1653/2024 · 1653/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI generatedΑπόφαση 1653 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1653/2024 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο ...
Headnote / Official Regeste
AI generatedFull Text of the Judgment · 1653/2024
Απόφαση 1653 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1653/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμμα...ς Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Σ. του Ι., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Σταματόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2012 αγωγή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Eurobank Properties Ανώνυμη Εταιρεία Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία" και την από 10-7-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2291/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 938/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-3-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 938/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 2291/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να της καταβάλει το ποσό των 110'.290,94 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρο 216§1 ΚΠολΔ ορισμένη, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας που προκλήθηκε. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου. Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου. Εξ άλλου πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία (ΑΠ 1054/2022,ΑΠ 512/2016, ΑΠ 1361/2013). Επομένως, και ο υποθηκοφύλακας, ο οποίος ενεργώντας υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζήτησε και έλαβε για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στα τηρούμενα από αυτόν οικεία βιβλία αμοιβή μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη στο νόμο, διαπράττει αδικοπραξία και υποχρεούται να αποζημιώσει με το επιπλέον ποσό που έλαβε για αμοιβή του εκείνον που το κατέβαλε (ΑΠ 104/2022, ΑΠ 436/2015, ΑΠ 1666/2014, ΑΠ 410/1988). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1054/2022, ΑΠ 536/2011). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Ότι εξέδωσε κοινό ομολογιακό δάνειο και προς εξασφάλιση των ομολογιούχων δανειστών της συναίνεσε στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί ακινήτου της. Ότι ζήτησε από την εναγομένη υποθηκοφύλακα την εγγραφή της προσημειώσεως στα οικεία βιβλία υποθηκών που τηρούσε, εκείνη όμως αυθαίρετα αξίωσε για τέλη εγγραφής το ποσό των 110.403 ευρώ, αντί του ποσού των 100 ευρώ που προβλέπεται από το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν 3156/2003. Ότι παρά τις αντιρρήσεις της, υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εναγομένη το αιτηθέν ποσό, παρότι δεν ήταν υπόχρεη εκ του νόμου, λόγω της άμεσης ανάγκης για συμμόρφωσή της προς τους όρους του ομολογιακού δανείου. Ότι εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, υπέστη ζημία, ανερχόμενη στο ως άνω ποσό των 110290,94 ευρώ". Η αγωγή υπό το ως άνω ιστορικό της περιεχόμενο είναι πλήρης και ορισμένη, καθόσον περιέχει τα αναγκαία για την νομική θεμελίωσή της στοιχεία, που συγκροτούν την εκ της αδικοπραξίας βάση της. Τούτο δε διότι παρατίθεται η παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης υποθηκοφύλακα, συνισταμένη στο ότι ζήτησε και έλαβε από την ενάγουσα για την εγγραφή της προσημειώσεως υποθήκης αμοιβή μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη στο νόμο, η υπαιτιότητά της, η πρόκληση ζημίας στην ενάγουσα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς της και της επελθούσης ζημίας. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του Ν 3156/2003 "ομολογιακό είναι το δάνειο που εκδίδεται από ανώνυμη εταιρία που εδρεύει στην Ελλάδα (εκδότρια) και διαιρείται σε ομολογίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν δικαιώματα των ομολογιούχων έναντι της εκδότριας κατά τους όρους του δανείου". Επίσης, στα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του κεφαλαίου Β του ίδιου Νόμου που φέρει τον τίτλο "ΚΑTHΓΟΡIΕΣ OΜΟΛΟΓΙAΚΩN ΔΑΝΕΙΩΝ", προβλέπονται, αντίστοιχα, το κοινό ομολογιακό δάνειο, το ομολογιακό δάνειο με ανταλλάξιμες ομολογίες, το ομολογιακό δάνειο με μετατρέψιμες ομολογίες και το ομολογιακό δάνειο με δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη, ενώ τα άρθρα 10 και 11, αναφέρονται στις ειδικές συμβάσεις και στις εταιρείες ειδικού σκοπού και αφορούν σε μεταβιβάσεις απαιτήσεων ή ακινήτων μεταξύ συμβαλλομένων αφ' ενός εμπόρων ή του Ελληνικού Δημοσίου ή νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή ανωνύμων εταιρειών εισηγμένων στο Χ.Α.Α, ως μεταβιβαζόντων και αφ' ετέρου εταιρειών ειδικού σκοπού, που συστήνονται αποκλειστικώς για την αγορά και μόνο των απαιτήσεων και την εν συνεχεία περιορισμένη τιτλοποίηση και διάθεση των τίτλων (ομολογιών) με ιδιωτική τοποθέτηση. Ωσαύτως, κατά τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του ιδίου ως άνω νόμου: "1. Η έκδοση ομολογιακού δανείου του νόμου αυτού, η παροχή κάθε είδους ασφαλειών, όλες οι συμβάσεις που προβλέπονται στο νόμο αυτό, καθώς και κάθε σχετική ή παρεπόμενη σύμβαση ή πράξη και η καταχώριση αυτών σε δημόσια βιβλία όπου απαιτείται, οι προσωρινοί και οριστικοί τίτλοι ομολογιών, η διάθεση και κυκλοφορία αυτών, η εξόφληση του κεφαλαίου από ομολογίες και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν και εν γένει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από ομολογίες που εκδίδονται σύμφωνα με το νόμο αυτόν και από επιχειρηματικές