1653/20081653/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary AI generated
Απόφαση 1653 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1653/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος ΛοβέÏ...
Απόφαση 1653 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1653/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα Κρήτης ν.2330/1995" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ορφανίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό των Οικονομικών και τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Κηφισιάς, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) Ψ2, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/5/2001 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1194/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1468/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/4/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 14/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην κρινόμενη υπόθεση ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, καίτοι αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού της παραπάνω δικασίμου καθώς και κλήσεως για εμφάνιση κατ' αυτή, του επιδόθηκε νομίμως, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... . Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου αυτού. Από τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 εδ.α' του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974), που ορίζει ότι ανακοπή κατά της διοικητικής εκτελέσεως δικαιούται να ασκήσει κάθε τρίτος, εφόσον προσβάλλεται το δικαίωμα κυριότητας αυτού επί του αντικειμένου της εκτελέσεως, σε συνδυασμό με τα όσα σχετικώς αναφέρονται στην εισηγητική έκθεση του ΚΕΔΕ, σαφώς προκύπτει ότι με τη διάταξη αυτή, κατ' απόκλιση των όσων ορίζονται στο άρθρο 936 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, παρέχεται στον τρίτο δικαίωμα ανακοπής κατά της διοικητικής εκτελέσεως και μετά την περάτωσή της (άρθρο 74 παρ. 2 ΚΕΔΕ) μόνον όμως όταν προσβάλλεται δικαίωμα κυριότητάς του επί του αντικειμένου εκτελέσεως (κινητού ή ακινήτου), όχι δε και όταν συντρέχουν οι λοιπές περιπτώσεις του άρθρου 936 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, δεν έχει εδώ συμπληρωματική εφαρμογή η τελευταία διάταξη και τα όσα γίνονται δεκτά κατά την ερμηνείας και εφαρμογή αυτής, ειδικότερα δε δεν μπορεί να αποτελέσει βάση (λόγο) ανακοπής από το άρθρο 74 παρ. 1 του ΚΕΔΕ η απαγόρευση διαθέσεως που έχει ταχθεί υπέρ του τρίτου και συνεπάγεται σύμφωνα με τον νόμο την ακυρότητα αυτής, ούτε η από μέρους του καθού η εκτέλεση οφειλέτη, συνακόλουθα δε και του ασκούντος τα δικαιώματα αυτού επισπεύδοντος δανειστή, καταχρηστική άσκηση του ουσιαστικού δικαιώματός του κατά του τρίτου. Η ως άνω διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 του ΚΕΔΕ δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντ., αφού δεν στερεί τον τρίτο από το δικαίωμά του να ασκήσει δικαστικώς, με άλλο τρόπο (αγωγή) το προσβαλλόμενο άλλο δικαίωμά του επί του αντικειμένου της εκτελέσεως κατά του οφειλέτη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 725 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση κινητών ή ακινήτων ή ομάδας πραγμάτων ή επιχειρήσεως αν υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, τη νομή ή την κατοχή ή οποιαδήποτε άλλη διαφορά σχετική με αυτά ή αν κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου μπορεί να ζητηθεί μεσεγγύηση. Υπό τον όρο δικαστική μεσεγγύηση νοείται η παράδοση σε κάποιον, καλούμενο μεσεγγυούχο, δυνάμει δικαστικής απόφασης, του εριζόμενου πράγματος, κινητού ή ακινήτου κλπ, για την εξασφάλιση των επ' αυτού δικαιωμάτων ενός ή περισσοτέρων προσώπων, τα οποία (δικαιώματα) αμφισβητούνται ή είναι αβέβαια, ο μεσεγγυούχος δε υποχρεούται να αποδώσει αυτούσιο το πράγμα, μόνο μετά από δικαστική απόφαση. Έτσι η δικαστική μεσεγγύηση, που αντικατέστησε "τη συντηρητική κατάσχεση επί σκοπώ διεκδικήσεως" του προϊσχύσαντος δικαίου, διαφοροποιείται από το άλλο ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης (άρθρο 707 επ. Κ.Πολ.Δ), ως προς το ότι η μεν δικαστική μεσεγγύηση, που διατάσσεται για την εξασφάλιση μη χρηματικών απαιτήσεων, δεσμεύει προσωρινά το πράγμα, προκειμένου να καταστεί δυνατή η μελλοντική άμεση αναγκαστική εκτέλεση για την παράδοση ή απόδοση αυτούσιου του δεσμευμένου πράγματος, η δε συντηρητική κατάσχεση, που διατάσσεται για την εξασφάλιση χρηματικών απαιτήσεων (άρθρα 723, 724 Κ.Πολ.Δ), δεσμεύει προσωρινά το περιουσιακό αντικείμενο του οφειλέτη που κατασχέθηκε, προκειμένου να καταστεί δυνατή, μετά την τροπή της συντηρητικής κατασχέσεως σε αναγκαστική (άρθρο 722 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), η μελλοντική έμμεση αναγκαστική εκτέλεση, για την ικανοποίηση της χρηματικής απαιτήσεως του δανειστή που την επέβαλε από το προϊόν του πλειστηριασμού. Κατά το άρθρο 727 Κ.