Supreme Court orders retrial of appeal hearing due to missing evidence on time-bar for appeal suspension. Parties must prove time-bar expiration or waiver.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court ordered a retrial of the appeal hearing because the appellants failed to prove the time-bar for suspending the appeal had expired or been waived. The lower court had rejected the appeal as untimely, but the Supreme Court noted the absence of official certificates regarding the non-exercise of this right. Consequently, the court required the appellants to submit the necessary documentation to clarify the procedural status before the hearing could proceed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568 and 576 of the Code of Civil Procedure; The court must order a retrial of the appeal hearing when the time-bar for suspending the appeal is contested and the appellant fails to provide evidence proving its expiration or the other party's waiver.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1652 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1652/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Γ. Δ. του Θ., κατοίκου Τ. Κ. Π., Δ. Ν. και 2) Χ. Κ. του Κ., κατοίκου Α… Α.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Κρικίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Ε. Τ. του Α., κατοίκου Α. Α., 2) Α. Τ. του Ε., κατοίκου Α. Α., 3) υπό εκκαθάριση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "V. C. T. A. Σ. Ε. Π. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "VTC Σ. ΕΠΕ", που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση αμφοτέρων των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-4-2019 αίτησή τους. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 18-2-2022 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 και 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ένας ή περισσότεροι από τους διαδίκους και αυτοί έχουν κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως, από τον ή τους διαδίκους που επισπεύδουν τη συζήτηση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία των κλητευθέντων διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης. Η υπόθεση αυτή είχε οριστεί αρχικά να δικαστεί κατά τη δικάσιμο της 22-2-2021 και είχε επιδοθεί από τους επισπεύδοντες αναιρεσείοντες στους αναιρεσίβλητους αντίγραφο της υπό κρίση από 30-4-2019 αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ...
εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ. Π.. Κατά την ως άνω δικάσιμο η υπόθεση δεν συζητήθηκε, λόγω των μέτρων κατά της πανδημίας του κορωνοϊού και στη συνέχεια επαναπροσδιορίστηκε οίκοθεν για τη δικάσιμο της 13-9-2021, οπότε η συζήτησή της ματαιώθηκε, λόγω μη εμφάνισης των διαδίκων.
Ακολούθως, με την από 18-2-2022 κλήση των αναιρεσειόντων, που επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους με τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (30-1-2023). Επομένως, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κλητεύθηκαν νόμιμα οι αναιρεσίβλητοι, από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείοντες, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α, 321 και 495 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση, κατά της ερήμην απόφασης, αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 περ.
β εδ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την τελευταία αυτή διάταξη συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 215/2018, ΑΠ 737/2017, ΑΠ 2101/2017, ΑΠ 1016/2010).
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη από την επίδοση της ερήμην απόφασης προθεσμία για την άσκησή της είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ.
β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013). Από την τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει ότι, αν η κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκηθείσα έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους (όπως ως απαράδεκτη), σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απόφαση ως προς το σχετικό με την απόρριψη της εφέσεως κεφάλαιο (απαράδεκτο), καθώς και η πρωτόδικη απόφαση, ως προς την ουσία της υπόθεσης, γιατί αυτή γίνεται πλέον τελεσίδικη, ως προς τα με αυτήν κριθέντα, με την έκδοση της απόφασης, η οποία απέρριψε για τυπικούς λόγους την έφεση (ΑΠ 362/2020, ΑΠ 916/2013, ΑΠ 1000/2009).
Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης και κατά της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον η έφεση απορριφθεί ως απαράδεκτη (διαφορετική η περίπτωση της απορρίψεως ως εκπρόθεσμης), αρχίζει από την επίδοση, άλλως δημοσίευση, της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που απορρίπτει την έφεση για τυπικούς λόγους (ΑΠ 362/2020, ΑΠ 1875/2014, ΑΠ 916/2012).
Αν, όμως, η απόφαση του εφετείου, που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (όχι λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως αυτής), εκδόθηκε ερήμην ενός των διαδίκων, τότε αυτή υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, ήτοι μετά την πάροδο της δεκαπενθήμερης, από την επίδοση, για την άσκησή της προθεσμίας, διότι έκτοτε η εφετειακή απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση.
Η προθεσμία, στην περίπτωση αυτή, για την άσκηση αναίρεσης αρχίζει από την επομένη της παρόδου της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, την ίδια δε αφετηρία έχει η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης και κατά της συμπροσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης, αφού, προηγουμένως, πρέπει να παρέλθει η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας για την απόφαση του εφετείου, δοθέντος ότι αν γίνει δεκτή η αναίρεση κατά της αποφάσεως του εφετείου, που εκδόθηκε ερήμην ενός των διαδίκων και απέρριψε την εμπροθέσμως ασκηθείσα έφεση ως απαράδεκτη, η απόφαση του πρωτοδικείου δεν θα είναι πλέον τελεσίδικη, διότι αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης και, συνεπώς, θα πρέπει να απορριφθεί και η κατ' αυτής αναίρεση ως απαράδεκτη (ΑΠ 1138/2022).
