Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the claim regarding dangerous work allowance is inadmissible due to lack of specific facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's rejection of their claim for a dangerous work allowance. The appellants argued the relevant ministerial decision lacked legislative authorization, while the court held that determining eligibility lies with the executive branch, not the judiciary. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible because the underlying claim failed to specify the exact conditions making the hospital environment dangerous.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1), 560(5), 560(6) of the Code of Civil Procedure; The court must reject an appeal if the contested decision is inadmissible or if the appeal lacks a legal basis, as the court cannot review the substantive validity of administrative decisions regarding social benefits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1652 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1652/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Ε. Τ. του Α., 2) Λ. Φ. του Κ., 3) Χ. Λ. του Ι., 4) Δ. Κ. του Π., 5) Σ. Γ. του Ν., 6) Ε. Σ. του Π., 7) Δ. Π. του Π.,8) Σ. Μ. του Ι., 9) Χ. Δ. του Ι., 10) Α. Π. του Ε., κατοίκων όλων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λαμπρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ-ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Νικηφοράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1137/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4670/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-9-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16.9.2021 [με αριθ. εκθεσ. καταθ.146/72710/22.9.2021] αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ'αριθ. 4670/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν εφέσεως των εναγόντων [πλην της ενάτης εξ αυτών ως προς την οποία το πρωτόδικο δικαστήριο κήρυξε κατηργημένη τη δίκη], ήδη αναιρεσειόντων κατά της απορρίψασας την αγωγή τους υπ'αριθ. 1137/2019 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, διαδικασίας περιουσιακών διαφορών, με την οποία ζητούσαν την επιδίκαση του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τα έτη 2013 έως και 2018 υποστηρίζοντας ότι η κατ'εξουσιοδότηση του άρθρο 15 παρ.1 του Ν. 4024/2011 εκδοθείσα Κοινή Υπουργική Απόφαση, η οποία δεν τους συμπεριέλαβε στους δικαιούχους του ως άνω επιδόματος ευρίσκεται εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης άλλως ότι δικαιούνται αυτό εκ της αρχής της ισότητας.
Η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την αγωγή δεχόμενη ότι οι ενάγοντες δεν περιλαμβάνονται στους δικαιούχους του επιδόματος, ενώ ως προς τη βάση της επί της αρχής της ισότητας απέρριψε αυτήν ως αόριστη. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση μετά μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως αόριστη.
Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα [άρθρ. 552, 553,556, 558, 564 παρ.3 566 παρ.1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ].
Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου" καθιερώνει όχι μόνον την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, ή των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στην διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξεως, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ' αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξεως και για το χρόνο εκδόσεως αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη, από το Δικαστή, κρίση της Διοικήσεως.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσία επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξεως, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοικήσεως να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Ειδικότερα, όσον αφορά στο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και τα συναφή προς αυτό επιδόματα, τα οποία δεν έχουν σχέση με την παροχή της ίδιας εργασίας, αλλά με τις δυσμενείς συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή παρέχεται, έχει εφαρμογή η ως άνω αρχή της ισότητας, έστω και αν οι εργαζόμενοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες.
Αρκεί το ότι παρέχουν την εργασία τους κάτω από τους ίδιους δυσμενείς όρους. Εξάλλου με το άρθρο 15 παρ. 1 του ως άνω Κεφαλαίου Β' του Ν. 4024/2011 ορίσθηκε ότι "Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως.
Οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησής του καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ενώ με το άρθρο 4 παρ. 1 του ως άνω κεφαλαίου ορίσθηκε ότι "Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταξύ άλλων, α) του Δημοσίου, β) των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ).
Κατ' εξουσιοδότηση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 εκδόθηκε η οικ. 2/16519/0022/24-2-2012 (ΦΕΚ Β' 465/24-2-2012) κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Εσωτερικών, Οικονομικών, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας - Δια βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Δικαιοσύνης - Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με τίτλο "Καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/Α'/27-10-2011) (Β'465/24-2-2012), με την οποία ορίσθηκαν τα εξής: "1.
