Legislator Case Law & Legislation
1652/2014 AI generated

1652/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1652/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1652/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Με την ανακοπτόμενη υπ' αριθμ. 7227/2007 διαταγή, πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, υποχρεώθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει στην καθής ανώνυμη εταιρία το χρηματικό ποσό των 24.500 ευρώ, ως οφειλόμενο συνολικό τίμημα πωληθέντων και παραδοθέντων στον ανακόπτοντα εμπορευμάτων.

Keywords

AI generated
unpaid customs duties unpaid licensing royalties late payment of fees compulsory medication industrial counterfeiting pharmaceutical and cosmetic products
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1652 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1652/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Λίντα.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "Τ. ΑΓΡΟΦΑΡΜ ΑΕ" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεμιστοκλεία Αναδιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6833/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 672/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 23-6-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 1-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ 1 εδ α' ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικού κανόνες των δικαιοπραξιών ...". Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 874 Α.Κ., 112 Εισ.Ν. Α.Κ., και 64-67 του νομοθετικού διατάγματος της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία τουλάχιστον το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία, μολονότι διατηρούν τον νομικό χαρακτήρα τους, αποβάλλουν από την καταχώρηση τους την αυτοτέλεια τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνον το κατάλοιπο που προκύπτει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων (Ολ.Α.Π. 31/1997).

Εντεύθεν συνάγεται ότι αν υπάρχει μία τέτοια σύμβαση και το ένα συμβαλλόμενο μέρος παρά ταύτα απομονώσει και επιδιώξει δικαστικά την επιδίκαση ορισμένων κονδυλίων του αλληλοχρέου λογαριασμού, το άλλο μέρος μπορεί να αποκρούσει την αγωγή του αντιδίκου του, προτείνοντας σχετική ένσταση. Εξάλλου από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 262 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία "η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν", για να είναι ορισμένη η ένσταση εκ του αλληλοχρέου λογαριασμού, προτεινόμενη από τον εναγόμενο, πρέπει να εκτίθεται για την πραγματική της θεμελίωση ότι οι διάδικοι, ο ένας τουλάχιστον από τους οποίους είναι έμπορος, είχαν συμφωνήσει να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσολοψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία, μολονότι διατηρούν τον νομικό χαρακτήρα τους, αποβάλλουν από την καταχώρηση τους την αυτοτέλεια τους και ότι παρασχέθηκε στα μέρη απλώς η δυνατότητα αμοιβαίων χρεοπιστώσεων, έστω και αν δεν προέβησαν πράγματι σε αυτές και δεν είναι ανάγκη ο λογαριασμός να έγινε πιστωτικός διαδοχικώς και για τα δύο μέρη (ΑΠ 1163/2011, ΑΠ 857/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Με την ανακοπτόμενη υπ' αριθμ. 7227/2007 διαταγή, πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, υποχρεώθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει στην καθής ανώνυμη εταιρία το χρηματικό ποσό των 24.500 ευρώ, ως οφειλόμενο συνολικό τίμημα πωληθέντων και παραδοθέντων στον ανακόπτοντα εμπορευμάτων.

Η διαταγή πληρωμής αυτή εκδόθηκε με βάση τα παρακάτω από την καθής η ανακοπή και τότε αιτούσα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα 21 τιμολόγια πωλήσεως και αντίστοιχα δελτία αποστολής, ήτοι: 1) το υπ' αριθμ. 002991/7-5-2004 τιμολόγιο με το αναγραφόμενο σε αυτό συνοδευτικό υπ' αριθμ. 3479 δελτίο αποστολής, 2) ... και 21) το υπ' αριθμ. 004902/8-9-2004 τιμολόγιο με το αναγραφόμενο σε αυτό υπ' αριθμ. 3939 δελτίο αποστολής.

