Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
EL ·

1653/20121653/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Summary AI generated

Απόφαση 1653 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: Άσκηση νομής πράγματος από αντιπρόσωπο με βάση έννομη σχέση μίσθωση- που έληξε. Περιεχόμενο διεκδικητικής αγωγής. Ο ακριβής χρόνος λήξης της μίσθωσης διεκδικούμενου ακινήτου δεν αποτελεί σ...

Απόφαση 1653 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Άσκηση νομής πράγματος από αντιπρόσωπο με βάση έννομη σχέση μίσθωση- που έληξε. Περιεχόμενο διεκδικητικής αγωγής. Ο ακριβής χρόνος λήξης της μίσθωσης διεκδικούμενου ακινήτου δεν αποτελεί στοιχείο θεμελιωτικό της διεκδικητικής αγωγής που έχει ως βάση την εντατική χρησικτησία. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται, όταν, υπό την επίκληση της εν λόγω πλημμέλειας πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης. Διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά αναφέρονται στην ουσία την υπόθεσης.

Αριθμός 1653/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Λ. Τ. του Ν., κατοίκου ... και 3) Σ. συζ. Κ. Κ., το γένος Ν. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Πολυξένη Τσιτσώνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Τ. του Β., κατοίκου ..., 2) Μ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 3) Μ. Τ. του Β., κατοίκου ... και 4) Μ. συζ. Α. Μ., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι μεν 1ος και 4η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σεραφείμ Τσούκη, οι δε 2η και 3η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Σταμόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/1/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μουζακίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 50/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/7/2010 αίτησή τους και τους από 3/8/2012 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 10/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Η πληρεξουσία των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 980 πρ.1 ΑΚ προκύπτει, ότι ο νομέας, όταν έχει παραχωρήσει την κατοχή του πράγματος βάσει μισθωτικής σύμβασης, τη νομή του πράγματος ασκεί με το μισθωτή, ο οποίος ενεργεί ως εκπρόσωπός του. Από δε τις διατάξεις της παρ.2 του ιδίου άρθρου -980 ΑΚ- και του άρθρου 982 ΑΚ προκύπτει, ότι, στην περίπτωση αυτή, ο αντιπρόσωπος, όσο διατηρεί την κατοχή του πράγματος, τεκμαίρεται ότι το κατέχει στο όνομα του αντιπροσωπευομένου και ότι η νομή δεν χάνεται για τον αντιπροσωπευόμενο νομέα, προτού ο αντιπρόσωπος εκδηλώσει την πρόθεσή του να νέμεται το πράγμα για τον εαυτό του ή άλλον και ο αντιπροσωπευόμενος λάβει γνώση τούτου (ΑΠ 1289/2002). Περαιτέρω, από τα άρθρα 574, 612 παρ.1, 619, 620, 632, 641 και 1710 ΑΚ προκύπτει, ότι η μισθωτική σχέση είναι κληρονομιτή και κατά συνέπεια και σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτή στη μισθωτική σχέση υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου) μόλις αποδεχθούν την κληρονομία (ΑΚ 1846, 1847, 1850, 1857, 1940) χωρίς να χρειάζεται και η προηγούμενη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής, αφού πρόκειται για κτήση ενοχικής σχέσης και όχι κυριότητας (ΑΚ 1846 σε συνδυασμό με 1192, 1198-ΑΠ 1524/2001). Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 249, 251, 1094 και 1095 ΑΚ η κατάληψη, αν η κατοχή του πράγματος έγινε με βάση έννομη σχέση, που παρέχει έναντι του ιδιοκτήτη το δικαίωμα της κατοχής, όπως είναι η σύμβαση της μίσθωσης πράγματος, μόλις λήξει η σχέση αυτή συνιστά προσβολή του δικαιώματος κυριότητας και συνεπώς έκτοτε αρχίζει η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής. Αν όμως, μολονότι η προαναφερόμενη έννομη σχέση έληξε, τόσο ο ίδιος ο αντιπρόσωπος, όσο και ο κληρονόμος του, εξακολουθούν να κατέχουν το πράγμα με την ιδιότητα αυτή (ως αντιπρόσωποι) ο αντιπροσωπευόμενος νομέας δεν χάνει, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά, τη νομή του και άρα δεν αρχίζει η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής του εις βάρος του πριν οι πρώτοι (αντιπρόσωπος ή κληρονόμοι του) εκδηλώσουν πρόθεση να νέμονται το πράγμα για τον εαυτό τους ή άλλον και τούτου λάβει γνώση εκείνος (αντιπροσωπευόμενος νομέας - ΑΠ 1289/2002). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 των άρθρων 559 και 560 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Ο Β. Τ. με το με αριθμό .../7.3.1942 συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα ... απέκτησε λόγω αγοράς από τη μητέρα του, Μ. συζ. Α. Τ., μεταξύ άλλων, το 1/7 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου εμβαδού 4 1/2 στρεμμάτων που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του χωριού Νεβροβουνίου στη θέση "Ρεβύθια", το οποίο συνορεύει με ιδιοκτησίες Β. Κ., κληρονόμων Δ. Κ. και Β. Τ. ... . Ο Β. Τ. απεβίωσε την 30-8-1979 χωρίς να αφήσει διαθήκη και οι τρεις πρώτοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) ενάγοντες με τη με αριθμό .../15.6.2006 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Πειραιά Ευδοκιάννας Χρυσάφη, που μεταγράφηκε ... αποδέχτηκαν για λογαριασμό τους και για λογαριασμό της μητέρας τους η οποία απεβίωσε μεταγενέστερα από τον πατέρα τους, την 2.12.2004, την κληρονομία του αποβιώσαντος πατέρα τους ...". Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε, "ότι ο δικαιοπάροχος των (ήδη αναιρεσιβλήτων) εναγόντων, Β. Τ., μετά την προαναφερθείσα αγορά του ιδανικού μεριδίου από τη μητέρα του, κατά τη δεκαετία του 1950, απέκτησε τη νομή του όλου (ως άνω) ακινήτου ... εμβαδού 4 1/2 στρεμμάτων περίπου ... . Ο ανωτέρω ήταν κάτοικος Αθηνών και για το λόγο αυτό με το με αριθμό .../31.8.1971 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρου Ζιάκα κατέστησε τον αρχικά εναγόμενο (δικαιοπάροχο των ήδη αναιρεσειόντων) Ν. Τ., με τον οποίο ήταν συγγενείς και είχαν άριστες σχέσεις, γενικό και ειδικό πληρεξούσιό του, μεταξύ άλλων ... να διαχειρίζεται την ακίνητη περιουσία του στο Πευκόφυτο Καρδίτσας ... (και) με το από 1.9.1971 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, η γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβητήθηκε, εκμίσθωσε στον αρχικά εναγόμενο και δύο αγροκτήματα στο Πευκόφυτο, ένα από τα οποία είναι και το προαναφερθέν αγροτεμάχιο εμβαδού 4 και 1/2 στρεμμάτων, κείμενο στη θέση "Ρεβύθια", για χρονικό διάστημα δύο ετών, με μίσθωμα το ήμισυ των καρπών (επίμορτη αγροληψία). Η μίσθωση αυτή μετά τη λήξη (της διετίας) ανανεώθηκε σιωπηρά για αόριστο χρόνο, δεδομένου ότι ο προαναφερόμενος μισθωτής εξακολουθούσε να το χρησιμοποιεί χωρίς εναντίωση των εναγόντων μέχρι και το έτος 1979 οπότε ο εκμισθωτής απεβίωσε. Ο τελευταίος ήδη κατά το έτος 1976 είχε μεταβιβάσει τη νομή σε τρία διαιρετά τμήματα του μείζονος ακινήτου στα αδέλφια του Δ. Ρ., Κ. Τ. και Χ. Τ.. Στον τελευταίο μεταβίβασε τη νομή σε τμήμα του μείζονος ακινήτου εμβαδού 1000,78 τ.μ. ... το οποίο ανωτέρω κατά το έτος 1993 μεταβίβασε λόγω δωρεάς στην τέταρτη (ήδη αναιρεσίβλητη) ενάγουσα. Μετά την προαναφερθείσα μεταβίβαση της νομής σε άλλα δύο διαιρετά τμήματα ο Β. Τ. ήταν αποκλειστικά νομέας ενός τμήματος του μείζονος ακινήτου, εμβαδού 1.839,14 τ.