Πολ.Δ, στη δικαστική μεσεγγύηση εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, και τα άρθρα 715 και 721 του ίδιου Κώδικα. Το πρώτο από αυτά ορίζει στην παρ. 1 εδ. α ότι "απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση η διάθεση των πραγμάτων που κατασχέθηκαν από εκείνον σε βάρος του οποίου έγινε η κατάσχεση". Επομένως, σύμφωνα με την πιο πάνω κατά παραπομπή νομοθέτηση, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που ζήτησε τη δικαστική μεσεγγύηση η διάθεση των μεσεγγυημένων πραγμάτων, από εκείνον σε βάρος του οποίου διατάχθηκε το ασφαλιστικό αυτό μέτρο. Κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 715 παρ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ, που είναι παρόμοια με τις διατάξεις των άρθρων 958 παρ. 1 και 997 παρ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ, η διάθεση είναι έννοια ευρύτερη της απαλλοτριώσεως και περιλαμβάνει οποιαδήποτε μεταβίβαση, σύσταση, επιβάρυνση και γενικώς νομική μεταβολή του πράγματος ή δικαιώματος που συντηρητικώς κατασχέθηκε ή τέθηκε υπό δικαστική μεσεγγύηση. Και ναι μεν με δικαιοπρακτική διάθεση εξομοιώνεται και αυτή που πραγματοποιείται από το δανειστή με αναγκαστική κατάσχεση και πλειστηριασμό, όμως, από τη ρητή παραπομπή του άρθρου 727 Κ.Πολ.Δ στο άρθρο 721 ίδιου Κώδικα σαφώς προκύπτει, ότι αναγκαστική κατάσχεση μπορεί να επιβληθεί και σε αντικείμενα τα οποία έχουν ήδη τεθεί υπό δικαστική μεσεγγύηση. Έτσι, η δικαστική μεσεγγύηση ακινήτου δεν αποκλείει, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, την αναγκαστική κατάσχεση του ακινήτου αυτού και τις συνακόλουθες βέβαια πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, όπως την κατασχετήρια έκθεση, τον πλειστηριασμό του ακινήτου και την κατακύρωσή του, των οποίων έτσι το κύρος δεν επηρεάζεται από την ύπαρξη της δικαστικής μεσεγγυήσεως και επομένως αυτές δεν μπορούν να προσβληθούν για ακυρότητα. Βεβαίως, υπό την ερμηνευτική αυτή εκδοχή, δεν προστατεύεται επαρκώς ο δανειστής, ο οποίος, για την εξασφάλιση ενοχικής του απαιτήσεως για τη μεταβίβαση της κυριότητας πράγματος, έχει επιτύχει τη δικαστική μεσεγγύησή του. Όμως ο δανειστής αυτός προστατεύεται με το ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγυήσεως στο μέτρο της προστασίας που ο ίδιος ο νόμος παρέχει. Η ελλιπής αυτή προστασία δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει", ούτε βέβαια στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που ορίζει ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου...", διότι έτσι ο νόμος προσδιορίζει και δεν περιορίζει το δικαίωμα του δανειστή. Επιτρέπει δηλαδή την αναγκαστική κατάσχεση του μεσεγγυημένου πράγματος και κατά τα λοιπά εμποδίζει τον ίδιο τον οφειλέτη να προβεί στη διάθεσή του. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 949 Κ.Πολ.Δ και 1192 παρ. 4 του ΑΚ προκύπτει, ότι επί καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως ακινήτου για την ολοκλήρωση της συμβάσεως και τη συντέλεση της μεταβιβάσεως της κυριότητας του ακινήτου απαιτείται μεταγραφή τόσο της τελεσίδικης κατ' άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ αποφάσεως, όσο και της δηλώσεως, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, περί αποδοχής του αντισυμβαλλομένου, αλλιώς δεν επέρχεται το εκποιητικό αποτέλεσμα και δεν τελειούται η εμπράγματη δικαιοπραξία. Αν όμως η μεταγραφή αυτή (αποφάσεως και δηλώσεως) γίνει μετά την επίδοση της περιλήψεως ή αντιγράφου της αναγκαστικής κατασχέσεως, είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση και δεν αντιτάσσεται κατ' αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 997 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ, αφού κατά τα προλεχθέντα η μεσεγγύηση δεν κωλύει την έγκυρη επιβολή αναγκαστικής κατασχέσεως και δεν επηρεάζει το κύρος των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας του επακολουθούν, ούτε ανατρέπει τις συνέπειές τους. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής, η ανακόπτουσα, ήδη αναιρεσείουσα, προέβαλε με αυτή τα εξής: Ο δεύτερος των καθών και ήδη δεύτερος των αναιρεσιβλήτων απέκτησε κατόπιν αγοράς οικία με χρήματα που αφαίρεσε παρανόμως απ' αυτήν. Με την 1131/1998 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών καταδικάστηκε σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως σ' εκείνη (αναιρεσείουσα) της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου καθώς και στην απόδοσή του, ενώ προηγουμένως με την 17492/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε διαταχθεί η δικαστική μεσεγγύηση του ακινήτου και είχε ορισθεί μεσεγγυούχος η αναιρεσείουσα, η οποία έκτοτε προβαίνει σε δήλωση φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας και καταβολή του φόρου για λογαριασμό του δεύτερου των καθών. Το πρώτο των καθών και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο την 22/3/2001 προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση του ακινήτου προς ικανοποίηση απαιτήσεώς του κατά του δευτέρου των καθών. Η 1131/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η σχετική δήλωση αποδοχής της ανακόπτουσας μετεγράφησαν στις 3-4-2001. Η επισπευδόμενη εκτέλεση μετά τη θέση του ακινήτου υπό δικαστική μεσεγγύηση, την οποία εγνώριζε το πρώτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ήδη από το 1991, είναι μη νόμιμη, αφού η δικαστική μεσεγγύηση επάγεται απαγόρευση διαθέσεως του πράγματος, που καταλαμβάνει και την δια κατασχέσεως και πλειστηριασμού πώλησή του. Ενόψει των συνθηκών αυτών η άσκηση των δικαιωμάτων του πρώτου αναιρεσιβλήτου είναι καταχρηστική. Κατόπιν αυτών, η αναιρεσείουσα ζήτησε με την ανακοπή της να ακυρωθεί, άλλως να θεωρηθεί ανενεργής, η αναγκαστική κατάσχεση που επέβαλε το πρώτο αναιρεσίβλητο στο προαναφερθέν ακίνητο. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ανακοπή, κρίνοντας ότι οι λόγοι της δεν ήταν νόμιμοι. Ειδικότερα δέχθηκε ότι 1) η επιβληθείσα αναγκαστική κατάσχεση του επιδίκου ακινήτου ήταν επιτρεπτή έναντι της αναιρεσείουσας, παρά το ότι αυτό είχε τεθεί προηγουμένως υπό δικαστική μεσεγγύηση, 2) η ανακόπτουσα δεν απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου, αφού η μεταγραφή της αποδοχής, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην ανακοπή, γενόμενη μετά την κοινοποίηση στην ανακόπτουσα περιλήψεως της προσβαλλόμενης αναγκαστικής κατασχέσεως, ήταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 997 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ, άκυρη και 3) δεδομένου ότι επρόκειτο για εκτέλεση χωρούσα κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, η ανακόπτουσα τρίτη δεν έχει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 του ΚΕΔΕ, δικαίωμα ανακοπής, εφόσον δεν είναι κυρία του ακινήτου. Σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, το Εφετείο, με την κρίση του ότι η μεταγραφή της από 1131/1998 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο δεύτερος των καθών σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως του επιδίκου στην ανακόπτουσα, καθώς και η σχετική δήλωση αποδοχής της τελευταίας δεν αντιτάσσεται κατά των καθών και, συνεπώς, η ανακόπτουσα δεν απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου, δεν παραβίασε τα άρθρα 725 παρ. 1, 727 σε συνδ. Με τα άρθρα 715 παρ. 1, 721, 949, 325 και 1005 παρ. 2 εδ. 1 Κ.Πολ.Δ και 175, 176 ΑΚ, ο δε αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ τρίτος (υπό
ΙΙ στο αναιρετήριο) λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κρίνοντας ότι η ανακόπτουσα ως τρίτη μη έχουσα κυριότητα επί του ακινήτου, δεν ενομιμοποιείτο να ασκήσει ανακοπή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 του ΚΕΔΕ, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ο δε αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 14, τέταρτος (ΙΙΙ 1) λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, το δικαστήριο της ουσίας, με την κρίση του ότι επιτρεπτή η αναγκαστική κατάσχεση του επίδικου ακινήτου, παρά το ότι αυτό είχε προηγουμένως τεθεί υπό δικαστική μεσεγγύηση, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 725 παρ. 1, 727 σε συνδ. με αυτές των άρθρων 715 παρ. 1, 721 Κ.Πολ.Δ, 176 ΑΚ, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, οι δε αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο, άλλως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος. Ενόψει αυτών, ο πέμπτος (ΙΙΙ 2) λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο, απορρίπτοντας την ανακοπή, παρά το ότι το πρώτο από τους καθών προέβαλε αντιφατική άμυνα αφενός κατά της ένδικης ανακοπής και αφετέρου κατά της σχετικής από 12-11-2001 αγωγής της, με συνέπεια να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις, που είχαν ως αποτέλεσμα να μην κριθεί επί της ουσίας ο ισχυρισμός της για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος, 6 της ΕΣΔΑ και 281 ΑΚ, και έτσι υπέπεσε στη πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει ότι τον ισχυρισμό περί προβολής αντιφατικής άμυνας και εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., προέτεινε στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.4.2007 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα Κρήτης ν.2330/1995" για αναίρεση της 1468/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του πρώτου από τους αναιρεσιβλήτους (Ελληνικό Δημόσιο), την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