Legislator Case Law & Legislation
1652/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on loan contract terms, rejecting currency risk argument and procedural defect claims.

Case Number 1652/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject their claim for contract invalidity. The appellants argued that the bank should accept repayment in the original Swiss franc rate due to currency fluctuations, while the court held this constituted an unjustified transfer of commercial risk to the borrowers. Furthermore, the court rejected the procedural claim of error because the lower court had already ruled the legal basis inadmissible without reaching the merits. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 806 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The borrower cannot unilaterally shift the contractual exchange rate risk to the lender, and a procedural defect claim is inadmissible if the lower court has already ruled the legal basis inadmissible.

Keywords

AI generated
loan contract validity currency exchange risk commercial risk allocation good faith principle procedural inadmissibility contractual terms legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 806 of the Civil Code
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1652 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1652/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. -Ε. Κ. του Ν., 2) Ν. Κ. του Ι., 3) Μ. - Α. Κ. του Ν. και 4) Χ. συζύγου Ν. Κ., απάντων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χαραλάμπη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμπληνίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4121/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 7112/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-5-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 7112/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση των εναγόντων κατά της υπ' αριθ. 4121/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μόνο ως προς το μέρος που απέρριψε ως νόμω αβάσιμο το αίτημα της αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας των αναφερομένων όρων των ένδικων συμβάσεων, το οποίο απέρριψε στη συνέχεια ως ουσία αβάσιμο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για τι παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].

Από τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, προκύπτει ότι με τη σύμβαση έντοκου δανείου, η οποία είναι ενοχική, διαρκής, αμφοτεροβαρής και άτυπη σύμβαση, ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλο κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας.

Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της σύμβασης δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Ο δανείζων έχει την υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου και οριστικά να το εισφέρει στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου, εφόσον δε το άρθρο 806 ΑΚ δεν διακρίνει είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή προς τον οφειλέτη [ΑΠ 123/2017], δηλαδή μέσω τρίτου προσώπου [ΑΠ 1786/2013, ΑΠ 1620/2008].

Τέτοιος τρόπος είναι αναμφίβολα και η μετατροπή του δανείσματος σε άλλο νόμισμα, όπως από ελβετικά φράγκα σε ευρώ και η απόδοση των ευρώ είτε με αυτούσια απόδοση είτε με τη μορφή λογιστικού χρήματος είτε με την έκδοση κάποιου αξιογράφου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή [ολΑΠ 14/2015, ολΑΠ 7/2008].

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται [ολΑΠ 8/2018, ολΑΠ 27/1998].

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον παρακάτω αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην αγωγή των εκκαλούντων όσο και από τις ενσωματωμένες σε αυτήν τρεις δανειακές συμβάσεις με τα παραρτήματα αυτών προκύπτει σαφώς ότι αυτές καταρτίστηκαν με γνώση όλων των συμβαλλομένων, άρα και των εναγόντων, ως δανειακές συμβάσεις σε αλλοδαπό νόμισμα δηλ.

σε ελβετικό φράγκο, το γεγονός δε ότι το ποσό του δανείσματος εκταμιεύτηκε στην Ελλάδα σε ευρώ κατά τη συμφωνία των μερών καθώς και ότι οι δόσεις του δανείου καταβάλλονταν από τους ενάγοντες σε ευρώ, με την συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ των δύο νομισμάτων κατά τον χρόνο της κάθε καταβολής, δεν μεταλλάσσει τη δανειακή σύμβαση από σύμβαση σε ελβετικό φράγκο σε σύμβαση με ευρώ,...

αφού όπως καθίσταται σαφές και επαναλαμβάνεται διαρκώς σε όλες τις συμβάσεις αλλά και στην ενσωματωμένη στην αγωγή κίνηση των επίδικων λογαριασμών, οι δανειολήπτες δεν έλαβαν δάνειο σε ευρώ ούτε η οφειλή τους είναι σε ευρώ αλλά σε ελβετικό φράγκο. Κατά συνέπεια, ο δανειακός όρος 7α εδ. 2 και 3 σύμφωνα με τον οποίο: "Εφ' όσον το Δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού έχει χορηγηθεί σε συνάλλαγμα, οι/οι Οφειλέτης/τες υποχρεούνται/ούνται να εκπληρώσει/ουν τις εντεύθεν υποχρεώσεις του/τους προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε EURO με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής.

Εφ' όσον το Δάνειο χορηγήθηκε κατά ένα μέρος σε Euro και κατά το υπόλοιπο σε συνάλλαγμα, το ποσό των κάθε μορφής εισπράξεων σε εξόφληση των από το δάνειο υποχρεώσεων, σε περίπτωση αμφιβολίας, φέρεται σε εξόφληση των Euro και συναλλαγματικών υποχρεώσεων με την ίδια αναλογία Euro/συναλλαγματικής χορήγησης" και ο δανειακός όρος 9 σύμφωνα με τον οποίο "Σε περίπτωση καταγγελίας σύμφωνα με το αμέσως προηγούμενο άρθρο, η Τράπεζα δικαιούται να μετατρέψει το σύνολο της απαίτησης σε ισότιμη οφειλή EURO με βάση την τιμή πώλησης που ισχύει κατά την ημέρα της καταγγελίας.

Η οφειλή αυτή (σε EURO) θα φέρει στο εξής τόκο υπερημερίας προς επιτόκιο, το οποίο θα ισούται με το εκάστοτε Βασικό Στεγαστικό Επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες", που ορίζουν ακριβώς τον τρόπο πληρωμής των δόσεων κατόπιν μετατροπής κάθε δόσης από ελβετικό φράγκο σε ευρώ με βάση την ισοτιμία των δυο νομισμάτων κατά το χρόνο καταβολής και σε περίπτωση καταγγελίας με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία κατά την ημέρα της καταγγελίας, είναι ισχυροί και βρίσκουν πεδίο εφαρμογής στις ένδικες συμβάσεις, όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τους αντίστοιχους λόγους έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι "οι εκάστοτε οφειλές των εναγόντων είναι απόρροια του γεγονότος σύναψης της επίδικης σύμβασης σε ξένο νόμισμα και της ανωτέρω ρήτρας συναλλάγματος που περιέχει" (σελ. 12) στην ουσία απέρριψε, αν και όχι με ειδική αιτιολογία, την πρώτη βάση της αγωγής ως νομικά αβάσιμη (εφόσον όπως αναφέρεται στη σελ. 10 η αγωγή είναι απορριπτέα στο σύνολό της ως μη νόμιμη), ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις, συμπληρουμένης της αιτιολογίας της παραδεκτώς με την παρούσα (αρθ. 534 ΚΠολΔικ), χωρίς η επικαλούμενη από τους εκκαλούντες ομολογία κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔικ της εναγόμενης -και αληθής υποτιθέμενη- στο θέμα αυτό που αφορά τη νομική βασιμότητα της αγωγής να επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου, αφού η ομολογία αναφέρεται σε πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι στο νόμω βάσιμο, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο προτού να υπεισέλθει στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής.

Στη συνέχεια ορθώς απέρριψε ως μη νόμιμα και όλα τα αιτήματα που συνέχονται αναγκαίως με την ανωτέρω βάση ήτοι: α) το περί αναγνωρίσεως ότι οι ανωτέρω όροι δεν έχουν αντικείμενο εφαρμογής άλλως ότι έχουν καταργηθεί και ότι οι ένδικες συμβάσεις είναι σε ευρώ με το αναφερόμενο εκεί δάνεισμα σε ευρώ καθώς και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να επανυπολογίσει σε ευρώ τις δανειακές συμβάσεις και να δέχεται εξοφλητικά τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις και κάθε καταβολή σε ευρώ με βάση την ισοτιμία μεταξύ των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου, δ) περί αναγνωρίσεως ότι το δάνεισμα του πρώτου δανείου είναι 241.236,02 ευρώ, του δεύτερου δανείου 135.000 ευρώ και του τρίτου 100.000 ευρώ με βάση αυτήν την ισοτιμία, ε) ν' αναγνωρισθούν σε ευρώ τα μέχρι σήμερα καταβληθέντα μέρη των δανεισμάτων με βάση την ίδια ως άνω ισοτιμία, στ) ν' αναγνωριστεί σε ευρώ το ανεξόφλητο υπόλοιπο των δανεισμάτων με βάση την ίδια ως άνω ισοτιμία, ζ) ν' αναγνωριστεί ότι δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας, ανατοκισμοί ή επιβάρυνση που αντιβαίνουν στα ανωτέρω, η) ν' απαγορευθεί στην εναγόμενη να καταγγείλει τις ένδικες συμβάσεις ή και να επιδιώξει δικαστικά ή εξώδικα την είσπραξη των οφειλομένων.

Συνεπώς, πρέπει οι ανωτέρω λόγοι και το σκέλος του Δ1 λόγου που εμπίπτει στα ανωτέρω ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι." Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την κύρια βάση της αγωγής, αφενός μεν έλαβε υπόψη το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτή περιστατικών, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του οικείου δικογράφου, και, συνεπώς, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα παραδεκτώς προταθέντα, αφετέρου δε, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 806 επ.

και 361 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τα ανωτέρω, ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής, τα ένδικα δάνεια συνομολογήθηκαν σε ελβετικό φράγκο και, ως εκ τούτου, οι πιο πάνω τεθέντες όροι, που ορίζουν τον τρόπο πληρωμής των δόσεων κατόπιν μετατροπής κάθε δόσης από ελβετικό φράγκο σε ευρώ με βάση την ισοτιμία των δυο νομισμάτων κατά το χρόνο καταβολής και σε περίπτωση καταγγελίας με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία κατά την ημέρα της καταγγελίας, είναι ισχυροί και βρίσκουν πεδίο εφαρμογής στις ένδικες συμβάσεις.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 11 του άνω άρθρου [λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει], 20 [παραμόρφωση συμβατικού όρου περί συμβάσεων σε ευρώ και όχι σε ελβετικό φράγκο], 19 [έλλειψη επαρκούς και σαφούς νόμιμης βάσης για το ουσιώδες ζήτημα της εκταμίευσης και του νομίσματος των επίδικων συμβάσεων] και 1 και 19 [εσφαλμένη επάλληλη αιτιολογία], είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο απέρριψε την πρώτη βάση της αγωγής ως μη νόμιμη και συνεπώς δεν ερεύνησε την ουσία της διαφοράς.

Περαιτέρω, το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές ορίζει ότι: "Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας.

Η έκφραση "νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου", που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει επίσης τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμον μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως". Επιπροσθέτως, στην 13η σκέψη του Προοιμίου της εν λόγω Οδηγίας αναφέρεται ότι: "Οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που καθορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τους όρους των συμβάσεων με τους καταναλωτές θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες ότι, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας οι ρήτρες, που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και αρχές ή διατάξεις διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη-μέλη ή η Κοινότητα ότι, γι' αυτόν τον λόγο, η έκφραση "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου", που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει τους κανόνες, οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως".

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την Οδηγία 93/13/ΕΚ, συμβατικοί όροι, οι οποίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με διατάξεις μιας χώρας-μέλους, εξ ορισμού, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και επομένως δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικοί όροι συναλλαγών, αφού αυτό που προβλέπεται ως συμβατικός όρος θα ίσχυε έτσι και αλλιώς, ακόμη και αν δεν υπήρχε η επίμαχη ρήτρα.

Τούτο δε δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις, εξ ορισμού, δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, αφού ο εθνικός νομοθέτης ήδη προέβη σε στάθμιση συμφερόντων των μερών και μία τέτοια νομοθετική στάθμιση δεν μπορεί να είναι καταχρηστική, δεδομένου ότι σε διαφορετική περίπτωση, ο έλεγχος των ρητρών αυτών για καταχρηστικότητα θα σήμαινε στην ουσία έλεγχο σκοπιμότητας του νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια, πράγμα που αντίκειται στη διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 Συντ.).

Οι όροι αυτοί, αποκαλούμενοι "δηλωτικοί", μπορεί να απηχούν εθνικές ρυθμίσεις όχι μόνον αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου, όπως σαφώς εξηγείται στην προπαρατιθέμενη σκέψη του Προοιμίου, με αποτέλεσμα η αναφορά του άρθρου 1 παρ. 2 σε "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" να μη συνιστά νομική ακριβολογία και γι' αυτό πρέπει να νοηθεί ως διατάξεις απλώς δεσμευτικού, αναγκαστικού ή ενδοτικού, δικαίου, αφού και οι διατάξεις του ενδοτικού δικαίου περιέχουν σταθμισμένες από το νομοθέτη ρυθμίσεις οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα και των δύο μερών.

Περαιτέρω, είναι μεν αληθές ότι η ως άνω εξαίρεση των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/1994, που αποτελεί ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13. Παρότι, όμως, δεν έγινε μεταφορά της εξαίρεσης αυτής στο εθνικό δίκαιο με ειδική και ρητή διάταξη, εν τούτοις πρέπει να θεωρηθεί ότι ενυπάρχει στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας.