Καθορίζουμε το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς μηχανικούς και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (ΙΔΑΧ - ΙΔΟΧ) του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού ανά κατηγορία ως εξής: α) κατηγορία Α' σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ, β) κατηγορία Β' σε εβδομήντα (70) ευρώ, γ) κατηγορία Γ' σε τριάντα πέντε (35) ευρώ. 2.
Στην κατηγορία Α' περιλαμβάνονται το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, οι απασχολούμενοι αποκλειστικά σε ακτινολογικούς θαλάμους και εμφανίσεις, οι οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων - διασώστες και οι συντηρητές πειραματόζωων των Νοσοκομείων .....3. Στην κατηγορία Β' περιλαμβάνονται το τεχνικό προσωπικό και το προσωπικό που εργάζεται στην εστίαση και τον ιματισμό των Νοσοκομείων, ....5.
Το επίδομα επίκίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, που προβλέπεται από την παράγραφο 1 της παρούσας απόφασης δεν καταβάλλεται στο διοικητικό προσωπικό των φορέων που αναφέρονται σε αυτήν....>>. Με τις ρυθμίσεις του Ν. 4024/2011, μεταξύ των οποίων και η προαναφερόμενη του άρθρου 15 παρ. 1 επιδιώκεται, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, λόγω της δυσμενούς δημοσιονομικής συγκυρίας, η μείωση των δαπανών του Κράτους και ο εξορθολογισμός του μισθολογικού κόστους του δημόσιου τομέα και ειδικότερα της πολιτικής των επιδομάτων, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διατήρηση βιώσιμης δημόσιας διοίκησης.
Οι σκοποί αυτοί αποτελούν λόγους δημοσίου συμφέροντος, που δικαιολογούν επαρκώς τη θέσπιση του νέου βαθμολογίου και μισθολογίου. Με τα χαρακτηριστικά αυτά οι ανωτέρω ρυθμίσεις δεν εισάγουν μέτρα απρόσφορα και, μάλιστα, προδήλως, για την επίτευξη των, κατά τα ανωτέρω, επιδιωκόμενων σκοπών δημοσίου συμφέροντος.
Εξάλλου, η επί το δυσμενέστερον μεταβολή μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεων δεν αντίκειται, κατ' αρχήν, σε καμία συνταγματική διάταξη ή συνταγματική αρχή, καθόσον ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, μπορεί να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα, κινούμενος, βεβαίως, πάντοτε εντός ευλόγων ορίων.
Εν προκειμένω, ο νομοθέτης προέβλεψε τη χορήγηση επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και καθόρισε από την αρχή τους δικαιούχους του επιδόματος αυτού λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες εργασίας των υπαλλήλων διαφόρων κλάδων και ειδικοτήτων. Το επίδομα αυτό χορηγήθηκε στους υπαλλήλους, οι οποίοι, κατά την εκτίμηση της Διοίκησης, απασχολούνται σε χώρους με επαγγελματικό κίνδυνο ή υπό συνθήκες επικίνδυνης εργασίας.
Περαιτέρω προκύπτει ότι ο νομοθέτης, επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα, χορήγησε εξουσιοδότηση στους συναρμόδιους Υπουργούς να καθορίσουν τους δικαιούχους και τους όρους και προϋποθέσεις χορήγησης του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο αποσκοπεί στην οικονομική ενίσχυση των εργαζομένων, που, είτε εκτελούν επικίνδυνα για την υγεία τους καθήκοντα είτε εργάζονται σε περιβάλλον που εγκυμονεί αυξημένους κινδύνους για την υγεία (βλ.
ΣτΕ 3495/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, oι Υπουργοί Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός δεν είχαν υποχρέωση, αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας, κοινή απόφαση με την οποία θα καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησης του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας στους μόνιμους και δόκιμους υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού, που υπάγονται στις ειδικότητες, που θα περιλαμβάνονται στις αναφερόμενες σ' αυτήν κατηγορίες, ενώ περαιτέρω, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν τη διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας, να καθορίσουν το ύψος του παραπάνω επιδόματος, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, αποσκοπούσε στην οικονομική ενίσχυση των ανωτέρω εργαζομένων, που εκτελούν επικίνδυνη και ανθυγιεινή εργασία [ΑΠ 714/2021, ΑΠ 1066/2020].
