-2013 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγόμενου συνεταιρισμού έγινε μέλος του τελευταίου. Στα πλαίσια της ως άνω δραστηριότητας και κατόπιν της εγγραφής του ως μέλους του εναγόμενου αγροτικού συνεταιρισμού, με έδρα την Κουλούρα Ημαθίας συμφώνησε προφορικά με το νόμιμο εκπρόσωπο του τελευταίου, να του πωλήσει και παραδώσει ποσότητες μήλων, έναντι του ποσού των 0,265 ευρώ ανά κιλό. Πράγματι, ο ενάγων παρήγαγε, πώλησε και παρέδωσε στον εναγόμενο 97.561 κιλά μήλα ποικιλίας granny smith, κλάσης I, ποιότητας ΑΒ, συνολικής αξίας 25.932,69 ευρώ, οι δε παραδοθείσες ποσότητες ζυγίστηκαν στις εγκαταστάσεις του εναγομένου και εκδόθηκαν σχετικά τα με αύξοντες αριθμούς ...-2013, ...-2013, ...-2013, ...-2013, ...-2013, ...-2013, ...-2013, ...-2013, ...-2013, ...-2013, ...-2013, ...-2013, ...-2013, ...-2013 και ...-2013 ζυγολόγια. Για την ανωτέρω πώληση ο εναγόμενος συνεταιρισμός εξέδωσε τη με αριθμό ...-2013 εκκαθάριση (που προσκομίζεται από τον ενάγοντα), από την οποία αποδεικνύεται η πώληση της ανωτέρω συνολικής ποσότητας μήλων, έναντι συνολικής αξίας 25.932,69 ευρώ. Από το ανωτέρω ποσό πληρωτέο ορίστηκε το ποσό των 25.366,48 ευρώ, μετά την αφαίρεση των νόμιμων κρατήσεων υπέρ του εναγόμενου συνεταιρισμού. Ο εναγόμενος ομολογεί ότι παρέλαβε τις ανωτέρω ποσότητες μήλων, με σκοπό ωστόσο να τις παραδώσει για λογαριασμό του πωλητή-ενάγοντος στον αγοραστή, Π. Μ. και ότι συνεπώς δεν ευθύνεται για την καταβολή του τιμήματος, αφού ενήργησε ως μεσολαβητής, σε συνεργασία με την συνεταιριστική εταιρία "ΚΟΜΕΞ ΑΕΣ", της οποίας τυγχάνει μέλος. Για την απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού του, προσκομίζει την με αριθμό .../2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Βέροιας, του μάρτυρα, υπαλλήλου του, Θ. Γ., ο οποίος κατέθεσε ότι ο ενάγων και ο Π. Μ., για λόγους που εξυπηρετούσαν τους ίδιους, ζήτησαν να γίνει η πώληση των μήλων με τη διαμεσολάβηση του εναγόμενου συνεταιρισμού και της "ΚΟΜΕΞ ΑΕ" και το τίμημα να καταβληθεί στον πωλητή, αφού το εισπράξει ο εναγόμενος συνεταιρισμός από τον αγοραστή. Η ανωτέρω κατάθεση ωστόσο δεν κρίνεται πειστική, ιδίως λόγω της ασάφειας της, αφού ο μάρτυρας ουδόλως εξήγησε αφενός τους λόγους που ήταν συμφέρουσα η ανωτέρω διαμεσολάβηση για τον ενάγοντα, αφετέρου τους λόγους που στην ανωτέρω διαμεσολάβηση έπρεπε να συμμετέχει και η "ΚΟΜΕΞ ΑΕ", καθώς και την ειδικότερη σχέση της τελευταίας με τον εναγόμενο συνεταιρισμό.
Εξάλλου, από τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα αποδεικτικά μέσα και δη τη με αριθμό .../2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Α. Ρ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βέροιας, σε συνδυασμό με το αντίγραφο της κίνησης του με αριθμό ... τραπεζικού λογαριασμού που τηρούσε ο τελευταίος από την 1-1-2013 έως την 31-12-2013 και τη με αριθμό ...-2014 αίτηση για την επιστροφή Φ.Π.Α. (έντυπο Φ6) για την περίοδο από 1-1-2013 έως την 30-12-2013, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων από τον Ιούλιο έως το Δεκέμβριο του έτους 2013, πώλησε μέρος της παραγωγής του, ήτοι 67.226 κιλά μήλα απευθείας στον Π. Μ., κάτοχο του ΑΦΜ ..., (δίχως τη μεσολάβηση του εναγομένου) και έλαβε από τον τελευταίο το συνολικό ποσό των 15.300 ευρώ, έναντι του συνολικά οφειλόμενου ποσού των 17.887,64 ευρώ.