Και τούτο διότι σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/94: "Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας, των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται".

Άλλωστε, η ένταξη μιας Οδηγίας στην εθνική νομοθεσία δεν απαιτεί την αυτούσια (κατά λέξη) ενσωμάτωση των άρθρων της Οδηγίας στην εθνική νομοθεσία αλλά με διατάξεις του εθνικού δικαίου να επέρχεται το αυτό αποτέλεσμα που επιδιώκει και η Οδηγία. Θεωρείται, δηλαδή, μια διάταξη Οδηγίας ενσωματωμένη όταν, χωρίς να υπάρχει ρητή απόκλιση, από αυτή, επιτυγχάνεται το ίδιο αποτέλεσμα, με την εφαρμογή ανάλογης διάταξης της εθνικής νομοθεσίας, έστω και αν αυτή έχει διαφορετική διατύπωση.

Περαιτέρω, η αρχή της διαφάνειας των συμβατικών όρων, που χωρίς διαπραγμάτευση εντάσσονται στη σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή διακηρύσσεται στην 20η αιτιολογική σκέψη και προκύπτει από τα άρθρα 4 παρ. 2 και 5 εδάφ α' της Οδηγίας 93/13. Στο εσωτερικό δίκαιο η ίδια αρχή περιέχεται στο άρθρο 2 παρ. 2 εδάφ.

α' και 2 παρ 7 περ. ε και ια' ν. 2251/1994. Η αρχή αυτή αποτελεί εκδήλωση του προτύπου πληροφόρησης, που ενισχύει την προσωπική ευθύνη του καταναλωτή για την συμβατική επιλογή του με την παροχή σε αυτόν προστασίας εμφανιζόμενης υπό την μορφή της εξασφάλισης ενός επιπέδου πληροφόρησης, το οποίο θα καθιστά τον ίδιο υπεύθυνο φορέα λήψης αποφάσεων εντός μιας αγοράς όπου λειτουργούν οι κανόνες του ανταγωνισμού.

Το συγκεκριμένο πρότυπο πληροφόρησης κατά τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. έχει ως αποδέκτη το μέσο καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (απόφαση ΔΕΕ της 30ης Απριλίου 2014 στην υπόθεση... κ.λ.π. κατά..., 26/13, σκέψη 74). Υπό το πρίσμα αυτό εξεταζόμενη η επιβολή συγκεκριμένων συμβατικών όρων μέσω μίας επέμβασης προκαλούμενης από την υπαγωγή της υπόθεσης σε δικαστική διάγνωση αποκλείεται να αποτελεί τον κανόνα, αφού αυτή εμφανίζει επικουρικό χαρακτήρα για την κάλυψη των περιπτώσεων όπου ο ανταγωνισμός δεν λειτουργεί ή λειτουργεί πλημμελώς εξαιτίας της εμφάνισης κάποιου πληροφοριακού ελλείμματος.

Η Οδηγία 93/13, καταλείποντας τη σχετική ευχέρεια επιλογής στον εσωτερικό νομοθέτη, δεν περιέχει ρυθμίσεις που προβλέπουν τον έλεγχο, υπό το πρίσμα της αρχής της διαφάνειας της ένταξης των όρων στη σύμβαση, ενώ οι προαναφερόμενοι κανόνες του ν. 2251/1994 επιβάλλουν να ερευνάται εάν επιτρέπεται η ένταξη του αδιαφανούς όρου στο συμβατικό περιεχόμενο της σχέσης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, καθώς και εάν προκαλείται ακυρότητα της σχετικής ρήτρας λόγω του ασαφούς περιεχομένου της.

Με δεδομένο όμως ότι κατά κανόνα το περιεχόμενο του ελεγχόμενου όρου είναι απλό και κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική και γλωσσική άποψη, ώστε ο έλεγχος ένταξης κατά το άρθρο 2 παρ. 2 εδάφ. α' Ν. 2251/1994 να μην αποβαίνει αρνητικός αναγκαίως, η έρευνα να επιχειρείται κυρίως σε σχέση με περιεχόμενο, το οποίο επιβάλλεται να διαμορφώνεται, κατά τρόπο ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης.

Ειδικότερα, τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και τιμήματος δεν υποβάλλονται σε έλεγχο καταχρηστικότητας σύμφωνα με τη 19η αιτιολογική σκέψη και τον κανόνα του άρθρου 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13, καθώς και κατά το άρθρο 2 παρ 6 εδάφ. α' ν. 2251/1994, ερμηνευόμενο με τη μέθοδο της τελολογικής συστολής του κανονιστικού του περιεχομένου.

Όμως, το ίδιο το άρθρο 4 παρ. 2 συμπληρώνοντας τη ρύθμιση του άρθρου 5 εδάφ. α' της Οδηγίας ορίζει ότι: "Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό".

Επιβάλλει, δηλαδή, οι σχετικοί όροι, που ανάγονται στα ουσιώδη μέρη της συμβάσεως (essentialia negotii) να μην αποδίδονται κατά τρόπο ασαφή, ακατανόητο ή παραπλανητικό, ώστε να μην παραβιάζεται η αρχή της διαφάνειας (ΑΠ 561/2014, ΑΠ 652/2010, ΑΠ 430/2005), σε σχέση με τις οικονομικές επιβαρύνσεις του καταναλωτή με τη χρήση αδιαφανών ρητρών, που συγκαλύπτουν την πραγματική νομική και οικονομική κατάσταση, προκαλώντας κίνδυνο ο τελευταίος είτε να απόσχει από την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων του είτε να αποδεχθεί αξιώσεις τις οποίες εμφανίζεται να έχει ο προμηθευτής.

Ο αποκλεισμός του ελέγχου καταχρηστικότητας των συμβατικών όρων που περιγράφουν τη σχέση αναλογίας μεταξύ παροχής και τιμήματος προκαλείται εξαιτίας της αδυναμίας αναγωγής της δικαιοδοτικής κρίσης σε κάποιο υφιστάμενο αντικειμενικό πρότυπο επιμέτρησης. Κυρίως, όμως, αποδίδεται στον ιδιαίτερο χαρακτήρα των σχετικών ρητρών, αφού μέσω αυτών διαμορφώνεται το κύριο χαρακτηριστικό περιεχόμενο της συμβάσεως, σε σχέση με το οποίο είναι και παραμένει επικεντρωμένο το ενδιαφέρον αυτοπροστασίας του καταναλωτή και εκδηλώνεται επιμέλεια, εκ μέρους του, για τη συγκέντρωση των σχετικών πληροφοριών.

Υπό το πρίσμα και της ως άνω συμπεριφοράς, που είναι αναμενόμενο να εκδηλώνεται από τον καταναλωτή, οι συγκεκριμένοι συμβατικοί όροι υποβάλλονται σε έλεγχο, ώστε να διαγνωστεί εάν είναι σύμφωνοι με την αρχή της διαφάνειας, η οποία αναλύεται ειδικότερα στην αρχή της σαφούς και κατανοητής διατύπωσης, στην αρχή του ορισμένου ή οριστού περιεχομένου και στην αρχή της προβλεψιμότητας της χρήσεως των όρων, που ταυτίζεται με τον αποκλεισμό απροσδόκητων, αιφνιδιαστικών ή παραπλανητικών ρητρών.

Ως προβλέψιμος χαρακτηρίζεται ο όρος, που είναι όμοιος με αυτούς που συνήθως εμφανίζονται και διαμορφώνουν το αντίστοιχο περιεχόμενο των ιδίου τύπου συμβάσεων, με τις οποίες η επιβαλλόμενη στον καταναλωτή οικονομική επιβάρυνση είναι ορισμένη ή προκύπτει ο αριθμητικός της προσδιορισμός από συγκεκριμένες εκτιθέμενες παραμέτρους, με την εκτέλεση από τον καταναλωτή απλού μαθηματικού υπολογισμού.

Οι όροι που εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά αυτά είναι αναμενόμενοι για τους καταναλωτές, που επιλέγουν να μετέχουν στον αντίστοιχο συμβατικό τύπο, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ένα υψηλό επίπεδο αυτοπροστασίας, μέσω της λειτουργίας του ανταγωνισμού, ώστε να αποκλείεται η δικαιοδοτική επέμβαση και η επιβολή μιας διαφορετικής διαμόρφωσης του συμβατικού περιεχόμενου.

Ήδη σημειώθηκε, ότι κατά τη 13η αιτιολογική σκέψη του Προοιμίου της Οδηγίας 93/13, οι κανόνες ενδοτικού και κατά μείζονα λόγο αναγκαστικού δικαίου των εθνικών δικαίων θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες. Επίσης, ότι σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 εδάφ. α' και β' της Οδηγίας, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της, οι συμβατικές ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και οι κανόνες, που εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, αν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως (κανόνες ενδοτικού δικαίου).

Η ρύθμιση αυτή αποκλείει τον έλεγχο των χαρακτηριζόμενων ως δηλωτικών όρων, διότι αυτοί αποδίδουν κανόνες οι οποίοι και χωρίς τη σχετική συμβατική παραπομπή σε αυτούς θα ήταν εφαρμοστέοι.

Επομένως, για να υπάρξει κατά το ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "την σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή". Σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται, όπως προαναφέρθηκε, διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων και, συνακόλουθα, καταχρηστικότητα.

Έτσι, ένας τέτοιος όρος, που δεν ελέγχεται για καταχρηστικότητα, δεν ελέγχεται και για το αν αυτός είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας (93/13), διότι δεν νοείται όρος (ρήτρα), μη καταχρηστικός, ο οποίος απηχεί κανόνα εσωτερικού (αναγκαστικού ή ενδοτικού) δικαίου, που ελλείψει του σχετικού όρου θα εφαρμοζόταν ούτως ή άλλως, να είναι, συνάμα, ασαφής και ακατανόητος, δηλαδή αδιαφανής.

Συνακόλουθα, ένας τέτοιος όρος (δηλωτικός), εξ ορισμού, αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994. Δηλαδή, διαφεύγει κάθε ελέγχου καταχρηστικότητας, άρα και του ελέγχου διαφάνειας, που προβλέπεται από το άρθρο 2 του ν. 2251/1994, (και εξειδικεύεται στην παρ. 7 του ιδίου άρθρου), σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/2013.

Η ως άνω ερμηνεία καταλήγει σε λύση σύμφωνη με το σκοπό της ίδιας Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της. Ειδικότερα, όταν στη σύμβαση τραπεζικού στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα μεταξύ των διαδίκων υφίσταται ο επίμαχος ΓΟΣ, που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, ανακύπτει το ζήτημα, εάν ο όρος αυτός είναι "δηλωτικός", ταυτίζεται δηλαδή ή απηχεί κατά περιεχόμενο εθνικές ρυθμίσεις, και μάλιστα όχι μόνο αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου.

Πράγματι, το άρθρο 291 ΑΚ ορίζει σχετικά: "Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στον οφειλέτη, που εγκύρως ανέλαβε οφειλή σε ξένο νόμισμα, παρέχεται η ευχέρεια να εξοφλήσει την οφειλή του αυτή είτε στο νόμισμα της οφειλής, είτε σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής. Ως τρέχουσα αξία, σημειωτέον, νοείται εκείνη, που θα απαιτηθεί, προκειμένου ο δανειστής να αποκτήσει το νόμισμα της οφειλής.

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή υφίσταται μία οφειλή, σε ξένο νόμισμα, πλην όμως παρέχεται στον οφειλέτη η διαζευκτική ευχέρεια να καταβάλει άλλη παροχή αντί εκείνης, που από την αρχή οφείλεται, και συγκεκριμένα σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος, κατά την ανωτέρω έννοια αυτής, στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής.

Ωστόσο, ένας τέτοιος όρος σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ Τράπεζας και δανειολήπτη, όπως στην προκείμενη περίπτωση, απηχεί το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 291 ΑΚ, και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα ή αδιαφάνεια του σχετικού όρου.

Ειδικότερα, η αναγραφή στον όρον αυτό, ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, δεν συνιστά διαζευκτική ενοχή, κατά την έννοια των άρθρων 305 επ.

ΑΚ, παρά τη χρήση της λέξεως υποχρεούται, αφού δεν οφείλονται δύο αλλά μόνο μία παροχή, αυτή στο ξένο νόμισμα, και απλώς παρέχεται στον οφειλέτη η ευχέρεια να την εκπληρώσει, είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, που είναι πλέον το εθνικό νόμισμα από 01-01-2001, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής.

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 305 επ. ΑΚ περί διαζευκτικής ενοχής, ώστε να τίθεται ζήτημα επιλογής εκ μέρους του οφειλέτη, εφόσον με τον όρο αυτό δεν του αφέθηκε η επιλογή, αν θα έχει δάνειο σε ξένο νόμισμα ή σε ευρώ, αλλά εξαρχής έχει προβεί στην επιλογή δανείου σε ξένο νόμισμα, και του παρέχεται η ευχέρεια να το εξοφλήσει είτε στο ξένο νόμισμα είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής.

