1653/2011 · 1653/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 1653 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1653/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτ...
Full Text of the Judgment · 1653/2011
Απόφαση 1653 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1653/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Δημήτριο Τίγγα, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ERGASIAS Ανώνυμη Εταιρία" και το διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias Α.Ε", και έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μαρινάκο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε", και έδρα την Αθήνα νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μόσχο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Δεκεμβρίου 2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1933/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1585/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 26 Ιουνίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 30 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ. ΑΠ 36/1988, ΑΠ 741/2011, ΑΠ 377 και 366/2011). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 741, 377, 373 και 366/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 416 ΑΚ, η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Ο οφειλέτης, εναγόμενος προς πληρωμή ορισμένου χρέους και ισχυριζόμενος απόσβεση αυτού με καταβολή, αρκεί να αποδείξει την καταβολή αυτή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η γενομένη καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού μόνο γι' αυτό είναι η διαφορά (ΑΠ 178/2010, ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 1927/2008). Ο δανειστής, ωστόσο, δικαιούται, κατ' αντένσταση, να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η προβαλλόμενη καταβολή αφορά άλλο χρέος του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επιδίκου χρέους, είτε κατόπιν συμφωνίας, είτε με μονομερή από αυτόν καθορισμό του εξοφλητέου χρέους, από τα περισσότερα χρέη, με βάση το άρθρο 422 εδ.α' ΑΚ (ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 1927/2008, ΑΠ 1988/2006, ΑΠ 1439/ 2005). Ειδικότερα, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 422 ΑΚ, για τον τρόπο καταλογισμού των καταβολών του οφειλέτη σε περίπτωση που αυτός έχει περισσότερα χρέη, η οποία είναι ενδοτικού δικαίου, είναι επιτρεπτή αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων είτε πριν από την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή. Και ναι μεν ο δανειστής δεν έχει ποτέ το δικαίωμα να ορίσει μονομερώς το χρέος που θα εξοφληθεί, ο οφειλέτης, όμως, μπορεί να συμφωνήσει, ρητά ή σιωπηρά, στον προσδιορισμό που προτείνει ο δανειστής, οπότε πλέον ο καταλογισμός δεν γίνεται με βάση το άρθρο 422 ΑΚ, αλλά κατά τη συμφωνία των μερών (αρθρ. 361 του ιδίου Κώδικα). Έτσι, υπάρχει, συμπερασματικά συναγόμενη, (σιωπηρή) αποδοχή της πρότασης καταλογισμού του δανειστή από τον οφειλέτη, όταν ο τελευταίος δεν όρισε κατά την καταβολή κάτι σχετικό, ενώ ο δανειστής προσδιόρισε που θα καταλογισθεί το καταβαλλόμενο και ο οφειλέτης, χωρίς να φέρει αντίρρηση, προέβη στην καταβολή (ΑΠ 370/2001). Αν δεν υπάρχει συμφωνία των μερών ως προς τον τρόπο του καταλογισμού, ούτε ο οφειλέτης άσκησε το κατά το εδάφιο α' του άρθρου 422 ΑΚ προσδιοριστικό του δικαίωμα, το οποίο είναι δεσμευτικό έναντι του δανειστή, η παροχή καταλογίζεται με βάση τα αναφερόμενα στο εδάφιο β' του ίδιου άρθρου κριτήρια (ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 250/2002, ΑΠ 543/1996). Εξάλλου, κατά το άρθρο 423 ΑΚ, αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο. Ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής, αν ο οφειλέτης όρισε αλλιώς τον καταλογισμό. Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 423 ΑΚ, οι οποίες θεσπίσθηκαν, κατά την αντίληψη του πρακτικού βίου και των συναλλακτικών ηθών και είναι ενδοτικού δικαίου, προκύπτει ότι α) μπορούν οι συμβαλλόμενοι να συμφωνήσουν, έστω και σιωπηρά, διαφορετικό καταλογισμό και β) αν δεν υπάρξει τέτοια σύμβαση, μόνο αν ο οφειλέτης ορίσει άλλη σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ.1 του άρθρου αυτού και ο δανειστής έλαβε και κράτησε την παροχή, όπως όρισε τον καταλογισμό της ο οφειλέτης, είναι υποχρεωμένος ο δανειστής να την καταλογίσει σύμφωνα με τη θέληση του οφειλέτη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν υπάρξει συμφωνία και ο οφειλέτης καταβάλει χωρίς να ορίσει σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ.1, θα ισχύσει η τελευταία. Άρα, στον οφειλέτη εναπόκειται να ισχυρισθεί (και σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει) ότι συμφώνησε με το δανειστή ή ότι όρισε σειρά διαφορετική από την οριζόμενη στην §1, ώστε να μην ισχύσει η τελευταία (ΑΠ 150/2000, ΑΠ 535/1994). Πάντως, σε περίπτωση κατά την οποία υπάρχουν περισσότερα ομοειδή χρέη, καθένα από τα οποία αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, ο καταλογισμός γίνεται, πρώτα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 422 ΑΚ και στη συνέχεια, ως προς το καθένα από τα χρέη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 423 ΑΚ. Τέλος, κατά το άρθρο 19 εδάφιο α' του Ν. 5960/1933, ο κάτοχος οπισθογραφήσιμης επιταγής θεωρείται νόμιμος κομιστής, εάν στηρίζει το δικαίωμά του επί αδιακόπτου σειράς οπισθογραφήσεως, και αν ακόμη η τελευταία οπισθογράφηση είναι εν λευκώ. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 9γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ενώ ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, 558/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ. ΑΠ 30/1997, Ολομ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ως προς τον δεύτερο λόγο της ανακοπής της εκκαλούσας, ο οποίος αποτέλεσε και τον πρώτο λόγο της εφέσεως, τον οποίο και απέρριψε ως αβάσιμο, με τις εξής αιτιολογίες: Κατ' αρχάς, η ανακόπτουσα υπολαμβάνει, εσφαλμένα βεβαίως, ότι, μετά την ακύρωση της δεύτερης διαταγής πληρωμής (4533/ 2004) με την πιο πάνω 837/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όχι, όμως, για ανυπαρξία της απαίτησης, αλλά για τυπικούς λόγους (επειδή η πρώτη των καθ' ων δεν προσκόμισε, τότε, στο δικαστήριο το πρωτότυπο της επίδικης ... επιταγής, με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβληθείσα διαταγή πληρωμής, μολονότι αμφισβητήθηκε η ιδιότητά της ως νόμιμης κομίστριας αυτής, με την επίκληση ότι το δικαίωμά της αυτό δεν στηριζόταν σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων), "αποσβέστηκε", απ' αυτήν και μόνο την αιτία, η απαίτησή της που απέρρεε από την επιταγή αυτή κατά του οφειλέτη - μετέπειτα καθ' ού η εκτέλεση Χ. Σ.. Η εν λόγω απαίτηση της πρώτης των καθ'ών κατά του τελευταίου εξακολούθησε να υπάρχει, παρά την ακύρωση του εκτελεστού τίτλου για τυπικό λόγο και, σε κάθε περίπτωση η ανακόπτουσα δεν αμφισβητεί, κατ' ουσίαν, την ύπαρξη και τον προνομιακό της χαρακτήρα, αφού ο μόνος ισχυρισμός που προβάλλει σχετικά με το γεγονός αυτό, είναι ο προαναφερόμενος, ότι, δηλαδή, εξαιτίας της ακύρωσης της διαταγής πληρωμής, η αντίδικός της "δεν διαθέτει απαίτηση" από την πιο πάνω επιταγή. Σε συνάρτηση με αυτά, η ανακόπτουσα δε νομιμοποιείται, σύμφωνα και με το άρθρ. 262 παρ.2 ΚΠολΔ, να ορίσει ποίο από τα υφιστάμενα χρέη του καθ' ού η εκτέλεση έπρεπε να εξοφληθεί με τις καταβολές του συνολικού ποσού των 56.653 Ευρώ (και μάλιστα με τον οριζόμενο στη διάταξη του αρθρ. 423 ΑΚ τρόπο, αφού προηγείται ο διαλαμβανόμενος στο άρθρο. 