Συνεπώς, δεν αποδεικνύεται κανένας λόγος που να δικαιολογεί την μεσολάβηση του εναγόμενου συνεταιρισμού για την πώληση μήλων από τον ενάγοντα στον ως άνω αγοραστή, ενώ αντιθέτως αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος συνεταιρισμός αγόρασε την προαναφερθείσα ποσότητα μήλων για δικό του αποκλειστικά όφελος, με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή της σε τρίτους. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο Π. Μ. μίσθωνε από τον εναγόμενο συνεταιρισμό την περίοδο Σεπτεμβρίου 2012 έως το Μάιο του 2014, τους εξωτερικούς χώρους του συσκευαστηρίου στις εγκαταστάσεις του στην Κουλούρα Ημαθίας, καθώς κάποια μηχανήματα (πλάστιγγα, ζυγαριές, κλπ), ούτε από το γεγονός ότι ο εναγόμενος κατ' εντολή και για λογαριασμό της κοινοπραξίας αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων Κουλούρας, της οποίας τυγχάνει μέλος, πώλησε στον Π. Μ. 167.058 κιλά μήλα, έναντι συνολικής αξίας 67.596,16 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενα με αριθμούς ...-2013 και ...-2013 τιμολόγια πώλησης και δελτίο αποστολής, αντίστοιχα), τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του (εναγομένου) δεν εξοφλήθηκαν και για το λόγο αυτό εκδόθηκε σχετικά η με αριθμό .../2017 διαταγή πληρωμής της Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου. Επιπλέον, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι για την επικαλούμενη διαμεσολάβηση, η κοινοπραξία "ΚΟΜΕΞ" εξέδωσε το προαναφερόμενο με αριθμό ...- 2013 τιμολόγιο πώλησης, δεν ευσταθεί, διότι από το τελευταίο αποδεικνύεται η πώληση προς τον Π. Μ., 167.058 κιλών μήλων, ήτοι 61.892 κιλά προς 0,42 ευρώ ανά κιλό, 7748 κιλά προς 0,34 ευρώ το κιλό και 97.418 κιλά προς 0,40 ευρώ το κιλό, ενώ ο ενάγων αποδεικνύεται ότι παρέδωσε στον εναγόμενο 97.561 κιλά μήλα προς 0,265 ευρώ ανά κιλό.
Συνεπώς, από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος συνεταιρισμός αγόρασε από τον ενάγοντα για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό με σκοπό την μεταπώληση τις προαναφερθείσες ποσότητες μήλων, έναντι συνολικού τιμήματος 25.366,48 ευρώ το οποίο ήταν πληρωτέο κατά την έκδοση της με αριθμό ...-2013 εκκαθάρισης, ήτοι την 31-12-2013. Έναντι του ανωτέρω τιμήματος ωστόσο ο εναγόμενος κατέβαλε μόνο το ποσό των 10.000 ευρώ, με την παράδοση στον ενάγοντα την 7-7-2014 της με αριθμό ... ισόποσης επιταγής της τράπεζας Eurobank, λήξεως την 25-9-2014, που είχε εκδώσει ο Π. Μ. σε διαταγή της κοινοπραξίας "ΚΟΜΕΞ" (λόγω της προαναφερόμενης μεταξύ τους συνεργασίας) και την οποία η τελευταία οπισθογράφησε στον εναγόμενο. Επομένως, ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα το συνολικό υπόλοιπο ποσό των 15.366,48 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της δήλης ημέρας πληρωμής του έως την πλήρη εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο πόρισμα, με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), απορρίπτοντας τον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, που πρότεινε ο εναγόμενος, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και συνεπώς και οι σχετικοί περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος λόγοι της έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι". Με τις παραπάνω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι καταρτίσθηκε σύμβαση πωλήσεως (άρθρο 513 ΑΚ) μεταξύ του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού, ως αγοραστή και του αναιρεσιβλήτου ως πωλητή. Όμως, από τα παρακάτω στοιχεία προκύπτει ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα υπήγαγε τη διαφορά στις διατάξεις περί πωλήσεως καθόσον: α) Ο αναιρεσίβλητος εγγράφηκε ως μέλος του συνεταιρισμού, δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2013 απόφασής του και διαγράφηκε με την υπ' αριθ. ...-2015 απόφαση αυτού. Με την ιδιότητα του μέλους, το έτος 2013 παρέδωσε την παραγωγή των μήλων του στο συνεταιρισμό, προκειμένου ο αναιρεσείων να μεσολαβήσει για την περαιτέρω πώλησή τους. Η σχέση που συνδέει τους αγροτικούς συνεταιρισμούς με τους παραγωγούς - αγρότες, μέλη τους, οι οποίοι τους παραδίδουν τα προϊόντα, που παράγουν προς το σκοπό της περαιτέρω διάθεσης (πώλησής) τους στις αγορές, ταυτίζεται ως προς τα ουσιαστικά στοιχεία της,με τη σχέση της παραγγελίας επί της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 90 επ. Εμπ.Ν. και συμπληρωματικά οι περί εντολής διατάξεις του ΑΚ (713 επ.) [ΑΠ 1382/2022, ΑΠ 1865/2009]. β)Ο συνεταιρισμός δεν συμβλήθηκε ως αγοραστής με τον αναιρεσίβλητο και μεταξύ τους δεν καταρτίσθηκε σύμβαση αγοραπωλησίας. γ) Η μεταξύ των διαδίκων σχέση δεν ήταν σχέση αγοραστή-πωλητή, αλλά συνεταιριστική σχέση (σχέση παραγγελίας-εντολής) μεταξύ αγροτικού συνεταιρισμού και παραγωγού-μέλους του συνεταιρισμού, από την οποία απέρρεε η υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου να παραδίδει την παραγωγή του στο συνεταιρισμό, ώστε η περαιτέρω διακίνηση να γίνεται από αυτόν, χωρίς όμως, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ο τελευταίος να καθίσταται αγοραστής των προϊόντων του μέλους του. δ) Στην υπ' αριθ. ...