Για το λόγο αυτό ένας τέτοιος όρος δεν επαναλαμβάνει μεν νοηματικά, απηχεί όμως το περιεχόμενο του άρθρου 291 ΑΚ (ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 1071/2022, ΑΠ 948/2021].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του ενδιαφέροντος την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης μέρους της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη Τράπεζα, για τη ρύθμιση των σχέσεών της με τις ως άνω δανειολήπτριες (α, γ και δ των εναγόντων) και τον εγγυητή (β των εναγόντων), συμπεριέλαβε σε καθεμιά από τις ένδικες συμβάσεις τον ως άνω πανομοιότυπο όρο, ο οποίος, όχι μόνο δεν αποκλίνει από τις σχετικές διατάξεις του ενδοτικού δικαίου, αντιθέτως, επαναλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, ως εκ τούτου ο όρος δεν υπόκειται στις διατάξεις της Οδηγίας 93/13 και κατ' επέκταση της νομοθεσίας περί προστασίας καταναλωτή, σε κάθε δε περίπτωση ο εν λόγω όρος, ως επαναλαμβάνων την διάταξη του άρθρου 291 AK, δεν μπορεί να θεωρηθεί, σύμφωνα και με την ως άνω νομολογία, ότι προκαλεί σημαντική διατάραξη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ανάμεσα στον προμηθευτή και τους καταναλωτές.

Συνεπώς, ο όρος 7α εδ. 2 και 3 των επιδίκων δανειακών συμβάσεων είναι Γ.Ο.Σ. που επαναλαμβάνει εθνική ρύθμιση σε συναλλαγή που δεν αποκλίνει από το ρυθμιστικό πρότυπο του εθνικού νομοθέτη, όπως το έθεσε, όταν θέσπιζε την ως άνω εθνική ρύθμιση ούτε την συμπληρώνει ούτε τη διαφοροποιεί ως προς το οποιοδήποτε ουσιώδες στοιχείο, καταλείποντας τον προσδιορισμό του ύψους της συναλλαγματικής ισοτιμίας στην εναγόμενη τράπεζα.

Και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, κατά ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/13 (βλ. 13η σκ. Προοιμίου της Οδηγίας και αριθ. 1 παρ. 2 αυτής), κατά την οποία, αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οι συμβατικές ρήτρες που απηχούν διατάξεις ενδοτικού δικαίου της εθνικής νομοθεσίας, δίχως να τροποποιούν το περιεχόμενό τους ή το πεδίο εφαρμογής τους.

Τα ίδια ισχύουν και για τον αναγκαίως συνεχόμενο με τον παραπάνω όρο με αρ. 9 όρο της δανειακής σύμβασης σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση καταγγελίας, η Τράπεζα δικαιούται να μετατρέψει το σύνολο της απαίτησης σε ισότιμη οφειλή EURO με βάση την τιμή πώλησης που ισχύει κατά την ημέρα της καταγγελίας, δεδομένου ότι αφορά επίσης ουσιώδες στοιχείο-κύριο αντικείμενο της σύμβασης (essentialia negotii) και αφορά τη βασική σχέση παροχής - αντιπαροχής και επιπλέον αποτελεί ιδιαίτερη έκφανση και εκδήλωση της ενέργειας του προεκτεθέντος με αρ. 7α εδ. 2 και 3 δηλωτικού όρου της σύμβασης, αφού επαναλαμβάνει στην ουσία τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ στην περίπτωση της καταγγελίας της σύμβασης που έχει ως συνέπεια την κήρυξη ολόκληρου του υπόλοιπου ποσού του δανείου ως ληξιπρόθεσμου και απαιτητού κατά το άληκτο κεφάλαιο του Δανείου, τις ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτού, τους τόκους και τα έξοδα κατ' άρθρο 8 εδ.

β των δανειακών συμβάσεων που προεκτέθηκαν.

Συνεπώς, και αυτός ο όρος δεν ελέγχεται κατά τα προεκτεθέντα ως καταχρηστικός. Περαιτέρω, οι επίδικες συμβάσεις δανείου σε ελβετικό φράγκο (CHF) δεν νοούνται ως δανειακές συμβάσεις με ρήτρα ξένου νομίσματος ή συναλλάγματος ή, κατά διαφορετική εκδοχή, σύμβαση με ρήτρα αξίας ξένου νομίσματος ή συναλλάγματος, περιπτώσεις στις οποίες δεν εφαρμόζεται το άρθρο 291 του ΑΚ.

Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από τα σώματα των ενδίκων συμβατικών κειμένων και των παραρτημάτων τους, τα οποία ενσωματώνονται αυτούσια στο αγωγικό δικόγραφο: 1) τα οικεία δάνεια μεταξύ των συμβαλλόμενων διαδίκων μερών συμφωνήθηκαν ρητά στο ως άνω αλλοδαπό νόμισμα (CHF), με κυμαινόμενο επιτόκιο με βάση το επιτόκιο Libor και χαμηλό επιτοκιακό spread (περιθώριο κέρδους) υπέρ της εναγόμενης τράπεζας, παράμετροι που προσιδιάζουν σε δάνειο σε τέτοιο συνάλλαγμα, οπότε επιστρεπτέο τοκοχρεολυτικά κατέστη το δάνεισμα στο ξένο αυτό νόμισμα, κατά συνομολογηθείσα χρηματική αντιπαροχή των εναγουσών, με ρητώς προβλεφθείσα, στον επίμαχο όρο, διαζευκτική ευχέρειά τους να καταβάλουν το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ, κατ' επανάληψη της ΑΚ 291, ενώ, σε κάθε περίπτωση, με δεδομένο πως το δάνειο (υπό την εκδοχή της κατάρτισής του ως παραδοτικής σύμβασης) συντελείται δια της περιέλευσης του δανείσματος από την περιουσία του δανειοδότη σε αυτή του δανειολήπτη με οποιονδήποτε ισοδύναμο της μεταβίβασης της κυριότητας οικονομικό τρόπο, στην ένδικη βιοτική περίσταση δεν ήταν αναγκαία η υλοποίηση της σύμβασης εκ μέρους της εναγόμενης με την πραγματική εισαγωγή τραπεζικών γραμματίων ελβετικού φράγκου, αλλά μπορούσε αυτή να χορηγήσει το σε αυτά εκφρασθέν δάνεισμα με τη μορφή λογιστικού χρήματος, προελθόντος είτε από την άντληση κεφαλαίων του συγκεκριμένου νομίσματος από τη χρηματαγορά είτε από δανεισμό της στη διατραπεζική αγορά του ελβετικού φράγκου (βλ.

Γιοβαννόπουλο, Προστασία δανειολήπτη στα δάνεια σε αλλοδαπό νόμισμα, ΕπισκΕΔ 2014, σελ. 654 και 655), ii) η εκταμίευση των δανεισμάτων έγινε σε ελβετικά φράγκα, τα οποία στη συνέχεια μετατράπηκαν σε ευρώ και πιστώθηκαν σε έτερο λογαριασμό ταμιευτηρίου των εναγόντων, κατόπιν σχετικής επιθυμίας αυτών κατ' εφαρμογή σχετικού συμβατικού όρου, οι δε λογαριασμοί εξυπηρέτησης των δανείων τηρούνται σε συνάλλαγμα ελβετικών φράγκων, κατά κεφάλαιο και τόκους, ενώ και η αποπληρωμή του δανείου γίνεται ομοίως στο ίδιο συνάλλαγμα, καθώς έκαστη καταβολή των πιστούχων πραγματοποιείται μεν σε ευρώ, αλλά πιστώνεται κατά μετατροπή του οικείου ποσού σε ελβετικά φράγκα στο λογαριασμό εξυπηρέτησης του δανείου σε συνάλλαγμα, ουδόλως δε οι εν προκειμένω επιτιθέμενοι διάδικοι επικαλούνται ότι έλαβε χώρα οποιαδήποτε άλλη μετατροπή ή μεταγενέστερη συμφωνία που να καθιστά την εξόφληση της ένδικης οφειλής τους πληρωτέα σε ευρώ και όχι σε ελβετικό φράγκο.

Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι τα διάδικα μέρη επέλεξαν ρητώς και σαφώς κατά τη συνομολόγηση της ένδικης σύμβασης στεγαστικού δανείου, ως νόμισμα έκφρασης και τοκοχρεολυτικής αποπληρωμής του δανείσματος, το ελβετικό φράγκο, άρα τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 291 ΑΚ και όχι οι διατάξεις των άρθρων 305 επ.

ΑΚ, όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες. Προσέτι, κατά τα εκτιθέμενα στο αγωγικό ιστορικό, οι ένδικες συμβάσεις συνιστούν καταναλωτικές συμβάσεις στεγαστικού δανείου, η δε ενσωμάτωση του ως άνω επίμαχου Γ.Ο.Σ. στο κείμενό τους δεν αλλοιώνει τη συγκεκριμένη νομική φύση τους, ώστε δι' αυτών να μην επιδιώκονται καθαρά δανειοδοτικοί σκοποί κατ' απόκλιση από το συμβατικό πρότυπο του δανείου, και οι ίδιες να προσλαμβάνουν χαρακτήρα επενδυτικής υπηρεσίας, με συνέπεια να μην ενεργοποιείται για τον εν λόγω Γ.Ο.Σ.

η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, όπως ορθώς έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Τούτο, διότι, με βάση τα αναπτυσσόμενα στο κρινόμενο εισαγωγικό δικόγραφο πραγματικά περιστατικά σκοπός των εναγόντων ήταν η λήψη δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα με ευνοϊκούς όρους, και όχι η βέλτιστη απόδοση ορισμένου κεφαλαίου, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της επενδυτικής υπηρεσίας κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 19 παρ. 4, 5 και 9 της Οδηγίας /2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων ("Οδηγία MiFID"), ούτε γίνεται λόγος για μικτή σύμβαση δανείου και ανταλλαγής νομισμάτων ενώ στο αγωγικό ιστορικό δεν γίνεται επίκληση δέσμευσης κεφαλαίων επί σκοπώ της επερχόμενης αύξησης αυτών και εισροής νέων, ούτε δημιουργίας μεταξύ των διαδίκων ταμειακών ροών ή πραγματικών συναλλαγών σε ξένο νόμισμα προς απόληψη περαιτέρω οικονομικού κέρδους από την καθ' οιονδήποτε τρόπο επενδυτική εκμετάλλευση του δανείσματος (βλ.

ΔΕΕ, απόφαση της 03.12.2015 επί της υπόθεσης υπ' αρ. C-312/14, BanifPlus Bank Zrt. vs. Marton και Martonne Lantos, κατά την οποία το άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ έχει την έννοια ότι δεν αποτελούν επενδυτική υπηρεσία ή δραστηριότητα κατά τη διάταξη αυτή ορισμένες πράξεις συναλλάγματος, τις οποίες πραγματοποιεί ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δυνάμει ρητρών συμβάσεως δανείου σε ξένο νόμισμα, οι οποίες συνίστανται στον καθορισμό του ποσού του δανείου βάσει της τιμής αγοράς του ξένου νομίσματος που ισχύει κατά τον χρόνο της αποδεσμεύσεως των κεφαλαίων και στον καθορισμό των ποσών των μηνιαίων δόσεων βάσει της τιμής πώλησης του εν λόγω ξένου νομίσματος που ισχύει κατά τον υπολογισμό κάθε μηνιαίας δόσης).

Συνεπώς, η εκκαλουμένη, η οποία έκρινε, αν και με ελλιπή αιτιολογία, που παραδεκτώς συμπληρώνεται με την παρούσα (κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔικ), τα ίδια όσον αφορά το σκέλος της συγκεκριμένης βάσης δηλ. ότι οι κρίσιμοι υπ' αρ. 7α εδ. 2, και 3 και 9 όροι ως δηλωτικοί των συμβάσεων εκφεύγουν του ελέγχου καταχρηστικότητος και επιπλέον δεν είναι αόριστοι, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, κατά το περιεχόμενό τους, ενόψει του ότι ο προσδιορισμός της παροχής [μηνιαίας δόσης ή συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου], σε αυτή την περίπτωση, δεν καθίσταται αόριστος, αλλά προσδιορίζεται επαρκώς και η ακριβής περιγραφή του είναι θέμα απλού μαθηματικού υπολογισμού, δοθέντος ότι η τιμή πώλησης συναλλάγματος αποτελεί διαγνωστό αντικειμενικό μέτρο, αφού ισχύει για το σύνολο των συναλλασσόμενων, και καθορίζεται από τη διατραπεζική αγορά, διαμορφούμενη ημερησίως από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία εκδίδει ημερήσιο δελτίο αναφοράς των ισοτιμιών για κάθε νόμισμα και συνιστά παράγοντα τρίτο σε σχέση με τους εν προκειμένω συμβαλλομένους, αποκλειόμενης, συνεπώς, της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 372 ΑΚ που θα ίσχυε, εάν πράγματι οι όροι ως αόριστοι είχαν ως αποτέλεσμα την ανάθεση του προσδιορισμού της παροχής στην απόλυτη κρίση της εναγομένης, πράγμα που κατά τα προεκτεθέντα δεν ισχύει, αλλά αντίθετα εκτίθενται περιστατικά εκταμίευσης ορισμένων ποσών, προορισμένων για τις στεγαστικές ανάγκες των δανειοληπτριών με την επ' ωφελεία τους εκμετάλλευση του χαμηλότερου επιτοκίου Libor, που συνόδευε το ελβετικό φράγκο, χωρίς τη δημιουργία μεταξύ των διαδίκων ταμειακών ροών ή πραγματικών συναλλαγών σε ξένο νόμισμα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις, απορριπτομένων ως αβασίμων των τρίτου και τέταρτου εκ των προαναφερθέντων λόγων έφεσης με τους οποίους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται τα αντίθετα".