Ο μεταγενέστερος ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α. 176/16.12.2015) άρχισε να ισχύει από 16.12.2015 [άρθρο 46 ν. 4354/2015] και στο άρθρο 18 αυτού, το οποίο, ειδικώς, άρχισε να ισχύει από 1.1.2016 [άρθρο 35 ν. 4354/2015], ορίζεται ότι το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας του άρθρου 15 παρ.1 ν. 4024/2011 εξακολουθεί να καταβάλλεται στο ίδιο ύψος στους δικαιούχους, όπως έχουν καθορισθεί με τις υπουργικές αποφάσεις, που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 15 παρ.1 ν 4024/2011.
Η επίμαχη οικ. 2/16519/0022/24.2.2012 Κ.Υ.Α., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 15 παρ.1 4024/2011, εντός των ορίων της [άρθρο 43 παρ.2 Συντάγματος] και ίσχυσε, κατά τα παραπάνω, από την 1.5.2012, καταργήθηκε, την 16.12.2015 [άρθρο 34 ν. 4354/2015], οπότε άρχισε να ισχύει, ως άνω, ο ν.4354/2015 (ΣτΕ 2252/2017].
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 560 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο, αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, Ελληνικό ή ξένο, Εσωτερικού ή Διεθνούς Δικαίου.
Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. (Ολ. ΑΠ 1/2016, 2/2013 ). Εξ άλλου κατά τον αριθ. 6 του ως άνω άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων [Ειρηνοδικείων και επί εφέσεων κατ' αυτών των Πρωτοδικείων] αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο 'Αρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο 'Αρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης είναι ορθό απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες [ΟλΑΠ10/2007] εκτός εάν υφίσταται έννομο συμφέρον προς τούτο του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της [ΑΠ 1389/2019].
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε α] ότι η αγωγή των, ως διοικητικών υπαλλήλων του αναιρεσιβλήτου, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εξαιρουμένων από την καταβολή του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας με την υπ' αριθ.
οικ.2/16519/2012 κοινή υπουργική απόφαση, παρότι το εν λόγω επίδομα χορηγείται με την ίδια υπουργική απόφαση σε άλλους απασχολούμενους στα νοσοκομεία, όπως το τεχνικό προσωπικό και το προσωπικό που εργάζεται στην εστίαση και τον ιματισμό, είναι αόριστη και πρέπει ν' απορριφθεί, της αοριστίας συνισταμένης στο γεγονός ότι δεν προσδιορίζεται γιατί ο χώρος του νοσοκομείου αυτός καθ' εαυτόν δημιουργεί συνθήκες επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για όλο το προσωπικό του και μάλιστα ανεξαρτήτως της ειδικότητας εργασίας και του ειδικότερου χώρου, στον οποίο κάποιος απασχολείται και πιο συγκεκριμένα στην περίπτωση των εναγόντων που ανήκουν στο διοικητικό προσωπικό του εναγομένου, μη έχουσας έννομη σημασία της τυχόν προγενέστερης νομοθετικής ρύθμισης και αξιολόγησης με τους ν. 2470/1997 και 3205/2003, αφού κριτήριο για τη διαμόρφωση των ρυθμίσεων της σχετικής υπουργικής απόφασης αποτελούν οι υφιστάμενες συνθήκες που συνδέονται με τις υπό ρύθμιση καταστάσεις και β] ότι η αγωγή των ως προς την επικαλούμενη παράβαση της αρχής της ισότητας, υπό τη μορφή της άνισης μεταχείρισης, πρέπει ν' απορριφθεί, γιατί οι κατηγορίες εργαζομένων του τεχνικού προσωπικού, του προσωπικού εστίασης και ιματισμού του νοσοκομείου απασχολούνται σε περιβάλλον που εγκυμονεί κινδύνους για την υγεία τους καθόσον έρχονται σε επαφή με τον ιματισμό όπως σεντόνια, μαξιλαροθήκες και κουβέρτες που χρησιμοποιούνται από ασθενείς, οι εργαζόμενοι στη σίτιση των νοσοκομείων ασχολούνται με την προετοιμασία και τη διανομή των γευμάτων σε ασθενείς, τη συλλογή και το πλύσιμο των χρησιμοποιηθέντων από τους ασθενείς σκευών και το τεχνικό προσωπικό των νοσοκομείων εργάζονται σε περιβάλλον όπου βρίσκονται και ασθενείς, ενώ το διοικητικό προσωπικό των νοσοκομείων δεν έρχεται σε επαφή με ασθενείς ή με αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν από ασθενείς.
