Legislator Case Law & Legislation
1653/2007 AI generated

1653/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1653/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1653 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1653/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Αση...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1653 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1653/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδου-Γαλάνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2001 ανακοπή που (α)ασκήθηκε από τις ήδη αναιρεσίβλητες κατά της εκδοθείσης από Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, υπ' αριθ. .......... διαταγής πληρεωμής και (β) που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν επί της ανακοπής αυτής οι αποφάσεις: 25132/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1309/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Κασσαβέτης ανέγνωσε την από 8-3-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σταύρου Γαβαλά, με την οποία εισηγήθηκε α)να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ανωτέρω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και β)να αναιρεθεί η παραπάνω απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, υπό την προϋπόθεση ότι θα προκύψει νομότυπη άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της απόφασης αυτής. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ΄αριθ. 11245 και 11250/16 Μαΐου 2006 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ........... αποδεικνύεται ότι σε καθεμιά από τις αναιρεσίβλητες Ψ1 και Ψ2 επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (1) αντίγραφο τόσο της υπό κρίση από 9 Μαρτίου 2005 αναίρεσης κατά των υπ΄ αριθμ. 1309/2004 και 25132/2002 αποφάσεων των Εφετείου και Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, όσο και της με αριθ. πρωτ. 73/30.3.2006 βεβαίωσης Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου από την οποία, (βεβαίωση), αποδεικνύεται ότι νόμιμα ορίσθηκε ως μετ΄ αναβολή δικάσιμος της υπό κρίση αναίρεσης η σημειούμενη στην αρχή της απόφασης αυτής και (2) κλήση για συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης κατά τη σημειωθείσα μετ΄ αναβολή δικάσιμο. Όμως, όπως αποδεικνύεται από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την παραπάνω δικάσιμο. Επομένως παραδεκτά διεξήχθη η συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά την ανωτέρω δικάσιμο. Η υπό κρίση αναίρεση, το δικόγραφο της οποίας, έχει

, κατ΄ άρθρο 566 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατατεθεί σε καθένα από τα δικαστήρια που έχει εκδώσει την αντίστοιχη από τις με την αναίρεση αυτή προσβαλλόμενες αποφάσεις, είναι, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της υπ΄ αριθ. 25132/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απορριπτέα, ως απαράδεκτη, αφού η απόφαση αυτή δεν είναι δεκτική προσβολής με το υπό κρίση ένδικο μέσο λόγω της, μετά την απόρριψη της κατ΄ αυτής έφεσης με την άλλη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, δηλαδή την υπ΄ αριθ. 1309/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενσωμάτωσής της στην τελευταία αυτή απόφαση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 Α.Κ. ο νόμος ορίζει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική δύναμη, δηλαδή δεν εφαρμόζεται σε σχέσεις που είχαν δημιουργηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του. Παρα ταύτα δεν υπάρχει στο Σύνταγμα γενική απαγόρευση αναδρομικότητας του νόμου, (Ολ.ΑΠ 1067/1979), αρκεί να μην παραβιάζονται το άρθρο 4 παρ. 1 "περί ισότητας" και το άρθρο 17 του Συντάγματος "περί προστασίας της ιδιοκτησίας" (Ολ.Α.Π. 4 και 7/1990). Έτσι δεν αποκλείεται, παρά την κατευθυντήρια διάταξη του άρθρου 2 Α.Κ., ένας νόμος να έχει αναδρομική δύναμη, αν αυτό ορίζεται ρητά με διάταξή του ή αν η αναδρομικότητα προκύπτει σαφώς από το όλο περιεχόμενο του νόμου. Εξάλλου από το άρθρο 8 παρ. 6 του ν.1083/1980, τη 289/1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου, το άρθρο 296 Α.