απαιτήσεις που τις καλύπτουν, η μεταβίβαση ομολογιών εντός ή εκτός οργανωμένης αγοράς ή χρηματιστηρίου απαλλάσσονται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο, περιλαμβανομένου και του φόρου υπεραξίας, τέλος, ανταποδοτικό ή μη, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά, εισφορά του ν.128/1975, προμήθεια, δικαίωμα ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών. 2. Για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο, μητρώο ή κτηματολόγιο και για την καταχώριση των συμβάσεων των άρθρων 10 και 11 καταβάλλονται μόνο πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων εκατό (100) ευρώ, αποκλεισμένης οποιοσδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους". Επίσης, κατά το άρθρο 1 του Ν 325/1976 οι άμισθοι υποθηκοφύλακες εισπράττουν από τους αιτούντες την εγγραφή στα τηρούμενα από αυτούς βιβλία, ανεξαρτήτως των νομίμων τελών, δικαιώματα πάγια και αναλογικά κατά τις διακρίσεις, που διαλαμβάνονται στα επόμενα άρθρα του νόμου αυτού. Τα δικαιώματα, τα οποία ο άμισθος υποθηκοφύλακας δικαιούται με βάση τις διατάξεις του ως άνω νόμου δεν είναι δικαιώματα υπέρ τρίτου, αλλά ίδια αυτού δικαιώματα, τα οποία αποτελούν τις αποδοχές του, όπως ακριβώς και τα δικαιώματα των συμβολαιογράφων αποτελούν τις αποδοχές τους. Εκ των ανωτέρω συνάγεται, ότι στην ατέλεια του άρθρου 14 του Ν 3156/2003 υπόκειται και η εγγραφή υποθήκης, που ασφαλίζει απαίτηση από ομολογιακό δάνειο. Ενόψει δε του ότι ο περιορισμός του άρθρου 14 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου δεν αφορά μόνο στα εισπραττόμενα από τον υποθηκοφύλακα δικαιώματα υπέρ τρίτων (Δημόσιο, ΤΑΧΔΙΚ), αλλά και τα δικά του δικαιώματα, δηλαδή την αμοιβή του, η εγγραφή υποθήκης, εφ' όσον, κατά τα ανωτέρω, ασφαλίζει απαιτήσεις που απορρέουν από ομολογιακό δάνειο του ν.3156/2003, οποιασδήποτε προβλεπόμενης σ' αυτόν μορφής, μεταξύ των οποίων και το κοινό ομολογιακό δάνειο, υπόκειται μόνο σε πάγια δικαιώματα υποθηκοφυλάκων (εμμίσθων ή αμίσθων) ποσού 100 ευρώ και όχι στα προβλεπόμενα από το ν.325/1976 αναλογικά δικαιώματα, ανερχόμενα σε ποσοστό τρία τοις χιλίοις επί του κεφαλαίου του ομολογιακού δανείου (ΑΠ 1054/2022, ΑΠ 1430/2017, ΑΠ 512/2016, ΑΠ 1206/2015, ΑΠ 2252/2013). Στον περιορισμό της αμοιβής του υποθηκοφύλακα για την καταχώρηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων υπόκειται, εφόσον ασφαλίζει απαίτηση από κοινό ομολογιακό δάνειο, και η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, η οποία αποτελεί υποθήκη υπό την αναβλητική αίρεση, της τελεσιδίκου επιδικάσεως της απαιτήσεως και της τροπής σε υποθήκη, με αναδρομικά αποτελέσματα από την ημέρα της εγγραφής της προσημειώσεως (ΑΠ 809/2019, ΑΠ 1430/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1344 του ΑΚ, "ο φύλακας υποθηκών ευθύνεται σε αποζημίωση όποιου ζημιώθηκε για κάθε πράξη ή παράλειψη σχετική με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που του επιβάλλονται". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι ο υποθηκοφύλακας, αν για την εγγραφή πράξεως στα τηρούμενα από αυτόν βιβλία ζήτησε και έλαβε αμοιβή μεγαλύτερη από αυτή που προβλέπει ο νόμος, έχει υποχρέωση, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να αποζημιώσει εκείνον που κατέβαλε αμοιβή μεγαλύτερη από τη νόμιμη. Αποζημίωση δε μπορεί να ζητηθεί, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, προς αποκατάσταση κάθε ζημίας (θετικής ή αποθετικής) που έχει προκληθεί από ενέργεια (πράξη ή παράλειψη), οφειλομένη σε συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, δηλαδή συμπεριφορά που όχι μόνον είναι αντίθετη προς το νόμο, αλλά οφείλεται σε πταίσμα, δόλο ή αμέλεια. Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Με την έννοια αυτή, η υπαιτιότητα, ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης, διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει και την ύπαρξη υπαιτιότητος υπό την μορφή της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, του ιδίου κύκλου δραστηριότητας, ανεξαρτήτως του αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 1054/2022, ΑΠ 809/2019, ΑΠ 1430/2017, ΑΠ 512/2016).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1ΚΠολΔ) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΑΠ 1054/2022, ΑΠ 1402/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη εταιρεία "GRIVALIA Properties Ανώνυμη Εταιρεία Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία", στη δικονομική θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει η εφεσίβλητη (αναιρεσίβλητη) τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα EUROBANK Ανώνυμη Εταιρεία", υπό την προγενέστερη επωνυμία της "Eurobank Properties Ανώνυμη Εταιρεία Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία", αποφάσισε, στο πλαίσιο της εμπορικής της δραστηριότητας, που συνίστατο την με κύριο σκοπό κτήση, πώληση και εκμετάλλευση εμπορικών ακινήτων, κατόπιν της από 12.12.2011 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της, την έκδοση κοινού ομολογιακού δανείου υπαγόμενο στις διατάξεις του ν. 3156/2003, ποσού 23.000.000 ευρώ, διαιρούμενου σε 23.000.000 ομολογίες του 1 ευρώ εκάστη, εμπραγμάτως εξασφαλισμένου, υπό τους ειδικότερους όρους που διαλαμβάνονται στο από 13.12.2011 πρόγραμμα έκδοσης κοινού ομολογιακού δανείου ποσού έως 23.000.000 ευρώ και σύμβασης κάλυψης μεταξύ:
α) την ως άνω εφεσίβλητης, ως εκδότριας του Ομολογιακού δανείου, β) των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Α." και (ii) EMPORIKI BANK CYPRUS Ltd" ως αρχικών ομολογιούχων δανειστών και (iii) της ανωτέρω τραπεζικής ανώνυμης εταιρείας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ως εκπροσώπου των ομολογιούχων δανειστών, διοργανωτή και διαχειριστή των πληρωμών, σύμφωνα με την οικεία σύμβαση κάλυψης, το οποίο έπρεπε να εξοφληθεί σε σαράντα ισόποσες δόσεις. Σύμφωνα, δε, με τους όρους του ομολογιακού δανείου (όρος 9 με τίτλο "Εξασφαλίσεις" της από 13.12.2011 σύμβασης κάλυψης) ως αναγκαία προϋπόθεση για την εκταμίευσή του προβλέφθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υπέρ της ως άνω τραπεζικής εταιρείας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για το ποσό των 29.000.000 ευρώ, επί των εξής ακινήτων κυριότητας της εφεσίβλητης: α) επί ενός οικοπέδου, με το ανεγερθέν εντός αυτού πολυώροφο επαγγελματικό κτίριο, που βρίσκεται στην περιφέρεια του πρώην Δήμου Ταύρου, στη θέση "..." ή "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του εν λόγω Δήμου, νυν της Δ.Ε. Ταύρου του Δήμου Μοσχάτου - Ταύρου, στο υπ' αριθμ. ... ΟΤ, επί των οδών ... (επί της οποίας φέρει τον αριθμό ...) και ... και β) κτιρίου αποτελούμενο από οκτώ οριζόντιες ιδιοκτησίες, που βρίσκεται στο Δήμο Αθηναίων, επί των οδών ... Ούτως, προς εκτέλεση της ανωτέρω όρου του από 13.12.2011 προγράμματος/σύμβασης έκδοσης κοινού ομολογιακού δανείου, με τη συναίνεση της εφεσίβλητης, εκδόθηκε η υπό αριθμ. 38576Σ/14.12.2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία διατάχθηκε η εν λόγω εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ποσού 29.000.000 ευρώ, σε βάρος των ανωτέρω ακινήτων και υπέρ της ως άνω τράπεζας. Κατόπιν έκδοσης αυτής, η εφεσίβλητη, δια των εκπροσώπων της, την υπέβαλε στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών μαζί με την οικεία περίληψη προς εγγραφή της, οπότε ενεγράφη νόμιμα αφού κατεβλήθη το προβλεπόμενο κατ' άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 3156/2003 πάγιο τέλος των 100 ευρώ. Παράλληλα, ο νομικός σύμβουλος της εφεσίβλητης Χαράλαμπος Αναστασέλης επικοινώνησε στις 14.12.2011 τηλεφωνικά με την αρμόδια υπάλληλο του Υποθηκοφυλακείου Καλλιθέας, η οποία τον ενημέρωσε ότι η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα), υποθηκοφύλακας Καλλιθέας, για την εγγραφή της ένδικης προσημείωσης υποθήκης ζητούσε επιπλέον 3% που αντιστοιχούσε στην αμοιβή της, ήτοι σε μέρος αναλογικών τελών (το υπόλοιπο μέρος αφορούσε στα δικαιώματα των Δημοσίου, ΤΑΧΔΙΚ και ΟΚΧΕ και ανερχόταν σε επιπλέον 4,5%, το οποίο δεν ζητούσε η εκκαλούσα για την εγγραφή προσημείωσης προς εξασφάλιση ομολογιακού δανείου) πλέον 23% ΦΠΑ, που προβλεπόταν (μαζί με λοιπό ποσοστό εκ 4,5% περίπου για δικαιώματα τρίτων) για την εγγραφή κοινού (όχι ομολογιακού) δανείου, ήτοι, σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθούσε η εκκαλούσα, η εφεσίβλητη θα έπρεπε, προκειμένου να εγγραφεί η προσημείωση υποθήκης στα οικεία βιβλία υποθηκών, να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 110.403 ευρώ. Μετά ταύτα, η εφεσίβλητη η οποία επειγόταν εξαιρετικά για την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας της καταχώρησης στα βιβλία υποθηκών που ήταν προαπαιτούμενη για την εγγραφή της προσημείωσης καθόσον, αφενός, σύμφωνα με το από 13.12.2011 πρόγραμμα έκδοσης του ομολογιακού δανείου, έπρεπε να λάβει χώρα εκταμίευση αυτού (ομολογιακού δανείου) έως τις 26.12.2011, οπότε έληγε η σχετική έγκριση από την Επιτροπή Πιστοδοτήσεων των Ομολογιούχων Δανειστών, άλλως θα επιβαρυνόταν επιπλέον με ποσοστό 2% επί του ομολογιακού δανείου (ήτοι 460.000 ευρώ) ως προμήθεια δέσμευσης κάλυψης των ομολογιούχων δανειστών, αφετέρου, έπρεπε να αποπληρωθεί μέχρι τις 31.12.2011 ληξιπρόθεσμο ποσό του ομολογιακού δανείου ύψους 19.955.648,80 ευρώ, άλλως θα επιβαρυνόταν η εφεσίβλητη καθημερινά με ιδιαίτερα υψηλούς τόκους υπερημερίας, ο νομικός σύμβουλος της εφεσίβλητης ενημέρωσε την αρμόδια υπάλληλο του Υποθηκοφυλακείου ότι θα αναγκασθεί η εταιρεία να καταβάλει το εν λόγω ποσό των 110.403 ευρώ που ζητούσε η υποθηκοφύλακας, παρότι οφειλόταν μόνο πάγιο τέλος 100 ευρώ, με τη ρητή επιφύλαξη να αναζητήσει (η εταιρεία) δικαστικά το πέραν των 100 ευρώ ποσό ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Ακολούθησε νέα τηλεφωνική επικοινωνία με την αρμόδια υπάλληλο του Υποθηκοφυλακείου Καλλιθέας για την παραλαβή εγγράφων, η οποία, ενεργώντας κατ' εντολή της εκκαλούσας και σύμφωνα με τις οδηγίες αυτής, ενημέρωσε τον νομικό σύμβουλο της εφεσίβλητης ότι εάν δεν γίνει ανεπιφύλακτη κατάθεση της αίτησης, με ρητή αναφορά αυτής (ανεπιφύλακτης κατάθεσης) στο ίδιο το κείμενο της αίτησης, η τελευταία (εκκαλούσα) δεν θα την παραλάμβανε. Κατόπιν τούτου, οι νομικοί σύμβουλοι της εφεσίβλητης υπέβαλαν στις 15.12.2011 αίτηση προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ζητώντας να παραγγείλει στην εκκαλούσα να αποδεχθεί την εν λόγω αίτηση με επιφύλαξη δικαιωμάτων της εταιρείας να προσφύγει δικαστικά για τη διεκδίκηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, ο δε Εισαγγελέας Πρωτοδικών εξέδωσε την 54591/15.12.2011 παραγγελία προς την εφεσίβλητη "για την κατά νόμο εκτίμηση των διαλαμβανομένων σε αυτή και τις εντεύθεν επιβαλλόμενες ενέργειές της". Την ίδια ημέρα (15.12.2011) μετέβησαν στο Υποθηκοφυλακείο Καλλιθέας ο γενικός διευθυντής και ο νομικός σύμβουλος της εφεσίβλητης καθώς και οι νομικοί παραστάτες της μητρικής εταιρείας της εφεσίβλητης και της εκπροσώπου των ομολογιούχων δανειστών, προσκομίζοντας τα σχετικά δικαιολογητικά για την εγγραφή της ένδικης προσημείωσης και δη την ανωτέρω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, περίληψή της, αίτηση με σχετική επιφύλαξη αναζήτησης των αναλογικών τελών και τραπεζική επιταγή ποσού 110.403 ευρώ, που αντιστοιχούσε στα ως άνω αναλογικά τέλη που ζητούσε η εκκαλούσα. Επιπλέον, δε, προσκόμισαν οικεία νομολογία των δικαστηρίων από την οποία προέκυπτε η ερμηνεία των οικείων διατάξεων περί μη καταβολής αναλογικών τελών και την ανωτέρω παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Τα εν λόγω έγγραφα κατέθεσαν αρμοδίως στην εντεταλμένη προς παραλαβή των αιτήσεων υπάλληλο του Υποθηκοφυλακείου, η οποία, αφού επικοινώνησε με την εκκαλούσα που απουσίαζε και ενεργώντας κατ' εντολή της τελευταίας και σύμφωνα με τις οδηγίες της, δήλωσε στους ανωτέρω ότι η εκκαλούσα αρνείται να παραλάβει την αίτηση καθόσον δεν συνοδεύεται με ρητή έγγραφη δήλωση για ανεπιφύλακτη καταβολή των αιτούμενων αναλογικών τελών. Στη συνέχεια, όταν ενημερώθηκε για την ανωτέρω εισαγγελική παραγγελία, δήλωσε στους εκπροσώπους της εφεσίβλητης ότι τελικώς θα παραλάμβανε την αίτησή τους, όπως ήταν διατυπωμένης, πλην όμως την επόμενη ημέρα θα εξέδιδε απορριπτική πράξη, αρνούμενη να προβεί στην κατά νόμο εγγραφή της προσημείωσης στα οικεία βιβλία υποθηκών και θα τους επέστρεφε τα έγγραφα. Μάλιστα, η εκκαλούσα αρνείτο να διερευνήσει το θέμα περαιτέρω ως προς τη νομική ορθότητα των όσων υποστήριζε, παρότι οι νομικοί παραστάτες της εφεσίβλητης της είχαν γνωρίσει ειδικά τους λόγους για τους οποίους επείγονταν, ως παραπάνω εκτίθενται, και τους απαγόρευαν, για λόγους συνετής διαχείρισης των οικονομικών συμφερόντων της εφεσίβλητης, να προσφύγουν ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου με την εξαιρετικά χρονοβόρα διαδικασία του άρθρου 791 ΚΠολΔ, η οποία θα διαρκούσε διάστημα τουλάχιστον τριών ετών, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, και θα οδηγούσε σε πύρρειο νίκη της εφεσίβλητης με ταυτόχρονη οικονομική καταστροφή της. Κατόπιν των ανωτέρω, οι νομικοί παραστάτες της εφεσίβλητης, αφού (επικοινώνησαν τηλεφωνικά με τους νόμιμους εκπροσώπους της, συναίνεσαν στη διαγραφή της επιφύλαξής τους έτσι ώστε να γίνει δεκτή η υποβολή της αίτησης. Πλην όμως και πάλι η αρμόδια υπάλληλος του Υποθηκοφυλακείου Καλλιθέας, ενεργώντας κατόπιν εντολής της εκκαλούσας, απαίτησε να προβούν οι εκπρόσωποι της εφεσίβλητης σε δήλωση ανεπιφύλακτης καταβολής των μη νομίμως ζητούμενων αναλογικών τελών, γεγονός τελικά που αναγκάσθηκαν να αποδεχθούν οι εκπρόσωποι της εφεσίβλητης, ευρισκόμενοι πλέον σε προφανές αδιέξοδο, προκειμένου ούτως να μην υποστεί τεράστια οικονομική ζημία η εκδότρια εταιρεία. Κατόπιν τούτων, η εφεσίβλητη αναγκάστηκε να προβεί, παρά τη διαφωνία της στην καταβολή αναλογικών δικαιωμάτων, ποσού 110.403 ευρώ και η εναγομένη εξέδωσε τη με αριθμό ....2011 απόδειξη παροχής υπηρεσιών στο όνομα της εφεσίβλητης, με την αιτιολογία "Προσημείωση 29.900.000 ευρώ ποσό 89.700 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23% 20.631 ευρώ σύνολο 110390,94 ευρώ". Μετά την καταβολή των ανωτέρω αναλογικών δικαιωμάτων, η εκκαλούσα ενέγραψε την προσημείωση υποθήκης, στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Καλλιθέας. Με την ενέργειά της να αξιώσει ποσό μεγαλύτερο των 100 ευρώ για την εγγραφή της προσημειώσεως, η εκκαλούσα, παρά το νόμο, ζημίωσε την εφεσίβλητη κατά το ποσό που έλαβε καθ' υπέρβαση των πάγιων δικαιωμάτων των 100 ευρώ δηλαδή τη ζημίωσε κατά το ποσό των 110290,94 ευρώ. Η εκκαλούσα μπορούσε ευχερώς να διαπιστώσει την υπαγωγή της αιτούμενης εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης στο προστατευτικό καθεστώς της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3156/2003, την οποία γνώριζε, ως ακριβώς έπραξε και ο αρμόδιος υποθηκοφύλακας του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών. Η υπαγωγή αυτή προέκυπτε σαφώς από το κείμενο της υπ' αρίθμ. 38576Σ/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία διαλαμβάνονταν όλα τα στοιχεία του προαναφερόμενου ομολογιακού δανείου (ήτοι το είδος του δανείου, η εκδότρια και οι ομολογιούχοι δανειστές, το πόσο αυτού και οι συμφωνίες περί έκδοσης ομολογιών ως και οι ειδικότερες ουσιώδεις ρυθμίσεις του προαναφερόμενου προγράμματος κάλυψης), και το κείμενο της περίληψης για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, έτσι ώστε ουδεμία αμφιβολία να καταλείπεται περί των εφαρμοστέων κανόνων, είχε δε επισημανθεί ρητώς και επανειλημμένως στην εκκαλούσα τόσο προφορικά όσο και με το κείμενο της υποβληθείσας αιτήσεως, χωρίς να απαιτείτο να προσκομιστεί η οικεία σύμβαση ή οι εκδοθείσες ομολογίες (οι οποίες εξάλλου δεν βρίσκονταν στα χέρια της εφεσίβλητης) οποιαδήποτε άλλο έγγραφο, τα οποία ούτως ή άλλως, ουδόλως προέκυψε ότι ζήτησε η εκκαλούσα για την εγγραφή της ένδικης προσημείωσης, αφού οι όροι του ομολογιακού δανείου αναγράφονταν κατά τα βασικά στοιχεία τους στα ανωτέρω δύο κείμενα. Η εκκαλούσα διατείνεται, με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της, ότι το επίδικο δάνειο ήταν κοινό και όχι ομολογιακό. Πλην όμως το εν λόγω δάνειο ήταν ομολογιακό..., όπως είχε ήδη κρίνει και η προαναφερόμενη απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, που είχε εγκρίνει την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, χωρίς να απαιτείται προς απόδειξη του είδους αυτού ούτε η προσκομιδή ομολογιών -μάλιστα δεν απαιτείται καν να έχει συντελεστεί η έκδοση των ομολογιών και η ενσωμάτωση σε αυτές (εγχάρτωση) των απαιτήσεων των ομολογιούχων δανειστών κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για την εγγραφή της προσημείωσης - ούτε η ύπαρξη περισσότερων του ενός ομολογιούχων δανειστών, ως διατείνεται αβασίμως η εκκαλούσα, ο αριθμός των οποίων, μάλιστα, εν προκειμένω υπερέβαινε τον ένα (επρόκειτο για δύο διαφορετικά νομικά πρόσωπα ως ομολογιούχους δανειστές). Επιπρόσθετα τη συνδρομή των προϋποθέσεων του ν. 3156/2003 ελέγχει μόνο το δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε απόφαση που επέτρεπε την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης για την εξασφάλιση ομολογιακού δανείου, το οποίο κρίθηκε ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου και δεν ήταν επιτρεπτό να ελεγχθεί εκ νέου από την εκκαλούσα υποθηκοφύλακα. Η πραγματικότητα, μάλιστα, ήταν ότι η εκκαλούσα γνώριζε από την πρώτη στιγμή ότι επρόκειτο για ομολογιακό δάνειο και για τον λόγο αυτό απαίτησε να της καταβληθεί μόνο μέρος των προβλεπόμενων για το κοινό δάνειο αναλογικών τελών που αφορούσαν στην αμοιβή της για την εγγραφή κοινού (και όχι ομολογιακού) δανείου, και όχι το σύνολο αυτών, ως προβλέπονται για τα κοινά δάνεια από τις διατάξεις των ν. 325/1976 και 2145/1993, ήτοι δεν ζήτησε το επιπλέον ποσοστό του 4,5% περίπου που αφορούσε σε δικαιώματα του Ελληνικού δημοσίου, του ΤΑΧΔΙΚ και του ΟΚΧΕ εκ τούτου αποδεικνύεται εναργώς ότι ουδεμία αμφιβολία υφίστατο ως προς το είδος του δανείου καθόσον τότε θα έπρεπε να είχε απορριφθεί από την εκκαλούσα η αίτηση της εφεσίβλητης για την εγγραφή της ένδικης προσημείωσης, αφού καταβλήθηκαν αναλογικά τέλη μόνο 3% και όχι 7.5% ως οφείλονται για κοινό δάνειο, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εκκαλούσας και του δεύτερου λόγου έφεσης ως αβάσιμων. Η παράνομη συμπεριφορά της εκκαλούσας οφείλεται τουλάχιστον σε αμέλεια της τελευταίας, αφού δεν ενήργησε με την επιμέλεια του μέσου συνετού υποθηκοφύλακα. Ειδικότερα η αμέλεια της συνίσταται στο ότι ενώ διαπίστωσε από τα προσκομιζόμενα έγγραφα την υπαγωγή του δανείου στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 3156/2003, η οποία άλλωστε της είχε επισημανθεί και εγγράφως με την αίτηση, αλλά και προφορικώς από το δικηγόρο που προσκόμισε τα σχετικά έγγραφα στην εκκαλούσα και συνακόλουθα γνώριζε ότι αυτή δεν είχε δικαίωμα να εισπράξει αναλογικά δικαιώματα, κατά το άρθρο 5 του ν. 325/1976, αλλά μόνον πάγια, ύψους 100 ευρώ, ζήτησε την είσπραξη αναλογικών δικαιωμάτων. Είναι βέβαια γεγονός ότι κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως είχαν εκδοθεί αποφάσεις πρωτοβαθμίων δικαστηρίων που υποστήριξαν ότι η διάταξη του άρθρου 14 Ν 3156/2003 είναι αντισυνταγματική ή ότι σε αυτήν υπάγονται μόνο οι συμβάσεις τιτλοποιήσεως και όχι το σύνολο των ομολογιακών δανείων και ιδίως αυτών που είχαν μόνον έναν ομολογιούχο δανειστή. Ωστόσο επρόκειτο για αποφάσεις Μονομελών Πρωτοδικείων ή Ειρηνοδικείων (όπως οι Μον Πρωτ. Σπαρ. 100/2007, Μον. Πρωτ. Θεσ 28590/2009, Μον. Πρωτ. Κιλκ 431/2008, Ειρ. Δομοκού 2/2009, καθώς επίσης και η γνωμοδότηση ΝΣΚ 514/2006), ενώ κρατούσα άποψη και ιδίως στα δευτεροβάθμιο δικαστήρια ήταν η αντίθετη, ότι η διάταξη αυτή είναι συνταγματική, εμπίπτουν οι αυτήν όλα τα είδη ομολογιακού δανείου και εισπράττονται μόνον πάγια δικαιώματα (βλ. ΕφΑθ 6959/2008, ΕφΠατρ 799/2008. Εφ Κρητ 194 και 195/2009, Μον Πρωτ Θεσ 322/2007, Μον. Πρωτ. Ρεθ 37/2006, Γνωμ. Εισ. Πρωτ. Κιλκ. 5/2005 κ.λπ.). Η δε εκκαλούσα, η οποία ισχυρίζεται ότι ενεργούσε ως θεματοφύλακας των δικαιωμάτων του Δημοσίου και είχε γνώση των γνωμοδοτήσεων και των αποφάσεων των δικαστηρίων σχετικά με το ύψος των εισπραττόμενών δικαιωμάτων, γνώριζε και τις αντιθέτου περιεχομένου αποφάσεις, ωστόσο επέλεξε την μη κρατούσα άποψη που προέκρινε ως συμφέρουσα για την ίδια. Επιπλέον, σε βάρος της ίδιας της εκκαλούσας είχε εκδοθεί σε παρόμοια περίπτωση άρνησής της να εγγράψει προσημείωση επί ομολογιακού δανείου χωρίς την καταβολή αναλογικών τελών 3/οο (ήτοι πάλι μέρους αυτών που προβλέπονταν επί κοινού δανείου), σύμφωνα με το άρθρο 791. ΑΚ η υπ' αριθ. 3688/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που τη διέταξε να την εγγράψει χωρίς την καταβολή των παρανόμων τελών που ζητούσε. Κατ' αυτής μάλιστα άσκησε τριτανακοπή, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 4600/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου, πέραν των άλλων, διαλαμβανόταν ειδικά στην εν λόγω απόφαση ο σκοπός θέσπισης της διάταξης του άρθρου 14 του ν. 3156/2003, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση αυτού, που ήταν η θέσπιση ενός σύγχρονου, πλήρους και συμβατού πλαισίου προς αποφυγή του κινδύνου, στα πλαίσια της έντονης ανταγωνιστικής αγοράς του ευρωπαϊκού χώρου, να οδηγηθούν οι επιχειρήσεις στην αναζήτηση κεφαλαίων και επενδύσεων εκτός ελληνικού χώρου, και συνακόλουθα του περιορισμού των δικαιωμάτων των υποθηκοφυλάκων και κάθε τρίτου ως προς την είσπραξη τελών. Μάλιστα, κατά τη διαδικασία επεξεργασίας και ψηφίσεως του ν. 5156/2003 παραστάθηκε στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων η εκπρόσωπος των Αμίσθων Υποθηκοφυλάκων Ελλάδος και προς προάσπιση των δικαιωμάτων τους πρότεινε τα καταβαλλόμενα δικαιώματα να περιοριστούν από 3/1000 στο 1/10, άποψη που δεν έγινε δεκτή από το νομοθέτη, ο οποίος επέλεξε την καταβολή πάγιων δικαιωμάτων, όπως έπραξε και σε άλλες περιπτώσεις που προέκρινε τη συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος, για μείωση των καταβαλλόμενων δικαιωμάτων και εν γένει εξόδων, όπως η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 ν.δ/τος 4366/1964, που τροποποιήθηκε με το 6 ν. 2359/1995, η οποία αφορούσε συμβόλαια και προσημειώσεις υπέρ της ΕΤΒΑ.
Εξάλλου, η ίδια η εκκαλούσα κατά της προαναφερόμενης απόφασης που την υποχρέωσε να εγγράψει προσημείωση χωρίς καταβολή αναλογικών τελών, άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσας της υπ' αριθ. 6959/2008 απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν όλες οι αιτιάσεις της και η έφεση της. Κατ' αυτής δε υπέβαλε αίτηση αναιρέσεως και εκδόθηκε η από 6.5.2010 εισηγητική έκθεση, η οποία με πλήρη ανάλυση των οικείων νομικών θεμάτων εισηγείτο την απόρριψή της αναίρεσης της εκκαλούσας. Η τελευταία, μάλιστα, προς αποφυγή έκδοσης απορριπτικής απόφασης από το Ανώτατο Ακυρωτικό, ως αναμενόταν, παραιτήθηκε, μετά την ανωτέρω εισήγηση, της αίτησης αναιρέσεως που είχε υποβάλλει, προκειμένου να συνεχίσει να υποστηρίζει την εγνωσμένα εσφαλμένη νομική της θέση. Ενόψει των ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντων, προκύπτει εναργώς ότι η εκκαλούσα, γνωρίζοντας ότι η άποψη που εξέφραζε αποτελούσε μειοψηφούσα άποψη μέρους της νομολογίας των δικαστηρίων της ουσίας, έχοντας εκφραστεί στο ακυρωτικό δικαστήριο αντίθετα με όσα υποστήριζε η ίδια και η εφεσίβλητη είχε ρητώς διαφωνήσει με την είσπραξη αναλογικών δικαιωμάτων, αξίωσε και εισέπραξε το ως άνω ποσό υπαιτίως επιφέροντας περιουσιακή ζημία στην εφεσίβλητη, την οποία οφείλει να αποκαταστήσει, τα δε όσα ισχυρίζεται στον πρώτο λόγο έφεσης, ότι η νομολογία των δικαστηρίων ήταν υπέρ της εισπράξεως αναλογικών δικαιωμάτων και δεν βαρύνεται εκ του λόγου αυτού με υπαιτιότητα, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Το γεγονός δε ότι μέρος του εισπραχθέντος ποσού απέδωσε αυτή στο Δημόσιο ή το χρησιμοποίησε για μισθοδοσία των υπαλλήλων Υποθηκοφυλακείου ή για την κάλυψη των λειτουργικών του δαπανών, όπως ισχυρίζεται αυτή με τον προαναφερόμενο λόγο έφεσης, είναι αδιάφορο για την υπό κρίση υπόθεση, αφού ζητούμενο είναι η πρόκληση ζημίας και όχι η ωφέλεια που αποκόμισε προσωπικώς η ίδια από την ως άνω ενέργεια... Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι η ανωτέρω αξίωση της εφεσίβλητης είναι παραδεκτή, νόμω και ουσία βάσιμη, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και απέρριψε τις ενστάσεις της αναιρεσείουσας.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1344, 330, και 914 ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 10 και 14 ν. 3156/2013, αφού τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, ως άνω πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων τούτων, καθόσον στοιχειοθετούν αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια [υπό την μορφή της αμελείας] συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στην αναιρεσίβλητη ζημία αι θεμελιώνει εντεύθεν την ένδικη αξίωση της τελευταίας προς αποζημίωση.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι η αναιρεσείουσα, παρανόμως και από αμέλειά της, ήτοι από έλλειψη της επιμέλειας του μέσου συνετού υποθηκοφύλακος, ζημίωσε την αναιρεσίβλητη, με την απόληψη του μη δικαιούμενου επιδίκου ποσού, ήτοι αμοιβής μεγαλύτερης από αυτή που προβλέπει ο νόμος, καθόσον αρνήθηκε εντελώς αδικαιολόγητα την υπαγωγή των επίμαχων εγγραφών στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 ν. 3156/2013, ως προς τα εισπρακτέα δικαιώματα, με την επίκληση αβάσιμης υποψίας ότι στις εγγραπτέες συμβάσεις υποκρύπτεται "κοινό ομολογιακό δάνειο", που και αυτό όμως εμπίπτει στην ίδια ως άνω ρύθμιση, μολονότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, όφειλε και μπορούσε ευχερώς, ως εκ της ιδιότητάς της, να διαπιστώσει και να υπαγάγει τις επίμαχες εγγραφές στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 ν. 3156/2013, ενόψει της ρητής και σαφούς διατύπωσης αυτής αλλά και του είδους των προς καταχώριση στο ειδικό βιβλίο συμβάσεων αφού κατά τον χρόνο ενεργείας της [14-12-2011], οι εν λόγω συμβάσεις [μεταβίβασης - διαχείρισης απαιτήσεων] εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 14 του άνω νόμου και υπόκεινται μόνο σε πάγια δικαιώματα. Επομένως, τα αντίθετα, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις και υπό το πρόσχημα των ως άνω πλημμελειών, οι λόγοι αυτοί πλήττουν την κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Περαιτέρω, η αιτίαση στην οποία η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δηλαδή χωρίς ειδικότερη αιτιολογία το Εφετείο αποδίδει μεγαλύτερη βαρύτητα στη νομολογία της επίδικης περιόδου, που έκρινε μη σύννομη την εν λόγω συμπεριφορά της από εκείνη που την κρίνει σύννομη, είναι απαράδεκτη, αφού δεν αναφέρεται στις πραγματικές παραδοχές της απόφασης, αλλά στα νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου. Ακόμη, στην περίπτωση που υπονοεί έλλειψη αμέλειας εξαιτίας των επικαλούμενων αντίθετων αποφάσεων των δικαστηρίων, σαφώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ίδια η αναιρεσείουσα προσέφυγε, για άλλη υπόθεσή της με το ίδιο ζήτημα, στον Άρειο Πάγο και, μετά την αρνητική εισήγηση γι' αυτήν, δεν προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Κατά το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν 3156/2003 για κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο, μητρώο ή κτηματολόγιο και για την καταχώριση των συμβάσεων των άρθρων 10 και 11 καταβάλλονται μόνο πάγια δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων εκατό (100) ευρώ, αποκλεισμένης οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης ή τέλους. Ο περιορισμός αυτός δεν αφορά μόνο τα εισπραττόμενα από τον υποθηκοφύλακα δικαιώματα υπέρ τρίτων, αλλά και τα δικά του δικαιώματα, δηλαδή την αμοιβή του, που αντιδιαστέλλεται από τα υπέρ τρίτων δικαιώματα (ΑΠ 1358/1998), εμπίπτει δε στην ανωτέρω ατέλεια και συνεπώς δεν υπόκειται στα οριζόμενα στο Ν. 325/1976 αναλογικά δικαιώματα, αλλά σε πάγιο μόνον τέλος 100 ευρώ και η εγγραφή υποθήκης ή προσημειώσεως υποθήκης όταν με αυτές ασφαλίζονται απαιτήσεις από ομολογιακό δάνειο οποιασδήποτε κατηγορίας (ΑΠ 1054/2022, ΑΠ 2252/2013, ΑΠ 1206/2015) και όχι μόνο όταν πρόκειται για απαιτήσεις από συμβάσεις των άρθρων 10 και 11 του Ν 3156/2003. Για την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως περί υποχρεώσεως καταβολής παγίου τέλους 100 ευρώ για πάγια δικαιώματα του υποθηκοφύλακα για την εγγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή σημειώσεων αρκεί η συνομολόγηση συμβάσεως ομολογιακού δανείου, η κάλυψη του οποίου μπορεί να γίνει και από έναν ομολογιούχο και δεν απαιτείται να έχει συντελεσθεί η έκδοση των ομολογιών και η ενσωμάτωση σ' αυτές (εγχάρτωση) των απαιτήσεων των ομολογιούχων δανειστών κατά τον κρίσιμο χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την εγγραφή της προσημειώσεως (ΑΠ 1054/2022, ΑΠ 404/2016, ΑΠ 2252/2013, ΑΠ 1206/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 14 Ν 3156/2003, δεχόμενο εσφαλμένα ότι το ένδικο δάνειο είχε χαρακτήρα ομολογιακού δανείου. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό λόγο μέρος, τα εξής: <<Η εκκαλούσα διατείνεται με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, ότι το επίδικο δάνειο ήταν κοινό και όχι ομολογιακό. Πλην όμως το εν λόγω δάνειο σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην οικεία νομική σκέψη, όπως ήδη είχε κρίνει και η προαναφερομένη απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, που είχε εγκρίνει την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, χωρίς να απαιτείται προς απόδειξη του είδους αυτού ούτε η προσκομιδή των ομολογιών - μάλιστα δεν απαιτείται καν να έχει συντελεστεί η έκδοση των ομολογιών και η ενσωμάτωση σε αυτές [εγχάρτωση] των απαιτήσεων των ομολογιούχων δανειστών κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για την εγγραφή της προσημείωσης - ούτε η ύπαρξη περισσοτέρων του ενός ομολογιούχων δανειστών, ως διατείνεται αβασίμως η εκκαλούσα, ο αριθμός των οποίων, μάλιστα, εν προκειμένω υπερέβαινε τον ένα [επρόκειτο για δύο διαφορετικά νομικά πρόσωπα ως ομολογιούχους δανειστές]. Επιπρόσθετα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων του ν. 3156/2003 ελέγχει μόνο το δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε απόφαση που επέτρεπε την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για την εξασφάλιση ομολογιακού δανείου, το οποίο κρίθηκε ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου και δεν ήταν επιτρεπτό να ελεγχθεί εκ νέου από την εκκαλούσα υποθηκοφύλακα. Η πραγματικότητα, μάλιστα, ήταν ότι η εκκαλούσα γνώριζε από την πρώτη στιγμή ότι επρόκειτο για ομολογιακό δάνειο και για το λόγο αυτό απαίτησε να της καταβληθεί μόνο μέρος των προβλεπόμενων για το κοινό δάνειο αναλογικών τελών που αφορούσαν την αμοιβή της για την εγγραφή κοινού [και όχι ομολογιακού] δανείου, και όχι το σύνολο αυτών, ως προβλέπονται για τα κοινά δάνεια από τις διατάξεις των ν. 325/1976 και 2145/1993, ήτοι δεν ζήτησε το επιπλέον 4,5% περίπου που αφορούσε σε δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου, του ΤΑΧΔΙΚ και του ΟΚΧΕ. Εκ τούτου αποδεικνύεται εναργώς ότι ουδεμία αμφιβολία υφίστατο ως προς το είδος του δανείου καθόσον τότε θα έπρεπε να είχε απορριφθεί από την εκκαλούσα η αίτηση της εφεσίβλητης για την εγγραφή της ένδικης προσημείωσης, αφού καταβλήθηκαν αναλογικά τέλη μόνο 3% και όχι 7,5% ως οφείλονται για κοινό δάνειο...>>. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 14 του Ν 3156/2003, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας συντρέχουν εν προκειμένω, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του ότι επρόκειτο για κοινό ομολογιακό δάνειο, διεπόμενο από τις διατάξεις του Ν 3156/2003. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως ότι επρόκειτο περί απλού τραπεζικού και όχι ομολογιακού δανείου, αφού μοναδικός ομολογιούχος δανειστής ήταν η Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS, ενώ κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για την εγγραφή της προσημειώσεως δεν είχαν εκδοθεί ομολογίες που να ενσωματώνουν τις αντίστοιχες αξιώσεις της τελευταίας, είναι αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τη προεκτεθείσα νομική σκέψη, η μη έκδοση των ομολογιών, καθώς και η ανάληψη αυτών από ένα μόνο δανειστή δεν αναιρεί τον χαρακτήρα του δανείου ως ομολογιακού, κατά την έννοια του άρθρου 1 Ν 3156/2003.
Κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α] η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β] ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του. Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας [ολΑΠ 15/2006, ΑΠ 297/2022, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 437/2019].
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με την απόρριψη της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης στην πρόκληση, άλλως στην μη αποτροπή της ζημίας της, λόγω της επικαλούμενης μη εκ μέρους της προσφυγής στη διαδικασία των άρθρων 781, 791 ΚΠολΔ, ώστε να διαταχθεί, προσωρινά ή οριστικά αντίστοιχα, η καταβολή του πράγματι οφειλόμενου ποσού για τα εισπρακτέα δικαιώματα της αναιρεσείουσας υποθηκοφύλακος από την εγγραφή της ένδικης προσημείωσης υποθήκης: "...Η υπαιτιότητα της εκκαλούσας δεν αίρεται ούτε μειώνεται από το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν προσέφυγε στη διαδικασία του άρθρου 791 ΚΠολΔ, με την οποία θα προκαλούσε τη δικαστική διερεύνηση του θέματος και θα επιτύγχανε την μη καταβολή αναλογικών δικαιωμάτων, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον τρίτο λόγο εφέσεως, επιχειρώντας να στοιχειοθετήσει αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας, προβάλλοντας και ένσταση συντρέχοντος πταίσματος για τον ίδιο λόγο. Η επιλογή της ασκήσεως ενός από τα περισσότερα των προβλεπόμενων από το νόμο ένδικων βοηθημάτων για την επίλυση μίας διαφοράς εναπόκειται στη βούληση του πολίτη, ο οποίος, σταθμίζοντας τα έννομα συμφέροντά του, μπορεί να επιλέξει την άσκηση του ένδικου βοηθήματος που θεωρεί ως καταλληλότερο, χωρίς να μπορεί να γίνει λόγος για δικό του πταίσμα στην περίπτωση που δεν επέλεξε την άσκηση άλλου ένδικου βοηθήματος, που κάποιος άλλος μπορεί να θεωρούσε προσφορότερο στη δεδομένη περίπτωση. Πέραν των ανωτέρω, όπως προεκτέθηκε, συνέτρεχε ανάγκη άμεσης εκταμιεύσεως του ποσού του δανείου, η οποία υποχρέωσε την εφεσίβλητη να συμμορφωθεί στην απαίτηση της εκκαλούσας να καταβάλει αναλογικά δικαιώματα, αντί να προσφύγει στο δικαστήριο. Ωσαύτως, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας περί δικαιώματος της εφεσίβλητης να ζητήσει την έκδοση προσωρινής διαταγής, κατ' άρθρο 781 ΚΠολΔ, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, δοθέντος ότι ουδεμία υποχρέωση είχε προς τούτο η εφεσίβλητη [αντιθέτως υποχρέωση είχε η εκκαλούσα να εφαρμόσει ως όφειλε και μπορούσε το νόμο, αφού η προσφυγή στη δικαστική κρίση λαμβάνει χώρα μόνο σε περίπτωση μη νόμιμης ενέργειας], η οποία [εφεσίβλητη] δεν δύνατο να διακινδυνεύσει την περαιτέρω καθυστέρηση της εγγραφής του ομολογιακού δανείου με μία διαδικασία [συζήτηση και έκδοση προσωρινής διαταγής] η οποία, άλλωστε δεν ενδείκνυται λόγω της φύσης της διαφοράς και της αδυναμίας έκδοσης αυτής σε περίπτωση πλήρους ικανοποίησης του δικαιώματος...". Το Εφετείο με την κρίση του ότι η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να προσφύγει στη διαδικασία των άρθρων 781, 791 ΚΠολΔ, εναποκείμενη στη διακριτική του ευχέρεια, δεν αναιρεί την αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας και δεν θεμελιώνει, ενόψει μάλιστα και της συνδρομής κατεπείγουσας περίπτωσης, λόγω της ανάγκης για ταχεία εκταμίευση του ομολογιακού δανείου, συντρέχουσα, πολύ δε περισσότερο αποκλειστική υπαιτιότητα της ιδίας, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 330, 300 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 781, 791 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους [βλ. σχετ. ΑΠ 512/2016, ΑΠ 2252/2013]. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω παράβασης, με την συγκεκριμένη παραδοχή του Εφετείου, των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική πρέπει, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, μέχρι την άσκηση αυτού ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν δικαιολογούν επαρκώς, αλλά καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας [ΑΠ 1065/2021].
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε αν και συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της. Όμως όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, λόγω της επικαλούμενης μη εκ μέρους της προσφυγής στη διαδικασία των άρθρων 781, 791 ΚΠολΔ, ώστε να διαταχθεί, προσωρινά ή οριστικά αντίστοιχα, η καταβολή του πράγματι οφειλόμενου ποσού για τα εισπρακτέα δικαιώματα της αναιρεσείουσας υποθηκοφύλακος από την ένδικη εγγραφή προσημείωσης υποθήκης: "... Ωσαύτως, μη νόμιμοι και, συνεπώς, απορριπτέοι τυγχάνουν για όλους τους ανωτέρω λόγους και οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας με τον οικείο τρίτο λόγο της έφεσής της περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους της εφεσίβλητης λόγω της μη προσφυγής της στη διαδικασία των άρθρων 781 και 791 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι ουδεμία υποχρέωση είχε η εφεσίβλητη να προσφύγει στην ανωτέρω διαδικασία, ούτε αυτή καθιστά την απαίτησή της για τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματός της καταχρηστική κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα...". Το Εφετείο, με την κρίση του ότι η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να προσφύγει στη διαδικασία των άρθρων 781, 791 ΚΠολΔ, εναποκείμενη στη διακριτική της ευχέρεια, δεν καθιστά καταχρηστική τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, αφού δεν είχε υποχρέωση να προβεί στην προσφυγή αυτή, ενόψει και της επείγουσας περίπτωσης εγγραφής της προσημείωσης, δεν παραβίασε ευθέως με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 781, 791 ΚΠολΔ, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-3-2022 αίτηση της Ν. Σ. - Δ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 938/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