Ότι με τις ως άνω παραδοχές η προσβαλλομένη απόφαση έσφαλε γιατί δεν έλαβε υπόψη ότι το προσωπικό αυτό ελάμβανε το συγκεκριμένο επίδομα κατόπιν νομοθετικής αναγνώρισης με τους νόμους 2470/1997 και 3205/2003, δεδομένου ότι ο χώρος του νοσοκομείου αυτός καθ' εαυτός δημιουργεί συνθήκες επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για όλο το προσωπικό, δεν αιτιολογήθηκε η εξαίρεση της κατηγορίας του λοιπού προσωπικού από τους δικαιούχους και ακόμη δεν έλαβε υπόψη ότι εξέλιπε η νομοθετική εξουσιοδότηση για την εξαίρεσή τους και ως εκ τούτου η Κ.Υ.Α, που τους στερεί το εν λόγω δικαίωμα είναι ανίσχυρη.
Ο λόγος αυτός καθ'ό μέρος αφορά την έλλειψη νομοθετικής εξουσιοδότησης είναι αβάσιμος, γιατί κατά τα ως άνω αναφερόμενα ο κοινός νομοθέτης με τις ρυθμίσεις του Ν. 4024/2011[ και του άρθρου 15 αυτού], απέβλεπε στη μείωση των δαπανών και του κόστους της δημόσιας διοίκησης χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Έτσι, επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα χορήγησε εξουσιοδότηση στους συναρμόδιους Υπουργούς, οι οποίοι είχαν την διακριτική ευχέρεια μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης να καθορίσουν τους δικαιούχους και τις προϋποθέσεις χορήγησης του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, το οποίο αποσκοπεί στην οικονομική ενίσχυση των εργαζομένων, που, είτε εκτελούν επικίνδυνα για την υγεία τους καθήκοντα είτε εργάζονται σε περιβάλλον που εγκυμονεί αυξημένους κινδύνους για την υγεία τους και θα ήταν παράνομη η επέκταση αυτού σε κατηγορίες εργαζομένων με συνθήκες εργασίας, χωρίς τα χαρακτηριστικά της επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, γιατί θα ήταν εκτός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως.
Και ναι μεν ο χώρος του νοσοκομείου εγκυμονεί αυξημένους κινδύνους σε σχέση με άλλους, εκτός αυτού, χώρους εργασίας, όμως η εξαίρεση των αναιρεσειόντων, ως διοικητικών υπαλλήλων του νοσοκομείου παραβαλλομένων με τις κατηγορίες των υπαγομένων στο τεχνικό προσωπικό, στο προσωπικό εστίασης και τον ιματισμό από το ένδικο επίδομα υπό τον επιδιωκόμενο σκοπό του δημοσίου συμφέροντος είναι δικαιολογημένη, αφού το εν λόγω προσωπικό δεν αντιμετωπίζει τους κινδύνους, που αντιμετωπίζουν τα μέλη προσωπικού, που έρχονται σε επαφή με ασθενείς.
Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση έλλειψης νομοθετικής εξουσιοδότησης της κοινής υπουργικής απόφασης, η οποία δεν περιέλαβε την κατηγορία των αναιρεσειόντων στους δικαιούχους του επιδόματος αλλ' ούτε και περίπτωση παραβίασης της αρχής της ισότητος, γιατί με μέτρο σύγκρισης τον βαθμό επικινδυνότητας της προσφερόμενης εργασίας πρόκειται για ανόμοιες κατηγορίες εργαζομένων, που παρέχουν εργασία υπό ανόμοιες καταστάσεις, ενώ οι ανάγκες περιστολής των δαπανών και κάλυψης ανισοτήτων, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου 4024/2011, επέβαλαν αυστηρότερα κριτήρια στην επιλογή των δικαιούχων του επιδόματος.