Κ. και τα άρθρα 110, 111 και 112 Εισ.Ν.Α.Κ. συνάγεται ότι ο ανατοκισμός των οφειλομένων σε τραπεζικούς ή άλλους πιστωτικούς οργανισμούς ληξιπροθέσμων τόκων, δικαιοπρακτικών ή νομίμων, δεδουλευμένων ή μη, ακόμη δε και τέτοιων επί οριστικού καταλοίπου αλληλοχρέου λογαριασμού, μπορεί να γίνει από την πρώτη ημέρα της καθυστερήσεως χωρίς οποιονδήποτε χρονικό ή άλλο περιορισμό, όχι όμως αυτοδικαίως ή με σχετική μονομερή δήλωση του δανειστή, αλλά με σχετική συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη (Ολ.Α.Π. 8 και 9/1998). Εξάλλου με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1, 2, 3 και 4 του ν.2601/1998 (Φ.Ε.Κ. Α/15-4-1998), που ως προς τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης (κάρτες) η ισχύς του άρχισε, κατ΄ άρθρο 7 ίδιου νόμου, μετά εξάμηνο από τη δημοσίευση αυτού, δηλαδή από τη 15.10.1998 ορίζονται τα ακόλουθα: 1) Από την ισχύ του παρόντος νόμου οι οφειλόμενοι στα πιστωτικά ιδρύματα σε καθυστέρηση τόκοι ανατοκίζονται, εφόσον τούτο συμφωνηθεί από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης. Οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο και κατ΄ ελάχιστο όριο είτε πρόκειται για συμβάσεις δανείων είτε για συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού και το προσωρινό ή οριστικό κατάλοιπο αυτού. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 112 του Εισαγωγικού Νόμου Α.Κ. Εάν δεν υπάρχει συμφωνία ανατοκισμού, ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, 2) Υφιστάμενες συμφωνίες περί ανατοκισμού για συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού εξακολουθούν να ισχύουν. Εάν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, γίνεται αυτοδίκαια ανατοκισμός ανά εξάμηνο κατ΄ ελάχιστο όριο. Για τα στεγαστικά δάνεια ισχύει ο εξάμηνος ανατοκισμός μετά δωδεκάμηνο από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, ενώ για την χορήγηση πιστώσεων μέσω πιστωτικών δελτίων (καρτών), ισχύει ο εξάμηνος ανατοκισμός από την πρώτη ανανέωσή τους, 3) Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται και στις οφειλές από καθυστερούμενους τόκους από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων που έχουν καταγγελθεί ή οι εξ αυτών λογαριασμοί έχουν κλείσει από την έναρξη της ισχύος του ν.1083/1980 μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, 4) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα κρίθηκαν τελεσιδίκως ή ρυθμίστηκαν με συμβιβασμό ή αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών αναφορικά με συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Από τις διατάξεις αυτές και ιδίως της παρ. 3 σε συνδυασμό με την παρ. 2 προκύπτει ότι επί προϋφισταμένων του ν.2601/1998 συμβάσεων δανείων και πιστώσεων, που έχουν καταγγελθεί ή οι εξ αυτών λογαριασμοί έχουν κλείσει από την έναρξη της ισχύος του ν.1083/1980 μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού (2601/1998), εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού γίνεται αυτοδικαίως ανατοκισμός των καθυστερούμενων τόκων ανά εξάμηνο κατ΄ ελάχιστο όριο. Δηλαδή ο εν λόγω νόμος έχει αναδρομική ισχύ, η οποία δεν είναι αντίθετη σε καμμία συνταγματική ή άλλη υπερκείμενη του νόμου διάταξη, έως την έναρξη της ισχύος του ν.1083/1980, εφαρμοζόμενος μάλιστα και σε σχετικές εκκρεμείς δίκες όχι μόνο ενώπιον πρωτοβαθμίων, αλλά και ενώπιον δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, περιορίζοντας βέβαια ως ειδικός τη γενικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση (σχετ. Ολ.Α.