μ. ... . Τα ανωτέρω εδαφικά τμήματα απεικονίζονται στο από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2006 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ι. Γ.. Ο αρχικά εναγόμενος παρέμεινε στο ως άνω ακίνητο ως αντιπρόσωπος του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και ακολούθως ως αντιπρόσωπος των εναγόντων μέχρι και το έτος 2005. Ο τελευταίος δεν αποδείχθηκε ότι είχε εκδηλώσει πρόθεση να νέμεται το ως άνω ακίνητο ούτε ότι γνωστοποίησε τέτοια πρόθεση ούτε στο δικαιοπάροχο των εναγόντων ούτε μεταγενέστερα στους ίδιους τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες για πρώτη φορά έλαβαν γνώση ότι ο αρχικά εναγόμενος Ν. Τ. αντιποιείται τη νομή τους και προβάλλει ίδια δικαιώματα κυριότητας κατά το έτος 2006, οπότε και έλαβαν γνώση ότι αυτός προέβη στην περίφραξη τμήματος 1.400 τ.μ. περίπου του- ως άνω- ακινήτου εμβαδού 1.839 τ.μ. των τριών πρώτων εναγόντων και ολόκληρου του - ως άνω - ακινήτου (εμβαδού 1000,78 τ.μ.) της τέταρτης ενάγουσας. Στη συνέχεια το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό του αρχικά εναγομένου, ότι "νέμεται τα επίδικα από το έτος 1935, οπότε και περιήλθαν στη νομή του μετά το θάνατο του πατέρα του Δ. Τ., ως κληρονόμου αυτού ... καθώς, εάν ο αρχικά εναγόμενος ... ήταν πράγματι κύριος ... δεν θα εκμίσθωνε το μείζον ακίνητο (των 4,5 στρεμμάτων) από το δικαιοπάροχο των εναγόντων με το από 1.9.1971 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης το οποίο φέρει τη μη αμφισβητηθείσα υπογραφή του. Όλες οι πράξεις που έκανε ο τελευταίος στο επίδικο, ήτοι φύτευση δένδρων και καλλιέργεια αυτών και κατασκευή τοιχείου (δέχτηκε το πιο πάνω Δικαστήριο, ότι) δεν τις έκανε διανοία κυρίου αλλά δυνάμει της προαναφερθείσας ενοχικής σχέσης, της μίσθωσης, σε εκτέλεση της οποίας απέδιδε μέρος της σοδειάς στο δικαιοπάροχο των εναγόντων μετά το θάνατο αυτού στους ενάγοντες ...". Με βάση τις πραγματικές αυτές παροχές το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην κρίση, ότι οι τρεις πρώτοι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του πρώτου ακινήτου και η τέταρτη ενάγουσα κυρία του δεύτερου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας που αποτελούσε την επικουρική βάση της ένδικης -από 2.1.2008- διεκδικητικής των επίδικων ακινήτων αγωγής των αναιρεσιβλήτων, ως έχοντας νεμηθεί τα επίδικα ακίνητα αυτά με συνυπολογισμό του δικού τους χρόνου χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων τους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (ΑΚ 1045, 1051), και δέχτηκε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση. Κρίνοντας, έτσι, το πιο πάνω Δικαστήριο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα, εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε ευθέως τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ για την άσκηση της νομής ακινήτου με αντιπρόσωπο την απόκτησή του με έκτακτη χρησικτησία και για τη μίσθωση, ούτε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 223 ΑΚ που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες για την παύση της πληρεξουσιότητας του Β. Τ. λόγω του θανάτου του στις 30.8.1979, η οποία -πληρεξουσιότητα- είχε δοθεί σ' αυτόν με το προεκτιθέμενο -.../31.8.1971- συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, και συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΙΙ. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, επίσης, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 980 παρ.2, 982, 641 και 644 του ΑΚ, δεδομένου ότι, προκειμένου να θεμελιώσει το πόρισμά του αναφορικά με την κτήση από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους της κυριότητάς τους επί των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, εσφαλμένα δέχτηκε ότι ο αρχικά εναγόμενος συνέχισε και μετά το θάνατο του Β. Τ. να κατέχει τα επίδικα ως αντιπρόσωπός τους- των εναγόντων-, ενόψει του ότι τόσο κατά την αγωγή όσο και κατά την έφεσή τους κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μετά το έτος 1979 τα επίδικα ακίνητα είχαν εκμισθωθεί σε τρίτους. Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης, προεχόντως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Ο ενάγων, αν τη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του στηρίζει στην έκτακτη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή στο επίδικο και το χρόνο (εικοσαετία -ΚΠολΔ 118 εδάφ. 4, 216 και ΑΚ 1045). Ο ακριβής χρόνος λήξης της μίσθωσης διεκδικούμενου ακινήτου δεν αποτελεί στοιχείο θεμελιωτικό της διεκδικητικής αγωγής που έχει ως βάση την έκτακτη χρησικτησία, αφού ο εναγόμενος μισθωτής και μετά τη λήξη της μίσθωσης και εωσότου γίνει γνωστό ότι αντιποιείται το μίσθιο-επίδικο ακίνητο-εξακολουθεί να το κατέχει ως αντιπρόσωπος του νομέως (ΑΚ 980 παρ.1 και 982 - ΑΠ 1289/2002). Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για νομική αοριστία της ένδικης αγωγής, επειδή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν εξέθεταν σ' αυτόν "πότε ακριβώς και με ποιες ακριβώς ενέργειες έληξε η ανωτέρω μίσθωση", παρεκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αοριστία αυτή- η οποία και δεν εμπίπτει σε καμιά από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ- προτάθηκε νόμιμα από τους αναιρεσείοντες στο Δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 562 παρ.2), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

IV.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια των άρθρων 559 παρ. 1 εδάφ. β' και 560 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΟλΑΠ 2/2008, 8, 10, 11/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η φύτευση των δένδρων και η κατασκευή του τοίχου αντιστήριξης επί των επιδίκων έγιναν από το δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Ν. Τ. - όχι ως διακατοχικές πράξεις, αλλά- στα πλαίσια της μίσθωσης, περί της οποίας το ανωτέρω από 1.9.1971 ιδιωτικό συμφωνητικό και να απορρίψει τον ανωτέρω ουσιώδη ισχυρισμό του, ότι "νέμεται τα επίδικα από το έτος 1935 ...", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι "ουδείς μισθωτής φυτεύει στο μίσθιο αγρό δένδρα, σε βραχυπρόθεσμες μισθώσεις, εκτός αν πρόκειται για μακροχρόνιες μισθώσεις διάρκειας 30ετίας, αφού δεν πρόκειται να κάνει απόσβεση των εξόδων και συγχρόνως είναι υποχρεωμένος να πληρώνει μίσθωμα. Και ουδείς μισθωτής κάνει τοίχους αντιστήριξης του μισθίου αγρού, όταν είναι γνωστό ότι οι δαπάνες κατασκευής τέτοιων τοίχων αντιστήριξης είναι μεγάλες και ποτέ δεν πρόκειται να κάνει απόσβεση αυτών". Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή των συγκεκριμένων για την χρησικτησία (των άρθρων 1045 επ. ΑΚ) που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.

V.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, επιμεριζόμενα σε αυτούς λόγω της χωριστής τους υπεράσπισης (άρθρα 76, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.7.2010 αίτηση και τους από 3.8.2012 πρόσθετους λόγους των 1) Θ. Ν. Τ. κ.α., για αναίρεση της 50/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που δίκασε ως Εφετείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, επιμεριζόμενα σε αυτούς λόγω της χωριστής τους υπεράσπισης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