Συνεπώς, δεν πρόκειται για επιλεκτική και ξαφνική περικοπή, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες και η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή ως αόριστη κατά το μέρος της επικαλούμενης παραβίασης της αρχής της ισότητας, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, αντί του ορθού μη νόμιμη, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, αφού ως διοικητικοί υπάλληλοι του αναιρεσιβλήτου εκ του νόμου στερούνται αυτό για το επίδικο διάστημα.
Κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται έλλειψη νομοθετικής εξουσιοδότησης της Κ.Υ.Α. για την εξαίρεσή τους ως δικαιούχων του επιδόματος, η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία επισκοπείται [άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ] δέχθηκε ότι η αγωγή είναι αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη, γιατί δεν προσδιορίζονται στην αγωγή, οι λόγοι για τους οποίους ο χώρος του νοσοκομείου δημιουργεί συνθήκες επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για όλο το προσωπικό του.
Απορρίπτοντας, όμως, το αίτημα των αναιρεσειόντων ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας δεν έλυσε το ζήτημα της ύπαρξης ή μη του δικαιώματος των αναιρεσειόντων με την ύπαρξη ή μη νομοθετικής εξουσιοδότησης της Κ.Υ.Α., καθόσον οι δικαιούχοι του σχετικού επιδόματος καθορίζονται από την σχετική υπουργική απόφαση και δεν εναπόκειται ο προσδιορισμός τους στην κρίση του δικαστηρίου, το οποίο εξετάζει μόνο αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για τη θεμελίωση των απαιτήσεών τους.
Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλομένη απόφαση αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ισχυρισμού τους περί εκτός εξουσιοδότησης της διάταξης που τους εξαιρεί από το ένδικο επίδομα, επικαλούμενοι το λόγο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί προϋποθέτει νομιμότητα του προβαλλομένου ισχυρισμού περί έλλειψης νομοθετικής εξουσιοδότησης.
Όπως αναφέρθηκε στη μείζονα πρόταση που προηγήθηκε επιτρεπτώς ο νομοθέτης κατά το Σύνταγμα χορήγησε εξουσιοδότηση στους συναρμόδιους Υπουργούς, οι οποίοι είχαν την διακριτική ευχέρεια μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης να καθορίσουν τους δικαιούχους και τις προϋποθέσεις χορήγησης του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, που, είτε εκτελούν επικίνδυνα για την υγεία τους καθήκοντα είτε εργάζονται σε περιβάλλον που εγκυμονεί αυξημένους κινδύνους για την υγεία τους και θα ήταν παράνομη η επέκταση αυτού σε κατηγορίες εργαζομένων με συνθήκες εργασίας, χωρίς τα χαρακτηριστικά αυτά.
Συνεπώς, ο ως άνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων είναι μη νόμιμος, δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης και αλυσιτελώς προβάλλεται. Κατ' ακολουθίαν ο λόγος εκ του αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί. Ομοίως, ο λόγος εκ του αριθ. 5 του άρθρου 560 πρέπει ν' απορριφθεί, γιατί απαιτείται η αγωγή να έχει κριθεί ως ορισμένη και νόμιμη, καθόσον δεν είναι πράγματα οι απαράδεκτοι και αβάσιμοι ισχυρισμοί [ΑΠ 1162/2019, 813/2013], γεγονός που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, ενώ απορριπτέος είναι και ο λόγος εκ του αριθ. 6 του ιδίου άρθρου περί ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, γιατί προϋποθέτει απόφαση επί της ουσίας.
Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου [άρθρ. 176, 180 παρ.1, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ], ως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.9.2021 [με αριθμ. καταθ. 146/72710/22.9.2021] αίτηση κατά της υπ'αριθ.4670/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων [1800] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία
η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