Με τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, ως προς την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής τους [ότι, δηλαδή, οι αναφερόμενοι ΓΟΣ είναι καταχρηστικοί και δεν αποτελούν δηλωτικούς όρους της ΑΚ 291], κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει μη νόμιμη την αγωγή ως προς την ως άνω βάση της.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, δηλαδή ότι οι επίδικοι όροι είναι δηλωτικοί και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 2251/1994 και, ως εκ τούτου, εξαιρούνται από το δικαστικό έλεγχο καταχρηστικότητας, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6 Ν. 2251/1994, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ.2 της Οδηγίας 93/13, καθώς και του άρθρου 291 ΑΚ, τις οποίες, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο, ευθεία παράβαση των παραπάνω διατάξεων, που συντελέστηκε, κατά τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, με το δεχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι ελεγχόμενοι με την ένδικη αγωγή γενικοί όροι συναλλαγών [ΓΟΣ] επαναλαμβάνουν τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ και, επομένως, είναι δηλωτικοί, παρότι ο επίμαχος όρος 7 α αναφέρεται σε δάνειο με ρήτρα αξίας νομίσματος και συνιστά περίπτωση διαζευκτικής ενοχής και όχι διαζευκτικής ευχέρειας, ενώ η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, που εφαρμόσθηκε, αφορά δάνειο σε αλλοδαπό νόμισμα, είναι αβάσιμος.

Η αρχή της διαφάνειας των ΓΟΣ διακηρύσσεται στην 20 η αιτιολογική έκθεση της Οδηγίας 93/13 ΕΚ και διατυπώνεται ρητά και στα άρθρα 4 παρ. 2 και 5 εδ. α' της Οδηγίας αυτής. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι ΓΟΣ πρέπει να είναι διατυπωμένοι με τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης, όπως η διάρκειά της και τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής [ολΑΠ 12/2017].

Στο εσωτερικό δίκαιο, η αρχή της διαφάνειας που περιέχεται στο άρθρο 2 παρ. 2 α και 7 ε του Ν. 2251/1994, αν αφορά δηλωτική ρήτρα, δύναται να ελεγχθεί μόνο ως προς τη γενικότερη αρχή της διαφάνειας του άρθρου 2 παρ. 2, αφού δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο επαναλαμβανόμενος από τη γενική ρήτρα κανόνας εσωτερικού δικαίου είναι καταχρηστικός, είτε ως αντικείμενος στη γενική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 είτε στην ενδεικτική απαρίθμηση του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν.2251/1994.

Η αρχή της διαφάνειας αποτελεί εκδήλωση του πρότυπου πληροφόρησης που ενισχύει την προσωπική ευθύνη του καταναλωτή για την συμβατική επιλογή του, με την παροχή σ' αυτόν προστασίας εμφανιζόμενης υπό την μορφή της εξασφάλισης ενός επιπέδου πληροφόρησης, το οποίο θα καθιστά τον ίδιο υπεύθυνο φορέα λήψης αποφάσεων εντός μίας αγοράς, όπου λειτουργούν οι κανόνες του ανταγωνισμού.

Το συγκεκριμένο πρότυπο πληροφόρησης κατά τη νομολογία του ΔΕΕ έχει ως αποδέκτη το μέσο καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος. Ειδικότερα, στα δάνεια σε ξένο νόμισμα η υποχρέωση ενημέρωσης καθιερώνεται και με την ΠΔΤΕ 2501/2002, η οποία σε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ελέγχεται αναιρετικά [ΑΠ 652/2010].

Με την πράξη αυτή, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2076/1992 (όπως αυτό ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 92 παρ.1 ν. 3601/2007) και άρα έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, τροποποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις που αφορούν την ενημέρωση των συναλλασσόμενων με τα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν στην Ελλάδα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους.

Σύμφωνα με τις γενικές αρχές που θεσπίζονται στην παράγραφο (Α) της εν λόγω ΠΔΤΕ, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν, μεταξύ άλλων, να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσόμενους, για τη σύμβαση και τα χαρακτηριστικά των προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές, να παρέχουν περιοδική έγγραφη ενημέρωση στους συναλλασσόμενους, κατά τη διάρκεια ισχύος και λειτουργίας των συμβάσεων για τον τρόπο εφαρμογής των όρων που έχουν συμφωνηθεί, να ανταποκρίνονται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος σε αίτημα των συναλλασσόμενων για την παροχή πληροφοριών και διευκρινίσεων σχετικά με την εφαρμογή των συμβατικών όρων, καθώς και να μεριμνούν για την κατάλληλη εκπαίδευση των υπαλλήλων, που είναι επιφορτισμένοι με την παροχή εξειδικευμένων πληροφοριών προς το συναλλακτικό κοινό.

Επιπλέον, στην ανωτέρω ΠΔΤΕ καθορίζεται η ελάχιστη απαιτούμενη ενημέρωση αναφορικά με συγκεκριμένες τραπεζικές εργασίες, όπως καταθέσεις, χορηγήσεις, λοιπές εργασίες, καθώς και σε σχέση με πιστωτικές κάρτες και παράγωγα προϊόντα. Η ελάχιστη αυτή ενημέρωση αποσκοπεί στο να σχηματίζουν οι συναλλασσόμενοι, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης.

Το περιεχόμενο αυτής της ελάχιστης ενημέρωσης, καθορίζεται στην παράγραφο (Β) της ίδιας ΠΔΤΕ, και εξειδικεύεται, ανάλογα με το είδος του τραπεζικού προϊόντος (καταθέσεις, χορηγήσεις κτλ.). Όσον αφορά ειδικότερα τα, χορηγούμενα σε συνάλλαγμα ή με ρήτρα συναλλάγματος δάνεια, η ελάχιστη ενημέρωση των δανειοληπτών περιλαμβάνει αφενός "ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας", (παρ.Β αριθμ..2 περ.χ) και αφετέρου ενημέρωση για "τη δυνατότητα και το κόστος χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισορροπίας και επιτοκίων" (παρ.Β αρ.2 περ.ίχ).

Πρόκειται δηλ. για το ελάχιστο (minimum) της υποχρέωσης ενημέρωσης. Η εκ μέρους του πιστωτικού ιδρύματος ενημέρωση, δεν συνιστάται απλά και μόνο στην υπόμνηση για την πιθανότητα αλλαγής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, αλλά πρέπει να παρέχεται στον δανειολήπτη ιδιαίτερη ενημέρωση. Δεν μπορεί βέβαια να αξιωθεί υποχρέωση του Πιστωτικού Ιδρύματος να προσδιορίσει το εάν θα πραγματωθεί ο κίνδυνος ούτε την έκταση αυτού, καθόσον ο συναλλαγματικός κίνδυνος είναι μέλλον και αβέβαιο γεγονός που κείται εκτός της σφαίρας επιρροής του Πιστωτικού Ιδρύματος.

Ως προς τις χορηγήσεις σε ξένο νόμισμα, τα Πιστωτικά Ιδρύματα κλήθηκαν να εφαρμόζουν τις διατάξεις που αφορούν την προσυμβατική ενημέρωση, ιδίως σχετικά με τον κίνδυνο από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, όπως επίσης και για τη δυνατότητα και το κόστος τεχνικών κάλυψης του κινδύνου της ισοτιμίας μεταξύ ξένου νομίσματος-ευρώ και επιτοκίων.

Εναπόκειται δε στον εθνικό δικαστή να προβεί στους αναγκαίους ελέγχους ήτοι, κατά την εξέταση του συνόλου των περιστάσεων σχετικά με τη σύναψη της συμβάσεως, να ελέγξει εάν ο επαγγελματίας παρέσχε στους καταναλωτές κάθε αναγκαία πληροφορία, ώστε να καταστεί για αυτούς δυνατή η αξιολόγηση των οικονομικών συνεπειών μιας ρήτρας, στις οικονομικές τους υποχρεώσεις και αν ο καταναλωτής πληροφορήθηκε όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την έκταση της δεσμεύσεως που αναλάμβανε, ώστε να μπορεί να υπολογίσει, μεταξύ άλλων, το συνολικό κόστος του δανείου του.

Στην εκτίμηση αυτή κρίσιμα είναι αφενός το ζήτημα αν οι ρήτρες είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, ώστε να επιτρέπουν στον μέσο καταναλωτή, ήτοι τον καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, να υπολογίσει το κόστος αυτό και αφετέρου η έλλειψη αναφοράς, στην σύμβαση καταναλωτικής πίστεως πληροφοριών που θεωρούνται ουσιώδεις βάσει του είδους των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της συμβάσεως (ΔΕΕ της 9/7/2015, υπόθεσης 348/14, σκέψη 66).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας], ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της [ανεπαρκής αιτιολογία] ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία], δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε [ολΑΠ 18/2008, ολΑΠ 15/2006]. Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους [ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017].

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη [ΑΠ 1/2019, ΑΠ 977/ 2017, ΑΠ 680/2016].

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η πρώτη ενάγουσα ως δανειολήπτρια και ο δεύτερος ενάγων ως εγγυητής συνήψαν με την εναγόμενη, στις 10.11.2006, την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου 383.685,89 ελβετικών φράγκων που αντιστοιχούν σε 241.236,02 ευρώ, με βάση την ισοτιμία κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου στις 7/11/2006 που ήταν 1 ευρώ /1,5905 CHF. Περαιτέρω με τα από ίδιες ημερομηνίες Προσαρτήματα Ι και

ΙΙ της δανειακής σύμβασης ορίζεται το μεν ότι το ως άνω δάνειο είναι συναλλάγματος κυμαινόμενου επιτοκίου συνιστάμενο στο διατραπεζικό επιτόκιο Libor Λονδίνου καταθέσεων ελβετικού φράγκου, μηνιαίας διάρκειας 360 ημερών, καθοριζόμενο 2 εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία υπολογισμού εκάστης δόσης, προσαυξημένο κατά 1,45% (αρθ. 2) και κατά το άρθρο 4 ότι ο οφειλέτης δύναται να ζητήσει εγγράφως και αζημίως οποτεδήποτε τη μετατροπή του υπολοίπου του δανείου σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα επιθυμεί, γι' αυτό η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση ν' αποστέλλει περιοδικές εκκαθαρίσεις των λογαριασμών των εναγόντων, με αναγραφή του υπόλοιπου ποσού των δόσεων και του αναγραφόμενου επιτοκίου (όρος 5), το δε ότι παρέχεται από την εναγομένη τράπεζα προστασία από τις διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας του νομίσματος χορήγησης (ελβετικό φράγκο) έναντι του ΕΥΡΩ για τις καταβολές εξόφλησης των πρώτων 36 δόσεων του δανείου με καθορισμό της "Εφαρμοζόμενης Ισοτιμίας" με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου κατά την ημέρα της εκάστοτε καταβολής που δεν μπορεί να υπερβεί σε καμία περίπτωση τόσο κατ' ανώτατο όσο και κατά κατώτατο όριο μεταβολής το (+/-5%) της "ισοτιμίας Βάσης", ως τέτοια δε ορίζεται η τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης (Ελβετικό Φράγκο) που ισχύει για την Τράπεζα την ημέρα της εκταμίευσης του δανείου, η δε προστασία παρέχεται εφόσον οι διακυμάνσεις συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού φράγκου-ευρώ, κατά την ημέρα καταβολής οποιασδήποτε δόσεως, διαμορφώσουν την τρέχουσα ισοτιμία εκτός των παραπάνω αναφερομένων ορίων μεταβολής, οπότε η τρέχουσα ισοτιμία θα περιορίζεται μέχρι να βρεθεί εντός των ως άνω ορίων μεταβολής και θα αποτελεί την "Εφαρμοζόμενη Ισοτιμία" για την καταβολή της δόσης, για το σκοπό αυτό η εναγόμενη ανέλαβε να αποστείλει στους αντισυμβαλλομένους της ενημερωτική επιστολή στην οποία αναγράφονται η τιμή της "Ισοτιμίας Βάσης" καθώς και οι τιμές ανωτάτου και κατωτάτου ορίου μεταβολής που παραμένουν αμετάβλητες καθ' όλη τη διάρκεια της προστασίας (όρος 2), γι' αυτό κατά τον όρο 3 καθ' όλη τη διάρκεια της προστασίας το επιτόκιο του όρου 2α.β.