Το κάθε ως άνω τιμολόγιο και αντίστοιχο δελτίο αποστολής εκδόθηκε από την καθ' ης η ανακοπή-αιτούσα (πωλήτρια) και αναγράφοντο σε καθένα από τα τιμολόγια αυτά τα πωληθέντα κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος εμπορεύματα (γεωργικά φάρμακα, λιπάσματα, σπόροι ) και το συνολικό τίμημα που για μεν το πρώτο ανήρχετο σε 480,00 ευρώ, για το δεύτερο ...

και για το εικοστό πρώτο σε 1.230,00 ευρώ. Συνολικά η αξία και των 21 τιμολογίων με τον Φ.Π.Α., ανήρχετο σε 24.519,24 ευρώ, μετά δε την καταβολή υπό του ανακόπτοντος καθού η διαταγή πληρωμής του ποσού των 19,24 ευρώ έναντι του υπ' αριθμ. 002991/2004 τιμολογίου ως περί τούτου ανέφερε στην αίτηση της η αιτούσα - καθής η ανακοπή το συνολικό τίμημα διαμορφώθηκε σε 24.500 ευρώ.

Σε καθένα από τα ως άνω τιμολόγια αναγράφοντο τα στοιχεία της καθής η ανακοπή και τα στοιχεία του ανακόπτοντος, στη θέση πελάτη - αγοραστή η ένδειξη "επί πιστώσει" και ο χρόνος πληρωμής του τιμήματος εντός 30 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου. Εξάλλου σε κάθε αντίστοιχο του τιμολογίου, δελτίο αποστολής αναγράφετο η ποσότητα του πωλούμενου και παραδιδόμενου εμπορεύματος, τα στοιχεία του ανακόπτοντος πελάτη, ενώ έφερε τόσο την υπογραφή του νόμιμου εκπpoσώπoυ της καθής η ανακοπή πωλήτριας όσο και την μη αμφισβητούμενη υπογραφή του ανακόπτοντος παραλήπτη των εμπορευμάτων, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε επιφύλαξη.

Όμως δεν αποδείχτηκε η επικαλούμενη υπό του ανακόπτοντος κατάρτιση μεταξύ αυτού και της καθής στα πλαίσια των εμπορικών συναλλαγών τους συμφωνία για τήρηση μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού με την έννοια που εκτέθηκε στην μείζονα σκέψη της παρούσας, παρά μόνον η κατάρτιση των ως άνω διαδοχικών πωλήσεων με πίστωση του τιμήματος, για την εξυπηρέτηση δε και διευκόλυνση των πωλήσεων αυτών η καθής τηρούσε μονομερώς ένα απλό δοσοληπτικό λογαριασμό στα πλαίσια της λογιστικής τάξεως, βασικά γνωρίσματα του οποίου (λογαριασμού) ήταν ότι ο ανακόπτων είχε πάντα την ιδιότητα του οφειλέτη και ποτέ του δανειστή χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα αποστολής αγαθών και από τα δύο μέρη και χωρίς να αποβάλλουν εντελώς την αυτοτέλεια τους οι καταχωριζόμενες χρεώσεις, ώστε να οφείλεται και να μπορεί να επιδιωχθεί μόνο το κατάλοιπο του λογαριασμού αυτού μετά το κλείσιμό του.

Αντίθετη κρίση δεν δύναται να συνταχθεί από την κατάθεση του μάρτυρα του ανακόπτοντος (πατέρα αυτού) ο οποίος ανέφερε ότι τα οφειλόμενα ποσά (τίμημα) από τις πωλήσεις εμπορευμάτων υπό της καθής προς τον γιο του θα καταβάλοντο στο τέλος κάθε καλλιεργητικής περιόδου καθώς και από το γεγονός ότι στα τιμολόγια μεταφέρετο και αναγράφετο το προηγούμενο υπόλοιπο που υπήρχε από τις μεταξύ τους συναλλαγές ως και το νέο τίμημα της αγοράς για την οποία (νέα αγορά) εκδίδετο το τιμολόγιο αυτό.

Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου τούτου δεν αναιρείται ούτε και από τις μηχανογραφημένες καρτέλες πελάτη που προσκομίζονται από την καθής, όπου, καταχωρούντο υπ' αυτής: α) η ημερομηνία εκάστης πωλήσεως προς τον ανακόπτοντα, β) ο αριθμός του τιμολογίου και γ) στην στήλη χρέωση^ το αντιστοιχούν στην εκάστοτε ημερομηνία οφειλόμενο ποσό, καθόσον από την αντιπαραβολή των εγγράφων δεν προκύπτει ότι οι επί μέρους δοσοληψίες των διαδίκων είχαν χάσει την αυτοτέλειά τους ούτε ότι ο ανακόπτων είχε λάβει άλλοτε τη θέση του οφειλέτη και άλλοτε τη θέση του δανειστή ...".

Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ., καθόσον έστω και με εσφαλμένη εν μέρει ερμηνεία στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του των αναφερθεισών στην αρχή διατάξεων, όσον αφορά την έννοια και την λειτουργία του αλληλοχρέου λογαριασμού, ορθώς εν τέλει δεν εφάρμοσε αυτές, εφόσον έκρινε ότι οι επί μέρους δοσοληψίες των διαδίκων δεν είχαν χάσει την αυτοτέλειά τους και ήτο δυνατόν να επιδιωχθεί η ικανοποίηση εκάστης αντίστοιχης απαιτήσεως κεχωρισμένως.

Επομένως, σύμφωνα και με το άρθρου 578 ΚΠολΔ., ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμς ή απαράδεκτο". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 585 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., το οποίο έχει εφαρμογή και στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής του άρθρου 632 του ιδίου Κώδικος: "Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα αναφερόμενα στα άρθρα 118 έως 120 στοιχεία και τους λόγους της.

Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνον με πρόσθετο δικόγραφο το οποίο κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο τριάντα ή όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι α) το δικόγραφο της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, κατά τρόπον σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή σαφείς και ορισμένες τις αντιρρήσεις ή ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής και β) νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των προσθέτων λόγων αυτής κρίνονται απαράδεκτοι, γιατί δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της εφέσεως, η οποία ασκείται κατά της απορριπτικής αποφάσεως της ανακοπής ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της εφέσεως και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, έναντι των γενικών αυτών διατάξεων κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ιδίου Κωδικός, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικώς το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής (ΑΠ 440/2012, ΑΠ 2096/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Υπό του ανακόπτοντος προβλήθηκε πρωτοδίκως δια των εγγράφων προτάσεων του που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της ανακοπής η ένσταση εξοφλήσεως της εκ των άνω πωλήσεων έτους 2004 οφειλής του. Η ένσταση αυτή που συνιστά νέο λόγο ανακοπής απαραδέκτως προβλήθηκε με τον τρόπο αυτό αφού κατά τα προεκτεθέντα ο νέος αυτός λόγος ανακοπής θα ηδύνατο να προταθεί μόνον με ιδιαίτερο δικόγραφο κατατιθέμενο στην γραμματεία του Πρωτοδικείου και κοινοποιούμενο στην καθής τριάντα μέρες προ της συζητήσεως της ανακοπής προδικασία όμως που δεν τηρήθηκε εν προκειμένω ...".

Ακολούθως δε, απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό ως προβληθέντα απαραδέκτως. Με την κρίση του αυτήν το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ., καθόσον ορθώς απέρριψε τον σχετικό λόγο ανακοπής κατά της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής και έπρεπε, σύμφωνα με τις εκτεθείσες στην αρχή διατάξεις και σκέψεις, να είχε προταθεί με την ανακοπή ή με προσθέτους λόγους ανακοπής και όχι με τα δικόγραφα της εφέσεως ή των κατατεθεισών προτάσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή του Εφετείου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ' εκτίμησιν από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ., με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό".

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, Α.Π. 483/2011), Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια, δηλαδή ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων 55 τιμολογίων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και την επισκόπηση των ως άνω εγγράφων, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των τιμολογίων, αλλά αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-6-2010 αίτηση του Β. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 672/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