1653/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1653 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1653/2010
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 1653 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1653/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα -----
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Μ.Μ., 2. Ι.Μ. και 3. της τελούσης σε εκκαθάριση ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία ".. Ν.Ε", νομίμως εκπροσωπουμένης, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τασιόπουλο Του αναιρεσιβλήτου: Ι.Θ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Αναγνωστάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Ιανουαρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4893/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 899/2007 του Εφετείου Πειραιώς (Β' Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητoύν οι αναιρεσείοντες, με την από 14 Απριλίου 2008 αίτησή τους Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 18 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν ο κανόνας αυτός του ουσιαστικού δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ. ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1848/2006, ΑΠ 1703/2008). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που έχει επέλθει. Ο χαρακτηρισμός της παραλείψεως ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη , που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 906/2001, ΑΠ 820/2002. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητας του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 1500/2002). Αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, που είναι μια ορισμένη νομική έννοια, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενο-ποίηση αυτής με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τούτο δε διότι η κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ απαγόρευση της μεταβολής της βάσεως της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής και όχι της νομικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 483/2001). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 84,105, 106 ΚΙΝΔ, 914 και 922 ΑΚ προκύπτει ότι ο πλοιοκτήτης ή ο εφοπλιστής (προστήσας) ευθύνονται για αδικοπραξία μέλους του πληρώματος (προστηθέντος), όταν η αδικοπραξία δεν είναι άσχετη με την υπηρεσία αυτή , δηλαδή όταν η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή όταν η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για τη τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 799/2001, ΑΠ 959/99, ΑΠ 1580/1992). Προϋπόθεση της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγο-νότος και της επελθούσας ζημίας, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση ζημία (ΑΠ 394/2002, ΑΠ 1715/1999, ΑΠ 638/ 1996). Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ. ΑΠ 30/1997, Ολομ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/ 2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι ο ενάγων, ο οποίος, στις 10-5-1996, ήταν μαθητής της τρίτης τάξεως του ΣΤ' Γυμνασίου Ηλιουπόλεως, ηλικίας τότε 15 ετών, συμμετείχε σε ημερήσια εκδρομή, την οποία πραγματοποιούσε το σχολείο του, στην Αίγινα. Περί ώρα 18.00' οι καθηγητές του σχολείου συγκέντρωσαν όλους τους μαθητές (και τον ενάγοντα), στην αποβάθρα του λιμανιού της Αίγινας προκειμένου να επιβιβασθούν στο υπό ελληνική σημαία Ε/Γ - Ο/Γ πλοίο "Α.Α.", πλοιοκτησίας της τρίτης εναγομένης, ναυτικής εταιρίας "... Ν.