του υπ' αρ. 1 Προσαρτήματος θα προσαυξάνεται με το κόστος προστασίας που ισούται με 0,15%. Τέλος, με τον όρο 6 παρέχεται στους ως άνω αντισυμβαλλομένους της εναγόμενης δυνατότητα τροποποιήσεως μονομερώς της διάρκειας της προστασίας. β) Η τρίτη και τέταρτη των εναγουσών, εκάστη εξ αυτών ως δανειολήπτριες και ο δεύτερος ενάγων, ως εγγυητής, στις 25.02.2008, συνήψαν με την εναγομένη αφενός την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου, που σου 215.190 ελβετικών φράγκων, ήτοι σε ευρώ 135.000 με βάση την συναλλαγματική ισοτιμία 1 ευρώ /1,5940 CHF και αφετέρου την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού 159.400 ελβετικών φράγκων και σε ευρώ 100.000 με βάση την ίδια ως άνω συναλλαγματική ισοτιμία.

Περαιτέρω με το από ίδια ημερομηνία Προσάρτημα 1 της δεύτερης ως άνω σύμβασης ορίζεται ότι το ως άνω δάνειο είναι συναλλάγματος κυμαινόμενου επιτοκίου συνιστάμενο στο διατραπεζικό επιτόκιο Libor Λονδίνου καταθέσεων ελβετικού φράγκου, μηνιαίας διάρκειας 360 ημερών, καθοριζόμενο 2 εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία υπολογισμού εκάστης δόσης, προσαυξημένο κατά 0,90% ορίζοντας λεπτομερώς την έννοια του επιτοκίου LIBOR ως τον αριθμητικό μέσο όρο (στρογγυλοποιούμενο προς τα άνω μέχρι τέσσερα (4) δεκαδικά ψηφία), των επιτοκίων που προσφέρονται στη διατραπεζική αγορά του Λονδίνου, στις 11.00 π.μ.

περίπου (ώρα Λονδίνου), δύο εργάσιμες (για το Λονδίνο και την Αθήνα) ημέρες πριν από την ημέρα εκταμιεύσεως κατά τα ανωτέρω του Δανείου για καταθέσεις σε ΕΛΒΕΤΙΚΟ ΦΡΑΓΚΟ ύψους αντίστοιχου με το εκτοκιζόμενο κεφάλαιο και ενός (1) μήνα. Η Τράπεζα εφαρμόζει το εκάστοτε ισχύον LIBOR βασιζόμενη στη σχετική ανακοίνωση του πρακτορείου Reuter's (ή άλλου έγκυρου πρακτορείου) μέσω των διεθνούς αποδοχής ηλεκτρονικών συστημάτων πληροφόρησης (όρος 2) και κατά το άρθρο 13 ότι ο οφειλέτης δύναται να ζητήσει εγγράφως και αζημίως οποτεδήποτε τη μετατροπή του υπολοίπου του δανείου σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα επιθυμεί, γι' αυτό η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση ν' αποστέλλει περιοδικές εκκαθαρίσεις των λογαριασμών των εναγόντων, με αναγραφή του υπόλοιπου ποσού των δόσεων και του αναγραφόμενου επιτοκίου (όρος 14).

Έτι, περαιτέρω με το από ίδια ημερομηνία Προσάρτημα Ι της τρίτης ως άνω σύμβασης ορίζεται ότι το ως άνω δάνειο είναι συναλλάγματος αρχικά σταθερού και στη συνέχεια κυμαινόμενου επιτοκίου συνιστάμενο για τους 24 μήνες από την εκταμίευση σταθερό προς 2,95% επιτόκιο και μετά στο διατραπεζικό επιτόκιο Libor Λονδίνου καταθέσεων ελβετικού φράγκου, μηνιαίας διάρκειας 360 ημερών, καθοριζόμενο 2 εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία υπολογισμού εκάστης δόσης, προσαυξημένο κατά 1% ορίζοντας λεπτομερώς την έννοια του επιτοκίου LIBOR ως τον αριθμητικό μέσο όρο (στρογγυλοποιούμενο προς τα άνω μέχρι τέσσερα (4) δεκαδικά ψηφία), των επιτοκίων που προσφέρονται στη δια- τραπεζική αγορά του Λονδίνου, στις 11.00 π.μ.

περίπου (ώρα Λονδίνου), δύο εργάσιμες (για το Λονδίνο και την Αθήνα) ημέρες πριν από την ημέρα εκταμιεύσεως κατά τα ανωτέρω του Δανείου για καταθέσεις σε ΕΛΒΕΤΙΚΟ ΦΡΑΓΚΟ ύψους αντίστοιχου με το εκτοκιζόμενο κεφάλαιο και ενός (1) μήνα. Η Τράπεζα εφαρμόζει το εκάστοτε ισχύον LIBOR βασιζόμενη στη σχετική ανακοίνωση του πρακτορείου Reuter's (ή άλλου έγκυρου πρακτορείου) μέσω των διεθνούς αποδοχής ηλεκτρονικών συστημάτων πληροφόρησης, καθώς και ότι το 2.1α σταθερό επιτόκιο είναι προνομιακό και μικρότερο από το τότε προσφερόμενο από την εναγομένη σταθερό επιτόκιο των 4,00% (όρος 2) και κατά το άρθρο 4 ότι ο οφειλέτης δύναται να ζητήσει εγγράφως και αζημίως οποτεδήποτε τη μετατροπή του υπολοίπου του δανείου σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα επιθυμεί, γι' αυτό η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση ν' αποστέλλει περιοδικές εκκαθαρίσεις των λογαριασμών των εναγόντων, με αναγραφή του υπόλοιπου ποσού των δόσεων και του αναγραφόμενου επιτοκίου (όρος 5.) Από τα προσαρτώμενα στην αγωγή αλλά και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους σώματα των ενδίκων δανειακών συμβάσεων προκύπτει ότι με τον όρο 7.α.

εδ. 2 και 3 των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων ορίστηκε ότι: "Εφόσον το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού έχει χορηγηθεί σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα χορήγησης, είτε σε Ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής.

Εφόσον το δάνειο χορηγήθηκε κατά ένα μέρος σε ευρώ και κατά το υπόλοιπο σε συνάλλαγμα, το ποσό των κάθε μορφής εισπράξεων σε εξόφληση των από το δάνειο υποχρεώσεων, σε περίπτωση αμφιβολίας, φέρεται σε εξόφληση των ευρώ και συναλλαγματικών υποχρεώσεων με την ίδια αναλογία ευρώ/συναλλαγματικής χορήγησης" ενώ με τον όρο 9 ότι "Σε περίπτωση καταγγελίας (από την τράπεζα) ..., η τράπεζα δικαιούται να μετατρέψει το σύνολο της απαίτησης σε ισότιμη οφειλή ευρώ με βάση την τιμή πώλησης που ισχύει κατά την ημέρα της καταγγελίας".

Από την απλή ανάγνωση του όρου 7 που αποτελεί προδιατυπωμένο από την εναγομένη ΓΟΣ προκύπτει σαφώς ότι προκειμένου να πληρώνουν τις μηνιαίες δόσεις οι δανειολήπτριες και ο εγγυητής τους είτε θα πρέπει να καταβάλλουν τις δόσεις σε ελβετικά φράγκα, είτε θα πρέπει να αγοράσουν (είτε από την εναγομένη Τράπεζα, είτε και από άλλη τράπεζα ή ανταλλακτήριο συναλλάγματος) τα ελβετικά φράγκα που απαιτούνται για την καταβολή της εκάστοτε δόσης, με βάση την ισχύουσα κατά το χρόνο πληρωμής κάθε δόσης ισοτιμία των νομισμάτων.

Σε συμμόρφωση με τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, συμφωνήθηκε να υπολογίζεται το ποσό του συναλλάγματος σε ευρώ με την ισοτιμία της ημέρας καταβολής του εκάστοτε οφειλόμενου ποσού. Οι ενάγοντες γνώριζαν ότι δεν θα καταβάλλουν ευρώ για την αγορά των ελβετικών φράγκων με βάση σταθερή ισοτιμία, πολύ δε περισσότερο με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο λήψης εκάστου δανείου τους.

Ο επίμαχος όρος των δανειακών συμβάσεων έχει διατυπωθεί με σαφήνεια και από την απλή ανάγνωσή του δεν προκύπτει η οποιαδήποτε αμφιβολία για το είδος της παροχής και τον τρόπο υπολογισμού της, ότι δηλαδή ο εκάστοτε δανειολήπτης οφείλει να καταβάλει μηνιαία δόση, είτε σε ελβετικά φράγκα, είτε καταβάλλοντας το αντίστοιχο ποσό των ελβετικών φράγκων σε ευρώ, με βάση υπολογισμού την ισοτιμία ελβετικού φράγκου/ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής και ότι αυτή η ισοτιμία δεν θα είναι σταθερή, αλλά είναι πιθανό να μεταβληθεί.

Εξάλλου, δεν συντρέχει περίπτωση ακυρότητας του επίδικου όρου λόγω αντίθεσής του στην περίπτωση ια' της παραγρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, αφού η σύνδεση του ύψους της δανειακής δόσης με την ισοτιμία των δύο νομισμάτων αποτέλεσε αντικείμενο της υπογραφείσας Δανειακής Σύμβασης, εν γνώσει του ανέφικτου εκ των προτέρων προσδιορισμού της μελλοντικής διακύμανσης.

Επίσης από αντίστοιχα παραστατικά εκταμίευσης που προσκομίζει η εναγομένη προκύπτει ότι προς εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης προς τις ενάγουσες-δανειολήπτριες εκταμιεύτηκαν τα αντιστοιχούντα σε κάθε δάνεισμα ελβετικά φράγκα. Το νόημα του όρου αυτού γίνεται αντιληπτό από τον μέσο συνετό καταναλωτή που διαθέτει τις μέτριου ή/και βασικού επιπέδου γραμματικές γνώσεις και δεν τεκμαίρεται καταρχήν απειρία ως προς τις συναλλαγές λόγω ενδεχομένως, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, αφού αφορά την αντιληπτική του ικανότητα και όχι τις γραμματικές του γνώσεις.

Πολύ περισσότερο που η πρώτη ενάγουσα είναι βρεφονηπιοκόμος, η τρίτη δασκάλα δημοτικού και ο εγγυητής όλων ο δεύτερος ενάγων, πατέρας των δύο πρώτων δανειοληπτριών και σύζυγος της τρίτης (4ης ενάγουσας), που είναι λογιστής και μέτοχος κατά 92% της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΚP TAX CONSALTANS A?" ήτοι έχουσες οι δανειολήπτριες αλλά και ο εγγυητής τους έχων τη σχετική γνωστική και αντιληπτική ικανότητα καθώς και συναλλακτική εμπειρία που απαιτείται για τη γνώση και αντίληψη των σχετικών όρων, που κάλυπτε την τυχόν ελλιπή γνώση της οικοκυράς συζύγου του εγγυητή.

Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για έννοιες που είναι γνωστές και αντιληπτές σε κάποιον που δανείστηκε το ίδιο χρονικό διάστημα από ελληνική τράπεζα σε συνάλλαγμα, σύμφωνα με την καλή πίστη και τη συναλλακτική ευθύτητα δείχνοντας την δέουσα επιμέλεια (ΟλΑΠ 32/1988). Η έννοια της "συναλλαγματικής ισοτιμίας" είναι πασίδηλη και οικεία, καθώς σε καθημερινή βάση επηρεάζει τις συναλλαγές οποιοσδήποτε αγοράζει εισαγόμενα προϊόντα ή απλά ταξιδεύει στο εξωτερικό και δεν απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις, για να αντιληφθεί ο εκάστοτε δανειολήπτης, ακόμα και ο πιο αδαής ότι η συναλλαγματική ισοτιμία δεν είναι σταθερός παράγοντας και ενέχει, όχι μόνον ωφέλειες, αλλά και κινδύνους.

Υπενθυμίζεται ότι με ειδικούς όρους των προαναφερθέντων Προσαρτημάτων 1 των συμβάσεων γινόταν εκτενής αναφορά αυτών των μεγεθών, στην πρώτη δε εκ των συμβάσεων και στο υπ' αρ.

ΙΙ Προσάρτημα αυτής. Η δε ισοτιμία του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ είναι πληροφορία που εύκολα μπορεί να γίνει γνωστή, ενώ το ισάξιο του συναλλάγματος - εν προκειμένω CHF σε ευρώ βρίσκεται με απλό μαθηματικό τύπο. Ακόμα, ο ανωτέρω όρος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αδιαφανής και αόριστος, διότι από τη γραμματική του διατύπωση, η οποία είναι απολύτως σαφής, μη επιδεχόμενη διαφορετική ερμηνεία, προκύπτει ότι μπορούσε να καταστεί αντιληπτή από τις δανειολήπτριες και τον εγγυητή τους η ύπαρξη της ρήτρας της συναλλαγματικής ισοτιμίας στη δανειακή σύμβαση.

