1653/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1653 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1653/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χα...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 1653 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1653/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μαραζιώτη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ..., 2...., 3. ... και 4. Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Νικόπουλο και το 4ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δημήτριο Αναστασόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε : α) με την από 19-1-1982 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, β) με την από 3-9-1982 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση του ... (αρχικού διαδίκου) και γ) με την από 24-10-1988 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη 4ου αναιρεσιβλήτου), που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24212/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 908/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-6-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 24-3-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 19-6-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 908/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο. "Πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος. Δεν αποτελούν, όμως "πράγματα" με την προαναφερθείσα έννοια, οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 22/2005). Εξάλλου, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περίπτ β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, και διαχρονικώς έχει εφαρμογή στην εξεταζόμενη υπόθεση, λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο παρά το νόμο να μη διέταξε αποδείξεις για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται, όπως και στο λόγο .αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα που προκύπτουν από την εκτίμηση αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του εναγομένου, ενώπιον του (πρωτοβαθμίου) Πολυμελούς Πρωτοδικείου και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων, αυτός (εναγόμενος), κατά της ένδικης διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, πρότεινε ότι κατέστη κύριος του επιδίκου και με έκτακτη χρησικτησία, ισχυρισθείς, ειδικότερα, ότι αυτό (επίδικο) η δικαιοπάροχος μητέρα του το κατέλαβε το έτος 1959 και το νεμόταν, έκτοτε, με διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 1965 ότε υπεισήλθε σ' αυτό ο ίδιος και το νεμόταν, με διάνοια κυρίου, μέχρι ασκήσεως της αγωγής (1982), ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, δια της προσμετρήσεως στο χρόνο χρησικτησίας του και του χρόνου χρησικτησίας της ανωτέρω δικαιοπαρόχου του. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 189/1991 πράξη του, για το κρίσιμο αυτό ζήτημα, έταξε τις σχετικές αποδείξεις. Συγκεκριμένα, υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδείξει, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, ότι το επίδικο κατέλαβε η μητέρα του (δικαιοπάροχός του) το έτος 1959, η οποία το νεμόταν, με διάνοια κυρίου, μέχρι 24-11-1965 και έκτοτε (24-11-1965) και μέχρι ασκήσεως της ένδικης αγωγής, το νεμόταν, με διάνοια κυρίου ο ίδιος χωρίς να αναφέρεται η αιτία της διαδοχής. Ακολούθως, με την 24212/2006 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, κατά παραδοχή της προαναφερόμενης ένστασης. Κατά της εν λόγω απόφασης ο ήδη αναιρεσείων - ενάγων άσκησε έφεση. Με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι η μητέρα του εναγομένου απεβίωσε την 1-10-1961 και ότι τη νομή της επί του επιδίκου έκτοτε (1.10.1961) συνέχισε ο εναγόμενος, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, μέχρι ασκήσεως της αγωγής, καταστάς έτσι κύριος με έκτακτη χρησικτησία, με συνέπεια να απορριφθεί η αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο, ότι ο εναγόμενος νεμόταν το επίδικο, και για το χρονικό διάστημα από 1.10.1961 μέχρι 24.11.1965, χωρίς να έχει διαταχθεί η σχετική απόδειξη, για το ζήτημα αυτό, που αποτελεί "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενόψει του ότι χωρίς να νέμεται το επίδικο ο εναγόμενος και κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν συμπληρώνεται ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπό του.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 10 περ. β' ΚΠολΔ, όπως, ίσχυε πριν από την κατά τα άνω αντικατάσταση του, και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες, αντίστοιχα, ότι αυτό (Εφετείο) δεν διέταξε αποδείξεις για πράγματα; τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ότι έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη το λόγο της έφεσής του ότι δεν έχει ταχθεί το πιό πάνω θέμα απόδειξης, είναι βάσιμοι.-
Κατά το άρθρο 80 ΚΠολΔ αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη , εννόμου συμφέροντος. Έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρεώσεως. Πρέπει όμως αυτά να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της. Απαιτείται η έκβαση της δίκης στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει απ' την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντα του (Ολ. ΑΠ 28/2007). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, ότι ο εναγόμενος κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και όχι διότι του το παραχώρησε το Ελληνικό Δημόσιο και ως εκ τούτου η πρόσθετη παρέμβαση του τελευταίου, υπέρ αυτού (εναγομένου) έπρεπε να απορριφθεί, ως αβάσιμη, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.
Συνεπώς, το Εφετείο, που έκρινε την παρέμβαση παραδεκτή, υπέπεσε, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και, επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 908/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.-
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός πό εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.-
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, χωρίς όμως το ποσό που βαρύνει το Δημόσιο να υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