422 του ίδιου Κώδικα τρόπος), καθόσον το μονομερές αυτό προσδιοριστικό δικαίωμα - επιλογής του χρέους που εξοφλείται ανήκει, κατ' αρχάς, στον οφειλέτη, κατά νόμο (άρθρο. 422 εδάφ. α' ΑΚ), όπως αναπτύχθηκε στην αρχή της παρούσας σκέψης και δεν είναι νοητή η προβολή από τρίτο (εδώ, της ανακόπτουσας) του "προσωποπαγούς" αυτού δικαιώματος του οφειλέτη - καθ' ού η εκτέλεση. Επομένως, δεν είναι εσφαλμένη η κατάταξη της πρώτης των καθ' ών (η οποία, να σημειωθεί, ως δανείστρια που επέβαλε την αναγκαστική κατάσχεση που οδήγησε στον πλειστηριασμό, δεν ήταν υποχρεωμένη να αναγγείλει τις απαιτήσεις της κατ' άρθρ. 972 επ., 995 παρ. 4 και 999 παρ. 5 ΚΠολΔ (ΑΠ 1826/1987 ΝοΒ 36.1643 - παρά τα όσα για το αντίθετο υποστηρίζει η ανακόπτουσα) στον προσβαλλόμενο πίνακα, προνομιακά και τυχαία, για την υπαρκτή, σύμφωνα με όσα, κατά τα λοιπά, εκτίθενται στην ανακοπή, απαίτηση της των 159.500 Ευρώ (ο προσδιορισμός της απαίτησης της, από την ανακόπτουσα, στο συνολικό ποσό των 135.068,79 Ευρώ, με την επίκληση, αβάσιμα όμως, κατά τα προαναφερόμενα, ότι δεν υπάρχει απαίτηση της αναφορικά με την επιταγή της ... διαταγής πληρωμής, είναι πλέον νομικά αδιάφορος, ενώ, για τον υπολογισμό τόκων επί του ποσού των 155.476,48 Ευρώ, ήτοι 4.023,52 Ευρώ, μέχρι την τελεσιδικία του πίνακα, δεν παραπονείται η ανακόπτουσα), η οποία είναι, στο σύνολό της, εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης (για ποσό 180.000 Ευρώ). Συνακόλουθα, με δεδομένο ότι είναι υπαρκτή η συνολική απαίτηση της πρώτης των καθ' ων, ύψους 159.500 Ευρώ, για την οποία και κατατάχθηκε, αφού αφαιρέθηκαν απ'αυτήν οι γενόμενες καταβολές, εκ μέρους του καθ' ού η εκτέλεση, συνολικού ύψους 56.653 Ευρώ, είναι πλέον και αλυσιτελή όσα υποστηρίζει η ανακόπτουσα για το πώς έπρεπε να καταλογιστούν οι καταβολές αυτές, αφού, είτε στο χρέος από τις επιταγές της ... διαταγής πληρωμής, είτε στο χρέος από την επιταγή της ... διαταγής πληρωμής, καταλογίζονταν (να σημειωθεί επίσης, ότι η ... διαταγή πληρωμής δεν είχε ακυρωθεί τελεσίδικα κατά το χρόνο σύνταξης του προσβαλλόμενου πίνακα στις 9-11-2007), η ίδια οφειλή του καθ' ού θα προέκυπτε τελικά και, σε κάθε περίπτωση, η ανακόπτουσα δεν ισχυρίζεται, σε σχέση με αυτά, τίποτε το διαφορετικό. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτόν της ανακοπής, έστω και με διαφορετική κύρια αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), ορθά, κατ' αποτέλεσμα, έκρινε. Είναι, λοιπόν, απορριπτέα, ως αβάσιμα, όσα για το αντίθετο ισχυρίζεται η ανακόπτουσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της. Με τις κρίσεις του αυτές και τις ως άνω παρατιθέμενες παραδοχές του το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 422, 423 ΑΚ και 19 εδ.α' Ν. 5960/1933, δεν παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο, ούτε άφησε αίτηση αδίκαστη, αφού δεν προβλήθηκε παραδεκτώς λόγος ανακοπής εκ του άρθρου 281 ΑΚ (και συνεπώς ούτε λόγος εφέσεως), ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό αυτής, προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως όλοι, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 8, 9, 14 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.6.2010 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ Ε.F.G. EUROBANK ERGASIAS A.E.", περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 1585/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