Τα ίδια ως άνω ισχύουν και σε περίπτωση, που η ασκηθείσα αντέφεση απορρίφθηκε από το εφετείο ως απαράδεκτη, οπότε σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απόφαση ως προς το σχετικό με την απόρριψη της αντέφεσης κεφάλαιο (απαράδεκτο), καθώς και η πρωτόδικη απόφαση, ως προς την ουσία της υπόθεσης, γιατί αυτή γίνεται πλέον τελεσίδικη, ως προς τα με αυτήν κριθέντα, με την έκδοση της απόφασης, η οποία απέρριψε για τυπικούς λόγους την αντέφεση.
Περαιτέρω, η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (ΚΠολΔ 495 παρ. 1). Κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν η αναίρεση πλήττει την απόφαση του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, πρέπει το αναιρετήριο να κατατεθεί στη γραμματεία και των δύο δικαστηρίων (και να καταβληθούν δύο παράβολα), αλλιώς η αναίρεση είναι απαράδεκτη ως προς την απόφαση του δικαστηρίου, στη γραμματεία του οποίου δεν κατατέθηκε το αναιρετήριο [ΑΠ 1138/2022, ΑΠ 617/2014, ΑΠ 1672/2017].
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 254 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, που έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση, αναφέροντας απαραιτήτως, στην σχετική απόφαση τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης (ΑΠ 609/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 15-6-2015 αγωγή τους κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ζήτησαν α) να αναγνωριστεί ότι η από 20-8-2008 φερόμενη ως απόφαση της έκτακτης καθολικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ.
Α. Α. Ε." περί αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της είναι ανυπόστατη και β) σε κάθε περίπτωση, να υποχρεωθούν οι δύο πρώτοι των εναγομένων να καταβάλουν σε καθέναν από τους ενάγοντες, εις ολόκληρον ο καθένας, το εύλογο ποσό των 23950 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 22/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, με την οποία έγινε δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο το πρώτο ως άνω αίτημα, που θεωρήθηκε ως η κύρια βάση της αγωγής και δεν απαντήθηκε το δεύτερο ως άνω αίτημα που θεωρήθηκε ως επικουρική βάση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 25-1-2017 έφεσή τους και ζήτησαν να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και να απορριφθεί η αγωγή των αντιδίκων τους. Μετά την πάροδο της προθεσμίας της έφεσης, οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 8-5-2018 αντέφεσή τους και ζήτησαν να γίνει δεκτό το ως άνω αίτημα της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ισχυριζόμενοι ότι πρόκειται για κύριο αίτημα της αγωγής τους, το οποίο έμεινε αδίκαστο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Επί των ενδίκων αυτών μέσων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 14/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, ερήμην των εκκαλούντων και αντεφεσιβλήτων, που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη και την αντέφεση ως απαράδεκτη, με το αιτιολογικό αφενός ότι με αυτήν πλήττεται κεφάλαιο της πρωτόδικης που δεν εκκαλείται με την έφεση, ούτε συνέχεται με το προσβαλλόμενο με αυτήν κεφάλαιο και αφετέρου ότι ασκήθηκε μετά την πάροδο της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και επομένως δεν μπορούσε να κριθεί ως έφεση.
Η ως άνω απόφαση επιδόθηκε, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων στους αναιρεσίβλητους την 5-4-2019, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ. Π., κατ' αυτής δε, αλλά και κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης οι αναιρεσείοντες άσκησαν την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης την 30-4-2019, δηλαδή κατ' αρχήν μετά την πάροδο της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους των ερημοδικασθέντων στον δεύτερο βαθμό αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, ζητώντας να αναιρεθεί η 22/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, προκειμένου στη συνέχεια να γίνει δεκτή η αγωγή τους και ως προς το αίτημα της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο είχε μείνει αδίκαστο.
Δεν προκύπτει, όμως, για το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ότι κατά τον χρόνο άσκησής της, η προσβαλλόμενη ερήμην απόφαση δεν υπέκειτο σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε λόγω παρόδου άπρακτης της σχετικής προθεσμίας για την άσκηση αυτής, αφού δεν προσκομίζεται από τους αναιρεσείοντες σχετική βεβαίωση (πιστοποιητικό) του αρμοδίου γραμματέως περί μη άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, είτε λόγω νομότυπης παραίτησης των αναιρεσιβλήτων από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή από τυχόν ασκηθείσα ανακοπή (ή και λόγω απόρριψης αυτής), μη προσκομιζομένων των σχετικών με τα ως άνω θέματα στοιχείων (διαδικαστικών εγγράφων).
Επομένως, κατά τη μελέτη και διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάσθηκαν τα ως άνω κενά και αμφίβολα σημεία, ως προς την τελεσιδικία της δευτεροβάθμιας και επομένως και της πρωτοβάθμιας απόφασης, τα οποία χρειάζονται συμπλήρωση και διευκρίνηση, και πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, τα αναφερόμενα πιο πάνω στοιχεία για τη συνδρομή της παραπάνω προϋπόθεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της από 30-4-2019 αίτησης για αναίρεση της 14/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και της 22/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, προκειμένου να προσκομισθούν με επιμέλεια των αναιρεσειόντων τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