Επίσης, μπορούσε να γίνει αντιληπτός και ο κίνδυνος της σχετικής συμφωνίας, ενόψει του ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γνωστό στο μέσο συναλλασσόμενο, ότι η ισοτιμία των νομισμάτων είναι μεταβαλλόμενη, ακόμα και με μεγάλη κατά καιρούς διακύμανση. Είναι γνωστό ότι περί τα μέσα της δεκαετίας του 2000, η διαφορά του διατραπεζικού επιτοκίου του Λονδίνου για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο σε σχέση με το διατραπεζικό επιτόκιο των αντίστοιχων δανείων σε ευρώ κατέστησε ιδιαιτέρως ελκυστικό τον δανεισμό σε ελβετικό φράγκο.

Ο δανειολήπτης σε ελβετικό φράγκο αισθανόταν ευνοημένος από τη συναλλαγή, αφού κατέβαλε αισθητά μικρότερο ποσό τοκοχρεολυτικής δόσης σε σύγκριση με εκείνο που θα κατέβαλλε αν είχε λάβει ισόποσο και ίσης διάρκειας δάνειο σε ευρώ, πράγμα που ίσχυε μέχρι τη σημαντική ισχυροποίηση του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ, από τα μέσα του 2009, που είχε ως επιπτώσεις αφενός την αύξηση της καταβλητέας ανά μήνα δόσης, αφού οι δανειολήπτες, κατά κανόνα, πλήρωναν με ευρώ και αφετέρου την ανάλογη επαύξηση του κεφαλαίου, αν αυτό υπολογιστεί σε ευρώ.

Υπό αυτές τις συνθήκες η αποπληρωμή των δανείων στο ακριβότερο πλέον ελβετικό φράγκο, με το υποτιμημένο ευρώ, κατέστη ασύμφορη για τους δανειολήπτες αυτής της κατηγορίας και για τους ενάγοντες που άρχισαν μόλις το έτος 2016 να επιζητούν τρόπο αποδέσμευσής τους από την ανάληψη του κινδύνου υποτίμησης του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου.

Όπως οι ενάγοντες αναφέρουν στην αγωγή τους, οι υπάλληλοι της εναγόμενης τους πρότειναν τη σύναψη της επίδικης δανειακής σύμβασης σε ελβετικά φράγκα, προκρίνοντας αυτό ως την πλέον συμφέρουσα για τις ίδιες επιλογή, εξαίροντας την σαφή υπεροχή του έναντι δανείου σε ευρώ, λόγω του ιδιαίτερα χαμηλού επιτοκίου Libor και της συνακόλουθης καταβολής ουσιωδώς χαμηλών δόσεων, πράγμα αληθές κατά το χρόνο κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων, που όμως έρχεται σε αντίθεση με τον μετέπειτα ισχυρισμό τους ότι οι ανωτέρω υπάλληλοι της εναγόμενης, κατά τη σύναψη της δανειακής σύμβασης, δεν τους ενημέρωσαν για το ότι οι δανειακές τους υποχρεώσεις θα προσδιορίζονταν σε συνάλλαγμα και ότι ο συναλλαγματικός κίνδυνος θα μετακυλιόταν σ' αυτούς, ούτε τους εξέθεσαν την ύπαρξη του ενδεχόμενου κινδύνου ανατροπής των συναλλαγματικών ισοτιμιών κατά τη διάρκεια της αποπληρωμής του δανείου και τις επιπτώσεις αυτής στη μηνιαία δόση και στο υπόλοιπο του άληκτου κεφαλαίου, ενώ, σε κάθε περίπτωση, οι ίδιοι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών, δεδομένων των γνώσεων.

των επαγγελμάτων και του μορφωτικού τους επιπέδου. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι και κατά το προσυμβατικό στάδιο οι ενάγοντες είχαν λάβει πλήρη και ενδελεχή ενημέρωση σχετικά με το είδος του δανείου σε ελβετικό φράγκο, τις μηνιαίες δόσεις, τον τρόπο αποπληρωμής αυτού και τους τυχόν κινδύνους από ενδεχόμενη αύξηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού φράγκου και ευρώ τόσο από τους αναφερόμενους στην αγωγή τους υπαλλήλους της εναγόμενης (σχετικές και οι προσκομιζόμενες από την εναγομένη ένορκες βεβαιώσεις που δεν αντικρούονται πειστικώς από την ένορκη βεβαίωση των εναγόντων) όσο και από το προσκομιζόμενο από την εναγομένη "ΕΝΤΥΠΟ ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ" που χορηγούσε στους πελάτες της που επέλεγαν την επίδικη μορφή δανείου.

Περαιτέρω οι αρμόδιοι υπάλληλοι ενημέρωσαν τις δανειολήπτριες και τον εγγυητή τους ότι ανά πάσα στιγμή είχαν τη δυνατότητα και χωρίς οποιαδήποτε επιβάρυνση/ποινή να μετατρέψουν το δάνειο σε ευρώ ή σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα επιθυμούσαν, που απετέλεσε και ειδικό δανειακό όρο κατά τα προεκτεθέντα. Από τα υπογεγραμμένα δε από τις ως άνω δανειολήπτριες έντυπα ενημέρωσης συναλλαγματικού κινδύνου και το πρόγραμμα προστασίας δόσης προκύπτει ότι οι δανειολήπτριες ενημερώθηκαν σχετικά με τα ανωτέρω από την εναγομένη, καθώς και από τον τρόπο εξασφάλισής τους από τον κίνδυνο μάλιστα στην πρώτη σύμβαση η δανειολήπτρια δέχθηκε το παρεχόμενο από την εναγομένη πρόγραμμα προστασίας. Παρ' όλα αυτά οι ενάγοντες, αν και ρύθμισαν πολλές φορές την οφειλή τους αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ενυπόγραφα το εκάστοτε συνολικό ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανείου τους σε ελβετικά φράγκα, δεν αιτήθηκαν τη μετατροπή του δανείου τους σε ευρώ ούτε αμφισβήτησαν το ύψος της οφειλής τους μέχρι το 2016.

Επιπλέον, η εναγομένη τους απέστελνε μηνιαίως επιστολή για την ενημέρωσή τους ως προς το ακριβές ποσό της δόσης σε ελβετικά φράγκα, τις υπολειπόμενες δόσεις και όλα τα αναλυτικά στοιχεία του δανείου, κατά τους προεκτεθέντες δανειακούς όρους και έβλεπαν τη διαφορά στη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ ευρώ/ελβετικού φράγκου.

Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε, ότι τόσον οι δανειολήπτριες όσον και ο εγγυητής τους, είχαν πλήρη επίγνωση του κινδύνου που μπορούσε να προκύψει από τη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας και κατόπιν σχετικών συζητήσεων με υπαλλήλους της Τράπεζας, που τους ανέλυσαν το σχετικό κίνδυνο, έλαβαν την απόφαση να προβούν στην ανάληψη του δανείου τους σε ελβετικά φράγκα.

Μάλιστα από την διετή περίπου απόσταση μεταξύ της σύναψης της πρώτης σύμβασης αφενός και της δεύτερης και τρίτης αφετέρου, συνάγεται ότι οι ενάγοντες προχώρησαν στην κατάρτιση των μεταγενέστερων επιλέγοντας συνειδητά τη συγκεκριμένη μορφή δανείου έχοντας προηγούμενη πείρα και γνώση από την μέχρι τότε ευνοϊκή για τη δανειολήπτρια λειτουργία της πρώτης σύμβασης, λόγω της στενής συγγενικής τους σχέσης αφενός και του ότι ως εγγυητής σε όλες τις δανειακές συμβάσεις ήταν ο ίδιος β' των εναγόντων αφετέρου, κρίνοντας προφανώς ότι τους συμφέρει σε σχέση με τις δανειακές συμβάσεις σε ευρώ.

Οι υπάλληλοι της εναγομένης ενημέρωσαν πλήρως τους ενάγοντες για τον συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλάμβαναν από τη σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα, τόσο προφορικά, όσο και εγγράφως με το έντυπο για τη Γενική Ενημέρωση για τα Στεγαστικά Δάνεια ενώ τους επισημάνθηκε, αφενός μεν η δυνατότητα μετατροπής του δανείου τους εκ νέου σε ευρώ οποτεδήποτε το επιθυμούσαν.

Τα ίδια περί της ενημερώσεως των εναγόντων απάντησε η εναγόμενη με τις προσκομιζόμενες επιστολές της, όταν το 2016 με εξώδικες διαμαρτυρίες τους αυτοί διαμαρτυρήθηκαν προβάλλοντας τους ίδιους, όπως ανωτέρω ισχυρισμούς τους. Η αιτιολογημένη δε άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών περί αδιαφάνειας και έλλειψης ενημέρωσης εκ μέρους της εναγομένης δε συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, όπως νομικώς αβάσιμα ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες με την προσθήκη-αντίκρουσή τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ένσταση την οποία επαναφέρουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου μην οποία λόγο της έφεσής τους, απορριπτομένης της ένστασης και του λόγου ως αβασίμων.

Περαιτέρω, δεδομένου ότι η επίδικη σύμβαση ως δανειακή δεν είναι επενδυτικό προϊόν, η ενημέρωση των εναγόντων δεν έπρεπε να περιλαμβάνει περαιτέρω ειδικές πληροφορίες ούτως ώστε να διευκολύνεται η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων (ΕΦΑΘ 911/2018 ΝΟΜΟΣ). Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη ενημέρωσε τους ενάγοντες σχετικά με τον συναλλαγματικό κίνδυνο, καθιστώντας σαφή και κατανοητό τον κίνδυνο της δυσμενούς γι' αυτές μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας και συνεπώς, τήρησε τις υπαγορευόμενες τόσο από το άρθρο 288ΑΚ όσο και από τις ειδικές διατάξεις της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 υποχρεώσεις της και εκπλήρωσε την υποχρέωσή της για ενημέρωση και πληροφόρησή τους, αντίθετα από όσα ισχυρίζονται οι ενάγοντες.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός περί ακυρότητας του όρου τα εδαφ.2 και 3 των ενδίκων δανειακών συμβάσεων ως αορίστου και αδιαφανούς, με τις ειδικότερες προαναφερθείσες εκφάνσεις του, καθώς και της έλλειψης προσυμβατικής ενημέρωσης των εναγόντων. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους κρίνεται ότι πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο και το αναγκαίως συνεχόμενο με το προηγούμενο κύριο αίτημα αγωγικό αίτημα περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας του υπ' αρ. 9 όρου των ένδικων συμβάσεων, αφού σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναλυτικά αναφέρθηκαν ο ανωτέρω προδιατυπωμένος από την εναγομένη ΓΟΣ είναι καθόλα, σαφής, ορισμένος και διαφανής, αφού αποτελεί μερικότερη έκφανση του υπ' αρ.

τα εδαφ. 2 όρου και ενημερώθηκαν περί τούτου προσυβατικά οι ενάγοντες από την εναγομένη και συνεπώς δεν αντίκειται στις διατάξεις του 2, παρ.2, του ν. 2551/1994, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγουσες. Με την παρούσα κρίση του το Δικαστήριο καθιστά μεν χειρότερη τη θέση των εκκαλούντων, ως προς τη συγκεκριμένη επικουρική βάση, πλην όμως τούτο είναι επιτρεπτό κατ' άρθρο 536 παρ.2 ΚΠολΔικ καθόσον το Δικαστήριο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το συγκεκριμένο κεφάλαιό της κατά παραδοχή της έφεσης, και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσία>>.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση ως προς την ακυρότητα του άρθρου 9 παρ. 1 της ένδικης σύμβασης, λόγω της αντίθεσής του με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν.2251/1994 και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη και ως προς το μέρος αυτό, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και την απέρριψε κατ' ουσία και ως προς το μέρος αυτό>>.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 2251/1994 και της ΠΔΤΕ που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων που δεν εφάρμοσε και τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα, που αναιρετικά ανέλεγκτα δέχθηκε, δικαιολογούν την ανωτέρω κρίση του.