Π. 13/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι από τα προσδιοριζόμενα στην ίδια απόφαση αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η καθής η ανακοπή αναιρεσείουσα τράπεζα χορήγησε δυνάμει της από 15.3.1994 σύμβασης, στην πρώτη αναιρεσίβλητη - ανακόπτουσα πίστωση μέχρι του ποσού των 500.000 δραχμών με χορήγηση πιστωτικής κάρτας (ΕΜΠΟΡΟΚΑΡΤΑ/VISA). Την εξόφληση του ποσού που θα προέκυπτε από τη λειτουργία της σύμβασης εγγυήθηκε η δεύτερη αναιρεσίβλητη - ανακόπτουσα με έγγραφη δήλωση εγγύησης, που ενσωματώθηκε στη σύμβαση παροχής πίστωσης. Με τους ειδικούς όρους της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, (κάτοχος της πιστωτικής κάρτας), εξουσιοδοτεί ανέκκλητα την Τράπεζα να εξοφλεί για λογαριασμό της τις αποδείξεις πώλησης, που θα προσκομίζονται στην Τράπεζα από τις επιχειρήσεις για συναλλαγές με την ΕΜΠΟΡΟΚΑΡΤΑ/VISA που της έχει χορηγηθεί, με χρέωση του λογαριασμού της και ότι κάθε μήνα η Τράπεζα θα στέλνει σ΄ αυτήν, κάτοχο της κάρτας, με απλό ταχυδρομείο, λογαριασμό όπου θα καταγράφονται οι καταβολές του περασμένου μηνός με τις σχετικές επιβαρύνσεις και έξοδα, σε περίπτωση δε μη υποβολής εντός δεκαημέρου από της λήψεως του λογαριασμού, αντιρρήσεων εκ μέρους της τελευταίας, ο λογαριασμός θα λογίζεται αποδεκτός. Επίσης με τους ίδιους όρους συμφωνήθηκε ότι ο κάτοχος της κάρτας είναι υποχρεωμένος να εξοφλήσει ολόκληρο το ποσό του λογαριασμού που του αποστέλλεται μέσα στην προθεσμία που αναγράφεται στον αποστελλόμενο λογαριασμό, ή μπορεί να εξοφλήσει το όριο που έχει καθορισθεί από την Τράπεζα με έντοκες μηνιαίες δόσεις που θα καθορίζονται από την τελευταία, στην τελευταία δε περίπτωση, δηλαδή της εξόφλησης με δόσεις, η οφειλή θα επιβαρύνεται με επιτόκιο που θα καθορίζει η τράπεζα μέσα στα νόμιμα όρια και θα γνωστοποιεί κάθε φορά στον κάτοχο. Σε περίπτωση που καθυστερείται η πληρωμή δύο μηνιαίων δόσεων ολόκληρο το ποσό που απομένει καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό αυτοδίκαια και επιβαρύνεται με τόκο υπερημερίας. Τέλος, με τους ίδιους όρους συμφωνήθηκε ότι η οφειλή της κατόχου της κάρτας θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα του λογαριασμού της, που τηρείται στην Τράπεζα μηχανογραφικά και ότι η τελευταία, (Τράπεζα), θα έχει το δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση πίστωσης και να απαγορεύσει την παραπέρα χρήση της κάρτας. Ο λογαριασμός, που ανοίχθηκε προς εξυπηρέτηση της σύμβασης με αριθμό .......... στις 24.1.1995, παρουσίασε οφειλόμενο υπόλοιπο ποσού 938.564 δραχμών, που αναγνώρισε η κάτοχος της κάρτας πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία, για μερική εξόφλησή του, κατέβαλε αυθημερόν το ποσό των 150.000 δραχμών, το δε υπόλοιπο εκ δραχμών 788.564 συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε μηνιαίες δόσεις των 20.000 δραχμών. Η κάτοχος της κάρτας καθυστέρησε την καταβολή των δύο πρώτων δόσεων κι έτσι σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης το οφειλόμενο ποσό των 788.564 δραχμών κατέστη πάραυτα ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, επιβαρυνόμενο από 25.3.1995 με τόκους υπερημερίας, τους οποίους όμως η πιστώτρια Τράπεζα ανατόκιζε ανά τρίμηνο, παρά τη μη ύπαρξη συμφωνίας περί ανατοκισμού, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός κατά το οριστικό κλείσιμό του με καταγγελία της Τράπεζας που έγινε στις 13.3.1997 και κοινοποιήθηκε στην κάτοχο της κάρτας την 18.3.1997, να εμφανίζει χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της τελευταίας ύψους 1.695.844 δραχμών, το οποίο επιβαρυνόμενο στη συνέχεια με τόκους υπερημερίας ανατοκιζόμενους ανά τρίμηνο ή και σε συντομότερο χρονικό διάστημα ανήλθε στις 9.11.2000 στο ποσό των 4.537.493 δραχμών, για το οποίο και εκδόθηκε η ανακοπτόμενη υπ΄ αριθμ. .......... διαταγή πληρωμής. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τα επόμενα: Ελλείψει σχετικής μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας περί ανατοκισμού η τράπεζα παρανόμως προέβη σε ανατοκισμό των οφειλομένων τόκων. Ούτε εξάλλου είχε η Τράπεζα τη δυνατότητα ανατοκισμού ανά εξάμηνο των οφειλομένων τόκων από 15.4.1998, ημερομηνία ισχύος του ν.2601/1998, διότι ο εξάμηνος ανατοκισμός επί πιστώσεων μέσω πιστωτικών δελτίων, (καρτών), ισχύει από την πρώτη ανανέωσή τους, πράγμα όμως το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, ούτε εξάλλου η Τράπεζα επικαλείται κάτι τέτοιο. Εφόσον συνεπώς δεν εχώρησε ανανέωση της πιστωτικής κάρτας δεν ισχύει ο ανά εξάμηνο ανατοκισμός του άρθρου 2601/1998. Στη συνέχεια, το Εφετείο συμπέρανε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η οφειλή της κατόχου της κάρτας ανήρχετο στις 24.1.1995 στο ποσό των 788.564 δραχμών και ότι μη νομίμως (η αναιρεσείουσα) Τράπεζα προέβη σε ανατοκισμό και κεφαλαιοποίηση των οφειλόμενων τόκων, εφόσον δεν υπήρχε σχετική συμφωνία γι΄ αυτό. Συνακόλουθα με τα ανωτέρω το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της έφεσης της τώρα αναιρεσείουσας με τους οποίους αυτή διατεινόταν ότι (α) το προς ανατοκισμό κεφάλαιο ανερχόταν την 20.3.1995 σε 856.074 δραχμές και όχι στο ποσό των 788.564, όπως δέχθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και (β) ότι νομίμως αυτή προέβη σε ανατοκισμό παρά την έλλειψη σχετικής συμφωνίας άλλως ότι από της ισχύος του ν.2601/1998 ίσχυε ο ανατοκισμός ανά εξάμηνο κατ΄ ελάχιστο όριο και ότι συνεπώς η προσβληθείσα με την από 24.4.2001 ανακοπή των αναιρεσίβλητων υπ΄ αριθ. ........... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έπρεπε να επικυρωθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για το ποσό των 3.217.026,41 δραχμών ή 9.441,02 ευρώ στο οποίο (επίσης κατά την αναιρεσείουσα), ανήλθε η οφειλή των αναιρεσιβλήτων μετά νόμιμο ανατοκισμό ανά τρίμηνο και στη συνέχεια ανά εξάμηνο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφαση την εν προκειμένων αποκλειστικά εφαρμοστέα λόγω της πριν από τη δημοσίευση του ν.2601/1998 (15.4.1998) καταγγελίας από την αναιρεσείουσα Τράπεζα της υφιστάμενης μεταξύ αυτής (αναιρεσείουσα) και της πιστούχου πρώτης αναιρεσίβλητης ουσιαστική διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 ν.2601/1998. αφού από την, κατ΄ άρθρο 12 παρ. 7 ν.2601/1998, εφαρμοστέα από τη 15.10.1998 σε σχέση με την ανωτέρω σύμβαση διάταξη αυτή δεν απαιτείται για τον αυτοδίκαιο ανά εξάμηνο ανατοκισμό των οφειλομένων τόκων η ανανέωση της καταγγελομένης σύμβασης. Επομένως ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατ΄ εκτίμηση του οποίου, προσάπτεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης αιτίαση αντίστοιχη με την ανωτέρω είναι βάσιμος. Περαιτέρω και για το ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το μέρος του τρίτου λόγου της από 18 Απριλίου 2003 έφεσης της αναιρεσείουσας με το οποίο αυτή παρεπονείτο για τον από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ανακοπής της υπολογισμό των τόκων υπερημερίας με βάση το εξωτραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατ΄ εκτίμηση του οποίου διατυπώνεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης για την εκτεθείσα παράλειψη του Εφετείου αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος. Συνακόλουθα με όσα έχουν εκτεθεί πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ΄ αριθ. 1309/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, παρελκούσης της ερεύνης του τρίτου λόγου αναιρέσεως, και κατ΄ άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. να παραπεμφθεί η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρούμενη απόφαση στο δυνάμενο να συντεθεί από άλλους δικαστές ανωτέρω Εφετείο για περαιτέρω απ΄ αυτό εκδίκαση της υπόθεσης αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την ασκηθείσα από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" από 9 Μαρτίου 2005 αίτηση αναίρεσης ως προς το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της υπ΄ αριθ. 25132/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Αναιρεί την υπ΄ αριθ. 1309/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρούμενη απόφαση, στο Εφετείο Θεσσαλονίκης για περαιτέρω απ΄ αυτό εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από χίλια πεντακόσια, (1.500), ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