Ε.", για να επιστρέψουν στον Πειραιά. Το πλοίο, πορθμείο, με μία μόνο θύρα αποεπιβιβάσεως, κοινή για οχήματα και επιβάτες, υπό την διακυβέρνηση του εναγομένου, πλοιάρχου, κατέπλευσε στο λιμάνι με καθυστέρηση δέκα περίπου λεπτών, συνήθη για το συγκεκριμένο δρομολόγιο Πειραιά - Αίγινας. Αφού εκτελέσθηκαν οι προβλεπόμενες ενέργειες αγκυροβολίας με την πόντιση της άγκυρας και προσδέσεως με δύο κάβους, αριστερά-δεξιά της πλώρης του στην προκυμαία, επετράπη η αποβίβαση των μεταφερομένων οχημάτων και επιβατών, μετά την ολοκλήρωση της οποίας θα γινόταν η επιβίβαση όσων οχημάτων και επιβατών είχαν εισιτήριο επιστροφής προς Πειραιά. Για την ασφαλή μετακίνηση των μεταφερομένων, τοποθετήθηκε σχοίνινο στρώμα - "στρωμάτσα" πάνω στο κρηπίδωμα της προκυμαίας κατά μήκος του καταπέλτη, όπως προβλέπεται στο άρθρο 34 παρ.5 του Κανονισμού Λιμένος Αίγινας, ο οποίος δεν εμπεριέχει συγκεκριμένους και απαριθμούμενους τρόπους προσδέσεως του καταπέλτη, αλλά ορίζει ότι αυτή (πρόσδεση) πρέπει να γίνει με τρόπο που να εξασφαλίζει απόλυτα τη διακίνηση επιβατών και οχημάτων. Οι επικρατούσες καιρικές συνθήκες ήταν ήπιες, με πνέοντες ανέμους εντάσεως περίπου 2 με 3 μποφόρ, νοτιοδυτικής κατευθύνσεως που ελάχιστα, λόγω της θέσεως του, επηρέα-ζαν το λιμάνι της Αίγινας. Πλήρης ακινητοποίηση του πλοίου και του καταπέλτη σύμφωνα με την κοινή εμπειρία και τους κανόνες της λογικής είναι αδύνατη και ιδιαίτερα όταν δεν επικρατεί νηνεμία και πρόκειται για τον συγκεκριμένο τύπο πορθμείου - "παντόφλα" το οποίο στερείται μεγάλης καρίνας, γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά στον πλοίαρχο και στον ναύκληρο του πλοίου. Ο δεύτερος εναγόμενος, ναύκληρος του πλοίου, βρισκόταν με σκοπό την επίβλεψη της από-επιβίβασης, στον καταπέλτη του πλοίου κατ' εντολή του Πλοιάρχου, ο οποίος υποχρεούται σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 2 του Κ.Λ.Αίγινας, να είναι παρών αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπό του κατά την καταμέτρηση των απόεπιβιβαζόμενων επιβατών αλλά και σύμφωνα με την παρ. 3 τούτου, που τον υποχρεώνει να τοποθετεί, κυρίως στην κλίμακα αποβιβάσεως (εδώ στον καταπέλτη), αξιωματικούς ή άλλα μέλη για την επιτήρηση των επιβατών. Ο ίδιος εναγόμενος βρισκόταν και πριν την έναρξη της επιβιβάσεως των τετρακοσίων περίπου μαθητών στο πλοίο, όπως επίσης τρεις ναύτες, ο βοηθός μηχανικός και ο λογιστής, ενώ την εποπτεία των επιβατών στην προκυμαία καθ' όλη τη διάρκεια της αγκυροβολιάς του πλοίου, πραγματοποιούσαν σύμφωνα με τον ίδιο Κανονισμό, δύο λιμενικοί, ο λιμενοφύλακας Θ.Σ. και ο αρχικελευστής Π.Δ.. Όλοι οι ανωτέρω, αντιληφθέντες ότι λίγο πριν την έναρξη της επιβιβάσεως των μαθητών αυτοί συνωστίζονταν στην προκυμαία και πολύ κοντά στον καταπέλτη, συνέστησαν τόσο στους μαθητές όσο και στους συνοδούς καθηγητές τους να απομακρυνθούν από τον καταπέλτη, χωρίς όμως οι τελευ-ταίοι να συμμορφωθούν. Όταν, παρά ταύτα, επετράπη η είσοδος στο πλοίο και αφού προηγήθηκε αναγγελία του πλοιάρχου από τα μεγάφωνα, που σύστηνε στους επιβιβαζόμενους να εισέλθουν ήρεμα, με τάξη, σύσταση που επαναλάμβανε και ο ναύκληρος, οι μαθητές αρχικά εισέρχονταν με ηρεμία αλλά μία ομάδα από αυτούς, είκοσι έως τριάντα ατόμων, μη υπακούοντας στις οδηγίες των αρμοδίων ναυτικών και λιμενικών οργάνων, όπως είχαν υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ.4 του Κ.Λ.Α, προχώρησε σε "άτακτη", αιφνίδια και μαζική είσοδο, ωθώντας ο ένας τον άλλο μαζί και τους καθηγητές και το ναύκληρο που ίσταντο στον καταπέλτη και επέβλεπαν την ομαλή είσοδό τους από την εμπρόσθια άκρη του, που εφαπτόταν του κρηπιδώματος και, χωρίς να προσέχουν το βηματισμό τους, ανήλθαν στον καταπέλτη ακόμα και από τις πλαϊνές πλευρές του. Με δεδομένο το συνωστισμό και την απροσεξία των μαθητών αυτών, γεγονός που είχε όμως ήδη γίνει αντιληπτό από τους εναγόμενους, που αδημονούσαν να εισέλθουν στο πλοίο και να "πιάσουν" θέσεις, αφού στα πλοία αυτά δεν εκδίδονται εισιτήρια με αριθμημένες θέσεις, βοηθούντος και ενός ελαφρού διατοιχισμού του πλοίου που μετακίνησε τον καταπέλτη, εγκλωβίσθηκε το αριστερό πόδι του ενάγοντα, ο οποίος σημειωτέον δεν αποδείχθηκε ότι ήταν εξ εκείνων που συνωθούντο, κάτω από τον καταπέλτη, στο κενό που δημιουργήθηκε από τη μετακίνηση του πλοίου μεταξύ καταπέλτη και προβλήτας, με συνέπεια το βαρύ τραυματισμό του. Ο εγκλωβισμός αυτός του ποδιού του ενάγοντα κάτω από τον καταπέλτη και η ούτως επελθούσα σωματική βλάβη σε αυτόν, θα είχε αποφευχθεί αν ο πλοίαρχος και ο ναύκληρος του πλοίου (εναγόμενοι) είχαν, αφενός μεν διακόψει την επιβίβαση των μαθητών εφόσον τους έβλεπαν να μην συμμορφώνονται με τις υποδείξεις τους και να συνωστίζονται στην είσοδο, αφετέρου δε είχαν επιμεληθεί να στερεώσουν τον καταπέλτη περαιτέρω και επαρκώς, με την τοποθέτηση ικανών προς τούτο ξυλίνων υποθεμάτων, ως ακόμη και να τοποθετήσουν στρώμα από σχοινιά, την γνωστή στη ναυτική ορολογία ως "στρωμάτσα", κατά τέτοιο τρόπο ώστε η τοποθέτηση αυτή να μην κατέλειπε κενά κατά τις ελαφρές μετακινήσεις του καταπέλτη, οι οποίες άλλωστε είναι συνήθεις μεν για τα πλοία αυτού του τύπου, πλην όμως ικανές (οι μετακινήσεις) να προκαλέσουν τραυματισμό στους επιβιβαζόμενους και όλα αυτά βεβαίως ήταν απολύτως σε γνώση των εναγομένων και να αποκλειόταν έτσι (από τη λήψη των ανωτέρω περιγραφομένων μέτρων), η εισδοχή των ποδιών των αποεπιβιβαζομένων επιβατών στο πλοίο κάτω από τον καταπέλτη και ο τραυματισμός τους, όπως ακριβώς συνέβη εδώ στην περίπτωση του παθόντος ενάγοντος. Επίσης, παρέλειψαν οι εναγόμενοι αυτοί, να ζητήσουν και να λάβουν από την πλοιοκτήτρια εναγομένη ή και να προμηθευθούν οι ίδιοι, με δαπάνες του πλοίου, καταλληλότερη σε μέγεθος (πλάτος, μήκος, πάχος) "στρωμάτσα", ως και τα δέοντα ξύλινα υποθέματα (δηλ. μεγαλυτέρων διαστάσεων), έτσι ώστε, με τις ενέργειες τους αυτές, να αποκλείονται τελείως τέτοια συμβάντα. Ότι από τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά όμως, δεν προέκυψε ότι οι εναγόμενοι πλοίαρχος και ναύκληρος επέδειξαν και άλλη αμελή συμπεριφορά, πλην της ανωτέρω περιγραφομένης, συνεπεία της οποίας επήλθε ο εν λόγω τραυματισμός του ενάγοντα. Γίνεται ιδιαίτερη μνεία, στο ότι ο καταπέλτης του πλοίου, είχε τον προαναφερόμενο ελαφρό κλυδωνισμό, ο οποίος είναι συνήθης για τα πλοία αυτού του τύπου και γι' αυτό γνωστός στους εναγόμενους, όπως και οι κίνδυνοι που αυτός ο κλυδωνισμός περικλείει, (όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε) και τα μέλη του πληρώματος που ήταν παρόντα κατά τη μετακίνηση των μεταφερομένων, αμέλησαν να λάβουν τα ανωτέρω περιγραφόμενα μέτρα. Ότι η είσοδος στο πλοίο έγινε από την ίδια θύρα που χρησιμοποίησαν και τα οχήματα, αφού αυτού του είδους τα πορθμεία δεν διαθέτουν άλλη, ξεχωριστή, είσοδο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν αυτές τις συγκεκριμένες ενέργειες και λήψη μέτρων, η συνδρομή των οποίων θα απέτρεπε το ένδικο ατύχημα. Ότι οι παραπάνω πλημμέλειες και ελλείψεις, ήταν, όπως προελέχθη, σε γνώση των εναγομένων αυτών, όμως παρόλα αυτά ουδέν μέτρον έλαβαν προς άρση τους. Ότι οι πράξεις και παραλείψεις αυτές συνιστούν αμελή συμπερι-φορά των προσώπων αυτών. Ότι οι πράξεις αυτές και παραλείψεις τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ζημιογόνο αποτέλεσμα και ότι η εναγομένη - εφεσίβλητη πλοιοκτήτρια εταιρεία έχει υποχρέωση να καταβάλει στον αντίδικό της αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, ευθυνόμενη κατά τις γενικές περί προστήσεως διατάξεις (922 ΑΚ), αλλά και κατά την ειδική διάταξη του άρθρου 84 εδ. β' του ΚΙΝΔ, όπου ρητώς ορίζεται ότι ο πλοιοκτήτης ευθύνεται για τις αδικοπραξίες, τις οποίες διέπραξε ο πλοίαρχος και το πλήρωμα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδια-ληφθείσες διατάξεις του ουσιαστικού νόμου και δεν παραβίασε ούτε αυτή του άρθρου 34 § 5 του Κανονισμού Λιμένος Αίγινας, διότι αυτή δεν περιέχει συγκεκριμένους και απαριθμούμενους τρόπους προσδέσεως του καταπέλτη, αλλά ορίζει ότι η πρόσδεση πρέπει να γίνει με τρόπο που να εξασφαλίζει απόλυτα τη διακίνηση επιβατών και οχημάτων, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, από το αιτιολογικό της, προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ περιέχει επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, αμφότεροι οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-4-2008 αίτηση των: 1) Μ.Μ.κλπ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 899/ 2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2010 .
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