Τούτο δε, διότι δέχθηκε σχετικά με την προσυμβατική ενημέρωση των δανειοληπτών εναγόντων, ότι: α] οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης ενημέρωσαν τους δανειολήπτες για όλους τους συμβατικούς τύπους στεγαστικού δανείου, που η εναγομένη προσέφερε, κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή [στεγαστικά σε ευρώ, ελβετικό φράγκο] και τα χαρακτηριστικά των δανείων αυτών, παραδίδοντας σε αυτούς προς μελέτη σχετικό έντυπο, β] οι υπάλληλοι της εναγομένης, κατά το προσυμβατικό στάδιο, ενημέρωσαν πλήρως τους ενάγοντες σχετικά με το είδος του δανείου σε ελβετικά φράγκα, τις μηνιαίες δόσεις, τον τρόπο αποπληρωμής αυτού και τους τυχόν κινδύνους από την ενδεχόμενη αύξηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού φράγκου και ευρώ, γ] οι υπάλληλοι της εναγομένης ενημέρωσαν τους ενάγοντες ότι ανά πάσα στιγμή είχαν τη δυνατότητα και χωρίς οποιαδήποτε επιβάρυνση /ποινή να μετατρέψουν το δάνειο σε ευρώ ή σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα επιθυμούσαν, που αποτέλεσε και ειδικό δανειακό όρο, δ] οι ενάγοντες είχαν πλήρη επίγνωση του κινδύνου που μπορούσε να προκύψει από τη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας και κατόπιν σχετικών συζητήσεων με τους υπαλλήλους της εναγομένης, που τους ανέλυσαν το σχετικό κίνδυνο, έλαβαν την απόφαση να προβούν στην ανάληψη του δανείου τους σε ελβετικά φράγκα, ε] οι επίμαχοι όροι της δανειακής σύμβασης είχαν διατυπωθεί με σαφήνεια και από την απλή ανάγνωσή τους δεν προκύπτει η οποιαδήποτε αμφιβολία για το είδος της παροχής και τον τρόπο υπολογισμού της, ότι δηλαδή οι δανειολήπτες οφείλουν να καταβάλουν μηνιαία δόση, είτε σε ελβετικά φράγκα, είτε καταβάλλοντας το αντίστοιχο ποσό των ελβετικών φράγκων σε ευρώ, με βάση υπολογισμού την ισοτιμία ελβετικού φράγκου / ευρώ, κατά την ημέρα της πληρωμής και ότι η ισοτιμία αυτή δεν είναι σταθερή αλλά μπορεί να μεταβληθεί, στ] οι ενάγοντες είχαν την σχετική γνωστική και αντιληπτική ικανότητα, καθώς και την συναλλακτική εμπειρία που απαιτείται για τη γνώση και αντίληψη των σχετικών όρων της δανειακής σύμβασης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης [από την επικουρική βάση της αγωγής], κατά το οικείο μέρος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Η προδικαστική παραπομπή, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 19 παρ. 3 στοιχείο β' της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση [ΣΕΕ] και 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης [ΣΛΕΕ], αποτελεί θεμελιώδη μηχανισμό του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σκοπός της είναι η διασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου αυτού στην Ένωση, με την παροχή στα δικαστήρια των κρατών μελών ενός μέσου το οποίο τους επιτρέπει να υποβάλλουν στο δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης [ΔΕΕ] προδικαστικά ερωτήματα, σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της ένωσης, που ασκείται με αποκλειστική πρωτοβουλία του εθνικού δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το αν οι διάδικοι της κυρίας δίκης έχουν εκφράσει ή όχι την επιθυμία για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο δικαστήριο.

Στο εθνικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά και το οποίο φέρει την ευθύνη της απόφασης που θα εκδοθεί, εναπόκειται αποκλειστικά να εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη της ιδιαιτερότητες κάθε υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής απόφασης, προκειμένου να εκδώσει τη δική του απόφαση, όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο δικαστήριο.

Τα δικαστήρια, δηλαδή, των κρατών μελών μπορούν να υποβάλλουν στο ΔΕΕ προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης, εφόσον εκτιμούν ότι η επίλυση του ζητήματος από το ΔΕΕ είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής τους απόφασης [άρθρο 267, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ]. Η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη, ιδίως, όταν ανακύπτει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου νέο ερμηνευτικό ζήτημα, το οποίο έχει γενικότερη σημασία για την ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να παράσχει τις διευκρινήσεις, που είναι αναγκαίες σε ένα καινοφανές νομικό ή πραγματικό πλαίσιο.

Ωστόσο, όταν ανακύπτει ζήτημα εκκρεμές ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό οφείλει να υποβάλει στο ΔΕΕ τέτοιο ερώτημα [άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ], εκτός αν υπάρχει ήδη σχετική νομολογία, ή αν δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία, ως προς την ορθή ερμηνεία του κανόνα δικαίου [ΑΠ 948/2021].

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 13/1993 και της 13ης αιτιολογικής σκέψης, αποκλείεται η εφαρμογή της ως άνω Οδηγίας σε ρήτρες της σύμβασης, που απηχούν εθνικές διατάξεις αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου, ήτοι στις λεγόμενες δηλωτικές ρήτρες. Κάθε κράτος μέλος μπορεί βέβαια όσον αφορά τις δικές του διατάξεις να αποστεί της ενσωμάτωσης του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας και με αυτόν τον τρόπο να επιτρέψει τον έλεγχο και των δικών του ρυθμίσεων.

Ωστόσο, οι νόμοι των κρατών μελών, που θέτουν σε εφαρμογή Οδηγίες, αλλά και το σύνολο των κανόνων του εθνικού δικαίου, πρέπει να ερμηνεύονται με τρόπο που καταλήγει σε λύση σύμφωνη με το σκοπό που επιδιώκει η Οδηγία [ΑΠ 948/2021]. Ένα εθνικό δικαστήριο, το οποίο επιλαμβάνεται διαφοράς ανακύπτουσας αποκλειστικά μεταξύ ιδιωτών, υποχρεούται κατά την εφαρμογή των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, οι οποίες έχουν προσαρμοσθεί με σκοπό την μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των υποχρεώσεων, που προβλέπει η Οδηγία, να λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των κανόνων του εθνικού δικαίου και να τους ερμηνεύει, στο μέτρο του δυνατού, υπό το πρίσμα του γράμματος, καθώς και του σκοπού της Οδηγίας αυτής, προκειμένου να καταλήξει σε λύση σύμφωνη με το σκοπό που αυτή επιδιώκει και κατά συνέπεια να συμμορφώνεται στο άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, της ΣΛΕΕ.

Περαιτέρω, με ερμηνεία σύμφωνη με το σκοπό τη Οδηγίας 13/93, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας, παρότι δεν έχει μεταφερθεί στο ελληνικό δίκαιο, με ρητή ειδική διάταξη [δεν υπήρχε σκόπιμη παράλειψη του εθνικού νομοθέτη], ενυπάρχει στη γενική ρήτρα του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 2251/1994 [ολΑΠ 4/2019, ΑΠ 948/2021].

Εξάλλου, συμβατικές ρήτρες, που απηχούν ή ταυτίζονται με διατάξεις του αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου [δηλωτικές ρήτρες] εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 13/93, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 13/93. Οι "δηλωτικοί όροι" δεν υπόκεινται σε έλεγχο διαφάνειας, που καθιερώνει η Οδηγία [άρθρο 4 παρ. 2 και άρθρο 5]. Ελέγχονται δε ως καταχρηστικές μόνον αν με αυτούς εφαρμόζεται κανόνας, ο οποίος δεν τυγχάνει εκ του νόμου εφαρμογής στον τύπο της συγκεκριμένης σύμβασης, αλλά αφορά άλλον τύπο σύμβασης [ΑΠ 948/2021].

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 267 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις αρχές της ομοιόμορφης και ασφαλούς εφαρμογής της Οδηγίας 13/93, με την απόρριψη του αιτήματος να απευθύνει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ αναφορικά με τη συμβατότητα των υιοθετημένων από αυτήν παραδοχών, ως προς την έννοια του "δηλωτικού" Γ.Ο.Σ.

σε σχέση με τη γενική έννοια του άρθρου 291 ΑΚ και ως προς τη δυνατότητα του εθνικού δικαστηρίου να περιλάβει με δημιουργική ερμηνεία στην ελληνική έννομη τάξη τη διάταξη 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ. Από τα ανωτέρω προκύπτει με σαφήνεια ότι κατά την Οδηγία 93/13, συμβατικοί όροι οι οποίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με διατάξεις μίας χώρας μέλους, εξ ορισμού, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και, επομένως, δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας, ως γενικοί όροι συναλλαγών, αφού αυτό που προβλέπεται ως συμβατικός όρος, ούτως ή άλλως θα ίσχυε, ακόμη και αν έλειπε η επίμαχη ρήτρα.

Και τούτο διότι, όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω, οι εθνικές διατάξεις εξ ορισμού, δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, δεδομένου ότι ο εθνικός νομοθέτης προέβη σε στάθμιση συμφερόντων των μερών και, έτσι, μία τέτοια νομοθετική ρύθμιση δεν μπορεί να είναι καταχρηστική. Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο απορρίπτοντας το αίτημα των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε διότι δεν συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [και όχι από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου], είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 388 ΑΚ, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλόμενους, σε αμφοτεροβαρή σύμβαση [όπως η σύμβαση εντόκου δανείου], το διαπλαστικό δικαίωμα, να ζητήσει από το δικαστήριο, την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεστεί, είναι:

α] μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β] η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, γ] από την μεταβολή αυτή, η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής να καθίσταται επαχθής.

Έκτακτα και απρόβλεπτα περιστατικά, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, είναι αυτά που δεν επέρχονται, κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων και προκαλούνται από ασυνήθη γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά κ.λπ. [ΑΠ 998/2014]. Η εφαρμογή δηλαδή της ερμηνευμένης διάταξης προϋποθέτει, ότι τα μέρη, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, έλαβαν υπόψη τα περιστατικά, στα οποί θεμελίωσαν το περιεχόμενο της σύμβασης και απέβλεψαν σε αυτά, τα οποία και αποτέλεσαν το βάθρο της σύμβασης, στη συνέχεια, όμως, απαιτείται, τα όσα περιστατικά θεμελίωσαν την απόφαση των συμβαλλόμενων, περί κατάρτισης της σύμβασης, να μεταβλήθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο, τα δε γεγονότα, τα οποία προκάλεσαν την μεταβολή να έχουν χαρακτήρα έκτακτο και να μην μπορέσουν να προβλεφθούν, πράγμα που συμβαίνει όταν τα παρεμβαλλόμενα περιστατικά, που εισχώρησαν στη σύμβαση, δεν ήταν δυνατόν να διαγνωσθούν, υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες.

Όχι, όμως, οποιαδήποτε μεταβολή επιδρά στην κατάληξη ή και στην αναπροσαρμογή της σύμβασης, αλλά μόνο εκείνη, που έχει ως συνέπεια, η παροχή του οφειλέτη να θεωρείται υπέρμετρα επαχθής. Αυτό συμβαίνει όταν ο οφειλέτης, συνεπεία εκτάκτων γεγονότων βρίσκεται σε πλήρη κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, και μάλιστα σε τέτοια κατάσταση, ώστε αυτός μεν εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε έκτακτα και απρόβλεπτα, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα, από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή θα είχε προβλεφθεί.

Επομένως, για να είναι νόμιμος ο ισχυρισμός που στηρίζεται στην ανωτέρω διάταξη, πρέπει να έχει σαφή και ευσύνοπτη ιστορική βάση, να περιέχει δηλαδή αναφορά όλων των προαναφερόμενων στοιχείων που απαιτεί ο νόμος και δη ότι τα συμβαλλόμενα μέρη στήριξαν την κατάρτιση της σύμβασης σε ορισμένα περιστατικά, τα οποία να αναφέρονται και τα οποία μεταγενέστερα μεταβλήθηκαν από έκτακτους και απρόβλεπτους λόγους, ώστε να συνεπάγονται δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής, Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".

Η διάταξη αυτή είναι εφαρμοστέα επί της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων, τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, των απορρεουσών από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία.

Η ως άνω αρχή λειτουργεί τόσον ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, όσο και ως διορθωτική αυτών, κατά τις περιπτώσεις εκείνες, που, ένεκα συνδρομής ειδικών συνθηκών, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπληρώσεως των παροχών στο συμφωνηθέν μέτρο, είτε αυτές ρυθμίζονται στη σύμβαση είτε στο νόμο.

Το τελευταίο είναι δυνατό, διότι η ΑΚ 288 αποτυπώνει γενικότερη αρχή, που έχει προσδιοριστική, άρα και περιοριστική αποστολή για το περιεχόμενο κάθε ενοχικής σχέσεως. Παρέχει δε η εν λόγω αρχή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως [ολΑΠ 9/1997, ΑΠ 1461/2022, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 1231/2020].

Ο προσδιορισμός της εκπληρωτέας παροχής κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 288 ΑΚ, γίνεται μόνο όταν υπάρχει ιδιαίτερος σοβαρός λόγος και στηρίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, σε αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την ίδια την έννομη τάξη και τις κρατούσες αντιλήψεις, δοθέντος ότι η αρχή της καλής πίστεως αφενός μεν απαιτεί την τήρηση των συμφωνημένων, όπως αυτά συμπληρώνονται από ειδικές διατάξεις νόμου, αφετέρου δε ότι έχει [η αρχή της καλής πίστεως] αμφιμερή ενέργεια, με την έννοια ότι κάθε δικαίωμα πρέπει να ασκείται από τον φορέα του εντός των κοινωνικοηθικών ορίων, αλλά και αντιστρόφως κάθε υποχρέωση πρέπει να εκπληρώνεται λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου.