-2013 εκκαθάριση που εξέδωσε ο αναιρεσείων συνεταιρισμός για τον αντίδικό του περιλαμβάνονται μεταξύ των κρατήσεων: 1) η ένδειξη "ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ ΣΥΝ/ΣΜΟΥ", το ποσό δε, της προμήθειας αυτής ανήλθε σε 259,33 ευρώ ήτοι σε ποσοστό 1% επί της αξίας (25.932,69 ευρώ), της παραδοθείσας παραγωγής από τον αναιρεσίβλητο-μέλος του συνεταιρισμού. Εάν επρόκειτο για σύμβαση πωλήσεως, δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε παρακράτηση προμήθειας, καθώς, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, ο αγοραστής που αγοράζει στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό, δεν παρακρατεί κάποια προμήθεια, αλλά αποκτά την κυριότητα του πράγματος που αγοράζει και 2) η ένδειξη "ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟ ΤΑΜΕΙΟ", ποσού 273,17 ευρώ, αφορά ποσό που παρακρατεί ο συνεταιρισμός μόνο από τα μέλη του για να χρηματοδοτούνται οι επιχειρησιακές δράσεις του. ε) Ο συνεταιρισμός επεδίωξε και πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του αγοραστή των αγροτικών προϊόντων, Π. Μ., επειδή κατά πλάσμα δικαίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ΝΔ 3424/1955, πέραν του μέλους του συνεταιρισμού και ο συνεταιρισμός θεωρείται ως πωλητής των προϊόντων του μέλους του. Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά της ένδικης περίπτωσης στον κανόνα δικαίου του άρθρου 513 ΑΚ, χαρακτηρίζοντας τη μεταξύ των διαδίκων έννομη σχέση, ως πώληση, ενώ, αν ορθά είχε εφαρμόσει το νόμο και δη τη διάταξη του άρθρου 3 του ΝΔ 3424/1955, θα έπρεπε να χαρακτηρίσει τη σχέση ανάμεσα στον αναιρεσείοντα συνεταιρισμό και το μέλος του - αναιρεσίβλητο, ως συνεταιριστική - σχέση παραγγελίας, εφαρμοζομένων συμπληρωματικά και των διατάξεων περί εντολής, με συνέπεια στη μεταξύ τους συναλλαγή, που συντελέσθηκε με το σκοπό της περαιτέρω διάθεσης της παραγωγής του αναιρεσιβλήτου, ο συνεταιρισμός να μην έχει την ιδιότητα του αγοραστή. Με βάση αυτή τη σχέση των διαδίκων, ο μεν αναιρεσίβλητος, ως μέλος του συνεταιρισμού παρέδωσε στον τελευταίο τα αγροτικά του προϊόντα και αυτά με τη μεσολάβηση του αναιρεσείοντος πωλήθηκαν στον αγοραστή Π. Μ.
Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του -έκρινε νόμιμη και στη συνέχεια και ουσία βάσιμη την αγωγή, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως- παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513 ΑΚ και 3 του Ν.Δ. 3424/1955. Επομένως, είναι βάσιμος ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ ΑΠ 42/2005, Ολ ΑΠ 25/2001, ΑΠ 895/2019, ΑΠ 352/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον ο Άρειος Πάγος κρίνει δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής ότι η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου είναι μη νόμιμη, δεν υπάρχει στάδιο "περαιτέρω εκδικάσεως" της υποθέσεως. Επομένως, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση, παρέλκει η παραπομπή της υπόθεσης και για λόγους οικονομίας της δίκης, επιβάλλεται να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, να γίνει δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η υπ' αριθ. 60/2019 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε κρίνει νόμιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και να απορριφθεί αυτή. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων της εφέσεως και της αναιρέσεως στον εκκαλούντα-αναιρεσείοντα λόγω της νίκης του (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας κατά τα σχετικά αιτήματά του, συμψηφιζομένων κατά τα λοιπά μεταξύ των διαδίκων των δικαστικών εξόδων, λόγω εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης (άρθρα 176, 179 εδ. β', 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 196/ΤΜ/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, δικάσαντος ως Εφετείου.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται κατ' ουσίαν την με αριθμό κατάθεσης 18/6-3-2020 έφεση του αναιρεσείοντος.
Εξαφανίζει την υπ' αριθ. 60/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Βέροιας.
Απορρίπτει την από 27-12-2018 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Διατάσσει την επιστροφή στον εκκαλούντα-αναιρεσείοντα των παραβόλων, που κατέθεσε, για την άσκηση της εφέσεως και της αναιρέσεως.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος όλων των βαθμών δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης