Legislator Case Law & Legislation
1653/2017 AI generated

1653/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1653/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1653 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1653/2017

Legislator headnote

AI generated

1653/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1653 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1653/2017

Keywords

AI generated
dangerous tailgating speed limit violation road traffic violation traffic safety concerns failure to maintain distance severity of traffic violation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1653 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1653/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Χ. του Λ., 2) Π. Χ. του Γ., 3) Σ. Μ. του Σ. και 4) Γ. - Μ. Μ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Σκεύα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 2) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." ("πρώην ..."), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαρούδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9273/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 635/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-1-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ. αριθμ. .../29.8.2016 και .../29.8.2016 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Κ. Κ. προκύπτει ότι μετά από γραπτή παραγγελία του επισπεύδοντος τη συζήτηση Σ. Σ., δικαστικού πληρεξουσίου των αναιρεσειόντων, αντίγραφο της από 11.1.2016 αίτησης για αναίρεση της 635/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με πράξη κατάθεσης του Αρμόδιου Γραμματέα του οικείου Εφετείου Θεσσαλονίκης με αριθμό …/17.5.2016, και πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση να παραστεί σ' αυτή επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως εφόσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από Πληρεξούσιο Δικηγόρο, πρέπει να εξετασθεί η βασιμότητα της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ).

Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το Δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ. ΑΠ 9/2015).

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την υπαιτιότητα της θανούσας πεζής και του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με βάση, μετά ταύτα, την προπαρατεθείσα διαδρομή των γεγονότων και των εκ των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων προκυπτόντων το Δικαστήριο κρίνει ότι το ένδικο συμβάν οφείλεται προεχόντως, και δη κατά ποσοστό 70%, σε αμελή συμπεριφορά της παθούσης πεζής, η οποία, παραβιάζοντας τη συναφή διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4β' του ΚΟΚ, εισήλθε στο οδόστρωμα της άνω οδού και επεχείρησε να τη διασχίσει, μολονότι ο επί της διαβάσεως που χρησιμοποίησε φωτεινός σηματοδότης απαγόρευε την κίνησή της αυτή αλλά και, σε κάθε περίπτωση, χωρίς, όπως όφειλε και μπορούσε, εν όψει των ευνοϊκών προς τούτο συνθηκών (καλοκαιρία, ανεμπόδιστη ορατότητα) να ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των διερχομένων οχημάτων και χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να ολοκληρώσει εκ του ασφαλούς την κίνησή της αυτή. Συνυπαίτιος όμως της επελεύσεως του ενδίκου συμβάντος, και δη κατά ποσοστό 30%, τυγχάνει, εν όψει των περιστάσεων, και ο εναγόμενος οδηγός, ο οποίος δεν είχε, όπως όφειλε από τους κανόνες της συνετούς και επιμελούς οδηγήσεως αλλά και τις συναφείς διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 26 παρ. 1 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999), την προσοχή του απόλυτα συγκεντρωμένη στην οδήγηση, ώστε να έχει την πλήρη εποπτεία του κατά την κίνηση του χώρου και να είναι, μετά ταύτα, σε θέση ν' αντιδράσει εγκαίρως ενώπιον οιασδήποτε επικινδύνου καταστάσεως, με συνέπεια ν' αντιληφθεί καθυστερημένα την πεζή και να μη δυνηθεί να ενεργήσει προς αποφυγή της επ' αυτής προσπτώσεως του οχήματός του με έγκαιρη τροχοπέδηση ή ελιγμό, αποφευκτικές ενέργειες τις οποίες, και με δεδομένο ότι η ταχύτητα, με την οποία έβαινε, δεν προέκυψε υπέρτερα της εκεί επιτρεπομένης, συμπέρασμα συναγόμενο και εκ της πλήρους ακινητοποιήσεως της μοτοσικλέτας του σε ελάχιστη απόσταση από του σημείου του συμβάντος, εκ του ασφαλούς θα μπορούσε να ενεργήσει αν είχε, όπως όφειλε, απόλυτα συγκεντρωμένη την προσοχή του στην οδήγηση. Πλέον ειδικότερα, με βάση την, ως άνω, εκ της συνεκτιμήσεως των εν προκειμένω αποδεικτικών στοιχείων προκύπτουσα, διαδρομή των κρισίμων γεγονότων, το ένδικο συμβάν έλαβε χώρα σε σημείο της εσωτερικής λωρίδος του προς την έξοδο της πόλεως ρεύματος κυκλοφορίας της άνω οδού, επί της οποίας, άλλωστε, εκινείτο, κατά τα προαναφερόμενα, και ο εναγόμενος οδηγός, πράγμα που σημαίνει ότι η πεζή είχε, μέχρι του σημείου εκείνου, διασχίσει την εξωτερική λωρίδα κυκλοφορίας της ιδίας οδού, γεγονός που, μετά ταύτα, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, αν ο εναγόμενος οδηγός τηρούσε την προαναφερθείσα επιμελή συμπεριφορά, θα ήταν σε θέση, δεδομένων και των ευνοϊκών προς τούτο συνθηκών (καλοκαιρία και ανεμπόδιστη ορατότητα), ν' αντιληφθεί εγκαίρως την κίνησή της αυτή και να ενεργήσει αποφευκτικά κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, ώστε ν' αποφευχθεί η επί της πεζής πρόσπτωση της μοτοσικλέτας του ή τουλάχιστον να μετριασθούν τα εκ ταύτης αποτελέσματα...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες στο ζήτημα της υπαιτιότητας της θανούσας συγγενούς των αναιρεσειόντων, που αφ' ενός ασκεί ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης και ειδικότερα στον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, που επιδικάσθηκε στους αναιρεσείοντες, αφού η υπαιτιότητα της θανούσας λαμβάνεται από το Δικαστήριο υπόψη ως προσδιοριστικός παράγων και καθιστούν, έτσι, εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία του θύματος στο οδόστρωμα, το τμήμα της οδού που είχε διανύσει και το σημείο, που έγινε η πρόσκρουση της μοτοσικλέτας στο σώμα του θύματος, η λειτουργία του φωτεινού σηματοδότη της εν λόγω διάβασης, ο οποίος κατά τον χρόνο του ατυχήματος είχε την ένδειξη ερυθρού χρώματος για τους πεζούς και αναφέρονται με σαφήνεια τα στοιχεία, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα για το ζήτημα της υπαιτιότητας της θανούσας. Επομένως, ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω με το πρώτο τμήμα του δεύτερου από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα", που προτάθηκε και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των εναγόντων - ήδη αναιρεσειόντων, που είχαν προτείνει ενώπιον του Εφετείου με τους δεύτερο και τρίτο λόγους έφεσης ότι η κυκλοφορία των οχημάτων επί της οδού Δενδροποτάμου κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν πυκνή. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αλλά επιχείρημα των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων και τείνει προς επίρρωση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού αυτών ως προς την ένδειξη του σηματοδότη της εν λόγω διάβασης κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Επομένως ο λόγος αυτός ως προς το τμήμα αυτό πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος ως προς την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε απολύτως εσφαλμένα ότι η πεζή-θανούσα είχε ξεκινήσει να διασχίζει κάθετα την οδό Δενδροποτάμου από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της ζημιογόνου δίκυκλης μοτοσικλέτας εντός της διάβασης, χωρίς όμως να έχει πράσινη ένδειξη ο σηματοδότης για τους πεζούς και χωρίς να έχει αντιληφθεί την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, υπολογίζοντας εσφαλμένα ότι θα προλάβει να ολοκληρώσει την κίνησή της χωρίς να παρεμβληθεί στην πορεία κάποιου οχήματος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με την κατ' επίφαση πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με τον τρίτο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον επικουρικά προβληθέντα πέμπτο λόγο έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α' ΚΟΚ ο οδηγός και εν προκειμένω ο πρώτος αναιρεσίβλητος και αν ακόμη ο φωτεινός σηματοδότης δείχνει πράσινο φως, κινούμενος κατ' ευθείαν μπροστά, έπρεπε να παραχωρήσει προτεραιότητα στην πεζή, που εκινείτο ακόμη από προηγούμενη σηματοδότηση. Ο λόγος αυτός θα πρέπει ν' απορριφθεί, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για ουσιαστικό λόγο, σύμφωνα με την παραδοχή ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν είχε την προσοχή του απόλυτα συγκεντρωμένη στην οδήγηση, ώστε να έχει την πλήρη εποπτεία και να είναι σε θέση να αντιδράσει εγκαίρως ενώπιον οιασδήποτε επικινδύνου καταστάσεως με συνέπεια να αντιληφθεί καθυστερημένα την πεζή και να μη δυνηθεί να ενεργήσει προς αποφυγή της επ' αυτής προσπτώσεως του οχήματός του.

Περαιτέρω, με τις ανωτέρω κρίσεις και παραδοχές το Εφετείο καθόρισε την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων στα ποσά των 12.000,00 ευρώ για τον πρώτο αναιρεσείοντα, των 8.000,00 ευρώ για τη δεύτερη αναιρεσείουσα και των 3.000,00 ευρώ για κάθε ένα από τους λοιπούς αναιρεσείοντες, δεν υπερέβη δε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς, των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις, με ανάλογο ποσοστό συνυπαιτιότητας. Εν όψει αυτών ο τέταρτος λόγος αναίρεσης ως προς το πρώτο του τμήμα, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας και της αρχής της αναλογικότητας πρέπει ν' απορριφθεί.

Με το δεύτερο τμήμα του ως άνω τέταρτου από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης ο πρώτος αναιρεσείων Γ. Χ. πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, αναφορικά με την επιδικασθείσα σ' αυτόν χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης και συγκεκριμένα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ του επιδίκασε για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 12.000 ευρώ αντί των 10.000 ευρώ, που είχαν επιδικασθεί για την αιτία αυτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ακολούθως αντί να δεχθεί εν μέρει την από 24-2-2014 έφεση του προαναφερθέντος αναιρεσείοντος και να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος τούτο και να επιδικάσει στον πρώτο εκκαλούντα και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα το ποσό των 12.000 ευρώ, απέρριψε την έφεση αυτή. Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, αναφορικά με το ποσό της επιδικασθείσας από το Εφετείο χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, διότι ενώ του επιδικάζει για την εν λόγω αιτία το ποσό των 12.000 ευρώ αντί του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού των 10.000 ευρώ στην συνέχεια δεν εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος τούτο αλλά απορρίπτει στο σύνολό της την από 24-2-2014 έφεση του πρώτου αναιρεσείοντος. Επομένως ο τέταρτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ως προς το δεύτερο τμήμα, που αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα για την προαναφερόμενη αγωγική αξίωση πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω μετά την παραδοχή του τέταρτου λόγου αναίρεσης ως προς το δεύτερο τμήμα του, που αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα Γ. Χ. πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος, που αφορά το αγωγικό κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης του πρώτου αναιρεσείοντος Γ. Χ.. Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013), ενώ ο εν λόγω αναιρεσείων ως εκκαλών έχει καταθέσει προτάσεις, κατά την προκείμενη αναιρετική διαδικασία, με άμεση δικονομική συνέπεια να είναι δυνατή η εξέταση της έφεσης κατά το αναιρούμενο μέρος της πληττόμενης απόφασης (ΑΠ 1129/2014). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο πρώτος αναιρεσείων σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 4 εδαφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, κατά ένα μέρος στην αναιρετική δίκη, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσείοντος, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρα 178 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 635/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το κεφάλαιο, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο αυτό.

Δέχεται εν μέρει κατ' ουσία, την υπ' αριθμ. …/24.2.2014 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 9273/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθόσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα Γ. Χ.. Εξαφανίζει την παραπάνω απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αναφέρθηκε και αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα.

Επιδικάζει στον πρώτο αναιρεσείοντα Γ. Χ. το ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ. Και

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον πρώτο αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