Έτσι, με βάση την αρχή της καλής πίστεως, σε περίπτωση παροχής που έχει γίνει επαχθής για τον έναν συμβαλλόμενο, επιβάλλεται η εκπλήρωση αυτής και αποκλείεται η παρέκκλιση από τη σύμβαση, εάν η επαχθής παροχή ανήκει στο πλαίσιο του κινδύνου που ανέλαβε ο υπόχρεος με τη σύμβαση [ΑΠ 1461/2022], ή που πρέπει κατά το νόμο να του καταλογισθεί [ΑΠ 1231/2020, ΑΠ 398/2008].

Περαιτέρω, η διορθωτική επέμβαση του δικαστηρίου με βάση την ΑΚ 288 συνίσταται στην αναπροσαρμογή της παροχής σε επίπεδο που αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη, στοιχεία όμως που δεν μπορούν να προσδιορισθούν γενικά και αφηρημένα αλλά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τα εκατέρωθεν συγκριτικά στοιχεία, έτσι ώστε σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης να λάβει χώρα μία ισόρροπη κατανομή της ζημίας πάντοτε σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε ατομικής περίπτωσης [ΑΠ 1461/2022].

Το δικαίωμα αναπροσαρμογής με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ είναι διαπλαστικό και, κατά συνέπεια, τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αν λοιπόν πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, η συμφωνία καταλύεται εφεξής και δεν ισχύει για το μέλλον.

Με την αναπροσαρμογή της παροχής από το δικαστήριο και τη συνακόλουθη κατάργηση της συμφωνίας, επιτυγχάνεται η σε βάθος χρόνου ομαλοποίηση της συμβατικής σχέσεως που έχει διαταραχθεί και ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μελλοντικών δικαστικών διενέξεων από την ίδια συμβατική σχέση και για την ίδια αιτία [ολΑΠ 3/2014, ΑΠ 1461/2022, ΑΠ 207/2017].

Ειδικά, σε περίπτωση σύμβασης δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα, με την οποία υποχρεώνεται ο οφειλέτης να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, μ βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως, του ξένου νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, εκτός από τα θεμιτά συμφέροντα του δανειολήπτη, πρέπει να προστατευθούν, επί μεταβολής της ισοτιμίας, τα επίσης θεμιτά συμφέροντα της Τράπεζας, η οποία υφίσταται και η ίδια τον συναλλαγματικό κίνδυνο.

Επομένως, σε περίπτωση σύμβασης δανείου σε ελβετικό φράγκο, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ δεν πρέπει δογματικά να αναχθεί σε λύση διάσπασης της συμβατικής σταθερότητας και δεσμευτικότητας, αλλά η εφαρμογή του να καταφάσκει ως ultimum remendium διόρθωσης της σύμβασης και αναπροσαρμογής των υποχρεώσεων μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που πρέπει να κρίνονται in concreto και δη όταν είναι όλως έντονη η απειλή οικονομικής καταστροφής για το δανειολήπτη, στις οποίες και πάλι η διάταξη του ανωτέρω άρθρου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένας μηχανισμός ανακούφισης μέσω της επιλογής από το δικαστήριο μίας διόρθωσης της σύμβασης π.

χ. διά της επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής ή της αναστολής για ένα χρονικό διάστημα της υποχρέωσης καταβολής δόσεων, και πάντως όχι υποχρεώνοντας την τράπεζα να δεχθεί την εξόφληση των οφειλόμενων δόσεων με την ισοτιμία του χρόνου εκταμίευσης του δανείου. Τέτοια επιλογή αναμόρφωσης της σύμβασης με καθιέρωση για την αποπληρωμή των δόσεων της ισοτιμίας του χρόνου εκταμίευσης, ικανοποιεί μεν στο ακέραιο τα θεμιτά συμφέροντα του δανειολήπτη, αλλά παραβλέπει τελείως τα επίσης θεμιτά συμφέροντα της αντισυμβαλλόμενης τράπεζας, η οποία έχει δανειστεί τα ελβετικά φράγκα για να δανείσει το δανειολήπτη και καθ' όλη της διάρκεια της συμβατικής σχέσης σε κάθε δανειολήπτη, έχει ανοικτή οφειλή σε ελβετικά φράγκα στη διατραπεζική αγορά, υφιστάμενη και η ίδια τον συναλλακτικό κίνδυνο και τη ζημία από τον κίνδυνο μεταβολής των τιμών συναλλάγματος και την ανατίμηση του ελβετικού φράγκου.

Οδηγεί δε σε μία μονόπλευρη επιβολή των συμφερόντων των δανειοληπτών σε βάρος της τράπεζας με την μετακύλιση αποκλειστικά στην τελευταία του κινδύνου μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, επιβαρυνόμενης επιπλέον με το χαμηλό επιτόκιο Libor και συνακόλουθα μειωμένο επιτόκιο κέρδους [spread], ενώ αντίθετα οι αντισυμβαλλόμενοί της απολαμβάνουν τα οφέλη χαμηλού επιτοκίου και χαμηλής τοκοχρεωλυτικής δόσης [ΑΠ 1461/2022].

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης [δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής], οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288 και 388 ΑΚ, τις οποίες ερμήνευσε εσφαλμένα και δεν εφάρμοσε αν και συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, ερμήνευσε εσφαλμένα και δεν εφάρμοσε α] την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ για την ακύρωση των προαναφερόμενων όρων 7 α εδ. 2 και 3 της δανειακής σύμβασης, οι οποίοι αντίκεινται στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, β] την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, για αναπροσαρμογή της οφειλής των εναγόντων και αναγωγής της αντιπαροχής των επίδικων συμβάσεων στο μέτρο που αρμόζει και συγκεκριμένα στα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά τόσο του αρχικού κεφαλαίου, όσο και των δόσεων που ήδη καταβλήθηκαν, καθώς και του εναπομένοντος υπολοίπου ποσού κάθε δανείου σε ευρώ με βάση την ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου κατά τον χρόνο εκταμίευσης των δανείων, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της ένδικης αγωγής και γ] την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, για εκπλήρωση της ένδικης παροχής, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο που ανταποκρίνεται στη συναλλακτική αρχή της καλής πίστης.

Ωστόσο, το Εφετείο απορρίπτοντας την επικουρική αυτή βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, α] δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 180 ΑΚ [περί αναγνώρισης της ακυρότητας των υπ' αριθ. 7 α εδ. 2 και 3 και 9 όρων των δανειακών συμβάσεων], καθόσον οι προσβαλλόμενοι ως καταχρηστικοί όροι των επίδικων συμβάσεων, ως δηλωτικοί και αναφερόμενοι σε κύρια στοιχεία των δανειακών συμβάσεων, δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας, ούτε κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 Ν. 2251/1994, αλλά ούτε και του άρθρου 281 ΑΚ, του οποίου εξειδίκευση αποτελούν οι πρώτες, β] δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ και δεν προσέδωσε σ' αυτήν, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και του ανωτέρω αγωγικού αιτήματος, έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών που κυριαρχικά εκτιμήθηκαν από αυτό και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού περί του νόμω αβάσιμου της βάσης αυτής της αγωγής.

Ειδικότερα, όπως δέχεται το Εφετείο, τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν συνιστούν απρόοπτη, ανυπαίτια ως προς τους ενάγοντες και μεταγενέστερη της σύναψης της σύμβασης μεταβολή του κοινού δικαιοπρακτικού θεμελίου στο οποίο αυτή στηρίχθηκε, καθόσον: α] η γενική οικονομική κρίση καθώς και η μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, δεν αποτελούν γεγονότα έκτακτα και απρόβλεπτα, υπό τις συνθήκες της διεθνούς ρευστότητας, β] η σταθερότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας και των καταβαλλομένων δόσεων, δεν φέρεται, κατά την εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου, ως το κοινό δικαιοπρακτικό θεμέλιο, στο οποίο στηρίχθηκε η συνομολόγηση του κάθε δανείου, στο μέτρο που συμφωνήθηκε και η παροχή εμπράγματης ασφάλειας για την εξασφάλισή τους, γ] μόνη η διαβεβαίωση των υπαλλήλων της εναγομένης για ευνοϊκότερους όρους λήψης των δανείων, κατά τη σταδιακή αποπληρωμή τους, δεν αρκεί ως γεγονός, αληθές υποτιθέμενο, να αναχθεί σε δικαιοπρακτικό θεμέλιο της σύμβασης, του οποίου η ανατροπή να οδηγήσει στις συνέπειες του άρθρου 388 ΑΚ, γ] δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία της και δεν προσέδωσε σ' αυτήν, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και του ανωτέρω αγωγικού αιτήματος, έννοια διαφορετική από την αληθινή, όπως η έννοιά της αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, που κυριαρχικά εκτιμήθηκαν από αυτό και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού περί του νόμω αβάσιμου της αγωγής ως προς τη βάση της περί διορθωτικής επέμβασης του δικαστηρίου κατά τον διαλαμβανόμενο στην αγωγή τρόπο.

Ειδικότερα, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, αφενός δεν υπάρχει ιδιαίτερος σοβαρός λόγος για την εφαρμογή της ΑΚ 288, καθόσον ο επικαλούμενος λόγος περί δραματικής μεταβολής της ισοτιμίας ευρώ και ελβετικού φράγκου υπέρ του τελευταίου, ανήκει στο πλαίσιο του κινδύνου που ανέλαβαν οι αναιρεσείοντες με τις δανειακές συμβάσεις και με βάση την αρχή της καλής πίστης, σε περίπτωση παροχής που έχει γίνει επαχθής για τον έναν συμβαλλόμενο, επιβάλλεται η εκπλήρωση αυτής και αποκλείεται η παρέκκλιση, αφετέρου δε η αιτούμενη δια της αγωγής διορθωτική επέμβαση του δικαστηρίου, με βάση την ΑΚ 288, δια του υπολογισμού του υπολοίπου της οφειλής με βάση την ισοτιμία που υπήρχε κατά την εκταμίευση εκάστου ποσού δανείου, η οποία να ισχύει για όλη τη διάρκεια της εξυπηρέτησης του δανείου, λαμβάνει υπόψη μονομερώς μόνο τα θεμιτά συμφέροντα των αναιρεσειόντων, αποκλείοντας όμως τα θεμιτά συμφέροντα της αναιρεσίβλητης τράπεζας, κατ' αντίθεση με την αρχή της καλής πίστης, η οποία αφενός απαιτεί την τήρηση των συμφωνηθέντων, αφετέρου έχει αμφιμερή ενέργεια, με την έννοια ότι κάθε δικαίωμα πρέπει να ασκείται από τον φορέα του εντός των κοινωνικοηθικών ορίων, αλλά και αντιστρόφως κάθε υποχρέωση πρέπει να εκπληρώνεται λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου.

Ειδικότερα, η επιβάρυνση των αναιρεσειόντων και ο επαχθής χαρακτήρας της οφειλής τους, που προέκυψε μεταγενέστερα κατά την εξέλιξη των δανειακών συμβάσεων, λόγω της μεταβολής της ισοτιμίας του ευρώ προς το ελβετικό φράγκο υπέρ του τελευταίου, που κατά τα ανωτέρω ανήκε στο πλαίσιο του κινδύνου που αυτοί συμβατικά ανέλαβαν, δεν μπορεί να οδηγήσει, άνευ ετέρου, στην υποχρέωση της αντισυμβαλλόμενης τράπεζας να δεχθεί την εξόφληση των οφειλόμενων δόσεων με την ισοτιμία του χρόνου εκταμίευσης των ποσών των δανείων, ήτοι την πλήρη απαλλαγή τους από τον συναλλακτικό κίνδυνο, αφού έτσι θα κατέληγε στη λύση ότι κρίσιμη είναι η ισοτιμία του χρόνου της εκταμίευσης, χωρίς προηγούμενη στάθμιση των συμφερόντων αμφοτέρων των μερών, όπως απαιτεί η καλή πίστη, καθόσον έτσι παραβλέπονται τελείως και τα θεμιτά συμφέροντα της αντισυμβαλλόμενης τράπεζας, η οποία έχει δανειστεί τα ελβετικά φράγκα για να δανείσει τους ενάγοντες και καθ' όλη τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης έχει ανοιχτή οφειλή σε ελβετικά φράγκα στη διατραπεζική αγορά, υφιστάμενη και η ίδια το συναλλακτικό κίνδυνο και τη ζημία από τον κίνδυνο της μεταβολής της ισοτιμίας, επιβαρυνόμενης της τελευταίας με το χαμηλό επιτόκιο Libor και συνακόλουθα μειωμένο επιτοκιακό περιθώριο κέρδους [spread], ενώ οι ενάγοντες θα απολαμβάνουν τα οφέλη του χαμηλού επιτοκίου και της χαμηλής τοκοχρεωλυτικής δόσης.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ως άνω βάση της αγωγής ως μη νόμιμη και δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς, με συνέπεια να μη διατυπώσει σχετικό πόρισμα.

Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, που ηττήθηκαν, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-5-2021 αίτηση των Α. - Ε. Κ., Ν. Κ., Μ. - Α. Κ. και Χ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 7112/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